μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Στο θάνατο της Sonia Benedetti

η Sonia, που ήξερε να φύγει με μια νέα σημαία, δεν παραιτείται από εκείνες λιγάκι φθαρμένες που θα μπορούσε να έχει βγάλει από τα συρτάρια

Valle di Susa, 9 μαίου 2003

Δεν ήταν τόσο εύκολο να μην σηκώσουμε τη γροθιά, να μην ξεπεράσουμε αυτή τη στιγμή της αμηχανίας για μια χειρονομία τόσο δική μας επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, τόσο λίγο αυθόρμητη τώρα, βυθισμένη στο παρελθόν, μετά από τo πέρασμα του χρόνου και τις παύσεις, και τις αλλαγές, την απογοήτευση και το διαφορετικό παρόν. Μακριά από τη ρητορική, σκεφτήκαμε, δεν είναι πλέον οι καιροί. Και όμως ο λαιμός να σφίγγει. Ίσως πολλοί από εμάς δεν το περίμεναν, μια κηδεία με υψωμένη τη γροθιά. Είμαστε στον άλλο αιώνα, είμαστε μετά από εμάς τους ίδιους.

Δεν ήταν μετά τόσο περίπλοκο να την σηκώσουμε τουλάχιστον μια φορά για να την χαιρετήσουμε, απλά, πέρα από τις απογοητεύσεις μας. Να δώσουμε νόημα, επειδή γι αυτήν το είχε, και για μας, ξαφνικά, μαζί της, να την χαιρετήσουμε και πάλι, κι έτσι.

Και υπήρχε ένας καινούριος αέρας-φρέσκος, έτσι κι αλλιώς, όχι ένα γερασμένο κορίτσι της δεκαετίας του ’70 που χαιρετούσαν οι δίχως σφρίγος φίλοι της. Κάτι άλλο, πραγματικά.

Δεν ήταν μετά τόσο εύκολο να αναρωτηθούμε τι σημαία θα θέταμε εμείς επάνω στο θάνατο μας ώστε να μιλήσουμε για τη ζωή μας, και να πούμε ότι δεν έχουμε μια, και να γλιστράμε ανάμεσα σε εκείνη την υπερηφάνεια της απογοήτευσης που ωρίμασε και της γνώσης πως – όμως – η μοναξιά που μας προσβάλλει, ξαφνική μέσα στις σιωπηλές βραδιές, για ένα νόημα που χάθηκε, κατά βάθος δεν είναι παρά το ότι δεν αισθανόμαστε πως ανήκουμε στον κόσμο, όχι αρκετά.

η Sonia, που ήξερε πώς να φύγει με μια νέα σημαία, δεν παραιτείται από εκείνες λιγάκι φθαρμένες που θα μπορούσε να βγάλει απ’ τα συρτάρια. Μια σημαία κλεισμένη σε μια κοιλάδα, κλεισμένη σε ένα μικρό στόχο, που μεταφέρεται από μια μικρή ομάδα εικοσάχρονων που μας κάνουν να θυμώνουμε επειδή είναι αυτοί που μερικές φορές κάνουν κάποιες μαλακίες στην πλατεία, και οι οποίοι είναι επίσης ρητορικοί, θεέ μου πόσο υπερβολικοί είναι…

Μια σημαία που χάνεται μεταξύ των χιλιάδων στις μεγάλες διαδηλώσεις, πνίγεται στη θάλασσα της πληθώρας, η οποία δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της την έμφαση, που πραγματικά θα μπορούσε να είναι εκτός τόπου επάνω σε ένα φέρετρο, όπου απλώνονται συνήθως οι μεγάλες επαναστάσεις – όχι ο αγώνας ενάντια στην υψηλή ταχύτητα. οι μεγάλοι ορίζοντες – όχι τα βουνά μιας κοιλάδας που κάποια στιγμή γίνεται στενή. οι μεγάλες κολεκτίβες και οι τάξεις – όχι οι γέροι, τα παιδιά, οι κυρίες και οι σύντροφοι μιας χώρας, ενός χωριού.

Και όμως ταίριαζε εκεί, στέκονταν όμορφα, με τη πρακτικότητα ενός τόπου στον οποίο έζησε, με την εξέγερση να μην είναι αδρανής στα συμφέροντα και την καταστροφή, με μια γυναίκα που ήξερε πώς να μιλήσει στα παιδιά, μητρικά αλλά επαναστατικά-εξεγερτικά. Πάνω απ ‘όλα, δεν ξεχνάει τον εαυτό της: μια γυναίκα που έχει μεγαλώσει και έχει περάσει μέσα από την ήττα που ξέρει πώς να πει στα παιδιά ποια είναι η ιδέα της ελευθερίας γι αυτήν, χωρίς προσποίηση, δίχως προσχήματα, χωρίς ρητορική και χωρίς φόβο για το δικό της παρελθόν.

Υπήρχε περισσότερο παρόν απ’ ότι παρελθόν, παρόλο που εμείς ήμασταν πολλοί.

Και το παρόν ήταν λιγότερο αθόρυβο από εμάς.

Έτσι πρέπει, θα πείτε.

Εγώ όχι, δεν θα ήμουν τόσο σίγουρη. Και σε εμένα θα άρεσε να έχω μαζί τη νέα μου σημαία και να τραγουδήσω το καινούργιο μου τραγούδι.

Αυτό το συναίσθημα έμεινε μέσα μου. Brava, Sonia.

ένοπλη πάλη, lotta armata

Τα παιδιά και τα όπλα

Δεν είχα πει τίποτα στο παιδί μου μέχρι πριν από περίπου ένα χρόνο, γιατί δεν ήξερα πώς να το κάνω. Φοβόμουν ότι θα το πάρει πολύ άσχημα και, επίσης, ότι μπορεί να αισθάνονταν διαφορετικός από τα άλλα. Είχα αλλάξει επίσης σπίτι ακριβώς μόνο για να αφήσω πίσω μας ένα μικρό χωριό, όπου όλοι γνώριζαν. Αντιθέτως εδώ κανείς δεν ήξερε τίποτα. Αλλά πάντα υπήρχε κάποιο μυστήριο. Κάτι προφανώς καταλάβαινε, ή μάλλον, διαισθάνονταν. Όταν υπήρξε η δολοφονία Biagi, και εγώ δεν του είπα τίποτα, με ρώτησε: «Μα οι Ερυθρές Ταξιαρχίες του τότε ήταν όπως αυτές του σήμερα;» Ο Alessandro δεν είχε δεχθεί ποτέ να εργάζομαι εθελοντικά στη φυλακή. Κάθε φορά που έπρεπε να πάω, αισθάνονταν πολύ άσχημα. Σωματικά άσχημα. Προσπάθησα να του μιλήσω για αυτό με κάθε τρόπο, τον ρωτούσα τι τον ενοχλούσε, και μια φορά μου είπε ότι φοβόταν ότι δεν θα με άφηναν να ξαναβγώ.

Μετά μιλώντας για αυτό με τις συντρόφισσες εκείνης της εποχής, συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο δικό μου, γι αυτό οργανώσαμε μια ομάδα πρώην, τόσο ανδρών όσο και γυναικών, με μερικές ψυχολόγους που εργάζονταν ακριβώς επάνω στο «μυστήριο». Αυτό το μυστήριο που από πλευράς των παιδιών, μας έλεγαν, γίνεται αντιληπτό σαν μια μαύρη τρύπα και προκαλεί μεγάλη ανασφάλεια, γιατί είναι κάτι που απομακρύνει.

Τελικά για να του το πω άδραξα την ευκαιρία της αντίστασης και του φόβου του για την εθελοντική εργασία μου στη φυλακή και κάνοντας έκκληση σε όλες τις ενέργειές μου του είπα: «Δεν μπορούν να μην με αφήσουν να βγω επειδή έχω κάνει ήδη φυλακή». Του εξήγησα σε πολύ μεγάλες γραμμές πως ήταν τα πράγματα και μου έκανε πραγματικά μια σειρά ερωτήσεων. Η πρώτη αφορούσε τον πατέρα του, εάν βρέθηκε κι αυτός στη φυλακή, και η δεύτερη ήταν εάν είχα σκοτώσει κάποιον. Εκεί δίστασα λιγάκι γιατί δεν ήθελα να ξαναρχίσω να λέω ψέμματα μιας και μόλις είχα πει την αλήθεια, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι εγώ δεν σκότωσα κανέναν. Απάντησα: «Όχι, δεν έχω σκοτώσει κάποιον». Πώς να τον κάνω να καταλάβει ότι σε κάθε περίπτωση, ηθικά, είχα μοιραστεί εκείνη την ιστορία; Ήταν δύσκολο. Καθώς μεγαλώνει θα εμβαθύνουμε τη συζήτηση.

(…) Όταν έλαβαν χώρα τα γεγονότα της Γένοβα, η τηλεόραση ήταν ενεργοποιημένη είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα, ο Alessandro με ρώτησε αν αυτό που είχα κάνει ήταν κάπως έτσι κι εγώ εξήγησα ότι σε γενικές γραμμές, έτσι κι αλλιώς, κάπως έτσι άρχισε, ότι υπήρχε ένα κίνημα … Τώρα αυτός διαβάζει ένα βιβλίο για τα αγόρια σε περιόδους πολέμου, αποτελεί μέρος της ιστορίας που τον ενδιαφέρει πολύ και γι αυτό μου κάνει πολλές ερωτήσεις. Αλλά δεν με ρωτάει πλέον για το ρόλο μου, και οι ψυχολόγοι λένε ότι εμείς δεν πρέπει να τους προλάβουμε, θα είναι αυτοί που θα μας κάνουν ερωτήσεις όταν αισθάνονται την ανάγκη. Τις επόμενες ημέρες όταν μιλήσαμε, ήταν σαν ένα παιχνίδι μαντεύοντας τους φίλους μου «ποιος ναι και ποιος όχι», ποιος είχε μια παρόμοια ιστορία και ποιος δεν είχε καμία σχέση με την ιστορία εκείνη. Ήταν και διασκεδαστικό και αυτή τη φορά ένιωσε καλύτερα: δεν ήμασταν μόνο εγώ και ο μπαμπάς του.

(…) Όταν επέλεξα τον ένοπλο αγώνα τα έσπασα και μαζί του, τον αιώνιο σύντροφό μου. Έλεγε, και είχε δίκιο, ότι η δική μου ήταν μια επιλογή φιλίας. Με την έννοια ότι είχα έναν πολύ ισχυρό δεσμό με κάποιους συντρόφους της κολεκτίβας του Policlinico, τους Donatella και Fred, και ήταν μια επιλογή που είχαμε φτάσει στα άκρα και οι τρεις. Το κίνημα είχε πλήρως τελειώσει και αποφασίσαμε να οδηγήσουμε τις ριζοσπαστικές μας επιλογές μέχρι τέλους, μέχρι την «τελευταία ακτή».

(…) Τώρα δεν το θυμόμαστε πια αλλά τότε υπήρχε το άρθρο 90. Ένα τότε που διήρκησε χρόνια, όχι μήνες. Το άρθρο 90 είναι το 41bis σημερινό: δεν μπορούσαμε να γράψουμε από φυλακή σε φυλακή, οι συνομιλίες-επισκεπτήρια πραγματοποιούνταν μόνο με τα μέλη της οικογένειας και πίσω από το γυαλί, χωρίς πακέτα, χωρίς βιβλία. Δίναν τα σλιπ μετρημένα, τις φανέλες μετρημένες, τα ρούχα μετρημένα και τα παπούτσια μετρημένα. Ένα μπλε στυλό, χωρίς κραγιόνια, χωρίς μολύβια, χωρίς σκουλαρίκια, τίποτα. Θυμάμαι ότι φορούσαμε χρωματιστά νήματα για ράψιμο στα αυτιά μας για να αντισταθούμε στο γκρίζο. Δεν είχαμε καμινέτα. Κάναμε καφέ χρησιμοποιώντας το χαρτί της σακούλας του ψωμιού που παραδίδονταν το πρωί για να φτιάξουμε μια φλόγα και με εκείνη να ζεστάνουμε το γάλα στο tetrapack.

