τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Η. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 5

Τι θυμάμαι τώρα! Όταν ανοίγει ο ασκός του Αιόλου οι θύμησες ξεδιπλώνονται στον αέρα, παίρνουν σάρκα και οστά και μας παροτρύνουν να τις κάνουμε γνωστές.
Λέω λοιπόν πως λίγο πιο πέρα, καμιά χιλιάδα μέτρα από το Κομουνάλε, το γήπεδο της Φιορεντίνα, βρίσκεται η ολυμπιακή πισίνα της πόλης. Θαυμάσια κατασκευή, ανοιχτή στο κοινό κάθε καλοκαιρινό πρωινό. Ανοιχτή και σκεπασμένη, ένα στα δύο, πνιγμένη στο πράσινο, στο μέσον ενός τεράστιου πάρκου.
Λεωφόροι δενδροφυτεμένοι, αθλητικά κέντρα, γήπεδα διάσπαρτα. Η γειτονιά Κάμπο ντι Μάρτε. Αμέσως μετά ξεκινά η συνοικία του Κοβερτσιάνο, όπου βρίσκεται το ομώνυμο εθνικό αθλητικό κέντρο.
Σε αυτόν τον χώρο, της ανοιχτής πισίνας, οργανώνει το ΚΚ συναυλία με το τρίο που γυρνά όλο τον κόσμο και ξεσηκώνει τους θεατές, οι δεξιοτέχνες της κιθάρας που κάνουν παγκόσμια περιοδεία Άλντι Μεόλα, Πάκο ντε Λουθία και Τζον Μακ Λάφλιν. Αξεπέραστοι κιθαρωδοί, αργεντίνος , ισπανός και αμερικάνος παρουσιάζουν μουσικές από τις πατρίδες τους και αυτοσχεδιάζουν όλοι μαζί σε ένα πανέμορφο χώρο μπροστά σε ένα κοινό που παραληρεί.
Σβήνουν κάποια στιγμή όλα τα φώτα και στο κρεσέντο του ρυθμού ανάβουν πυρσοί σε ένα θέαμα σπάνιο. Με τη νεολαία στον έβδομο ουρανό.

Στιγμές που είναι γραμμένες στην μουσική και πολιτιστική ιστορία.
Στέκομαι τυχερός που μπορώ και αναφωνώ : ‘Ήμουν κι εγώ εκεί’.
Να τρέχει ο κόσμος πάνω κάτω, επιχειρώντας να αποφύγει την περιφρούρηση, που εξ αιτίας του φόβου των Ιουδαίων, του ατυχήματος δηλαδή, απαγορεύει την πρόσβαση στο νερό. Θέλουν να βουτήξουν τα παιδιά και δεν τους το επιτρέπουν.
Σε έκσταση.
Χαμός. Ανεπανάληπτο.

Mediterranean, John McLaughlin Paco de Lucia Al di Meola.

  • Το πρόβλημα της στέγασης έχει γίνει εκρηκτικό σε ολόκληρη την χώρα, ιδιαίτερα στην πόλη μας. Εκατοντάδες διαμερίσματα μένουν ξενοίκιαστα, ιδίως στο ιστορικό κέντρο της πόλης, γύρω από το οποίο τριγυρνούν οι ασχολίες των χιλιάδων φοιτητών, που ζορίζονται εξαιρετικά. Ανήκουν σε μεγάλες κατασκευαστικές εταιρίες που σπεκουλάρουν πάνω στις τιμές, προκαλώντας υπερβολική ζήτηση και απογείωση των ενοικίων. Υπάρχει μεγάλη διαμαρτυρία, ξεσπούν συχνά επεισόδια. Έχουμε πορείεςκαταλήψεις, αλλά η κατάσταση δεν διορθώνεται. Στου κουφού την πόρτα, πάρε την και φύγε!
    Αποφασίζουμε λοιπόν να επιτεθούμε σε ένα από τα γραφεία που διαχειρίζονται τις ανοίκιαστες κατοικίες, στο κέντρο, μια ανάσα από το Δημαρχείο απόσταση. Φτάνει μια ομάδα των πέντε ατόμων.
    Ζούμε διάσπαρτοι στο κέντρο και τα προάστια.

Αυτή τη φορά θα ξεκινήσουμε από άλλη βάση. Εκεί μας μεταφέρουν τον οπλισμό, μια ώρα νωρίτερα.
Αλλάζουμε πανωφόρια και μακιγιαριζόμαστε. Είμαστε τέσσερα αγόρια και μια κοπέλα. Τελευταία στιγμή ο ένας αδυνατεί να έρθει, θα πάμε τέσσερις. Δυο θα φύλλασαν την είσοδο και τρεις θα εισέρχονταν για την κατάληψη. Έχουμε μελετήσει το σχέδιο εξονυχιστικά. Ωράρια, περιπολίες, [εάν υπάρχουν στην γειτονιά και κάθε πότε] της αστυνομίας, δημόσιας ή ιδιωτικής. Την κίνηση στο δρόμο, την κινητικότητα στο γραφείο, πληροφορίες για τα άτομα που απασχολούνται, κλπ.
Τρεις εκεί μέσα είμαστε αρκετοί, στον πρώτο όροφο κτιρίου που βρίσκεται σε παράδρομο του κεντρικού.
Μπαίνουμε στις 9 και 30 ακριβώς το πρωί, τελικά όλοι μαζί. Το ζευγάρι που θα φύλαγε την είσοδο, στο ισόγειο, για να ελέγχει γενικότερα την κίνηση μπαίνει κι αυτό μέσα.
Όλα πηγαίνουν κατ ευχή. Ακινητοποιούμε, δένουμε, φιμώνουμε και κλειδώνουμε στην τουαλέτα το προσωπικό, τρεις αυτοί. Πρώτα πρώτα φυσικά κόβουμε την τηλεφωνική γραμμή, για σιγουριά.
Βάζουμε μικρούς εμπρηστικούς μηχανισμούς στη χαρτούρα, ως συνήθως, στα αρχεία, όπως κάνουμε παντού. Δεν θέλουμε να διακινδυνέψουμε θύματα με την καμία. Μια μικρή καταστροφή. Τους δυσκολεύουμε το έργο, δείχνουμε τον δρόμο.

Βραδυφλεγείς, για να απομακρυνθούμε με ασφάλεια, στα τέσσερα λεπτά. Παίρνουν φωτιά όταν είμαστε πια μακριά, φεύγουμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Έχουμε γεμίσει συνθήματα τους τοίχους, αφήνουμε τα φυλλάδια μας και σκορπίζουμε μπόλικα στον δρόμο αποχωρώντας, πριν στρίψουμε τη γωνία για να εξαφανιστούμε οριστικά.
Η κίνηση είναι χαλαρή, είμαστε καλά καμουφλαρισμένοι, αδύνατο να αναγνωριστούμε από τον οποιονδήποτε. Δεν ανησυχούμε λοιπόν και πολύ, απλά είμαστε προσεχτικοί.
Χώνομαι σε μια πόρτα, βγάζω την περούκα. Βγαίνω άλλος άνθρωπος.
Είμαι μακιγιαρισμένος ακόμη, η όψη μου πάντα διαφορετική, θα καθαριστώ στο σπίτι, φοράω καπελάκι.
– Επιστρέφοντας για λίγο στο γραφείο, έχουμε καθησυχάσει, την ώρα που δένουμε, τους δύο υπάλληλους και τον υπεύθυνο της εταιρείας. Δεν έχουν λόγο να φοβούνται, δεν πρόκειται να τους πειράξουμε. Τους εξηγούμε στα πεταχτά το σκοπό της επίθεσης όσο χρόνο χρειάζεται το τελετουργικό της ‘απαγωγής’. Και που αποσκοπούμε. Πρέπει να υποχρεωθούν να αλλάξουν πολιτική όσον αφορά τη ζήτηση κατοικίας.

Όπως το έχουμε υπολογίσει, η έκταση της φωτιάς είναι περιορισμένη, κάνει ζημιά αλλά οι άνθρωποι δεν κινδυνεύουν καθόλου, βρίσκονται κλειδωμένοι μακριά από το δωμάτιο όπου υπάρχουν τα καμμένα αρχεία, τα παράθυρα ανοικτά.

Και βέβαια, πριν αποχωρήσουμε, έχουμε προλάβει ν’ αδειάσουμε το ταμείο, για την χρηματοδότηση του αγώνα φυσικά!

Μόλις βρισκόμαστε ασφαλείς, ο καθένας στον προορισμό του, άλλος σύντροφος κάνει το τηλεφώνημα στον Τύπο, για την ανάληψη της ευθύνης της επίθεσης. Η περιπολία στην πόλη έχει πετύχει, η συζήτηση που θα ξεσπάσει σύντομα θα φουντώσει και θα φέρει στην επιφάνεια ξανά τα προβλήματα που αφορούν τους πολίτες, τους αγώνες που δίνουν και τα μέσα που χρησιμοποιούν για να πετύχουν τους στόχους τους.
Είμαστε όλοι ευχαριστημένοι.
Σκέφτομαι : πόσο σύντομα γράφεται κείμενο που αφορά πράξη που οργανώνεται λεπτομερώς μήνες ολόκληρους! Για να φτάσει σε πέρας επιτυχώς ξοδεύτηκαν ώρες ατέλειωτες παρακολούθησης, συλλογής πληροφοριών και ένα σωρό άλλα θέματα και συζητήσεις και πράξεις και υποστήριξη που χρειάζεται για να έρθουν εκείνα τα λεπτά που διαρκεί μια αποφασιστική ενέργεια. Δίχως να κινδυνέψει κανείς.