Τα κελιά ήταν ατομικά, όλα ήταν ατομικά. Για 23 ώρες καθένας ήταν μόνος. Και όμως είχαμε τη ζωή μας στο παράθυρο. Πρέπει να έπαθα εκεί το φοβερό μου αυχενικό, γιατί στεκόμασταν στο παράθυρο μέρα και νύχτα. Ήταν ο μόνος τρόπος να μιλήσουμε, τουλάχιστον με τις κοντινές των παραθύρων, ή βγάζοντας τα πνευμόνια μας, ακόμα και από ακτίνα σε ακτίνα. Αυτή είναι η πιο ξεκάθαρη ανάμνηση: εμείς κολλημένες στα παράθυρα. Για να μιλήσουμε αντιθέτως στα κρυφά υπήρχε το »ράδιο φυλακή», μιλούσαμε μέσω των σωλήνων του μπιντέ ή της τουαλέτας των γειτονικών κελιών. Μετά για να διαμαρτυρηθούμε χτυπούσαμε τα παπούτσια, επειδή δεν είχαμε τηγάνια. Το χτύπημα είναι μια στιγμή αγώνα στη φυλακή και τότε χτυπούσαμε με τα παπούτσια, και μας έπαιρναν τα παπούτσια, χτυπούσαμε με τις σκούπες και μας έπαιρναν τις σκούπες, δεν είχαμε πλέον τίποτα. Με τη σκούπα, όταν μου την άφηναν, τότε κατόρθωσα να ανοίξω το παραθυράκι της πόρτας του κελιού, το οποίο διαφορετικά άνοιγε μόνο η φύλακας, αλλά κατάφερα να ξεχαρβαλώσω το ελατήριο και στη συνέχεια να το κάνω να παραμείνει ανοικτό για να γίνεται ρεύμα. Με είχαν απειλήσει, αλλά σιγά-σιγά με το παραθυράκι άρχισαν να τα παρατάνε επειδή υπήρχαν 40 βαθμοί στα κελιά και μερικές λιποθυμούσαν. Στο τέλος κατορθώσαμε να τα διατηρήσουμε ανοιχτά, αλλά στη δέκατη λιποθυμία.

Έκανα έτσι σχεδόν τέσσερα χρόνια.

Μία από τις «όμορφες» αναμνήσεις της Voghera είναι ότι η πλειοψηφία των γυναικών αποφάσισε να επιστρέψει στο παιχνίδι, συνειδητοποιώντας ότι έξω δεν υπήρχε πλέον τίποτα, αλλάζοντας και τις γλώσσες μιλώντας με τον έξω κόσμο, επισκιάζοντας ακόμη και τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων οργανώσεων στις οποίες ανήκαν, πράγμα που αντίθετα υπήρχε σε μεγάλο βαθμό νωρίτερα και συνεχίζονταν σε φυλακές όπως αυτή της Messina. Αυτό ήταν ένα πολύ όμορφο και σημαντικό πράγμα και πρέπει να αναγνωριστεί. Πιστεύω ότι πολλές από εμάς θα έπρεπε να πάμε να βρούμε αυτό που ήταν θετικό εκείνη τη στιγμή ακριβώς για να μπορέσουμε να μιλήσουμε και πάλι όλες μεταξύ μας.

Στο να βρεθεί ξανά αυτό που ενώνει αυτές τις γυναίκες πέρα από τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές βασικό ρόλο διαδραμάτισε η Silvana Marelli και μια συντρόφισσα της φάλαγγας Walter Alasia. Το να απαλλαγούμε από αυτά τα ιδεολογικά κλουβιά, από εκείνους τους τοίχους άδειων λέξεων που μας εμπόδιζαν να επικοινωνούμε μεταξύ μας, δεν ήταν εύκολο, αλλά τελικά μας επέτρεψε να δημιουργήσουμε αυθεντικές σχέσεις μεταξύ μας. Η υπέρβαση ορισμένων ιδεολογικών γλωσσών σήμαινε επίσης την εξεύρεση μιας σχέσης με το εξωτερικό.

(…) Ειδωθήκαμε πρόσφατα πολλές από εμάς, επειδή πέθανε μια από τις συντρόφισσες μας η οποία ονομάζονταν Sonia Benedetti. Ήταν από τη Φλωρεντία, είχε αποκτήσει την Valentina όταν ήταν στη φυλακή. Και ήταν πάλι στρατευμένη. Παρά την πάλη εδώ και μια χρονιά ενάντια σε μια ασθένεια που τελικά την κατέστρεψε, ήταν στη κολεκτίβα της Valle μέχρι το τέλος … Στην τελευταία διαδήλωση για την ειρήνη που έλαβε χώρα στο Τορίνο οδηγήθηκε εκεί σε αναπηρικό καροτσάκι από την κόρη και τους φίλους της. Αυτά τα ίδια παιδιά στα οποία μπόρεσε να μιλήσει και που την ημέρα της κηδείας της την συνόδευσαν με τη σημαία τους. Είχε καταφέρει να μεταβιβάσει στην κόρη και τα παιδιά εκείνα την δική της ιδέα της ελευθερίας χωρίς ρητορική και χωρίς φόβο για το παρελθόν της.

Αυτό για να σου πω ότι από εκείνη την εμπειρία βγήκε μια δύναμη όχι μια αδυναμία.

(“Una città ”, settembre 2003 – »Μια πόλη», σεπτέμβρης 2003)

διεθνισμός, internazionalismo

«Η απόφαση του Δικαστηρίου του Torino είναι μια νίκη των Ypg-Ypj» ανακοινωθέν των 5

«La decisione del Tribunale di Torino è una vittoria delle Ypg-Ypj» comunicato dei 5
Η απόφαση του Δικαστηρίου του Τορίνο είναι μια νίκη των Ypg-Ypj. Δηλώνει ρητά ότι δεν είναι δυνατή καμία συσχέτιση (για όλους εμάς τους πέντε, και ως εκ τούτου για κανέναν άλλον) μεταξύ του ότι πολεμήσαμε στις κούρδο-αραβικές δυνάμεις που νίκησαν το ISIS και της εφαρμογής των περιορισμών στην ελευθερία που προβλέπονται από τα λεγόμενα «προληπτικά μέτρα «.

Ο πρώτος μας στόχος υπήρξε η προστασία της μνήμης των χιλιάδων νεκρών γυναικών και ανδρών στον αγώνα κατά του Isis και κατά της τουρκικής εισβολής στη Συρία μέσα από την διεθνή φήμη των Ypg και της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής επανάστασης που αυτές υπερασπίζονται στην βόρεια Συρία. Θεωρούμε ότι έχουμε επιτύχει αυτό το αποτέλεσμα. Θα παραμείνουμε σε επαγρύπνηση για κάθε προσπάθεια να αμαυρωθεί η μνήμη των πεσόντων μας και η παγκόσμια φήμη των επαναστατικών δυνάμεων. Στέλνουμε τον αλληλέγγυο χαιρετισμό μας στον Luisi Caria, μαχητή Ypg από την Σαρδηνία, εν αναμονή της απόφασης του Δικαστηρίου του Κάλιαρι.

Ο πραγματικός υπεύθυνος γι αυτή τη νίκη είναι ο Lorenzo Orsetti. Πέφτοντας στο πεδίο της μάχης στις 18 μαρτίου εναντίον των πολιτοφυλάκων του Isis με την ίδια στολή που φόρεσαν μερικοί από εμάς, άναψε έμμεσα επάνω σε αυτή την ιστορία προβολείς που, διαφορετικά, θα εξακολουθούσαν να είναι σβησμένοι. Θα είμαστε στη Φλωρεντία αυτή την κυριακή (23 ιουνίου) για την αγρυπνία πριν την κηδεία στο Sms του Rifredi (10.00 π.μ. – 8.00 μ.μ.) και την κυριακή 24 για την τελετή κηδείας στις Porte Sante του San Miniato (10.00 π.μ.). Αγκαλιάζουμε την οικογένεια του Lorenzo, την οποίαν ευχαριστούμε για την αλληλεγγύη. Καλούμε όλες και όλους να είναι παρόντες.

Αυτή η νίκη κατέστη δυνατή και χάρη στην υποστήριξη της ιταλικής κοινής γνώμης και των πολλών που μας ανέφεραν ιδιωτικά και δημοσίως την εγγύτητά τους, τους οποίους ευχαριστούμε. Η συμβολή των τριών δικηγόρων μας ήταν θεμελιώδης, και τους ευχαριστούμε με όλη μας την καρδιά για τη δουλειά τους: Lea Fattizzo, Claudio Novaro και Frediano Sanneris.

Ένα δεύτερο σημαντικό αποτέλεσμα (πάντοτε για εμάς τους πέντε) είναι ο ισχυρισμός του δικαστηρίου ότι δεν επιτρέπεται η εφαρμογή της ειδικής επιτήρησης λόγω πολιτικών ιδεών που εκφράζονται σε συνεντεύξεις, status στα κοινωνικά μέσα ή σε βιβλία, όπως αντιθέτως υποστήριζε με απίστευτο τρόπο η Digos-αντιτρομοκρατική στα έγγραφα της και η εισαγγελία με την παρέμβαση της στην αίθουσα. Η καμπάνια και η υπεράσπιση μας είχαν σαν συνέπεια να υπερασπιστούν αποτελεσματικά, τουλάχιστον εν μέρει, την ελευθερία της πνευματικής διαφωνίας και της κριτικής έκφρασης στη χώρα αυτή.

Αυτή η διπλή ήττα της Digos-αντιτρομοκρατικής και του γραφείου της εισαγγελίας δεν καθιστά τις μπερδεμένες πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν εναντίον μας και προς πολλούς άλλους σε αυτά τα χρόνια λιγότερο ανησυχητικές. Πράγματι, πιστεύουμε γενικότερα ότι υπάρχει ανάγκη μιας συζήτησης σχετικά με τις επιπτώσεις της ακραίας πολιτικοποίησης της αστυνομίας και της εισαγγελίας μετά από τη διαφωνία που έδειξαν όλα αυτά τα χρόνια οι πληθυσμοί της Val Susa απέναντι στο σχέδιο του «Tav».

Όχι ότι λάμπει δεν είναι χρυσός. Παραμένει προβληματικός ο ισχυρισμός, από πλευράς δικαστηρίου, της δήλωσης σύμφωνα με την οποίαν η συμπεριφορά μας στην Ιταλία, εντελώς άσχετη με τις Ypg και τη Συρία, θα είχε μπορέσει ή θα μπορούσε να παρακινήσει μια ειδική επιτήρηση που να περιορίζει τις ελευθερίες και τα πολιτικά μας δικαιώματα χωρίς κατηγορίες, δίχως αδίκημα και χωρίς δίκη, μέσω της ειδικής επιτήρησης. Αυτό αναφέρεται από τους δικαστές που αναστέλλουν τη θέση τριών από εμάς – των Eddi, Jacopo και Paolo – για τους οποίους ζητά την απόκτηση περαιτέρω στοιχείων σχετικά με γεγονότα που δεν έχουν καμία σχέση με την κοινή μας στράτευση στη Συρία.

Αυτά τα στοιχεία αφορούν πολιτικά επεισόδια για τα οποία ούτε η Eddi ούτε ο Jacopo ούτε ο Paolo έχουν ποτέ καταδικαστεί. Μια συγκέντρωση-φρουρά στο Τορίνο, το φθινόπωρο του 2018, στην οποία η Eddi και ο Jacopo ζήτησαν τελείως ειρηνικά, μαζί με δεκάδες άλλους νέους, ο ιδιοκτήτης ενός καταστήματος να αποδώσει σε ένα αγόρι τους μισθούς που του χρωστούσε ως σερβιτόρο. και μια συγκέντρωση-φρουρά της πρωτοχρονιάς του 2017 εκατοντάδων ανθρώπων (συμπεριλαμβανομένου του Paolo) που εξέφρασαν την εγγύτητα τους προς τους κρατούμενους στη φυλακή delle Vallette.

Αυτό το μελλοντικό επακόλουθο μας φαίνεται σαν επιθυμία να περιπλέξουν τα πράγματα, σαν να θέλουν να μην αφήσουν κανέναν δυσαρεστημένο – με αποτέλεσμα να καταστήσουν αυτή την ιστορία, ήδη σοβαρή, να μοιάζει όλο περισσότερο με μια φάρσα.

Η ακρόαση για τους Eddi, Paolo και Jak έχει οριστεί για τις 15 οκτωβρίου όπου θα συζητηθούν οι νέες εκτιμήσεις που ζητήθηκαν. Αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι αυτές οι συνεχείς αναβολές κινούνται και από την ελπίδα ότι η προσοχή θα μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο επάνω στο θέμα αυτό..

Παραμένουμε ενωμένοι ενάντια σε κάθε προσπάθεια περιορισμού της ελευθερίας της διαφωνίας, της δικής μας και άλλων, στη χώρα μας, και ζητούμε να απομακρυνθεί τελικά και για πάντα από την ιταλική έννομη τάξη η νομική και πολιτική ντροπή των «προληπτικών μέτρων» που εισήγαγε ο Μουσολίνι.

Paolo Andolina
Jacopo Bindi
Davide Grasso
Fabrizio Maniero
Maria Edgarda Marcucci

 

 

https://www.infoaut.org/conflitti-globali/la-decisione-del-tribunale-di-torino-e-una-vittoria-delle-ypg-ypj-comunicato-dei-5

 

ιστορία, storia

Εγώ είμαι η Κομμούνα

του Sandro Moiso

Marco Rovelli, Il tempo delle ciliegie, Ο καιρός των κερασιών, elèuthera 2018, pp. 125, € 14,00

Σε αυτές τις εποχές ισχνών και κοκαλιάρικων αγελάδων για αυθεντικό πολιτικό προβληματισμό και, αντίθετα, την ώρα που μας καταβρέχουν με κενές συζητήσεις επικοινωνιακο-ιδεολογικές γύρω από μια κακώς γεννημένη κυβέρνηση, το κείμενο του Marco Rovelli για την επαναστατική εμπειρία της Louise Michel, αποκαλύπτεται απολύτως απελευθερωτικό και απαραίτητο, μια από τις πιο ένθερμες υποκινήτριες της παρισινής Κομμούνας του 1871, που δημοσίευσε η elèuthera. Κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας, που τον τράβηξαν ιδιαίτερα τα γεγονότα και οι ζωές γυναικών που αναμετρήθηκαν με την επαναστατική εμπειρία, θέτει την εμπειρία του ως συγγραφέα και μαχητικού διανοουμένου αγωνιστή στην υπηρεσία μιας εξαιρετικής υπόθεσης, ενός υπέροχου σκοπού.

Φανταστικού τόσο λόγω της παραδειγματικής-εμβληματικής ζωής και των αγώνων της γαλλίδας αναρχικής, όσο και για το πείραμα, που σήμερα υποτιμάται και που το θυμόμαστε σχεδόν πάντα με μάλλον πολύ επιφανειακό και ρητορικό τρόπο,το οποίο, τουλάχιστον για τη δυτική Ευρώπη, έθεσε ξεκάθαρα στους εργαζόμενους, στους προλετάριους και στους επαναστάτες που αγωνίζονται ενάντια στο υπάρχον, την αδυναμία συνεργασίας με την εθνική έννοια ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, όπως η μπουρζουαζία και το προλεταριάτο, των οποίων τα πολιτικά, οικονομικά και ιστορικά συμφέροντα ήταν (και παραμένουν) ριζικά διαφορετικά και αποκλίνοντα.

Ένα θέμα επάνω στο οποίο, σε περιόδους πρόχειρων, γενικόλογων αντιφασιστικών εκκλήσεων, αντί-μπερλουσκονικού χαρακτήρα και πολύ συχνά ουσιαστικά καθώς πρέπει χαρακτήρα μιας αριστεράς που αποκαλύπτεται ότι είναι κουραστική ακόμη και όταν δεν είναι αυστηρής ρεντζιανικής συμμόρφωσης, θέμα που έχει την τάση να συγκαλύπτει [αυτή η αριστερά] επειδή προορίζεται να φέρει στο προσκήνιο συγκεκριμένα προβλήματα όπως εκείνο της πραγματικά ανταγωνιστικής και επαναστατικής δράσης κατά του σημερινού τρόπου παραγωγής και της χρήσης της βίας και της οργάνωσής της από πλευράς των κινημάτων αντίστασης ενάντια στις συνθήκες ζωής και εργασίας που καθορίζονται από τον καπιταλισμό, όχι μόνο χρηματοοικονομικό.io.

Ένα θέμα που αντικατοπτρίζεται σε κάθε τρέχουσα πάλη: από την Rojava έως την Val di Susa, από το ZAD της Notre Dame des Landes στο Salento. Αγώνες και εμπειρίες των οποίων οι πρωταγωνιστές δεν θα μπορέσουν ποτέ να δηλώσουν τίποτε άλλο από: Είμαστε η Κομμούνα! Έτσι ακριβώς όπως οι φοιτητές του παρισινού Μάη θα μπορούσαν να το φωνάξουν, οι εργάτες του Μιραφιόρι των μεγάλων αγώνων εκεί ανάμεσα στη δεκαετία του Εξήντα και του ’70, οι εργάτες του Ανατολικού Βερολίνου το 1953 και οι ούγγροι επαναστάτες του 1956 μαζί με όλους εκείνους που ξεσηκώθηκαν, ξεσηκώνονται και πάλι θα ξεσηκωθούν ενάντια στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων και που, όσο θα υπάρχουν τα νομικά όρια-σύνορα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και του Κράτους, δεν θα έχουν ποτέ φιλικές κυβερνήσεις.
Όπως οι πρωταγωνιστές των γεγονότων που αναφέρονται στις σελίδες, γεμάτες ζωή και προσεκτικές στην ιστορική ανακατασκευή, που μεταφέρουμε παρακάτω.

“Εγώ είμαι η Κομμούνα. Το ατελείωτο πλήθος των ανωνύμων. Η φωτιά που απελευθερώνει μια καινούργια στιγμή, νέους καιρούς. Η γιορτή αυτού που γίνεται, του νέου γίγνεσθαι. Η ευτυχία του καθενός και όλων, όλων και καθενός, η μια συνθήκη της άλλης. Είμαι η Κομμούνα, ο χρόνος που ξαναγεννιέται και φλέγεται, ο χρόνος που αναπαράγεται διαιρώντας, δύο με δύο όπως τα κεράσια, σε μια ατέρμονη αλυσίδα και χωρίς κέντρο. Είμαι η Κομμούνα και ως εκ τούτου δεν είμαι εγώ, αλλά η διάχυση των σωμάτων και των ψυχών που μπερδεύονται σε μια δέσμη ατελείωτων ήχων, η οποία ανυψώνεται στον ουρανό και επεκτείνει τα όρια του, επειδή δική μας είναι δύναμη, το θάρρος είναι δικό μας, δική μας είναι η χαρά. Είμαι η Κομμούνα, που δεν μπορεί να πεθάνει, και χορεύει.

Ήταν όταν ο Thomas και ο Lecomte ήρθαν να ανακτήσουν τα κανόνια μας που ξεσηκωθήκαμε. Ήταν η 18η μαρτίου. Την προηγούμενη ημέρα ο Thiers είχε δώσει το τελεσίγραφο. Οι πρώσοι έφυγαν, οπότε δώστε μας πίσω τα κανόνια και υπακούστε στην καθεστυκειία τάξη. Αλλά ποιος πίστευε πλέον στους στρατηγούς στους οποίους μας ζητήθηκε να υποβληθούμε; Στο Παρίσι δεν πιστεύαμε πλέον κανέναν. Και ούτως ή άλλως, ναι, ο Thiers είχε δίκιο όταν έλεγε ότι υπήρχαν κακόβουλοι που με το πρόσχημα των πρώσων, ήθελαν να πάρουν τον έλεγχο της πόλης. Θέλαμε πραγματικά να αλλάξουμε τα πράγματα, αυτή τη φορά να σώσουμε την Γαλλία ήταν ένα και το αυτό με το να την αλλάξουμε. Ήταν απαραίτητο να τελειώνουμε με εκείνη την παλιά αστική Γαλλία, η οποία μας είχε εκθέσει στην καταστροφή και που τώρα, με το τέλος της αυτοκρατορίας, είχε την απαίτηση, προσποιούνταν πως θα ανακυκλωθεί σε Δημοκρατία.

[…] Τα στρατεύματα του στρατηγού έφταναν, είχαν καταλάβει τη δεξιά όχθη του Senna και κάποια αποσπάσματα ανέβαιναν στο λόφο. Οι καμπάνες χτύπησαν, τα τύμπανα μας κάλεσαν να μαζευτούμε: η Λουίζ, με ένα τουφέκι κρυμμένο κάτω από το παλτό της, έτρεξε κάτω από το λόφο, φωνάζοντας «προδοσία!» Μια φάλαγγα σχηματίζονταν ήδη στην επιτροπή εποπτείας, υπό τη διοίκηση του Ferré. […] Το πλήθος κινούνταν προς τα πάνω, οι γυναίκες επιβλήθηκαν, ήταν αυτές που προηγούνταν των ανδρών, υπήρχαν και πολλά παιδιά. Οι στρατιώτες δεν περίμεναν να τις δουν να έρχονται με εκείνη την ορμή, με εκείνη την αποφασιστικότητα, ήταν μια έκπληξη, ξαφνιάστηκαν και δεν αντέδρασαν. «Κάτω τα όπλα!» φώναζαν οι γυναίκες. «Είμαστε γυναίκες και παιδιά!» Η Louise βρισκόταν στην πρώτη γραμμή φωνάζοντας στους στρατιώτες να μην πυροβολούν, και εν τω μεταξύ έδειχνε να προστατεύει τις γυναίκες που είχαν πέσει με γυμνά κορμιά επάνω στα κανόνια. «Είναι δικά μας!».
Ο στρατηγός Lecomte, τότε, διέταξε τους στρατιώτες του να πυροβολήσουν προς το πλήθος που προωθούνταν. Αλλά οι στρατιώτες του είχαν αποφασίσει ότι δεν είναι πλέον δικοί του. Κανείς δεν πυροβόλησε […] Οι στρατιώτες που δεν ήταν πλέον δικοί του τον πλησίασαν, τον έθεσαν σε κράτηση: «Ελάτε μαζί μας στρατηγέ, τώρα πρέπει εσείς να μας υπακούσετε!» […] Ήταν ένδεκα το πρωί της 18ης μαρτίου 1871. Ακτινοβολούσαμε. Η Λουίζ αγκάλιαζε όλους. Ο λαός είχε εκδηλωθεί, διαδήλωσε, και είχε κερδίσει. Ήταν μόνο η αρχή.
Το απόγευμα, μετά από την απόφαση της κεντρικής Επιτροπής της εθνικής Φρουράς, καταλάβαμε δημαρχεία, στρατώνες, κυβερνητικά κτίρια, και αρχίσαμε να κατασκευάζουμε οδοφράγματα. Η όμορφη παράδοση του επαναστατικού Παρισιού επαναλήφθηκε, επιτέλους, παρά τις λεωφόρους του Haussmann. Ο Thiers και οι υπουργοί του διέφυγαν σαν τους αρουραίους, καταφεύγοντας στις Βερσαλλίες, τον τόπο των δυναστών, των μονάρχων και της συνθηκολόγησης.
Το βράδυ ο Lecomte εκτελέστηκε, μαζί με τον άλλο στρατηγό, Thomas, του οποίου όλοι θυμόταν τη σφαγή που είχε διαπράξει τον ιούνιο του ’48”.1

https://www.carmillaonline.com/2018/06/13/io-sono-la-comune/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ο νέος ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος

του Sandro Moiso

Σήμερα, 3 μαΐου 2018, ενώ τα εθνικά μέσα ενημέρωσης που σέβονται μόνο τα κενά τελετουργικά της πολιτικής κοιτάζουν αυτό που θα συμβεί στην διοίκηση του PD, Δημοκρατικού Κόμματος, πέφτει η εικοστή πέμπτη μέρα της στρατιωτικής κατοχής της ZAD της Notre Dame des Landes από πλευράς των μισθοφόρων με στολή του γαλλικού Κράτους.

2500 αστυνομικοί που για είκοσι πέντε ημέρες, με οποιοδήποτε μέσο όχι απαραίτητο, παρά για να τραυματίσει σοβαρά τα σώματα ή να παραβιάσει και να βιάσει τα εδάφη που διατρέχονται από τεθωρακισμένα, μπουλντόζες και γερανούς και καταστρέφουν καλλιεργούμενα χωράφια, δάση και σπίτια, προσπαθούν να ακυρώσουν, να εξολοθρεύσουν, να διαγράψουν από το πρόσωπο της Γαλλίας, της Ευρώπης και της Γης κάθε ίχνος μιας από τις νέες μορφές πολιτισμού και ανθρώπινης κοινότητας που αναδύθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στα εδάφη που η κοινωνία Da Vinci και τα συμφέροντα του κεφαλαίου θα ήθελαν να μετατρέψουν σε ένα δεύτερο και άχρηστο αεροδρόμιο στην πόλη της Νάντης.

Μια δράση που μέχρι στιγμής έχει αποκρουστεί από τους καταληψίες και από τις χιλιάδες άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και κοινωνικής προέλευσης που πήγαν εκεί με μοναδικό σκοπό να επιδείξουν την αλληλεγγύη τους με εκείνο το κοινοτικό πείραμα και να απορρίψουν για άλλη μια φορά, όπως το 2012 με τη επιχείρηση Cesar που θέλησε εκείνη την εποχή ο Hollande και απέτυχε, τους στόχους του οικονομικού επενδυτικού κεφαλαίου για το bocage και της αστυνομικής καταστολής ενάντια σε ένα πείραμα μιας κοινωνίας χωρίς Kράτος, χωρίς χρήμα, χωρίς αστυνομία, χωρίς πολιτική εκπροσώπηση αν όχι άμεση αυτών που την κατοικούν, που ζουν σε αυτήν.