Ήρωας – Δε Φοβήθηκα Ποτέ

Η κουβέντα στην κοινωνία, σε όλους τους χώρους, γίνεται καθημερινά, πάνω στο πρόβλημα στέγασης, δεν σταματά ποτέ.
Δεν χρειάζεται να ανακινήσεις ένα θέμα που καίει.
Αυθόρμητες πορείες οργανώνονται συχνά, ξεσπούν ταραχές διότι η ακρίβεια δεν παλεύεται όταν το εισόδημα δεν αρκεί. Αυτοί που έχουν την άνεση της φουσκωμένης τσέπης δεν μπορούν να νιώσουν τι σημαίνει να μη μπορείς! Να μη σου βγαίνει. Να μη φτάνουν. Η ανασφάλεια, το στρες, το ζόρι!
Δεν νοιάζονται για τον συνάνθρωπο.
Δεν δείχνουν αλληλεγγύη στον διπλανό.
Δεν θα έχουν πλέον το μονοπώλιο στη βία.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία από το να μη μπορείς, να μη μπορείς!
Φτάνει πια με τη βία σας, σας την γυρίζουμε πίσω. Να δείτε πως μοιάζει, τι σημαίνει να μην μπορείς. Να είσαι αιχμάλωτος.
Μεγαλύτερη βία από την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον συνάνθρωπό του, από το να μη νοιάζεσαι για τον διπλανό σου δεν υπάρχει. Πως τα βγάζει πέρα, και εάν τα βγάζει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία από την αδιαφορία.
Για κέρδος. Για απληστία. Για εξουσία.
Μισθωτή σκλαβιά, μισθωτή δουλεία. Σύγχρονη δουλεία.
Και η ακόμη μεγαλύτερη βία, που έχουμε υποστεί από τη στιγμή της γέννησής μας ακόμη, με όλα τα πρέπει, με όλους τους κανόνες, την ηθική, τα ψέματα και τις υποκρισίες, τα θα και τα μη. Μη αυτό, όχι εκείνο, μη στο άλλο. Φτάνει. basta!

Όσο υπάρχουν καταπιεστές και καταπιεσμένοι, θα υπάρχει επίσης κοινωνική αναταραχή, ανυπακοή, ανατρεπτικοί αγώνες, αταξία. Μεγάλη. Ανελέητη.
Όχι πια. Όχι άλλο. Λευτεριά, liberta!
Αν αγαπάς λευτερώνεσαι. Αν αγαπάς πολεμάς. Είσαι ελεύθερος όταν αγαπάς. Αγάπα λοιπόν και πολέμα.
Όχι στους διαχωρισμούς. Όχι σε όλους τους διαχωρισμούς.
Άνθρωποι, ζώα, περιβάλλον είναι ένα.
Εσείς τα διασπάτε, εμείς τα ξανά ενώνουμε. Όπως είναι στη δημιουργία.
Αυτό είναι η δημιουργία. Αυτό είναι δημιουργία. Η ενότητα. Η ενότης των πάντων.
Ξέφυγα Μιχάλη. Έφυγα.
Εμείς οι φοιτητές δίνουμε το μεγαλύτερο μέρος από τα χρήματα που καταφέρνουν να μας στείλουν οι γονείς μας, ή αποκομίζουμε από εργασία εκεί, για στέγαση. Αυτοί κερδοσκοπούν πάνω στην ανάγκη μας. Φωνάζουμε λοιπόν με τον τρόπο μας! Φτάνει!

Revolucion, Tracy Chapman.

Έχουμε μεγάλες κινήσεις καταλήψεων από τα χαμηλά οικονομικά στρώματα. Συντονισμένες αυτομειώσεις σε όλα τα κοινωνικά τιμολόγια, και όχι μόνο. Στην τροφή, στα ενοίκια, στις μεταφορές. Στον πολιτισμό. Από τους πολίτες που αυτοοργανώνονται απέναντι σε εταιρείες και κράτος. Επιβάλλουν προλεταριακές τιμές και τιμολόγια.
Τέτοιες ώρες, το χτυποκάρδι είναι μεγάλο. Ιδιαίτερα σε κάποιον ευσυγκίνητο όπως εγώ.
Η προετοιμασία μιας επίθεσης θέλει πολύ υπομονή. Θέλει προσοχή και παρατηρητικότητα. Την ώρα της δράσης επίσης προσοχή, ψυχραιμία και αποφασιστικότητα.
Η αδρεναλίνη ξεσπάει μετά. Είσαι μεθυσμένος, πέτυχες τον στόχο σου. Νιώθεις απελευθερωμένος. Είσαι ελεύθερος. Πετάς.
Φόβος υπάρχει πάντα. Όποιος λέει πως δεν φοβάται είναι επικίνδυνος. Η συναίσθηση αυτή σε κάνει καλύτερο.
Όχι στην κατάληψη. Από τον φόβο, από κάθε πάθος.
Ο μαχητής φοβάται. Να μη σου πω πως φοβάται ακόμη περισσότερο για την τύχη των άλλων, μετά σκέφτεται τον εαυτό του.
Οι επιθέσεις δεν γίνονται από βίτσιο.
Αποτελούν πολιτικές πράξεις ενταγμένες σε μια επαναστατική προοπτική κοινωνικής και προσωπικής απελευθέρωσης.
Για την κοινωνική και πολιτική αυτονομία.

Έχουν σχεδιαστεί λεπτομερώς με έμφαση στην ασφάλεια όλων των εμπλεκομένων πλευρών. Και καθότι αυτό που συμβαίνει, ας μη κρυβόμαστε, είναι πόλεμος κοινωνικός, ας μη κάνουμε τον χαζό, όλοι και το τονίζω, ακριβώς, οι πάντες είναι προετοιμασμένοι, θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι, για κάθε ενδεχόμενο. Συμπεριλαμβανομένου και του χειρότερου.
Τα θύματα είναι αχρείαστα, είναι όμως πιθανά.
Αλλιώς δεν βγαίνεις από το σπίτι.

Χρόνια συζητιέται στην χώρα η ανάγκη να επιβάλλουν επιτέλους οι καταπιεσμένοι το δίκιο τους. Τώρα, επιτέλους, το κάνουν.
Το κάνουν πολλοί με διάφορους τρόπους. Όλοι από την ίδια όχθη του ποταμού ευρίσκονται. Οι μεν θα διασχίσουν το ποτάμι με βάρκα, οι άλλοι από την γέφυρα. Δεν ξεχωρίζουν οι μεν από τους δε. Απέναντι θέλουν να περάσουν όλοι. Οι διαχωρισμοί δεν ωφελούν κανένα.
Κάποιοι ζουν πιο έντονα την λευτεριά τους, αυτό είναι όλο. Διότι η ελευθερία και η αυτονομία είναι μια πραγματικότητα πολύ προσωπική, ξεκινάει σίγουρα από τα μέσα και μετά αποτυπώνεται εξωτερικά.
Και η επανάσταση γίνεται πρώτα μέσα μας. Μετά αποτυπώνεται στις πράξεις, στο χαμόγελο, στην συμπεριφορά. Στις μικρές και μεγάλες αποφάσεις.
Στην παραβατικότητα.

Bobby Brown, Frank Zappa.

  • Επιστρέφοντας στην εισβολή, να σου πω πως τα χρήματα που βρίσκουμε στο ταμείο κατάσχονται. Απαλλοτρίωση για τις ανάγκες του αγώνα. Αυτό φυσικά είναι κανόνας σε όλες μας τις ενέργειες και επιθέσεις, σε όλες μας τις δράσεις. Δεν σηκώνει συζήτηση, είναι εύκολα κατανοητό.
    Και να πω και το άλλο. Είμαι χαρακτήρας πολύ κοινωνικός, ανοικτός. Τριγυρνώ σε πολλούς χώρους, βρίσκομαι με λίγα λόγια μέσα στο σφυγμό της πόλης, το γνωρίζεις. Σε διαβεβαιώνω πως σε συζητήσεις που γίνονται δεν άκουσα κακό λόγο γι αυτές τις ενέργειες. Μιλάμε βέβαια για τις καλοπροαίρετες συζητήσεις.

μια ιστορία του εννιακόσια 6 , Prospero Gallinari

Ο λαός, ο κόσμος έχει αισθητήριο και αντιλαμβάνεται. Καταλαβαίνει.
Το κακό είναι πως συχνά δεν αποφασίζει να ξεκουνηθεί, να τινάξει από πάνω του το πανωφόρι της πλήξης. Να αποβάλλει το σαράκι της ανάθεσης των αποφάσεων και των κινήσεων. Το, ‘μωρέ, εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα’ του έχει γίνει βαρίδιο. Παραιτείται συχνά του αυτονόητου. Που σημαίνει να πράξει ο ίδιος, με ότι μέσο διαθέτει, ανάλογα με χαρακτήρα και συνθήκες, την αυτοπραγμάτωση του. Να σηκώσει την τύχη στον ώμο του και να προχωρήσει.
Έχει την τάση να δημιουργεί συνήθειες ο άνθρωπος. Αυτές λοιπόν παρακολουθούμε κι εμείς προσεκτικά. Για να σχεδιάσουμε τις πρωτοβουλίες μας, όσο το δυνατόν αρτιότερα. Με ακρίβεια και συνέπεια. Ναι. Συνέπεια χρειάζεται τεράστια. Και μεθοδικότητα.
Εκείνο που επίσης θέλω να αναφέρω είναι πως ενδιαφέρει να μη πέφτουμε στις παγίδες του αντιπάλου.