Ενώ εδώ σε εμάς οι «νέοι» νάνοι της πολιτικής σκηνοθέτησαν το συνηθισμένο και αηδιαστικό θεατράκι, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά νεογέννητοι αναστημένοι και άθλιοι γατόπαρδοι (ειδικοί στο να αλλάζουν τα πάντα έτσι ώστε να μη αλλάζει τίποτα) αποφασισμένοι να κάνουν οτιδήποτε για να προστατεύσουν με κάποιο τρόπο αυτό που οι ιταλοί ψηφοφόροι, με την πλειοψηφία που έδωσαν στα 5 Αστέρια και στην Λίγκα, είχαν την ψευδαίσθηση πως έδιωξαν οριστικά από τους εφιάλτες τους (PD, Renzi, Forza Italia και Berlusconi), εκεί η αλλαγή παίζεται άμεσα, πρόσωπο με πρόσωπο, ανάμεσα σε αυτούς που αυτόν τον πρόστυχο τρόπο παραγωγής θέλουν να συνεχίσουν να προστατεύουν και εκείνους που αντιθέτως θα ήθελαν θα τον θάψουν για πάντα.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ZAD έχει χαρακτηριστεί εδώ και πολύ καιρό από τις ίδιες τις γαλλικές αρχές ως ζώνη «μη Κράτους» και όχι τυχαία ακριβώς το non marché, η μη αγορά, η περιοχή στην οποία ήταν δυνατόν να λάβει κάποιος ή να ανταλλάξει τα προϊόντα της τοπικής γεωργίας χωρίς προσφυγή σε χρήμα , ήταν η πρώτη περιοχή που καταστράφηκε, ξαναχτίστηκε σε λίγες μέρες και εκ νέου ισοπεδώθηκε από τις μπουλντόζες των δυνάμεων της α/ταξίας. Καθιστώντας έτσι σαφές ότι δεν επρόκειτο για την επαναφορά της δημοκρατικής τάξης σε μια έκταση περίπου 1700 εκταρίων που έχει ξεφύγει από τον έλεγχό της, αλλά για την αποκατάσταση των κανόνων της αστικής κοινωνίας της αγοράς, του κέρδος και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Αλλά εδώ, στην αιώνια φασιστική και δημοκρατικο-κοινοβουλευτική την ίδια στιγμή Italietta, σε αυτή την μεγάλη μοναδική Brescello του Don Camillo και Peppone, ακόμη και οι δυνάμεις που θα ήθελαν να είναι «άλλες, αλλιώς» φαίνονται να ανησυχούν περισσότερο για τη συλλογή υπογραφών για τις επόμενες διοικητικές εκλογές ή για τις εσωτερικές ρήξεις που σχετίζονται με τους διάφορους ατομικούς κοιλόπονους και αυτούς της ομαδούλας ή, ξανά και απλούστατα, να οδηγήσουν ξανά το ποίμνιο των ανικανοποίητων μέσα στην περίμετρο του κοινοβουλίου, αντί να αναπτύσσουν στρατηγικές και πρωτοβουλίες προσαρμοσμένες στις αλλαγές που συμβαίνουν στη σημερινή κοινωνία. Αποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο για ακόμη μία φορά, εάν ήταν αναγκαίο, πως η εκλογολογία, η ψηφοθηρία είναι συνώνυμη μόνο με την άρνηση των αγώνων και την πραγματική απελευθέρωση από έναν μακρόχρονα νεκρό και του οποίου, για την ώρα, μοναχά οι κοινοβουλευτικές τελετές βουντού καταφέρνουν να κρατάν κρυμμένη την διαπίστωση της κατάληξης, του θανάτου.

Μιλώντας στο Στρασβούργο ενώπιον του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, στις 17 απριλίου του τρέχοντος έτους, ο Εμμανουέλ Μακρόν τόνισε τον κίνδυνο πως στην Ευρώπη μπορεί να ξεσπάσει ένας εμφύλιος πόλεμος. Για μια φορά ο νεαρός και ανεξέλεγκτος εκπρόσωπος του γαλλικού μεγαλείου, grandeur francese, δεν είπε ψέμματα. Δεν είπε ψέμματα ξέροντας πολύ καλά για τι πράγμα μιλούσε, μιας και είναι ο ίδιος ένας από τους υποστηρικτές αυτού. Έναν πόλεμο που, εδώ και χρόνια, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο οδηγεί κατά των πολιτών της Ευρώπης, κυρίως εκεί όπου αυτοί οι ίδιοι πολίτες δεν αφήνουν τους εαυτούς τους να παγιδευτούν από τις εθνικιστικές, λαϊκίστικες και ρατσιστικές λογικές (τις οποίες προωθεί το ίδιο χρηματοοικονομικό κεφάλαιο ενώ ταυτόχρονα προσποιείται ότι τις καταπολεμά).

Έτσι, ενώ επικαλούνται και χρησιμοποιούν στρατιωτική και αεροπορική δύναμη εναντίον της Συρίας του Assad λόγω της χρήσης αερίων και χημικών όπλων που αυτή θα είχε κάνει εναντίον του άμαχου πληθυσμού, ταυτόχρονα χρησιμοποιούνται σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια τα αέρια CS, που απαγορεύτηκαν από τη Σύμβαση των Παρισίων (εδώ), για να δηλητηριάσουν τους διαδηλωτές από την Val di Susa σε όλη την Ευρώπη. Ή τα αέρια που παραλύουν ακινητοποιούν και απενεργοποιούν, μαζί με flashball και σφαίρες από καουτσούκ, εναντίον των υπερασπιστών του ZAD της Notre Dame des Landes ή σε άλλα μέρη της Γαλλίας.

Ο προληπτικός πόλεμος έχει μετατραπεί σε μορφή πλανητικού ελέγχου, και παρόλο που στην Ευρώπη δεν έχουμε δει ακόμα τη φρίκη της Γάζα, που προσβλήθηκε από την εκδίκηση του φασίστα Netanyahu, ή της Rojava που προσβλήθηκε από τη μανία του σουλτάνου Ερντογάν, είναι βέβαιο ότι η λογική της ανοιχτής και δεδηλωμένης βίας έχει γίνει η τρέχουσα φόρμουλα για την κυβέρνηση των πολιτικών και κοινωνικών αντιφάσεων και αντιθέσεων.

Σε κάθε γωνιά της ευρωπαϊκής ηπείρου και του κόσμου τα περιθώρια διαπραγματεύσεων έχουν περιοριστεί σε μια απλή λογική σύγκρουσης και σχέσεων-ισορροπιών δύναμης, ακόμη και ίσως πρωτίστως στρατιωτικών. Ισχύει για τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις παλαιο-ιμπεριαλιστικές και τις νεο-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά είναι ιδιαίτερα αληθές για την ταξική σύγκρουση εντός των Κρατών. Και δεν υπάρχει πλέον εθνικό κοινοβούλιο που να μπορεί να επιλύει αποτελεσματικά τις εσωτερικές αντιθέσεις, είτε οικονομικές είτε κοινωνικές, χωρίς να καταφεύγει στη χρήση εκφοβισμού και βίας.

Ακριβώς για αυτούς τους λόγους, η αλληλεγγύη μεταξύ των καταπιεσμένων δεν μπορεί πλέον να μετρηθεί μόνο με βάση τις γενικού περιεχομένου δηλώσεις και αιτήματα επί της αρχής που αποτέλεσαν το παραβάν πίσω από το οποίο έχουν κρυφτεί για να προστατεύονται εδώ και δεκαετίες οι εξαθλιωμένες πλέον αριστερές δυνάμεις, εξασθενημένες, νοσταλγικές και που ασφυκτιούν, θεσμικές ή όχι. Δεν είναι πια αρκετές και δεν υπάρχουν πλέον, όπως η έλλειψη πληροφοριών για τη Γάζα ή για εκείνο που συμβαίνει στη ZAD αποδεικνύει.

Όπως και κατά τα έτη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου ή, ακόμα και πριν, από τους ευρωπαϊκούς πολέμους ανεξαρτησίας του 19ου αιώνα, η αλληλεγγύη εκδηλώνεται μέσω της συμμετοχής ή της άμεσης στήριξης των αγώνων, από τη Ροζάβα μέχρι την Val di Susa, από το Ζad στην Παλαιστίνη.
Μια νέα γενιά και ένα νέο πολιτικό παράδειγμα αγώνα και αντίστασης επιβάλλονται, ακριβώς λόγω της βίαιης επιβολής της τάξης και της βούλησης προς κυριαρχία που ο διεθνής καπιταλισμός φαίνεται να εννοεί σαν μοναδική μορφή υπερεθνικής κυβέρνησης.

Το κράτος, έτσι όπως το συνέλαβε η φιλελεύθερη αστική τάξη, είναι νεκρό. Πέθανε από τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο μεγάλος φόβος των «κόκκινων» εξεγέρσεων και επαναστάσεων οδήγησε στην ίδρυση νέων κρατικών και κομματικών οργανισμών που συνέπεσαν με το φασισμό, τον ναζισμό και τον σταλινισμό.

Όμορφες και ευσεβείς ψυχές δηλώνουν λοιπόν ότι ήταν απαραίτητο να αγωνιστούμε εναντίον αυτών των τεράτων για να επιστρέψουμε στις προηγούμενες δημοκρατικές-κοινοβουλευτικές σχέσεις. Αλλά αν είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει τελεολογική κατεύθυνση της Ιστορίας, ή ότι η ιστορία δεν έχει αυτοσκοπό ως προς τον εαυτό της, είναι επίσης αλήθεια ότι δύσκολα η κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη θα μπορέσει να επιστρέψει στα βήματα της. Με όλο τον σεβασμό προς τις θεωρίες για την αιώνια επιστροφή και την κυκλικότητα της ίδιας της Ιστορίας.

Ο φασισμός και ο ναζισμός πάνω απ ‘όλα δεν είχαν με τίποτα ηττηθεί στην αναδιοργάνωση της μορφής Κράτος, η οποία στην πραγματικότητα καθόλου δεν υπήρξε. Εκτός από την δίκη φάρσα της Νυρεμβέργης στην οποία οι νικητές, αφού έσωσαν τους πιο διάσημους και πιο χρήσιμους αντιπάλους, προσποιήθηκαν ότι εξαλείφουν την Ύδρα με τα πολλά κεφάλια, σχεδόν παντού, και ειδικά στην Ιταλία μετά τη θεαματική εκτέλεση του Duce με θεατρικό τέλος που εξυπηρέτησε ταυτόχρονα να τον κάνει να σιωπήσει για πάντα γύρω από τις σχέσεις του με τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που θα αναλάμβαναν τα ηνία της Δημοκρατίας, τον κρατικό μηχανισμό, τις οικονομικές δομές και συνδικαλιστικές (την διαβούλευση, την άμεση εκπόνηση και την θέσπιση αυτού του Χάρτη Εργασίας που επιθυμούσε το καθεστώς για τoν διακανονισμό των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων χωρίς συγκρούσεις), οι δομές που αφιερώθηκαν στην καταστολή της τάξης και οι ένοπλες δυνάμεις παρέμειναν ουσιαστικά αγκυροβολημένες και βασισμένες στις πρακτικές και τις ιδέες της εικοσαετίας.

Αρκεί να πάμε πίσω για μια ακόμη φορά στην κάθαρση που δεν έγινε ποτέ και στην αμνηστία που χορήγησαν οι υπουργοί του Τολιάττι, ο οποίος στάθηκε πιο προσεκτικός στο να καταστείλει τους ανατρεπτικούς στην αριστερά του παρά να τιμωρήσει τους εκπροσώπους των μηχανισμών και του καθεστώτος και αυτό επέτρεψε σε έναν όχι μικρό αριθμό φασιστών να επανενταχθούν όχι μόνο στην χριστιανοδημοκρατία DC, αλλά και στο PCI, ΚΚΙ, κάποιοι εκ των οποίων σε ορισμένες περιπτώσεις θα γίνονταν σημαντικά στελέχη.