Όταν επιθυμεί σύγκρουση, την αποφεύγουμε. Διαλέγουμε εμείς τον χρόνο και το πεδίο. Μετωπικά, είναι δυνατότερος. Θέλει ευελιξία. Αιφνιδιασμό. Χτυπάμε όταν δεν το περιμένει. Εκεί που δεν το περιμένει και όταν δεν είναι έτοιμος. Όταν έχει την πρωτοβουλία αυτός ελισσόμαστε, παραπλανούμε. Και ενεργούμε όποτε και εκεί που μας βολεύει. Αυτόνομα.
Μας ενδιαφέρει να τον νικήσουμε, στη δημιουργία συναίνεσης. Οι εντυπώσεις, η αποδοχή πρέπει να γέρνει προς τις δικές μας ενέργειες και όχι προς τις δικές του αποφάσεις.
Όταν εκείνος οδηγεί, εμείς αποφεύγουμε. Θα επιτεθούμε εκεί που θέλουμε, και όταν θέλουμε.
Νοηματοδοτούμε την ζωή μας!

Paradise, Coldplay.

  • Λίγες μέρες μετά χρειάζεται, μια τσάντα γεμάτη όπλα να αλλάξει για λίγο αέρα, κρησφύγετο.
    Έχω κάτι γνωστούς, έξω από κάθε ανάμιξη σε ότι έχει άρωμα πολιτικής δραστηριότητας. Σοβαρά παιδιά, λιγομίλητα. Διακριτικά τους προσεγγίζω, δεν μου αρνούνται να την φυλάξουν, δεν ρωτούν τι και πως. Απλά, κρύβουν την τσάντα σε στούντιο που χρησιμοποιούν για μουσικές πρόβες.
    Έχει παρατηρηθεί μια κινητικότητα στη γειτονιά, κοντά στο σπίτι όπου φυλάσσονταν αυτή η τσάντα και το περιεχόμενό της και αποφασίζεται, με ιδιαίτερη προσοχή, να απομακρυνθεί, μέχρι νεοτέρας. Ωσότου λοιπόν βρεθεί καινούριος χώρος για να την φιλοξενήσει, αυτά τα παιδιά στάθηκαν πολύτιμοι αρωγοί, και τους ευγνωμονούμε για πάντα.

οι καγκελόπορτες της μνήμης, πρωτοσέλιδα

  • Την επομένη το βραδάκι έχει στηθεί ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα σε δυο αυτόνομες κολεκτίβες. Βρίσκουμε γήπεδο λίγο έξω από το κέντρο που είναι σχετικά πυκνοκατοικημένο, οι αγωνιστικοί χώροι βρίσκονται περιφερειακά. Το αποφασίζουμε τελευταία στιγμή, κι έτσι δυσκολευόμαστε ακόμη περισσότερο να κλείσουμε ώρα. Βλέπεις, η ζήτηση είναι μεγάλη, τα γήπεδα 5 επί 5 υπάρχουν μοναχά στη φαντασία.
    Υπό το φως των προβολέων, νοικιάζεις το χώρο, τις εγκαταστάσεις κλπ. Με την ώρα. Φυσικά μιλάμε για χορτάρι. Έχουμε κερκίδα τα κορίτσια και κάμποσους φίλους, παίζουμε 90λεπτο. Μη ρωτάς για τον νικητή, δεν έχει καμία σημασία.
    Μας βγήκε η ψυχή, το να παίζεις μετά από καιρό ενενήντα λεπτά είναι εξοντωτικό. Πάλι καλά, εγώ ασκούμε συχνά. Για κάποια άλλα παιδιά όμως, στάθηκε μαρτύριο.

Μετά το ντουζάκι αποφασίζουμε να καταλήξουμε στου Ρομπέρτο. Για μπυρούλες και δροσερό λευκό κρασάκι. Για να ξεδιψάσουμε, να χαλαρώσουμε και να την τηλώσουμε με ηρωική μακαρονάδα λαδόσκορδο, το δείπνο του λαού.
Θα με ρωτήσουν αυτοί που δεν γνωρίζουν : ‘μα καλά, που θα χωρέσετε όλοι εσείς σε ένα σπίτι, δυο ενδεκάδες συν τόσοι άλλοι φίλοι ;’ φυσικά και θα το ρωτήσουν.
Πρέπει να τους εξηγήσεις Μιχάλη πως, συχνά οι νέοι, ακριβώς επειδή τα νοίκια εκτινάσσονται στα ύψη, για να εξοικονομήσουν χρήματα, μαζεύονται πολλοί μαζί, βρίσκουν στην περιφέρεια της πόλης παλιά αρχοντικά που οι ιδιοκτήτες τους ενοικιάζουν στους φοιτητές, και όχι μόνο, μιας και είναι αδύνατον να τα συντηρήσουν διαφορετικά, ή να τα κατοικήσουν οι ίδιοι. Μιλάμε για οικήματα τεράστια με ατέλειωτους χώρους, σαν αυτά που βλέπουμε στο σινεμά, στις ταινίες εποχής, να κατοικούνται από τους ευγενείς εκείνων των μακρινών καιρών. Μέσα στην εξοχή και το πράσινο, με τεράστια δωμάτια ψηλοτάβανα. Και σαλόνια ικανά να στεγάσουν αγώνα με θεατές, που λέει ο λόγος.
Χαμηλώνει έτσι το μερίδιο, στην τιμή, του καθενός, επιτρέπει συγχρόνως και μεγάλες μαζώξεις.

Σε ένα τέτοιο λοιπόν έχει βρει καταφύγιο ο καλός μας φίλος, ο Ρομπέρτο. Έχει πέσει με τα μούτρα, αυτός και οι κολλητοί του, στις προετοιμασίες, μόλις του είπαμε εκείνο το πρωινό, πριν τον αγώνα, πως το βράδυ είχαμε σκοπό να τον επισκεφτούμε όλοι εμείς. Άλλο που δεν ήθελε, θα γίνονταν μια μεγάλη γιορτή. Πολλούς από εμάς έχει να μας δει από καιρό.
Μια τέτοια κατοίκηση έχει πολλά πολλά καλά, έχει ένα αναπόφευκτο κακό. Ζεις μακριά από το κέντρο, μακριά δηλαδή από τους φίλους. Μιας λοιπόν που δεν υπάρχει δυνατότητα για αυτοκίνητα, πολλές βενζίνες κλπ  αντιλαμβάνεσαι πως αυτό σε απομονώνει λιγάκι. Συν το ότι σε τέτοιες τοποθεσίες οι συγκοινωνίες είναι λιγότερο τακτικές.
Το θετικό με την συγκεκριμένη περιοχή είναι πως φιλοξενεί σπίτια αρκετών ‘επώνυμων’ και έτσι υπάρχει λεωφορείο της γραμμής μέχρι αργά, έτσι τα καταφέρνουμε και φτάνουμε εγκαίρως. Για να ξεκινήσει η κυρίως προετοιμασία για το δείπνο και τα υπόλοιπα.

Δυο όροφοι συν ισόγειο, παρτάρουμε όλο το βράδυ σκορπισμένοι εκεί μέσα. Δεν ενοχλούμε κανέναν. Στο τέλος κοιμόμαστε στρωματσάδα στα διάφορα δωμάτια, με ότι σκέπασμα καταφέρνουμε να εξοικονομήσουμε. Πιο ζεστή από την αγκαλιά δεν υπάρχει.
Πολλοί φίλοι και γνωστοί έχουν δημιουργήσει τέτοιες καταστάσεις γύρω από την πόλη, περιτριγυρισμένη από λόφους, μες το πράσινο, μακριά από την φασαρία και τη βιασύνη. Το συνηθίζουμε λοιπόν να μαζευόμαστε συχνά, με αυτό τον τρόπο.
Δεν είμαστε μονόχνοτοι να κάνουμε παρέα μονάχα μεταξύ μας. Κομμουνιστές, φρικιά, αναρχικοί, ροκάδες, σοσιαλιστές. Φτάνει να είσαι ανοιχτόμυαλος. Να αντέχεις την κουβέντα. Να αμφισβητείς. Να σου αρέσει η μουσική και ο χορός, συχνά και οι ουσίες. Και η διαλεκτική.
Υπάρχει ιδανικό ελευθεριακό σε πολλούς. Τα ταμπού γκρεμίζονται, τοίχοι δεν χωρούν ανάμεσά μας, ρόλοι και διαχωρισμοί. Τα σύνορα έχουν πέσει.
Το προσωπικό είναι πολιτικό, λέμε. Η επανάσταση είναι τρόπος ζωής. Την ζουν όλοι μαζί, μοναχά η ιδιοσυγκρασία διαφέρει.

In a Gadda da Vida από τους Iron Butterfly.

  • Έχουμε ξεκινήσει, κάποιοι από εμάς, άσκηση. Οργανώνουμε μια ομάδα και αρχίζουμε να μαθαίνουμε αϊκίντο. Σε σχολή με πολύ καλό δάσκαλο, ωραίο χαρακτήρα. Πολεμική τέχνη, χρησιμοποιείς την δύναμη και την ενέργεια του αντίπαλου για να τον εξουδετερώσεις. Διακόπτουμε, δυστυχώς όμως, πολύ σύντομα κάποιοι από εμάς. Μας την σπάει η γενικότερη συμπεριφορά κάποιων συντρόφων, δεν θέλουμε λοιπόν πολλά πάρε δώσε, έξω από τα απαραίτητα, και σταματάμε. Είναι αυτοί οι οποίοι μας έχουν προσκαλέσει στη σχολή μήνες πριν, είναι φυσικό λοιπόν, αφού δεν ταιριάζουν πλέον τα χνώτα μας, να την κάνουμε εμείς με ελαφρά πηδηματάκια.

Αλλάζει η συμπεριφορά κάποιων με τον καιρό. Εμφανίζονται τάσεις ελιτίστικες στους συγκεκριμένους φίλους, σηκώνουν ψηλά τον αμανέ που λέμε στην καθομιλουμένη. ‘Ψήλωσαν’ ξαφνικά πολύ, και δυσκολεύονται να κοιτάξουν ‘παραέξω’, όπως παλιότερα.
Δικό τους πρόβλημα λοιπόν, μιας και επιλέγουν την απομόνωση.
Ο ψυχισμός μας δεν τα αντέχει αυτά. Είμαστε σύντροφοι γιατί μας αρέσει ένας άλλος τρόπος να είσαι και να φέρεσαι, μακριά από τα κρατούντα πρότυπα. Απλός, αυθεντικός. Άσχημο λοιπόν όταν συναντάς μέσα στις γραμμές σου κάποιους να σηκώνουν ψηλά τον αμανέ, να καβαλούν το καλάμι. Ζούμε το δικό μας σήμερα, δεν μοιάζει με αυτό που προτείνει το καθεστώς, οι μπουρζουάδες. Άλλη φορεσιά εμείς, μέσα και έξω. Το υπάρχον καταρρίπτεται.
Ο κίνδυνος είναι αναπόφευκτος, τα ρίσκα μεγάλα, χρειάζεται να είμαστε, και είμαστε προσγειωμένοι. Οι συγκεκριμένοι άλλαξαν και έτσι πέφτει λίγη ψύχρα .
Τα σύκα πρέπει να λέγονται με το όνομά τους, όχι να διαλέγουμε κουβέντες.
Θα πούμε και τα καλά, θα πούμε και τα στραβά.
Το να ωραιοποιείς μια κατάσταση δεν προσφέρει τίποτα, και σε κανέναν. Καλύτερος φίλος η ειλικρίνεια.

Τα σπάμε λοιπόν και δεν πολυκάνουμε παρέα, κόβουμε τις πολλές παρτίδες, έτσι αναγκαζόμαστε να σταματήσουμε την συγκεκριμένη διδασκαλία. Δεν πειράζει.
Οραματιζόμαστε κάτι διαφορετικό, μιαν άλλη κοινωνία, προσπαθούμε να ζούμε διαφορετικά την καθημερινότητά μας, βασιζόμενοι σε άλλες αξίες. Συμπεριφορές από το χθες είναι ανεπιθύμητες. Τις αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι.
Οι φίλοι μας παραμένουν στον μικρόκοσμό τους.

εξεγερσιακή μουσική

συνεχίζεται

DSC02222

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ζ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 3

Αλλάζει ύφος. Μου αρέσουν πολύ τα λουλούδια λέει, τρελαίνομαι να κόβω βόλτες στη γειτονιά και να παρατηρώ τις ανθισμένες την άνοιξη αυλές. Τις ποικιλίες που σκορπίζουν ευωδιές. Προχθές στο Μάο με τον Νικόλα πίναμε καφεδάκι και απολαμβάναμε τα σπαρμένα στα παρτέρια άνθη, στον πεζόδρομο. Μέσα στην πολυχρωμία έκανε μπαμ κι ένας απρόσμενος επισκέπτης, χαλούσε όλη την εικόνα η πεταμένη μες την ομορφιά νυχτερινή γόπα. Ποια είναι λοιπόν η σχέση μας με την ομορφιά και την αρμονία, σκεφτήκαμε ταυτόχρονα;

Λέει πως προτιμά την άνοιξη γιατί σε σχέση με το καλοκαίρι δεν κάνει τόσο ζέστη, τα χρώματα είναι περισσότερο φωτεινά και η ατμόσφαιρα πιο ζωηρή. Φυσά συχνότερα. Ρίχνει και βροχούλες, δροσίζει, καθαρίζει. Κάνει συχνά πορείες μικρές, μιας και οι μεγάλες τον κουράζουν, στα μονοπάτια προς Παλιά Καβάλα ή προς τον Γκολέ. Εκεί να δείτε ομορφιά! Βέβαια η μουτζούρα δεν λείπει πουθενά, μπάζα πεταμένα από δω κι από κει. Παρατημένη ασχήμια με τόση ελαφρότητα.

Ξαναγυρίζουν οι θύμησες, αλλάζει ξανά κουβέντα.

  • Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς ήταν γέννημα του ’68, μικρογραφίες κομμάτων αυτοδιαλύθηκαν αρχές με μέσα του ’70 και διαχύθηκαν οι σύντροφοι σε αυτό το φουσκωμένο ποτάμι που ήταν η αυτονομία που παραλίγο να παρασύρει στο πέρασμά της τα πάντα.
    Επιτροπές, κολεκτίβες και συνελεύσεις όπου ανέπνεε ο άνθρωπος, μακριά από συμβάσεις, έξω και σε απόσταση από αρχηγικά πρότυπα με τα οποία λειτουργούσε μέχρι τότε η παγκόσμια αριστερά. Το νέο επαναστατικό υποκείμενο βρίσκονταν εκεί και σήκωνε στις πλάτες του πλέον το βάρος των αποφάσεων. ΑυτόνομαΑπό τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη.

Οι χώροι είχαν τις ιδιαιτερότητές τους, κάθε περιοχή την δική της. Οι επιτροπές τα ίδια, οι ομάδες, τα μέσα, κλπ. Η αλληλεγγύη- solidarietà, δεδομένη. Τα κινήματα αυτομείωσης πέτυχαν στόχο πολλές φορές. Άλλες όχι, μιας και το σαμποτάζ εκ μέρους των συνδικάτων ήταν δεδομένο. Παγκόσμιο φαινόμενο η φαγούρα που πιάνει κάθε συστημικό όταν τα γεγονότα τον ξεπερνούν. Εκεί προτιμά την πεπατημένη, την συνδιαλλαγή με την κυβέρνηση και τα αφεντικά, το φρένο στις κινητοποιήσεις. Ο λαός με την αυτομείωση έπαιρνε πίσω πλούτο που είχε παράξει και που κατέληγε στο μεγάλο κεφάλαιο.
Όταν το ένα στα εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το πενήντα επτά του παγκόσμιου πλούτου πως είναι δυνατό να παραχθεί δημοκρατία.

Όταν κάθε 3 δευτερόλεπτα στον πλανήτη πεθαίνει ένα παιδί.
Το πάνω χέρι χρόνια τώρα το έχει το μεγάλο κεφάλαιο. Έχει δημιουργήσει τα παπαγαλάκια του, τους λακέδες του, που μέσα από ωραία λόγια προπαγανδίζουν το μοντέλο που τους συμφέρει, παγκοσμιοποίηση και ελεύθερη οικονομία. Μέσα πάντα από ‘δημοκρατικές διαδικασίες’. Διότι όταν κατέχεις χρήμα κατέχεις και τη δυνατότητα να δημιουργείς καταστάσεις, συνειδήσεις, συναίνεση. Κι έχεις και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς για τότε που τα πράγματα σκουραίνουν, εισαγγελείς, αστυνομία, στρατό, σώματα τάξης, ταξικά σώματα.
Επαναλαμβάνουμε πως αποκαλούν δημοκρατία την δικτατορία του κεφαλαίου.

Οι σύντροφοι λοιπόν οπλίζονται, αμύνονται στις επιθέσεις αστυνομίας και φασιστών πιασμένων από το χεράκι, γνωστό και στα μέρη μας φαινόμενο, παγκόσμιο θα έλεγα. Φρούρησαν τις διαδηλώσεις τους, τις καταλήψεις. Οργάνωσαν δολιοφθορές, εμπόδισαν την παραγωγή και τη μεταφορά πλούτου και εμπορευμάτων. Φίατ στο Τορίνο, Άλφα στο Μιλάνο, τεράστιες αυτοκινητοβιομηχανίες, Πόρτο Μαργκέρα στη Βενετία, μεταλλουργοί αγωνιστές πανίσχυροι, Ρώμη υπηρεσίες, στις σχολές, στις φτωχογειτονιές της σύγχρονης μητρόπολης, ο σχιζοπρολετάριος, [όπως πολύ εύστοχα τον αποκάλεσε ο Ρενάτο Κούρτσιο], είχε την πρωτοβουλία. Αντέταξε την αντιεξουσία του, contropotere proletario.

Διέλυσε η αντεπανάσταση την αλυσίδα, αποκέντρωσε την παραγωγή, την διασκόρπισε στο terittorio, δημιούργησε τον κοινωνικό εργάτη.
Φωτιές σε λουσάτες εκθέσεις αυτοκινήτων, οι οποίες αντανακλούσαν τεράστια αντίθεση ανάμεσα στο συμπιεσμένο λαϊκό εισόδημα και τα υπερπολυτελή αυτοκίνητα που απευθύνονταν σε λίγους, αυτούς τους οποίους οι κρίσεις του συστήματος δεν άγγιζαν ποτέ.
Και τόσες άλλες στιγμές σε ένα πόλεμο που βλέποντάς τον τώρα από μακριά με πιο ψύχραιμο μάτι, στον οποίο πιθανώς, από ένα σημείο και μετά συρθήκαμε. Στον οποίο οι περισσότεροι δεν κιότεψαν και τον άντεξαν μέχρι τέλους με αξιοπρέπεια. Φωτεινότατο παράδειγμα ο ΣΈΤΖΙΟ, ο ΚΟΎΡΤΣΙΟ, και τόσοι άλλοι.

ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΈΕΙ, ΜΕ ΜΆΤΙΑ ΠΟΥ ΛΆΜΠΟΥΝ, Πως μόνο αυτός που έχει ζήσει σε αυτές τις συνθήκες γνωρίζει την ευφορία που γεμίζει την ψυχή, που αναστατώνει τον άνθρωπο, που αντανακλάται στα πρόσωπα αυτών που διαβάζουν στις εφημερίδες τα ‘πολεμικά ανακοινωθέντα της ημέρας’.