Αλλά σήμερα εκείνη η καινούργια και δημοκρατική κρατική οργάνωση που, πίσω από ένα μεγάλo σύννεφο σκόνης αρχών, τύπων και λέξεων, συνέχισε, με τον τυπικό αντιφασισμό, τη φασιστική παράδοση της συμμετοχής του πολίτη στις δομές του Κράτους, περισσότερο από τη συμμετοχή του στην πολιτική ζωή, μέσω του «δημοκρατικού» κοινοβουλευτισμού, μέσω της πλήρους υποταγής του σε αυτόν, διαμέσου της εθνικιστικής ιδεολογίας, την σε μεγάλο βαθμό εξάπλωση του παρεμβατισμού και την επικοινωνιακή αποβλάκωση και μέσα από τις ενώσεις, δεν είναι πλέον αρκετή. Απλά κοστίζει πάρα πολύ. Και για την «πλούσια» Δύση. Εξ ου και οι «λαϊκισμοί» και η άγρια, χυδαία και επιφανειακή επίθεσή τους στις κοινοβουλευτικές αποζημιώσεις, τα άχρηστα έξοδα ή η χρήση συνθημάτων που φαίνονται να θέλουν να επαναλάβουν εκείνο το παλιό αυτός που δεν δουλεύει δεν τρώει, που σήμερα απευθύνεται κυρίως στους μετανάστες και νέους ανέργους που δεν είναι πρόθυμοι να καθίσουν να τους εκμεταλλεύονται σαν ζώα.

Εξ ου και οι πλασματικές διαμάχες για την εργασία και τις συντάξεις, χρήσιμες μόνο για τη συλλογή των ψήφων μεταξύ των υπολειμμάτων της εργατικής τάξης και της φτωχοποιημένης μεσαίας τάξης. Από εδώ ένας τριτοκοσμισμός φτωχός σε ιδέες, σήμερα περισσότερο από χθες, ο οποίος αντί να κοιτάζει μπροστά, προς μια κοινωνία χωρίς κράτος, εκμετάλλευση, ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, μισθούς και κατανάλωση αγαθών, κοιτάζει πίσω, σε σχέσεις πιο » δίκαιες » μέσα στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και στην οικειοποίηση, εθνική ή ιδιωτική δεν έχει σημασία, των πόρων και του προϊόντος τους.

Έχουν σκόπιμα τοποθετηθεί εδώ μαζί συνθήματα και συμπεριφορές που ανήκουν σε πολιτικές δυνάμεις που μοιάζουν να είναι διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά εξακολουθούν να υπακούν όλες σε μια λογική και ένα φαντασιακό που, αν δεν ήταν ακριβώς εξ αιτίας του επικοινωνιακού και πολιτικού θεατρικού που όλες συνεισφέρουν να θρέψουν, θα μπορούσαν ήδη να έχουν ταφεί εδώ και πολύ καιρό. Όπως η θεσμική κρίση που θα βγει στην σκηνή τις επόμενες ημέρες δεν θα κάνει άλλο από το να επιβεβαιώσει οριστικά.

Αυτός που σήμερα θέλει να αλλάξει το παρόν, το υπάρχον, αγωνίζεται στα οδοφράγματα της ZAD, στην Val di Susa, στους δρόμους του Παρισιού της 1η μαΐου ή στην Rojava. Μέρη, μαζί με πολλά άλλα, που ξέρουν να καλωσορίζουν αυτούς που αγωνίζονται, εκείνους που διαφεύγουν και ξεφεύγουν και αποδρούν και εκείνους που μεταναστεύουν. Επικίνδυνοι τόποι επειδή δεν αντιπροσωπεύουν το τοπικό και το άμεσο, αλλά τον κόσμο του αύριο.

Όπως, συνολικά, αντιλήφθηκε ο Macron ο οποίος, αφού διακήρυξε οριστικά κλειστή τη δυνατότητα κατασκευής του δεύτερου αεροδρομίου της Νάντης στις 17 ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, εξαπέλυσε τα σκυλιά φρουρούς του ενάντια σε εκείνους που, έχουν ήδη νικήσει, σε εκείνα τα εδάφη, το παρελθόν και το Κράτος, με κάθε έννοια και χωρίς την ανάγκη κομμάτων.i.

Παρέχοντας ένα υπέροχο παράδειγμα στο νέο μάιο των αγώνων που, πενήντα χρόνια μετά το 1968, επιστρέφει να φουντώνει στη Γαλλία μεταξύ των εργαζομένων στις μεταφορές, των φοιτητών, των νέων χωρίς εργασία και που έχει ήδη δει έναν νέο Karl Marx να επιστρέφει για να πάρει τη θέση που του ανήκει στην κεφαλή των πορειών

Προειδοποίηση
Με αυτό το άρθρο εγκαινιάζουμε μια νέα στήλη της Carmilla, την οποία οι αναγνώστες θα βρουν στο κάτω μέρος της αριστερής στήλης, εμπνευσμένη ανοιχτά από τον ορισμό του κομμουνισμού που έδωσε ο νεαρός Μαρξ: Ο κομμουνισμός δεν είναι για εμάς μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να καθιερωθεί, με την οποίαν η πραγματικότητα θα πρέπει να συμμορφωθεί. Ονομάζουμε κομμουνισμό το πραγματικό κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων.
Στο εσωτερικό του θα βρούν χώρο όλες αυτές οι παρεμβάσεις, συντακτικών ομάδων και όχι, που θα θελήσουν να ασχοληθούν με την ανάπτυξη των κινημάτων αγώνα ενάντια στις διάφορες πτυχές της κοινωνίας που μας περιβάλλει και κατευθύνονται στην ουσιαστική αλλαγή της.
Φυσικά παραμένει σαφές ότι η ευθύνη για το περιεχόμενο αυτών παραμένει αποκλειστικά στους δημιουργούς και όχι στην Σύνταξη της Carmilla στο σύνολό της.

https://www.carmillaonline.com/2018/05/03/la-nuova-guerra-civile-europea/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Μέση γη

Stampa

 

18

Ανασκόπηση από τον Sandro Moiso στον τόμο της συλλογικότητας «Mauvaise Troupe», CONTRADE. Ιστορίες του ZAD και του NOTAV, Εκδόσεις Tabor από Carmilla on line

Terre di mezzo

 

Παίρνοντας στα χέρια το κείμενο που μόλις δημοσίευσαν οι εκδόσεις Τabor και μεταφράστηκε από τα γαλλικά με τη βοήθεια τόσο ιταλών συντρόφων όσο και των ίδιων των συγγραφέων της κολλεκτίβας Mauvaise Troupe, σκέφτηκα ξανά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 12 ιουνίου 2016 στο Venaus μεταξύ των εκπροσώπων του κινήματος NoTav valsusino , των γάλλων συντρόφων της Notre Dame des Landes και των εκπροσώπων πολλών αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων στην Αργεντινή, τη Γαλλία και την Ιταλία. Εκείνες τις ημέρες στην Val di Susa, κατά τη διάρκεια των τριών ημερών του «Βουνού των βιβλίων στην κοιλάδα που αντιστέκεται, Montagna di libri nella valle che resiste», οι εκπρόσωποι των διαφόρων ανταγωνιστικών κινημάτων προς την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων είχαν προσπαθήσει να κάνουν μια πρώτη εκτίμηση μεταξύ των διαφορετικών και συχνά μακρινών μεταξύ τους εμπειριών.

Ακριβώς με την ευκαιρία εκείνη παρουσιάστηκε, το κείμενο για το οποίο στη συνέχεια θα μιλήσουμε, στη γαλλική έκδοση του, το οποίο έχει τις ρίζες του στις κοινές και ταυτόχρονα διαφορετικές εμπειρίες που η ιστορία των μαχών του κινήματος NoTav και των συντρόφων της ZAD ( που είναι σήμερα νικητές απέναντι στο γαλλικό Κράτος μετά την ανακοίνωση της παραίτησης από το σχέδιο για την κατασκευή του δεύτερου αεροδρομίου της Νάντης που κυκλοφόρησε στα μέσα ιανουαρίου από τον πρόεδρο Macron) οδήγησαν όλα αυτά τα χρόνια. Η τρέχουσα έκδοση καθιστά διαθέσιμο για το ιταλόφωνο κοινό το ιστορικό που διασταυρώνεται δύο εμπειριών που μπορούν να χρησιμεύσουν ως σύμβολο και μοντέλο (απλά σκεφτείτε το πώς επεκτείνεται και οργανώνεται τη μάχη του κινήματος NoTap σε εθνική κλίμακα) για τους αγώνες που έρχονται και για την απομάκρυνση από το μοντέλο εικοστού αιώνα που βρισκόταν στο επίκεντρο μιας από τις συζητήσεις που διεξήχθησαν εκείνες τις ίδιες ημέρες, όπου συζητήθηκε ο θάνατος του ‘900 και των ιδεολογιών του.contrade.jpg

Δεν φοβάμαι να τo επιβεβαιώσω: είναι σίγουρα το καλύτερο έργο που έχει γίνει μέχρι τώρα για την εμπειρία NoTav και την παράλληλη εμπειρία του ZAD. Είναι πράγματι κάποιοι αγωνιστές του ZAD, συγκεντρωμένοι στη συλλογικότητα Mauvaise Troupe, που συγκεντρώνουν τις φωνές των άλλων αγωνιστών και δίνουν φωνή σε εκείνους της μάχης NoTav. Μια άμεση επαφή μεταξύ παράλληλων και πολύ παρόμοιων καταστάσεων αγώνων στους στόχους και τις μεθόδους διεξαγωγής του αγώνα. Δεν απαιτείται καμιά διαμεσολάβηση (πολιτιστική, κοινωνιολογική, ανθρωπολογική ή άλλη). Οι δύο πραγματικότητες μιλούν μεταξύ τους και αφηγούνται με φυσικότητα. Συγκρίνονται. Ορίζουν στόχους. Διατηρούν και υπερασπίζονται τις ιδιαιτερότητές τους.

Αυτό είναι το είδος του διαλόγου και της έρευνας που μπορούν να εξυπηρετήσουν τους αγώνες του σήμερα και του αύριο. Δεν είναι οι ιδεολογίες που μιλούν και αντιμετωπίζουν η μια την άλλη: είναι οι άνθρωποι, τα γεγονότα και οι επιλογές που απορρέουν από αυτούς. Ένα είδος λαϊκής συναθροίσεως-συνέλευσης από απόσταση στην οποία ο αναγνώστης βυθίζεται, ενώ παράλληλα μπορεί να διατρέξει, να ανιχνεύσει εκ νέου τα γεγονότα των δεκαετιών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην βάση, και όχι πλέον στις πλάτες, των δυο αγώνων.

Οι αγώνες αυτοί πρώτα απ’ όλα αυτοπροσδιορίζονται στο έδαφος όπου τελούνται και από το έδαφος καθορίζονται: το bocage1 για τους γάλλους ή το βουνό για τους valsusini. Εδάφη που φέρουν μέσα τους τα σημάδια της σχέσης με τον Άνθρωπο, αλλά με τη σειρά τους έχουν σημαδέψει έντονα τον τύπο της κοινότητας που τα κατοικεί. Στην οποία, δεν πρέπει κανείς να το αγνοεί, τόσο στη μια περίπτωση όσο και στην άλλη η έννοια της κοινότητας, η αίσθηση του κοινού και της ένταξης προέρχεται επίσης από μια ισχυρή ικανότητα αυτόνομης, ατομικής και συλλογικής δράσης, στη βάση της οποίας βρίσκονται (ιδίως στη γαλλική περίπτωση) οι μορφές σχέσεις ιδιοκτησίας και εργασίας και οι προκύπτουσες συγκρούσεις.

Εδάφη που χαρακτηρίζονται όχι μόνο από το πρόσφατο ιστορικό, αλλά και από το παρελθόν. Στο οποίο η αυτονομία των κοινοτήτων (κυρίως εκείνων των αλπικών και των οξιτανικών) χαρακτήρισε τα τοπικά συμβάντα και στις σχέσεις με τα βασίλεια, τα κράτη και τους εισβολείς που από καιρό σε καιρό προσπάθησαν να τις υποτάξουν στους νόμους και στα συμφέροντά τους. Εδάφη και κοινότητες στις οποίες η μακρόχρονη ιστορία συναντά και διασταυρώνεται με εκείνη των γεγονότων που είναι πιο κοντά μας. Συνολικά ακόμη σήμερα, αλλά χωρίς τη ρητορική, »το μεγαλείο» και οι κάλπικες αφηγήσεις που συχνά χαρακτηρίζουν τους κρατικούς εθνικισμούς, αποσκοπούν αποκλειστικά στην δικαιολόγηση της οικονομικής ανάπτυξης. Με κάθε κόστος και σαν τέτοια ορίζεται «πρόοδος» και συμπίπτει από καιρό σε καιρό με την τσιμεντοποίηση και την καταστροφή της επικράτειας και του περιβάλλοντος, με την κατασκευή ενός νέου αεροδρομίου ή μιας σιδηροδρομικής γραμμής υψηλής ταχύτητας, ίσως εκεί όπου οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι αναγκάζονται να συσσωρεύονται και να πεθαίνουν επάνω σε τρένα και κατά μήκος ανεπαρκών γραμμών που όλο και λιγότερο υπόκεινται σε μια αποτελεσματική συντήρηση.