Σε όσους όλα αυτά φαίνονται ακραία έχει να αντιτάξει πως δίπλα στην ιδεολογία της πολυθρόνας υπάρχει και η ανάγκη πολλών να ονειρευτούν το αδύνατο, να ερωτευτούν την ‘ουτοπία’ και να πράξουν την αντίσταση στις καθημερινές συμβάσεις, να ζήσουν αυτόνομα.
Η ιστορία πρέπει να λέγεται, να μαθαίνεται, να διδάσκεται, ολόκληρη η ιστορία και όχι μόνο η πλευρά που συμφέρει τους νικητές και τους κρατούντες όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Πρέπει δε να γνωρίζουμε την συγκυρία. Εκείνα τα χρόνια είχαν καταπνίξει με βάρβαρο τρόπο, στη Λατινική Αμερική αντάρτικα εγχειρήματα αλλά και προσπάθειες ειρηνικής απεξάρτησης από το κεφάλαιο και την βόρειο αμερικάνικη οικονομική πολιτική διείσδυση, με σκληρότατες χούντες στρατιωτικές και κυριολεκτικά χιλιάδες ‘εξαφανισμένους’ από προσώπου γης πολίτες.

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ΠΕΘΑΝΕ ΜΕ ΤΟ ΌΠΛΟ ΣΤΟ ΧΈΡΙ ΣΤΟ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΌ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΕΙΟΥ από τις δυνάμεις του μετέπειτα δικτάτορα Πινοσέτ, τον οποίο ο ίδιος ο Πρόεδρος είχε τοποθετήσει αρχηγό του στρατού.
Εδώ σε εμάς ο Γιωργάκης τραυματίζεται πέφτοντας από ποδήλατο και ο Κωστάκης κλωτσώντας ένα τόπι. Άσε που ο τελευταίος φτιάχνει ειδικό νόμο για μία μόνο περιοχή της επικράτειας για να βάλει τον ξάδερφό του στη βουλή. Ανόμοια μεγέθη, ανόμοιες προσωπικότητες.

  • Επιστρέφοντας στα Ιταλικά χρόνια να προσθέσουμε εδώ πως οι αντάρτικες οργανώσειςείναι μέρος του κινήματος, έχουν ακολουθήσει τις διαδρομές του, απλά κάποια στιγμή θέτουν το ζήτημα της αναβάθμισης, πολιτικής και στρατιωτικής, της αυτονόμησης της οργάνωσης από τις μαζικές διαδικασίες για λόγους ασφάλειας, αναβάθμισης επιχειρησιακής και στόχων, σήκωσαν ψηλότερα τον πήχη για να το πούμε απλούστερα. Οι στόχοι πάντως επιλέγονταν από την καθημερινή ‘επαφή’ με το κίνημα, οι σύντροφοι δεν έπαψαν ούτε στιγμή να παίρνουν μέρος στις καθημερινές δραστηριότητες του κόσμου, πολλοί από αυτούς, οι περισσότεροι δηλαδή, αφουγκράζονταν από πρώτο χέρι ανάγκες και καημούς.

Επιθέσεις σε πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία τέτοιους και παρόμοιους δικαστικούς θεσμούς – όπου προλετάριοι δικάζονταν, με τη θέμιδα να γέρνει σταθερά προς τη πλευρά των δυνατών, περιουσίες να αλλάζουν χέρια υπέρ αυτών ή μεγάλων εταιριών – είναι κάποια παραδείγματα για το δρόμο που είχε χαραχθεί. Δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε και η καταστροφή των αρχείων ξεσήκωνε πανηγύρια στις λαϊκές γειτονιές, με τον κοσμάκη να παίρνει ανάσες για καιρό πολύ.

Οι σπαρτιάτες ήταν ενάντιοι στη συσσώρευση πλούτου, είχαν στάση ζωής ηρωική. Η ασπίδα στον πόλεμο προστάτευε πάντα τον διπλανό όμοιο. Όμοιοι σε όλα. Πώς να πολεμήσεις με αυταπάρνηση προστατεύοντας τον διπλανό σου όταν ξέρεις ότι έχει περισσότερα από σένα. Και στο κάτω- κάτω χωρίς να υπάρχει λόγος να κατέχει περισσότερα!.
Η αξία των ανθρώπων βρίσκεται στις πράξεις τους και όχι στο τι κατέχουν. Αυτό πρέπει να θεσμοθετηθεί.

»τι άλλο θέλεις σύντροφε για να καταλάβεις πως σήμανε η ώρα του τουφεκιού ;»

Τους πιο μεγάλους σταυρούς τους κάνουν οι πλουσιότεροι και οι απατεώνες. Δωρεάν πήρατε, δωρεάν δώστε είπε ο Κύριος. Βλέπεις λοιπόν μεγαλογιατρούς μεγαλοδικηγόρους κι ένα σωρό άλλους ‘μεγάλους’ πρώτη γραμμή πίστα, μετά τα μπουζούκια στην εκκλησία. Διότι και τον Χριστό ταξικό τους όργανο τον έκαναν. Έχουν ευλογήσει ένα σωρό χούντες. Για τους στοιβαγμένους στα λαθρεμπορικά καίκια, στις υπερπλήρεις φυλακές έχετε ακούσει άχνα; μούγκα! Ή για απεργούς και καταληψίες που τρώνε άγριο ξύλο.
Και στο κάτω- κάτω γιατί να τρώνε μια ζωή ξύλο οι απεργοί; και οι φοιτητές από τις ζαρντινιέρες;

Οι ανατροπείς και οι εξεγερμένοι οργανώνονται. Αυτόνομα. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά.                                                                                                                                                Δεν το φωνάζουν, δεν το διατυμπανίζουν, Οπλίζονται. Γιατί οι μεν έχουν δίκιο, αγωνίζονται. Οι άλλοι είναι εκεί προστατεύοντας τα ξένα χρήματα. Για πενταροδεκάρες.

Απαγωγές προσώπων μπλεγμένων σε σκάνδαλα, δικαστικών και άλλων τέτοιων φρούτων. Διευθυντών εργοστασίων, επιστατών. Δίκες λαϊκές,
αληθινές. Λάμψη της αλήθειας, δημοσιοποίηση στον τύπο, απελευθέρωση με τρόπο θεαματικό, σικάτο. Πάντα αξύριστος, χτύπημα στο image, με μια πινακίδα στο λαιμό να μιλά για τον αγώνα, το χάραμα, σε δημόσιο χώρο. Τεράστια στιγμή για το κίνημα, χρησιμοποιούσαν όλα τους τα όπλα με τον καινούριο δικό τους τρόπο.
Επίθεση με μολότοφ και φωτιά με χρονική απόσταση, δυναμίτης, σε ξένες εταιρίες και θεσμούς, όταν το ζητά ο διεθνισμός, το κίνημα είναι παγκόσμιο και αλληλο υποστηρίζεται.
Ωραία χρόνια, ζουν όπως ακριβώς θέλουν και τους ευχαριστεί. Αυτό είναι το μυστικό, να ζεις αυτό που θέλεις όταν το θέλεις. Να αποφασίζεις ο ίδιος για τη ζωή σου και να εκτελείς ο ίδιος τις αποφάσεις. Όχι όπως επιβάλλεται.
Δεν θέλανε να γίνουνε χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.
Ήταν ευχαριστημένοι γιατί ήτανε μαζί. Ζούσαν ήδη την συνθήκη τους. Αυτόνομα. Δεν την οραματίζονταν για αργότερα, ‘ώριμες συνθήκες’ και τα λοιπά. Την πραγματοποιούν, κύτταρα του νεαρού κορμιού λούζονταν στα νερά της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Μιας συλλογικότητας φτιαγμένης από χιλιάδες ατομικότητες ενεργές, νεωτεριστικές, μες την κοινότητα. Ο επαναστατικός στρατός σε δημιουργία, κύτταρα της κόκκινης κοινωνίας.
Ζώντας το καινούριο γκρεμίζονταν το παλαιό. Στη δουλειά στο σπίτι στο σχολείο οι σχέσεις είναι πια διαφορετικές. Ίσως όχι παντού, είπαμε, εκεί που το επέτρεπαν οι συσχετισμοί. Εκεί που ήταν δυνατοί.
Η έννοια ‘ανώτερος’ , εξαφανίζονταν.

  • ‘Ήμασταν χαρούμενοι που ήμασταν μαζί, και ήμασταν πάρα πολλοί’ λέει. Πως να βαρεθείς;
    Πολλές απόψεις, πολλά αρώματα.
    ‘Να μη σου πω’, γνέφει, ‘πως κάποια στιγμή νιώσαμε άτρωτοι. Ίσως αυτή να ήταν η ύβρις, που έστειλε τη νέμεση’.
    Σήμερα έχουμε πισωγυρίσει πολύ, η δουλειά κατάντησε ξανά μπελάς, τι ζωή είναι αυτή; οι σπουδές καταπιεστικές, οι σχέσεις το ίδιο. Μοναξιά

‘Από παιδί με συγκινούσαν οι διαφορετικοί, αυτοί που επιστρέφουν πίσω τις συμβάσεις,’ θυμάται.
ΑΠΟΡΕΊ, πως είναι δυνατό χρόνια τώρα οι πολλοί να ευνοούν τους λίγους. Γιατί να τρομάζει τόσο πολύ το διαφορετικό. Και θυμάται ακόμη το πρώτο σύνθημα που διάβασε γραμμένο στη γέφυρα της Αγίας Τριάδας στη Firenze, ‘όλα ακριβαίνουν, ακόμη και η μιζέρια’

Σαν να μη πέρασε μια μέρα, τριάντα τόσα χρόνια μετά η ίδια κατάσταση. Οι αδύνατοι αδυνατίζουν παραπάνω και οι δυνατοί δυναμώνουν περισσότερο.