Για όσους δεν γνωρίζουν, όπως διευκρινίζουν, οι συγγραφείς και οι έχοντες την επιμέλεια:

“«ZAD» είναι μια «Zone d’Aménagement Différé», (Zona di sistemazione differita) – Ζώνη διαμονής που πηγαίνει πίσω στον χρόνο, που αναβάλλεται – μια διοικητική διάταξη που παρέχει σε τοπικές αρχές ή σε δημόσιες επιχειρήσεις το δικαίωμα προαίρεσης σε γη προς πώληση σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Το ακρωνύμιο μεταστράφηκε από τους αντιπάλους του αεροδρομίου της Notre-Dame-des-Landes σε «Zone a défendre» (Περιοχή για να την υπερασπιστούμε). Το ακρωνύμιο έχει πλέον εισέλθει σε κοινή χρήση και χρησιμοποιείται επίσης και για άλλους αγώνες για την υπεράσπιση των απειλούμενων περιοχών.”

zad-no-aeroporto-300x174.jpg

Μια αντίσταση που έχει βαθιά τις ρίζες της στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και στην εμπειρία του κινήματος Paysans Travailleurs, που συγκέντρωσε την εμπειρία της σύγκλισης μεταξύ εργατών και εργαζομένων της Loire-Atlantique κατά την περίοδο γύρω στο Μάιο του 1968 και έφερε μια επαναστατική αναταραχή στον τοπικό συντηρητισμό.

“Στη συνέχεια θα γεννηθεί από την εμπειρία αυτή η Confederation paysanne. Σε έναν κόσμο αγροτών και αγροτών και κολίγων, η πρόσβαση στη γη και η προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στη χρήση σε σχέση με την ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελούν αιτίες για έντονη αντίθεση. Τα μέσα δράσης βρίσκονται στο ύψος των φιλοδοξιών: κατάληψη αγρών και αγροκτημάτων, μπλοκάρισμα δρόμων και σιδηροδρόμων … Αυτές οι συγκρούσεις, με τις εκτοξεύσεις τους, σημαδεύουν βαθιά την πόλη της Notre-Dame-des-Landes και τροφοδοτούν αυτή τη φάση αντίστασης στο αεροδρόμιο, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εξακολουθούν να καλλιεργούνται τα εδάφη της ZAD.” (σελ. 37)

Η ADECA (Associazione di difesa dei coltivatori interessati dall’aeroporto, Ένωση υπεράσπισης των καλλιεργητών που ενδιαφέρονται από το αεροδρόμιο) ιδρύθηκε το 1972, ξεκινώντας από μια ρήξη μεταξύ των τοπικών συνδικάτων αγροτών και του Γεωργικού Επιμελητηρίου, το οποίο δεσμεύτηκε να προωθήσει το αεροδρόμιο αγκαζέ με τη νομαρχία. Ακολούθησαν 46 χρόνια αγώνων που, τον ιανουάριο του τρέχοντος έτους, όπως είπαμε παραπάνω, έχουν φτάσει σε μία, ίσως, οριστική νίκη.

Αλλά εδώ περισσότερο από την ιστορία και την ανασυγκρότηση εκείνων των γεγονότων, τα οποία αφηγείται λεπτομερώς στο βιβλίο μια πραγματική χορωδία φωνών, αυτό που ίσως είναι ακόμη πιο σημαντικό να αναγνωριστεί σε εκείνη την εμπειρία, όπως και σε αυτή του Κινήματος NoTav της Val di Susa , είναι οι μορφές της ομαδοποίησης και της άμεσης οργάνωσης και από κάτω που του έδωσαν τα πόδια επάνω στα οποία να πορευτεί. Μια αυθεντική άμεση δημοκρατία που καταλήγει επίσης να αποτελεί μια νέα μορφή κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης και ένα μοντέλο ζωής πιο ανθρώπινης και περισσότερο σε αρμονία με το περιβάλλον.

hippy.jpg

Είναι σε αυτό το σημείο που δεν μπορώ να κάνω άλλο από το να θυμηθώ μια φράση που συχνά επαναλαμβάνεται από έναν αγαπητό φίλο μου, ο οποίος εδώ και χρόνια δηλώνει ότι «οι χίπις ήταν 500 χρόνια μπροστά από τους μπορντιγκιστές». Προσέξτε, αυτή η δήλωση δεν θα πρέπει να γίνει κατανοητή υποτιμητικά για τον Amadeo Bordiga, αλλά για τις σέχτες και τις παρακομμουνιστικές κλίκες που από εκείνη την εμπειρία, πάρα πολύ συχνά ατυχώς ξεπήδησαν. Όχι προς αγάπη άλλων σεχτών, -ισμών ή κομματιδίων και γκρουπούσκουλων, αλλά απλώς ως απόρριψη όλης της σοβαροφάνειας, της σοβαρότητας, του ηγεμονισμού και των λαθών, μερικές φορές κωμικών και πάρα πολλών άλλων τραγικών, που συνόδευσαν στην πάροδο του χρόνου την προσπάθεια ανανέωσης της μπολσεβίκικης εμπειρίας μαϊμουδίζοντας τις συμπεριφορές της, τις οργανωτικές μεθόδους και τα συνθήματα και κατακτώντας, ως μοναδικό αποτέλεσμα, εκείνο της διάσπασης των πραγματικών κινημάτων με βάση υποτιθέμενες και άχρηστες πολιτικές ταυτότητες.

Αυτές οι αξιώσεις ταυτότητας, οι οποίες τίθονταν άμεσα έξω από τα κινήματα με την απαίτηση να τεθούν όμως ως ηγετικές δυνάμεις των ιδίων, έκαναν δυνατό στη συνέχεια οι αγώνες εκείνοι (οικονομικοί, κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί, φύλου και όλοι οι άλλοι που προέκυψαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα) να ωθηθούν ξανά προς τα πίσω, μέσα σε εκείνους τους φράκτες, τις περιφράξεις εκείνες απ’ όπου μόλις είχαν δραπετεύσει. Το κράτος Έθνος συνέχιζε να αποτελεί την πραγματική αναφορά για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση ή οποιαδήποτε εξεγερσιακή διαδικασία. Αναζητούνταν «η καρδιά» μιας αδίστακτης και άκαρδης μηχανής. Ήταν απαραίτητο να χτυπηθεί η μηχανή και στη συνέχεια να επανοικειοποιηθεί και να ξαναχτιστεί ή, πολύ συχνότερα, γίνονταν προσπάθεια να τροποποιηθεί με μεταρρυθμίσεις που προτείνονταν από κάτω (πόσο κάτω; μου έρχεται να αναρωτηθώ σήμερα).

Ή την υπερασπίζονταν, tout-cour, από τις  φασιστικές συνωμοσίες, πραξικοπηματικές, ανατρεπτικές δεξιόστροφες, για να σώσουν, τουλάχιστον, το δημοκρατικό καθεστώς, καθιστώντας έτσι ένα Σύνταγμα βασισμένο πλατιά στον συμβιβασμό ένα ανίκητο πρότυπο δικαίου και δημοκρατίας. Η αυτονομία της ταξικής δράσης κατέληγε να διαλύεται μέσα σε έναν ωκεανό συνταγών, δηλώσεων, διατυπώσεων και ισχυρισμών πολύ συχνά αδιαμφισβήτητων και αυτοαναφορικών. Συχνά μετασχηματίζοντας τις συνελεύσεις σε κοινοβούλια, από τα οποία η μόνη απουσία φωνής ήταν ακριβώς, όπως στα πραγματικά κοινοβούλια, εκείνη αυτών που έδιναν στους αγώνες τα πόδια επάνω στα οποία να περπατήσουν.

Το ταξικό Κόμμα που κατά το πρώτο μέρος του 20ού αιώνα αποτελούσε σημείο άφιξης για την ενοποίηση μιας εργατικής τάξης συγκεντρωμένης σε μεγάλους βιομηχανικούς αστικούς οικισμούς και σε μεγάλες εγκαταστάσεις τεϊλοριστικής οργάνωσης που είχε επεκταθεί από το Ντιτρόιτ στην Πετρούπολη και στη συνέχεια περνώντας στα τορινέζικα εργοστάσια της Mirafiori, ήταν επίσης προϊόν ενός πολιτικού φανταστικού, του οποίου η εργοστασιακή οργάνωση, με τον διαχωρισμό των καθηκόντων και μεταξύ σχεδιασμού και παραγωγής, διαδραμάτισε έναν θεμελιώδη ρόλο. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι το Κόμμα που φαντάστηκε ο Μαρξ αντιστοιχούσε ακριβώς σε εκείνο το θεωρημένο από τον Λένιν ή, ακόμα χειρότερα, από τον επόμενο μαρξισμό-λενινισμό.

Σε ένα είδος λαμαρκιανής ερμηνείας της εξέλιξης των ταξικών συγκρούσεων και της οργάνωσής τους, το κόμμα πρόγραμμα της Πρώτης Διεθνούς μετατράπηκε στο Machine Party, στο Κόμμα μηχανή, κατά τα φαινόμενα καλό για οποιαδήποτε χρήση σαν ένας τόρνος ή μια φρέζα ή γραμμή συναρμολόγησης, με το οποίο να επιτευχθεί μια ορισμένη «επαναστατική» παραγωγική ικανότητα. Αγώνες, πραγματικές εμπειρίες, αυτο-οργάνωση έπρεπε να αναθεωρηθούν υπό το πρίσμα του σκοπού της παραγωγής και να αναδιαμορφωθούν ως πρώτες ύλες στις οποίες οι «εργαζόμενοι» μέσω του οργάνου τους θα είχαν δώσει τη «σωστή μορφή».

Ας ρίξουμε μια καλή ματιά σε εκείνο το Κόμμα: οι ασχολούμενοι με τον σχεδιασμό ανέπτυσαν και σκιαγραφούσαν το έργο, οι εργάτες το έθεταν σε εκτέλεση χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που συνιστούσε και διέθετε η Διοίκηση για να επιτύχουν στη συνέχεια το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το ότι το αποτέλεσμα ήταν πολύ συχνά, και ειδικά από τα χρόνια που ακολούθησαν την μπολσεβίκικη Επανάσταση, απογοητευτικό, υποβαθμισμένο, περιορισμένο ή ακόμα και έχοντας ανατραπεί σε σχέση με τις προσδοκίες δεν φαινόταν να έχει σημασία. Το σημαντικό ήταν η συλλογική προσπάθεια, η ατομική θυσία, ο πολιτικός σταχανοβισμός του μοιράσματος φυλλαδίων ή η δράση με κάθε κόστος. Όπου να θριαμβεύει πάντα είναι η aurea mediocritas, ο μέσος όρος, το ιδεώδες της μετριοπάθειας, η μητέρα όλων των κοινωνικών και θεσμικών γραφειοκρατιών, η μητέρα κάθε θεσμικής και κοινωνικής γραφειοκρατικοποίησης: το πρότυπο της προσαρμογής στον κανόνα και στο υπάρχον, ακόμη και όταν προσποιείται ότι θέλει να το αλλάξει. Από τους γραφειοκράτες των κομμάτων που γεννήθηκαν από τον σταλινικό μπολσεβικισμό στον Αδόλφο Άιχμαν, ακριβώς για να είμαστε σαφείς, και όπως μας θύμισε, ίσως η μεγαλύτερη ερμηνεύτρια της πολιτικής του ‘900: η Hannah Arendt.

Για πολύ καιρό το φανταστικό και το πολιτικό θεωρούνταν χωριστά πεδία της ανθρώπινης γνώσης και δράσης, ενώ στην πραγματικότητα το «πολιτικό» είναι μόνο ένα από τα εδάφη του φανταστικού. Με αυτή τη δήλωση δεν σκοπεύω με τίποτα να επιστρέψω στον ιδεαλισμό ή στην επιβεβαίωση της υπεροχής του νου και της ιδέας στις υλικές συνθήκες. Αντίθετα, θα ήθελα να επαναλάβω με μεγαλύτερη δύναμη ότι το φανταστικό δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να βυθίσει βαθιά τις ρίζες του στη συγκεκριμένη υλική πραγματικότητα της οποίας είναι μία από τις εκφράσεις. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τίποτα που δεν υπάρχει ήδη ή χωρίς να ξεκινάμε από την ερμηνεία των σημάτων που μας στέλνει ήδη ο γύρω κόσμος.

Ακριβώς γι ‘αυτό το λόγο κάθε πολιτική πράξη και κάθε θεωρητικοποίησή της είναι το αποτέλεσμα μιας ερμηνείας των σημάτων που μεταδίδει η ανθρώπινη κοινωνία σε εμάς και των πιθανών σκοπών που προσπαθεί να επιδιώξει το είδος και οι τάξεις στις οποίες εξακολουθεί να διαιρείται. Γνωρίζουμε καλά ότι το πολιτισμικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθικό φανταστικό κυριαρχείται γενικά από το όραμα που οι κυρίαρχες τάξεις σκοπεύουν να μεταδώσουν στις τάξεις που έχουν απολέσει τη δυνατότητα να αποφασίζουν και να οργανώνουν την κοινωνικοοικονομική δομή, αλλά γι ‘αυτό ακριβώς είναι σημαντικό να αποσυνδεθεί η συνείδηση και η γνώση των εκμεταλλευόμενων τάξεων από εκείνη που παράγεται από εκείνες που βρίσκονται στην εξουσία.

Πρόκειται για ένα παλιό πρόβλημα του εργατικού κινήματος και του ταξικού ανταγωνισμού εκείνο για την καταπολέμηση της ψεύτικης συνείδησης, αποκαλύπτοντας τα περιεχόμενα, τις μεθόδους και τους σκοπούς. Αλλά πολύ συχνά αυτός ο προβληματισμός και η κριτική δράση έχει σταματήσει στην επιφάνεια της αναπαράστασης του κόσμου, μη πηγαίνοντας να επηρεάσει την πραγματική παραγωγή του κόσμου και των κοινωνικών σχέσεων που τον θεμελιώνουν. Πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα μιας θεωρητικής μάχης που προορίζεται να υπονομεύσει την αστική σκέψη ενώ περιμένει μια μεταγενέστερη [μεταθανάτια, post-mortem;] μεταμόρφωση της κοινωνίας ως αποτέλεσμα μιας ρεφορμιστικής ή επαναστατικής βελτίωσης. Και δεν αρκεί ούτε να παρακάμψουμε τα σύμβολα και τις εικόνες όπως πρότειναν κάποτε οι καταστασιακοί: σήμερα η διαφήμιση το κάνει καθημερινά, κάνοντας το détournement να χάσει μεγάλο μέρος του πλεονεκτήματος που είχε αποκτήσει νωρίτερα.

Αυτή η συμπεριφορά συνέβαλε, αθέλητα (ίσως), στη διατήρηση και ενίσχυση των σημερινών σχέσεων παραγωγής, δεδομένου ότι το να θεωρούνται αυτονόητες και αναπόφευκτες, μέχρις ότου φτάσουν σε ένα ακτινοβόλο μέλλον, συνέβαλε στη διατήρηση και ενίσχυση των υλικών βάσεων των κυρίαρχων ιδεολογιών. Η αποδοχή των σημερινών σχέσεων συνεπάγεται την αποδοχή, όσο κριτική κι αν είναι, τόσο του νόμου της αξίας όσο και της απόσπασης της υπεραξίας από το ζωντανό κορμί της εργασίας, της εργατικής δύναμης. Από εδώ, και , οι θεωρίες του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα και της δυνατότητας, που συζητήθηκε στα χρόνια είκοσι, μιας σοσιαλιστικής συσσώρευσης. Αναμένοντας το ακτινοβόλο μέλλον, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, αυτό που χρειάζεται είναι να αλλάξει η κατεύθυνση-διεύθυνση της μηχανής, όχι η ίδια η μηχανή. Αυτός που αναφέραμε προηγουμένως, ο Μπορντίγκα ήταν ίσως ο μόνος που αντιλήφθηκε την εσωτερική αντίφαση, όχι μόνο θεωρητική, σε αυτή τη διατύπωση της κοινωνικής ανάπτυξης στα σκαριά, αλλά κι αυτός συνέχισε να βασίζεται στην ιδέα του Κόμματος που σώζει τα πάντα.

Οι χίπις, αλλά μαζί με αυτούς πολλοί κοινοτιστές που είχαν προηγηθεί από αυτούς κατά τη διάρκεια του ‘900 και του δέκατου ένατου αιώνα, πίεσαν προς αυτή την έννοια, προς αυτή την κατεύθυνση: η κοινωνία έπρεπε να αλλάξει εδώ, τώρα και αμέσως. Οι κοινότητες, η απόρριψη της μισθωτής εργασίας και της εκμετάλλευσης, ένας εναλλακτικός τρόπος ζωής που βασίζεται περισσότερο στη βραδύτητα και την απραξία απ ‘ό, τι στην παραγωγικότητα και στην βασανιστική αναζήτηση του κέρδους πήγαιναν προς την κατεύθυνση να διαρρήξουν, να σπάσουν την εκπροσώπηση που δημιουργούσε η κοινωνία για τον εαυτό της και των «αναγκαίων» νόμων της. Η ερώτηση που τέθηκε ήταν πολύ απλή: μέχρι πότε; 2

Το φανταστικό γίνεται τότε ο προνομιούχος χώρος στον οποίο τα σήματα, ερμηνευμένα με διαφορετικό τρόπο από τον ατομικό νου ή τον συλλογικό, μεταφράζονται σε σύμβολα, που προορίζονται να αποτελέσουν τη βάση κάθε λόγου-συζήτησης (πολιτικού, φιλοσοφικού, επιστημονικού, λογοτεχνικού, πολιτιστικού και οτιδήποτε άλλο είναι αυτός). Να αλλάξει, να αλλάξουν τα σημάδια και τα σύμβολά του, σημαίνει να αντιστρέψουμε όχι μόνο τη σειρά του λόγου- της συζήτησης- αλλά τους νόμους του, τις προϋποθέσεις του, τις παραδοχές του, της γενικότερης έννοιας και σημασίας της αφήγησης που κτίστηκε γύρω από αυτόν-αυτήν. Τέλος, η αντιστροφή ή η ριζική μεταβολή των όρων της ομιλίας-του λόγου-της συζήτησης είναι το μόνο μέσο που επιτρέπει να φτάσουμε στη διαμόρφωση ενός νέου παραδείγματος, που είναι απαραίτητο για τον ορισμό νέων πεδίων της γνώσης και της ανθρώπινης δράσης.3

Έτσι, το να μοιραστούμε τις συμβολικές σημασίες του καθίσταται ένας τρόπος για να μοιραστούμε την ανάγκη αλλαγής και ανατροπής που ήδη εμφανίζεται στη δράση της ανθρώπινης κοινότητας, ανακινώντας τα όνειρα και τις επιθυμίες της, βοηθώντας στον καθορισμό νέων στόχων και σκοπών, ενώ η κοινή χρήση των συμβόλων που συνδέονται με την δοθείσα κοινωνικοοικονομική και πολιτιστική τάξη καταλήγει να συμβάλλει στη διατήρηση αυτού που, ουσιαστικά, είναι ήδη νεκρό.

Ναι, επειδή έως ότου είμαστε πεπεισμένοι ότι ζούμε σε ένα καθεστώς ανάγκης, δεν καταφέρνουμε να ερμηνεύσουμε τα σήματα, τα σημάδια, που παράγονται από την πραγματική ιστορία και την υλική κοινωνία, που μας δείχνουν ότι αυτή η κατάσταση «ανάγκης» είναι μόνο ένα από τα πιθανά σενάρια. Η κωμωδία λειτουργεί μέχρις ότου όχι μόνο ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι κρατούν την κόπια, την γραφή στα χέρια τους, αλλά και κυρίως επειδή όλοι οι ηθοποιοί και όλοι οι κομπάρσοι δεσμεύονται να την απαγγείλουν καλά. Να την καταστήσουν πειστική. Εάν παραφωνήσουν ή απαγγείλουν λάθος τον ρόλο τους μόνον ένας ή λίγοι κομπάρσοι, είναι σαφές ότι θα είναι βολικό γι αυτόν που εμπλέκεται στο casting να τους αντικαταστήσει.

Και μετά γνωρίζουμε, οι ηθοποιοί δένονται συναισθηματικά με τους χαρακτήρες, τις προσωπικότητες που υποδύονται, αναγνωρίζουν σε αυτούς τον εαυτό τους και πιστεύουν σε αυτούς. Αρκεί να αναφέρουμε τον φτωχό Bela Lugosi, ο οποίος, αφού πρωταγωνίστησε δεκάδες ταινίες στις οποίες ερμήνευσε τον Dracula ή άλλα βαμπίρ, κατέληξε να ζει τα τελευταία χρόνια πιστεύοντας ότι είναι παιδί της νύχτας και να κοιμάται σε ένα φέρετρο.

zad-contre-300x187.jpg

Επιστρέφοντας στο βιβλίο, μπορώ να πω ότι εδώ δεν είναι δυνατόν, και ακόμη λιγότερο χρήσιμο, να επαναλάβουμε τα παράλληλα γεγονότα των δύο αγώνων, και για να μην αφαιρέσουμε την ευχαρίστηση και το ξάφνιασμα στον αναγνώστη ώστε να τα βρει στη ζωντανή και συναρπαστική αφήγηση των φωνών των αγωνιστών, γάλλων και ιταλών, οι οποίοι ερωτήθηκαν και απάντησαν και που καμία άλλη πένα ή γραπτές δεξιότητες επαγγελματιών της αφήγησης μπορεί να διηγηθεί ή να συνθέσει με καλύτερο τρόπο.

Σχετικά με τη γαλλική έκδοση του 2016 το έργο της «Κακιά παρέας, Cattiva compagnia» που μεταφράστηκε στα ιταλικά δεν παρουσιάζει τη χρονολογία των δύο αγώνων, τον κατάλογο των χαρακτήρων που αναφέρονται και τον τελικό αναλυτικό δείκτη, πιθανότατα για να μην επιβαρυνθεί ένα κείμενο ήδη αρκετά γεμάτο από μόνο του, αλλά αποτελεί ένα κείμενο που θα μπορούσε να γίνει σημείο αναφοράς όχι μόνο για όσους επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για τους δύο αγώνες αλλά και για εκείνους που θέλουν να απελευθερωθούν από τους κανόνες της πολιτικής δράσης του εικοστού αιώνα που είναι περισσότερο πολιτικαντισμός και όχι ταξική δράση / προβληματισμός για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά, αμέσως, τα μελλοντικά καθήκοντα που σχετίζονται με την υπερνίκηση του σημερινού τρόπου παραγωγής και μιας κοινωνίας διαχωρισμένης σε τάξεις.zad-combat-300x217.jpg

Σε αυτό το σημείο εγείρεται η υποψία ότι η κατασταλτική λύσσα εναντίον των δύο κοινοτήτων που έχει τεθεί σε εφαρμογή από τα Κράτη και τους αστυνομικούς τους μηχανισμούς4 δεν οφείλεται τόσο στο γεγονός πως αντιπαρατέθηκαν στην πραγματοποίηση δύο από τα μεγάλα άχρηστα έργα στα οποία μας έχει συνηθίσει ο σημερινός καπιταλισμός κάθε περίοδο επενδυτικής κρίσης, αλλά ακριβώς λόγω της ικανότητας που οι δύο αγώνες κατάφεραν να επιδείξουν όσον αφορά την κριτική και την αναδιοργάνωση του υπάρχοντος και, πάνω απ ‘όλα, επειδή ήταν σε θέση να επανασχεδιάσουν το φαντασιακό των τάξεων και των κοινωνικών στρωμάτων σε αγώνα. Αποφεύγοντας κάθε αναφορά στο μοντέλο ανάπτυξης που δόθηκε ως δεδομένο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, από τις κυβερνήσεις και, πολύ συχνά, ακόμη και από τις υποτελείς τάξεις.

Να λοιπόν, που και ο όρος λαοί, ο οποίος εμφανίζεται μέσα στη λογική και τα σκεπτικά του βιβλίου και των δύο κινημάτων, παίρνει μια αξία και μια έννοια εντελώς διαφορετική από εκείνη του «λαού» που σήμερα, συγχωρέστε το παιχνίδι με τις λέξεις, ερημώνει τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά. Στη δεύτερη περίπτωση, η έννοια βασίζεται πάντοτε σε ουσιαστικά εθνοτική, γλωσσική και εθνική (οπότε κρατική) βάση καθώς και διαταξική και αποκλειστική, ενώ στην πρώτη περίπτωση η έννοια χρησιμεύει στον προσδιορισμό εκείνων που αγωνίζονται μαζί για ένα στόχο που ξεπερνά τα όρια της εδαφικότητας για να τεθεί ως μέσο ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης ταυτόχρονα. Ένας όρος που γίνεται περιεκτικός έτσι όπως έγιναν οι δύο κοινότητες σε σχέση με όλους εκείνους που συντάχτηκαν μαζί τους στον αγώνα, ζήτησαν τη βοήθεια τους ή έφτασαν σε αυτές στην κοινή συνύπαρξη.