«Των αθανάτων το κρασί

το ‘βρετε σεις και πίνετε

ζωή για σας ο θάνατος

κι αθάνατοι θα μείνετε»

στίχοι Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

«Καρτερούμεν μέραν νύχταν

να φυσήσει ένας αέρας

στουν τον τόπον πο `ν καμένος

τζι’ εν θωρεί ποτέ δροσιάν

Για να φέξει καρτερούμεν

το φως τζιήνης της μέρας

πο `ν να φέρει στον καθ’ έναν

τζιαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν»

στίχοι Δημήτρης Λιπέρτης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

  • Δηλαδή το μόνο ιδανικό που έχουμε μουρμουρίζει είναι να βάλουμε το παιδί μας στο δημόσιο ή να κρύψουμε ένα αυθαίρετο. Γι αυτό και μόνο γίνεται όλη η δουλειά; Αυτή είναι φτώχεια ακόμα μεγαλύτερη. Σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης, όχι αγαπητικές σχέσεις.
    Είμαστε μία χώρα που δεν αγαπά τον εαυτό της. Εάν δεν αγαπάς τον διπλανό σου, τη δουλειά σου, εάν κατά βάθος δεν αγαπάς τον εαυτό σου, απλά τον ανέχεσαι, πως περιμένεις ότι ο άλλος θα κάνει κάτι για σένα.

Οι πόλεις μας είναι για αυτοκίνητα και τσιμέντο. Για τις τράπεζες, για τίποτα άλλο. Όλοι ονειρεύονται ένα λουξ αυτοκίνητο και ένα λουξ σπίτι. Άλλος καλύπτει τα κενά του τα εσωτερικά με την πολιτική, άλλος με το ποδόσφαιρο, άλλος με την επίφαση ψευτο χλιδής. Άλλος με το κυνήγι του χρήματος, της εξουσίας, άλλος με την θρησκεία, άλλος κάνει οικογένεια και πολλά παιδιά. Όλα αυτά υποκατάστατα των εσωτερικών κενών είναι. Κι εγώ έτσι έκανα, μορφάζει, έπεσα με τα μούτρα στα σπορ, προσπάθησα διάφορες δουλειές, έκανα οικογένειες και παιδιά. Η ψυχή μου όμως πάντα ανήσυχη, ένα κενό εκεί μέσα περιμένει να γεμίσει, άσε που την ήττα δεν τη ξέχασα ποτές. Την ομορφιά του να ζεις με εκείνο τον τρόπο, χωρίς επιβολή και εξουσιοδότηση.
Πας σε μια υπηρεσία και σου μιλούν λες και τους χρωστάς. Σου μιλούν απαξιωτικά γιατί δεν αγαπάνε αυτό που κάνουν. Είναι δυστυχισμένοι οι υπάλληλοι σήμερα, και οι έμποροι επίσης, τους νοιάζει μόνο το κέρδος.

Ζούμε σε σπίτια κλουβιά,

  • η απαγωγή, τον Μάρτη του ’78, και αργότερα η εκτέλεση του Άλντο Μόρο αποτέλεσε κομβικό σημείο, καθοριστικό στην αναμέτρηση του κινήματος με το κράτος. Μια επιχείρηση που έμοιαζε απλησίαστη για τις δυνάμεις μας, μακρινή, ασύλληπτη, άπιαστη, ανέβασε τον πήχη της σύγκρουσης στα ουράνια. Όσο ο γραμματέας ήταν φυλακισμένος και ανακρίνονταν η παρουσία της αστυνομίας και των καραμπινιέρων άρχισε να γίνεται στις πόλεις ολοένα και πιο αποπνικτική. Οι έλεγχοι συνεχείς, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτό άρχισε να προκαλεί δυσφορία. Για ψύλλου πήδημα βρισκόσουν μέσα για έλεγχο, η μικρο παραβατικότητα, τόσο διαδεδομένη στη χώρα, τα έφτυσε. Κινδύνεψε άμεσα και διερράγη η συμμαχία του κινήματος με τους ποινικούς, στις φυλακές και στις προλεταριακές συνοικίες των μητροπόλεων. Η οργανωμένη μεγαλο μαφία ήταν έτσι και αλλιώς εναντίον, τώρα πήρε τα ηνία της ρουφιανιάς στα χέρια της. Καταφέρονταν ανοικτά εναντίον των συντρόφων μαζεύοντας και παραδίδοντας στις αρχές οποιαδήποτε πληροφορία έρχονταν εις γνώσιν τους.

Η χαφιεδολογία του ΚΚΙ ΞΕΠΈΡΑΣΕ ΚΆΘΕ ΌΡΙΟ, κάθε προσδοκία. Ότι γνώριζαν, υπέθεταν, αφουγκράζονταν, κατασκεύαζαν εναντίον συντρόφων αναγνωρίσιμων για την πρωτοπορία τους σε αγώνες κατέληγε στα αρχεία της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών [εισαγγελικών].
Έτσι ξεκίνησε ένα πογκρόμ εναντίον όλων των οργανωμένων πρωτοποριών του κινήματος.

Οι εργασιακές σχέσεις σκλήρυναν απότομα, μιας και τα ανακουφισμένα από την ολοένα αυξανόμενη καταστολή αφεντικά έσφιξαν τα λουριά. Στα Πανεπιστήμια το ίδιο, και στα σχολεία επίσης επέστρεψαν οι καταπιεστικές σχέσεις ενώ στις γειτονιές δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από τους μόνιμα πλέον στρατοπεδευμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Μετά την εκτέλεση του Μόρο η χώρα πάγωσε. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν. Το κύμα χαφιεδισμού αυξήθηκε, βασανιστήρια και εκβιασμοί, άρχισαν να σπάνε και κάποιοι σύντροφοι μιας και η πιθανότητα αμέτρητων χρόνων φυλάκισης για μια υπόθεση που έμοιαζε ολοένα περισσότερο χαμένη ήταν γεγονός, δεν άντεξαν το βάρος των υποχρεώσεων τους, κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν ήδη απομακρυνθεί νωρίτερα από τις ομάδες, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση σοβάρευε επικίνδυνα, την είχαν ήδη σκαπουλάρει που λέμε, γνώριζαν όμως πράγματα.

Το αυτόνομο κίνημα αποτέλεσε εκείνη τη δεξαμενή την τεράστια από όπου οι αντάρτικες οργανώσεις άντλησαν μαχητές. Από το λόγο του καθένα μπορούσες στο περίπου ν’ αντιληφθείς το προς το πού έκλεινε. Ειδικά στο ξεκίνημα αυτό ήταν ευκολότερο. Στη συνέχεια και όσο η κατάσταση γίνονταν πολυπλοκότερη τα πράγματα περιπλέκονταν. Τα στόματα έκλειναν ερμητικά.

Έτσι λοιπόν και οι ‘μετανιωμένοι’ που συνεργάστηκαν, στις καταθέσεις τους παρουσίαζαν ένα σωρό αερολογίες, υποθέσεις, αντιφάσεις. Είχαν ‘χάσει και ένα σωρό επεισόδια’, και αυτό βοήθησε αρκετούς συντρόφους να πέσουν στα μαλακά, μιας και η καταδίκη σε μία σοβαρή δίκη δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί, [έτσι έγινε και στη περίπτωση του φίλου μας που διηγείται].

Αυτοί οι ‘μετανιωμένοι’, διόγκωναν συχνά καταστάσεις για να δείξουν πόσο σοβαρά συνεργάζονταν,για να τη γλιτώσουν με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Ήταν κάτι που σίγουρα σκόρπισε μεγάλη απογοήτευση στη τεράστια πλειοψηφία των αγωνιστών που διακινδύνεψαν την ακεραιότητά τους για ιδανικά που τσαλαπατήθηκαν από καταδότες, ελαφριά τη καρδία, έτσι, ασύστολα.

  • Η παρουσία των ομάδων στους φυσικούς χώρους ήταν καθημερινή με τον λόγο τους. Τα φυλλάδια τα έβρισκες παντού και τα ανακοινωθέντα τους, σε όλους τους χώρους, απίστευτα παντού. Γιατί ήταν χιλιάδες οι αγωνιστές και οι συμπαθούντες. Και συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, με τα σύμβολά τους.

Με λίγα λόγια, και πέρα από κάθε παρεξήγηση, η επαναστατική πρακτική στη χώρα, από κάποια στιγμή και μετά είχε καταστεί λαϊκή απαίτηση και αμέτρητοι αποφασισμένοι άνθρωποι το πραγματοποίησαν.

Την καταστολή δεν την ένοιαξε η ηθική. Η ηθική στην πολιτική δεν υφίσταται, το τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Γνώριζε η καταστολή πως χρειάζονταν ομήρους στα μπουντρούμια της, με αληθινά ή χαλκευμένα στοιχεία για να δημιουργήσει το πρώτο ρήγμα στις επαναστατικές δυνάμεις. Τα επόμενα θα έρχονταν από την πίεση που θα δημιουργούνταν στην κοινωνία και τους συντρόφους. Τον εκβιασμό. Γνώριζαν πως την πίεση που δημιουργεί ο παρατεταμένος βαρύς εγκλεισμός κάποιοι δεν θα την άντεχαν. Σε αυτό υπολόγισαν και τους βγήκε. Χρησιμοποίησαν και τα βασανιστήρια. Αυτό ήταν το τελειωτικό κτύπημα, το κίνημα δεν άντεξε, ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΠΙΣΩ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ.

Δεν χρειάζεται να κατηγορηθεί κανένας, ο άνθρωπος δεν είναι υπεράνθρωπος, δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντοχές, την ίδια υπομονή. Στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες.

Άσε, μου λέει, πως ήδη υπήρχε η γκρίνια για την απόφαση της θανάτωσης του ομήρου, όπως αν θυμάμαι καλά έχουμε ξαναπεί, συμπληρώνει, ήδη πριν αυτή εκτελεστεί ακόμη. Αυτό από μόνο του είχε αποδυναμώσει την κατάσταση, είχε αποπροσανατολίσει πολλούς. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, ‘είπαμε ήδη πολλά’, μουρμουρίζει, το πιάσαμε το θέμα διεξοδικά, το πιάσαμε το νόημα, κι αν κάτι μας ξέφυγε, σίγουρα δευτερεύον. Το μόνο σίγουρο είναι πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, ήταν γεγονός, το ένιωθες στον αέρα, το ζούσαν όλοι, φαίνονταν στη γλώσσα του σώματος, στις συμπεριφορές και στη νευρικότητα που διακατείχε πλέον τους περισσότερους. Η σκυθρωπάδα είχε αντικαταστήσει τη γαλήνη,  σφιγμένα χείλη στη θέση του χαμόγελου και συχνά ο εκνευρισμός στη θέση της σιγουριάς και της ηρεμίας που χρειάζεται ένας αγωνιστής, ο μαχητής, ο στρατευμένος.

Σε γενικές γραμμές αυτά! Φαντάζεσαι μου λέει την απογοήτευση που κατέλαβε τις ψυχές των συντρόφων που είχαν φτιάξει μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική, με σκέψη πρωτότυπη, χωρίς σκοπιμότητες. Γκρεμίζονταν τα πάντα. Πολλοί εξαφανίστηκαν στο εξωτερικό, στη Γαλλία κυρίως, ο Μιτεράν δίδαξε πολιτισμό, η πατρίδα του άνοιξε και τότε την αγκαλιά της όπως χρόνια πριν στους Έλληνες τους οποίους δέχτηκε μετά τον εμφύλιο. Οι άλλοι κλείστηκαν στους εαυτούς τους. Κι αυτοί που παρέμειναν στις φυλακές, χιλιάδες, οπλίστηκαν με κουράγιο και υπομονή.

Ένα μεγάλο κομμάτι δήλωσε μετά από κάποια χρόνια πως μια ιστορική πολιτική σελίδα έκλεισε, πως η ένοπλη πάλη αποτελούσε παρελθόν, λάθος πολιτικό. Δεν χαφιέδισαν. Αποδέχτηκαν την πολιτική ευθύνη των πράξεων τους δίχως να φορτώσουν τις ευθύνες σε άλλους, χωρίς να καταδώσουν συνεργάτες. Διέσπασαν το μέτωπο των αιχμαλώτων, λάθος τραγικό, αρνούμενοι την ίδια την ταυτότητα τους.
Κάποιοι άλλοι, μεταξύ των οποίων κι ένας των ιστορικών ηγετών του Ιταλικού αντάρτικου, ο Renato Curcio, έμειναν, προς τιμή τους και αυτών, αμετακίνητοι στις θέσεις που τόσα χρόνια είχαν αναπτύξει, δηλώνοντας βέβαια κι αυτοί πως η ένοπλη εμπειρία είχε λήξει οριστικά. Και παραμένουν ακόμη φυλακισμένοι ή σε καθεστώς πλέον ημιελευθερίας. ΑΞΙΟΙ.

Μάρα Καγκόλ

Σκεπτόμενος συνεχίζει, γυρνώντας το μυαλό και τις εικόνες πίσω, το έργο της ζωής, προσπαθώντας να αντιληφθώ τι ήταν εκείνο που μας κινούσε, που μας έδινε τόσο ενθουσιασμό και ενέργεια, τόση σιγουριά, κάθε μέρα για τόσο μεγάλο διάστημα ήταν ότι ήμασταν μαζί με εκείνο τον αυθεντικό, ανατρεπτικό τρόπο, την ποιότητα στη ζωή και στις σχέσεις που ανακαλύπταμε και πραγματώναμε καθημερινά μαζί, με τους άλλους και προσωπικά. Αποφύγαμε τους διαχωρισμούς και τις ιεραρχίες. Δεν ξεχωρίζαμε τους ανθρώπους από το τι κατέχουν, μοιράζαμε και μοιραζόμασταν όσο το δυνατόν περισσότερο, οπωσδήποτε δεν υπήρχαν τάξεις και κατηγορίες ανάμεσά μας. Σγουροί, σχιστομάτιδες μελαχρινοί ή ανοιχτόχρωμοι, όλοι χωρούσαν. Όλοι οι καλοί χωράνε. Δεν υπήρχαν αυθεντίες, κι ας ξεχώριζαν πολλοί και σε πολλά. Το σύμπαν γνωρίζει πώς και πού μοιράζει τα χαρίσματα. Τα αποδέχεσαι και τέρμα, το αποδέχεσαι, τέρμα! Ο καθένας δίνει αυτό που έχει, πλαντάζει με το παρά πάνω. Κρατάει τα απαραίτητα. Δέχεται αυτό που του χρειάζεται και αρκείται.
Με λίγα λόγια λοιπόν το γεγονός είναι πως κάναμε την ουτοπία πραγματικότητα. Πραγματοποιήσαμε την ουτοπία.

ΕΝΙΩΘΕΣ ΓΕΜΑΤΟΣ,ΗΣΟΥΝ ΓΕΜΑΤΟΣ.

  • Ο άνθρωπος υπάρχει γιατί η ζωή είναι ευλογία, όχι εργασία. Εργάζεται ένα μικρό κομμάτι της ημέρας για να δημιουργήσει τα απαραίτητα, ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός.
    Είναι εξαιρετικά βίαιο και απεχθές να ξοδεύουμε τόσο χρόνο για να παράξουμε τόσα πράγματα που θα αποθηκεύσουμε για να καταναλωθούν, κι αν, και να μην έχουμε χρόνο να χαρούμε τα αυτονόητα, να απολαύσουμε το δώρο της ζωής, την καθημερινότητα.
    Μουντρούχοι και κατσουφιασμένοι τρέχουμε σαν τον Βέγγο όλη μέρα μες το άγχος, σε μίζερες πόλεις που καταντούν όλο και περισσότερο φυλακές , να αλληλοσκοτωνόμαστε σε ένα ανελέητο αγώνα για την επιβίωση, και κάποιοι να κερδίζουν από όλο αυτό μυθικά ποσά. Να αλληλοσκοτωνόμαστε σε πολέμους, στο δρόμο, από μολύνσεις και ναρκωτικά, από έλλειψη νερού ή τροφής, πάντα για συμφέροντα πολύ λίγων. Πιτσιρικάδες να δολοφονούν σε σχολεία για ψύλλου πήδημα.

Σε πολέμους κατακτητικούς με ‘έξυπνα όπλα’ που δολοφονούν αδιάκριτα, με ‘παράπλευρες απώλειες’ πολύ εξοντωτικές. Κάποτε ήταν για το ψωμί και το αλάτι, τώρα για τους δρόμους της ενέργειας και το ‘μαύρο χρυσό’. Αύριο για το νερό.

1981 Delenda est Δήμος Μούτσης Κώστας Τριπολίτης
Θα σου πάρω βιολιά και ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν, Ερηνούλα μου.                  Μεταξύ μας όπως βλέπεις τα περιθώρια στενεύουν. Τις καμμένες πόλεις, τα νεκρά παιδιά θυμάμαι και το αίμα, και η δικιά μου η ζωή, δίχως νόημα δίχως φωνή και μ’ άδειο βλέμμα, Ερηνούλα μου.
Πέφτει σύρμα και οι μισθοφόροι που σε κυβερνούν, οι ίδιοι αύριο θα σε δικάζουν και
‘χαίρε, Καίσαρα μελλοθάνατε’ θα σου πουν, αυτά που λες,
‘et preterea censeo, Carthago delenda est’.
Με τρομάζεις σαν των γηπέδων τις φωνές και τις σημαίες, Ερηνούλα μου.
Φοβισμένος σε κοιτάζω διπλωμένες κρατώντας τις κεραίες.
Ξεκινάς να με βρεις κι όλο πέφτεις θαρρείς σ’ ένα τοίχο, κι ερωτεύεσαι εκεί, δίχως χρώμα δίχως οσμή και δίχως μύθο, Ερηνούλα μου.
Αλλά εγώ θα σου πάρω βιολιά κι ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν Ερηνούλα μου.