Ένα πρότυπο ενσωμάτωσης μέσω της κοινής χρήσης των στόχων και της συμμετοχής σε κοινές μάχες, που δεν μπορεί να μην παραπέμψει και στο κομουναλιστικό πείραμα της Rojava, το οποίο, με τη σειρά του, έλαβε συχνά την υποστήριξη των δύο πραγματικοτήτων που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Ο αναγνώστης έχει τώρα το καθήκον της ανάγνωσης, της περιήγησης, της άντλησης έμπνευσης από τις σελίδες του βιβλίου και της συλλογής φωτογραφιών και χαρτών που το συνοδεύουν.

zad-est-partout-300x183.jpg

Ποτέ δεν έχω αγαπήσει πολύ τον Τοlkien και τον άρχοντα των δαχτυλιδιών, αλλά η έννοια της μέσης γης μου φαίνεται πολύ κατάλληλη για να καθορίσω την εμπειρία ενός κόσμου που δεν είναι πλέον και, ταυτόχρονα, δεν είναι ακόμα. Ίσως οι χίπις και οι σύντροφοι των πιο ριζοσπαστικών παλαιών αγώνων έζησαν στα ίδια εδάφη του φαντασιακού και του πραγματικού. Τώρα, μαζί με τους συντρόφους του ZAD και του NoTav, είναι η σειρά μας: Θα είναι σκληρά, αλλά θα κερδίσουμε! A sarà düra, ma vinceremo!

Όρος ο οποίος δεν μεταφράζεται στα ιταλικά που χρησιμεύει για τον ορισμό μιας ιδιαίτερης εδαφικής διαμόρφωσης αποτελούμενης από μικρά χωράφια και οικόπεδα που χωρίζονται από δεντροστοιχίες τα οποία στην περιοχή της Notre-Dame-des-Landes έχουν επιβιώσει από την εξάπλωση της μονοκουλτούρας. Για να κατανοήσουμε πλήρως το πνεύμα που ενθάρρυνε, που έδωσε ζωή στις πρωτοβουλίες κοινοτήτων των δεκαετιών του εξήντα και του εβδομήντα, στη θέση των συνηθισμένων ταινιών ή ντοκιμαντέρ και κειμένων «εναλλακτικών», συνιστώ να δείτε το ντοκιμαντέρ Valley Uprising των Peter Mortimer και Nick Rosen (2014), που τώρα είναι διαθέσιμο στην ιταλική έκδοση, με τον ίδιο τίτλο, σε dvd στη σειρά Ο μεγάλος αλπινισμός ως η τέταρτη έκδοση της σειράς. Πρόκειται για μια προσεκτική ανακατασκευή των καινοτομιών που έγιναν στην παραδοσιακή ορειβασία με τεχνικές αναρρίχησης που αναπτύχθηκαν στην Καλιφόρνια, στην κοιλάδα Yosemite, ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’50, όπου η συνεχής αναζήτηση για διαφυγή από το νόμο των πτώσεων, που ακολούθησαν αμερικανοί αναρριχητές του περίφημου Camp 4, αποτελεί μια υπέροχη μεταφορά της απελευθέρωσης του ανθρώπινου είδους από τις αλυσίδες της εργασίας, της οικογένειας και του Κράτους. Ισχύει για όλους η επανάσταση που έφερε στην ανθρώπινη σκέψη και έρευνα η διατύπωση του Γαλιλαίου, που περιέχεται στον Saggiatore, όπου δηλώνει: «Η φιλοσοφία είναι γραμμένη σε αυτό το σπουδαίο βιβλίο που είναι συνεχώς ανοιχτό μπροστά στα μάτια μας (λέω το σύμπαν), αλλά δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν δεν μάθουμε πρώτα να κατανοούμε τη γλώσσα, και να γνωρίζουμε τους χαρακτήρες στους οποίους είναι γραμμένο. Είναι γραμμένο αυτό σε μαθηματική γλώσσα, και οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλες γεωμετρικές μορφές, χωρίς αυτά τα μέσα είναι αδύνατο να κατανοήσουμε ανθρώπινα λέξη, χωρίς αυτούς είναι μια μάταιη περιπλάνηση μέσα από ένα σκοτεινό λαβύρινθο“. Θέτοντας εκ των πραγμάτων τα θεμέλια, το 1623, του σύγχρονου επιστημονικού παραδείγματος. Αρκεί να σκεφτούμε ότι ο πρόεδρος Macron, την ίδια στιγμή που έπρεπε να αναγνωρίσει την ήττα του σχεδίου του νέου αεροδρομίου, εκτόξευσε την απειλή πως θέλει έτσι κι αλλιώς να εκδιώξει τους καταληψίες από τα εδάφη του ZAD.

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Η »δεύτερη ζωή»της Eddi; – La «seconda vita» di Eddi?

Stampa

 

23015

Ένα σχόλιο επάνω στο άρθρο της εφημερίδας La Stampa του Massimo Numa επάνω στην απόφαση της Eddi να καταταχθεί στις YPJ, τις Μονάδες Υπεράσπισης των Γυναικών στην Ομοσπονδία της Βορείου Συρίας.

Η »δεύτερη ζωή» της Eddi; – La «seconda vita» di Eddi?

Σήμερα, σε ένα άρθρο γεμάτο από ανακρίβειες, παραλείψεις και υπαινιγμούς, η εφημερίδα La Stampa μιλά για την επιλογή μιας από τις συντρόφους μας να ενωθεί στις YPJ  (εδώ θα βρείτε την επιστολή της  -> http://bit.ly/2iYE9JNhttp://bit.ly/2iYE9JN), https://aenaikinisi.wordpress.com/2018/02/05/h-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC/

Το άρθρο αρχίζει λέγοντας ότι οι YPJ θεωρούνται από τις τουρκικές αρχές ως «τρομοκρατική οργάνωση», αλλά δεν επισημαίνει ότι δεν θεωρούνται ως τέτοιες από την ΕΕ, τον ΟΗΕ και αρκετές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας. Αφού γέμισε τις σελίδες της με επιφανειακή ανάλυση σχετικά με την αυταρχική στροφή στην Τουρκία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, τώρα η Stampa αναφέρεται στον εν λόγω χαλίφη Ερντογάν. Αλλά δεν έχει σημασία, κάθε περιστροφή της πραγματικότητας είναι καλή φτάνει να μπορεί να αφήσει να αιωρείται μέσα στο άρθρο την σκιά που πάντα ενθουσίαζε τον γράφοντα, Massimo Numa, αρκεί να μπορεί να καλέσει τη μαγική λέξη που ρίχνει σύγχυση και σκιές πάνω σε μια θαρραλέα επιλογή που θα υποστήριζαν ενστικτωδώς όλοι οι αναγνώστες του. Το κείμενο που βρίσκεται πιο κάτω είναι προφανές: από επικίνδυνη notav σε επικίνδυνη μαχήτρια των YPJ.

Από την άλλη πλευρά, η μόνη ιστορία της Eddi που περιέχεται στο άρθρο της Stampa είναι εκείνη των δικαστικών της υποθέσεων, εκείνα τα μέτρα μέσω των οποίων οι ιταλικές αρχές αποφασίζουν να τιμωρήσουν αυτή που, έξω από τις λογικές των συνδικάτων και των κομμάτων, μακριά και έξω από προσωπικά κέρδη , αποφασίζει να εμπλακεί σε έναν αγώνα για αλλαγή των πραγμάτων, της υφιστάμενης κατάστασης. Μια ιστορία που η Eddi διεκδίκησε και για την οποία ανέλαβε την ευθύνη πάντοτε με υπερηφάνεια, χωρίς ρητορική ή μεγαλοστομίες, γνωρίζοντας ότι όταν πρόκειται να αγγίξει κάποιος τα συμφέροντα των κυβερνούντων στη χώρα μας, το Κράτος δεν έχει ποτέ αμφιβολίες σχετικά με το ποιον θα υποστηρίξει. Η προσπάθεια, λίγο άτσαλη, είναι να την παρουσιάσουν σαν μια κοπέλα που έχει λιγάκι βαρεθεί τη ζωή της και είναι στοιχείο ταραχοποιό αντί για ένα κορίτσι στρατευμένο πολιτικά που έχει κάνει μια βαθιά και συνειδητή επιλογή. Μήπως έχει αφήσει πίσω της «μιαν αστική και εύπορη οικογένεια»; Είναι το στίγμα της κόρης του μπαμπά, το αγαπημένο βέλος που αρέσουν να πυροβολούν οι υπερβολικά καλά αμειβόμενοι δημοσιογράφοι από τα άνετα διαμερίσματα τους για να προσπαθήσουν να αποκλείσουν από την αρχή όποια πιθανότητα αντίδρασης μιας γενιάς φτωχοποιημένης και βασανισμένης από πολιτικές που υποστηρίζονται από εφημερίδες όπως η Stampa, πολιτικές που μας έχουν φέρει σήμερα στην άβυσσο όπου βρισκόμαστε, στην Ιταλία όπως στη Μέση Ανατολή. Από τις στήλες τους, εκείνες τις ίδιες από τις οποίες αποκαλούσαν μέχρι πριν λίγους μήνες  «σύριους επαναστάτες» τις συμμορίες των σαλαφιστών όπως το ISIS, μετά από κάθε επίθεση εξαπέλυαν πονεμένες όσο και υποκριτικές εκκλήσεις για την επείγουσα ανάγκη καταπολέμησης της βαρβαρότητας του Ισλαμικού Κράτους.

Όταν μια νεαρή ιταλίδα αποφασίζει να το κάνει σε πρώτο πρόσωπο, κρατώντας το όπλο δίπλα στις συνομήλικες της κάθε θρησκείας για να υπερασπιστεί μια διαδικασία κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης που εξελίσσεται σε όλο τον Βορρά της Συρίας ξεκινώντας απ ‘αυτά τα υποκείμενα που περισσότερο απ’ όλα τα άλλα το Daesh προσπάθησε να εξοντώσει, τις γυναίκες, αντί της υποστήριξης και του θαυμασμού εκεί ανάμεσα στις γραμμές αποπνέει μόνο η απογοήτευση η δυσαρέσκεια και η ανομολόγητη θέληση να δυσφημήσουν τον παντοτινό εχθρό.

Εκείνο που μας ενόχλησε περισσότερο, όμως, είναι το να διαβάσουμε τον τίτλο του άρθρου: μια δεύτερη ζωή. Σαν την επιλογή της Έντι να σημάδευε μια ασυνέχεια με τη στράτευση της στο Τορίνο, σαν να υπήρχε διφορούμενη διπροσωπία στην απόφασή της. Σε μια Δύση που αποσυνδέθηκε, που διαχωρίστηκε από τον εαυτό της, κατά την εποχή της κακίας και της παράνοιας που υιοθετήθηκαν σε παγκόσμιες αξίες, το να ακολουθήσεις τις δικές σου ιδέες θεωρείται ύποπτη χειρονομία. Είναι βασικά ενδεικτικό του τι δεν έχουν καταλάβει ποτέ από εμάς τόσοι πολλοί ξεπουλημένοι γραφιάδες και πολιτικοί εξ επαγγέλματος, αυτό που γι αυτούς είναι τόσο ανυπόφορο και ως εκ τούτου πρέπει να το αποκρύψουν με τη συκοφαντία: δεν κάνουμε αυτό που κάνουμε για να καθόμαστε σε μια πολυθρόνα, να κάνουμε σταδιοδρομία ή λόγω δίψας για περιπέτεια. Το κάνουμε επειδή πιστεύουμε ότι είναι οι αγώνες ενάντια στην καταπίεση και την αδικία που επαναστατούν τον κόσμο, που ελευθερώνουν και μας απελευθερώνουν.

Κανένας διαχωρισμός, καμία ρήξη. Η ζωή μας είναι πάντα η ίδια και είναι η ίδια φλόγα που μας οδηγεί από την Val di Susa στο Τορίνο μέχρι τη βόρεια Συρία.

Aέρα στα πανιά σου Eddi, berxwedan jiyane!

https://www.infoaut.org/conflitti-globali/la-seconda-vita-di-eddi