συνεχίζεται

Μανού Τσάο στο Παρίσι, 2008

και στην φωτογραφία εδώ κάτω με τον Θόδωρα τον Θεοδωρίδη στο λεωφορείο ξεκινάμε την μεγάλη εκδρομή στην Κρήτη, στο τέλος της χρονιάς, στην έκτη τάξη του γυμνασίου, πάμε στην Κρήτη λοιπόν, έχουμε πλέον τελειώσει το γυμνάσιο, και πριν ξεκινήσουν οι εξετάσεις, αν θυμάμαι καλά, και αποφοιτήσουμε, εκδράμουμε για να χαλαρώσουμε,

με τα γυαλιά, ο καθηγητής των αρχαίων, δεν θυμούμαι το όνομα του, καλός άνθρωπος

μιχαλης 282

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΣΤ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 4

Κάνουμε γνωριμία με ένα παλικάρι πολύ ιδιαίτερο, από την Κολομβία, μετανάστη. Έχει μια βάρκα μεγάλη κάπου δέκα μέτρα, την νοικιάζει, με τον ίδιο καπετάνιο και πλήρωμα, σε γκρουπάκια έξι έως οκτώ ατόμων για διήμερες εκδρομές σε ένα νησάκι, προστατευόμενο πάρκο, που απέχει κάμποσα μίλια από εκεί που βρισκόμαστε. Κλείνουμε λοιπόν ραντεβού και ένα πρωϊνό ξεκινάμε.
Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, ένα τετράωρο περίπου, ψαρεύει με συρτή, καθισμένος στο τιμόνι, στην πρύμνη. Στο μέσον της διαδρομής σταματά πάνω από έναν μεγάλο ύφαλο και μοιράζει σε όλους μάσκες για να θαυμάσουν κολυμπώντας την βλάστηση και το υποθαλάσσιο τοπίο. Είναι όντως μαγευτικά, νιώθεις ασφάλεια μια και ειδικά σε τόσο ρηχά νερά, δεν ξεπερνούν το ένα με ενάμιση μέτρο, οι καρχαρίες δεν μπορούν να εισέλθουν. Χρειάζονται βάθος. Την ώρα που εμείς εξερευνούμε τον ύφαλο αυτός πλουτίζει την ψαριά του, το γεύμα μας, κάνοντας ψαροντούφεκο. Αυτό το διάλειμμα δεν κρατά πάνω από ώρα. Χτύπησε, κι έτσι έχουμε την ευκαιρία να δούμε και να απολαύσουμε στο δείπνο μας μπαρακούντα κοντά ένα μέτρο.
Βλέπουμε ψάρια που δεν φανταζόμασταν πως υπάρχουν, κοράλια και ένα σωρό άλλες ομορφιές ανάμεσα στα βράχια.

Είναι δεινός ψαράς ο Εμίλιο, εξασφαλίζει σε αυτό το διάστημα γεύματα για δύο ημέρες.
Μετά λοιπόν αυτή την παρένθεση, συνεχίζοντας το ταξίδι μας, ετοιμάζει σαλάτες από τροπικά φρούτα και χυμούς για όλους και μας τα προσφέρει, μιας και η όρεξή έχει απογειωθεί.
Φτάνουμε νωρίς το απόγευμα, δεν θυμάμαι το όνομα του νησιού που φυλάγεται από μια στρατιωτική μονάδα η οποία έχει σαν έδρα το φυλάκιο-φάρο που αναβοσβήνει όλη μέρα και ορθώνεται στη μία άκρη της μοναδικής παραλίας επιβλητικό.
Εξερευνούμε το χώρο για κάμποση ώρα, ανεβαίνουμε στο ψηλότερο σημείο για να δούμε από άκρη σε άκρη, πέτρα και πυκνή βλάστηση, όταν πήγε να νυχτώσει επιστρέφουμε στη βάρκα, μαζευόμαστε και απομακρυνόμαστε από την ακτή αρκετά μέτρα, πρέπει να αποφύγουμε τους βρυκόλακες, τα κουνούπια.

Έχουμε δέσει στην υπήνεμη πλευρά του νησιού που είναι μια τεράστια παραλία με την γνωστή, ψιλή άμμο. Στην άλλη πλευρά μεγάλα βράχια και πολύ κύμα, καμία σχέση, από την μια η ηρεμία και από την άλλη η αγριάδα. Στη μέση μια μικρή λιμνούλα, ακόμη αναρωτιέμαι εάν το νερό είναι γλυκό ή αλμυρό. Βλέπεις, μόλις σκεφτήκαμε να την πλησιάσουμε ξεκίνησε η μεγάλη επίθεση των κουνουπιών, κι εμείς όπου φύγει φύγει, τρέξαμε προς τη βάρκα και τα βαθιά.
Ο καπετάνιος έχει ήδη ξεκινήσει το μαγείρεμα. Η όρεξη είναι ξανά υψηλή, οι πορείες βλέπετε την έχουν ακονίσει και έτσι ξεκινάμε σιγά σιγά το δείπνο. Ψάρια νοστιμότατα και μπόλικες σαλάτες, αναμεμιγμένα φρούτα και λαχανικά. Μπόλικη σερβέζα– μπύρα, και για μετά σφηνάκια τεκίλα, ως συνήθως.
Περιττό να σας πω πως όσο διάστημα μείναμε στο Μεξικό, κάθε βράδυ είμαστε πίτα στο μεθύσι.

Το υπέροχο συμβαίνει το επόμενο πρωί. Ξυπνάμε μόλις σηκώνεται η πρώτη ζέστη, νωρίς, με την ανατολή. Περπατάμε μες το νερό που είναι πολύ ρηχό για δεκάδες μέτρα, προς την ακτή, για να βρούμε ο καθένας το μέρος που θα ξαλαφρώσει τις ανάγκες τις φυσικές. Έχουμε κοιμηθεί σκόρπιοι στη βάρκα, περπατάμε ζαλισμένοι, ντυμένοι όλοι σαν τον Αδάμ και την Εύα.
Αυτή η κινητικότητα λοιπόν σηκώνει ένα σύννεφο πανέμορφα πουλιά, σε όλα τα μεγέθη και τους χρωματισμούς. Έχουν βρει καταφύγιο στην έρημη παραλία την νύχτα, τρομάζουν με την παρουσία μας και κρύβουν τον νεαρό ήλιο με το ξαφνικό, ομαδικό τους πέταγμα!
Σκεπάζουν τον ουρανό, και γίνεται μεγάλη βοή από το τίναγμα χιλιάδων φτερών και τα κρωξίματα.
Το θέαμα σπάνιο.

Καβατζάρουμε το νησί, προς τον ωκεανό και τη φουσκοθαλασσιά, τα μεγάλα βράχια. Το κύμα αφρισμένο. Έχουμε περάσει μπροστά από το φυλάκιο και χαιρετιόμαστε με τους αγουροξυπνημένους φαντάρους, πίνοντας το καφεδάκι μας και σχολιάζοντας το πουλομάνι.
Αντικρίζουμε άλλο φοβερό. Ένα ζευγάρι καρχαρίες τίγρεις βολτάρει ανέμελο και γύρω τους έξι εφτά από τα παιδιά τους υποθέτουμε. Φανταστείτε λοιπόν τα μεγάλα γύρω στα δέκα μέτρα, είναι σίγουρα μακρύτερα από την βάρκα, και σε όγκο μεγαλύτερα. Τα μικρά, σαν μισή βάρκα, αυτά είναι λεπτότερα. Γκριζομαύρα τα μικρά, μαύρα με λευκές μεγάλες βούλες τα μεγάλα.
Λέγεται πως κάνουν να ξυθούν στα σκάφη που τα πλησιάζουν, τα ανατρέπουν, για να γίνει γεύμα το περιεχόμενό στα μικρά τους!
Άβυσσος.

Μένουμε σε απόσταση και θαυμάζουμε από μακριά το λίκνισμα αυτών των φοβερών πλασμάτων στα νερά. Και δεν έχει φωτογραφική μηχανή ούτε ένας από εμάς για να αποθανατίσει τη στιγμή.
Αυτά. Με τόση ένταση και θαυμαστά συμβάντα, δεν θυμάμαι να σου πω τίποτα άλλο από την συνέχεια. Σαν να έχει σβηστεί από την μνήμη.
Εκείνο που δεν ξεχνιέται όμως σίγουρα είναι το σοκ που νιώσαμε όλοι μας, τη μέρα που κατεβήκαμε στο λιμάνι για να κλείσουμε την εκδρομή με τον Εμίλιο. Μόλις έχουν βγάλει στην προκυμαία οι ψαράδες μια τεράστια θαλάσσια χελώνα, που αιχμαλώτισαν με δίχτυα, μεγάλη ίσαμε ένα αυτοκίνητο σχεδόν. Της έχουνε κόψει τα πάντα, της γδέρνουν το καβούκι, την τρυπάνε, και της βγάζουν την καρδιά, η οποία χτυπά δυνατά όση ώρα εμείς, λίγο παραπέρα κανονίζουμε τις λεπτομέρειες του ταξιδιού.
Φρικτό!

Δεν ξέρω τι νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι, και πόσο ‘φυσικά’ τους φαίνονται ορισμένα πράγματα. Εμείς όλοι, σίγουρα, τους μισήσαμε την ίδια στιγμή. Δεν ξεχνιέται, δεν καταπίνεται.

Soul Sacrifice, Santana.

Τριγυρνάμε πολύ καιρό εκεί κάτω, μαζί με άλλους, όλοι κάτι αναζητούν. Εμπειρίες κυρίως, πιστεύω. Η αναζήτηση είναι ωραία, η στασιμότητα βλάπτει. Αλλάζεις παραστάσεις και εικόνες, βλέπεις πως σκέφτονται άλλοι άνθρωποι, αντικρίζεις διαφορετικούς πολιτισμούς, άλλες εικόνες.
Οξύνονται οι αισθήσεις εάν δεν είσαι αδιάφορος.
Γυρνάμε τέσσερις χώρες για ένα δίμηνο. Σκαρφαλώνουμε σε λεωφορεία γεμάτα ασφυκτικά, ανθρώπους και ζώα, σε κάθε γωνιά, όπως ακριβώς βλέπουμε μέχρι σήμερα στον κινηματογράφο, και μας μοιάζουν εξωτικά.
Διασχίζουμε αποστάσεις λίγων χιλιομέτρων μέσα σε ώρες. Πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, ανηφόρες  κατηφόρες, όλο στροφές, χώμα άσφαλτος και ξανά χώμα.
Ενδιαφέροντα σίγουρα, όλα. Θέλει κότσια να ζήσει ένας Ευρωπαίος εκεί πέρα. Η αίσθηση που όλοι αντλούμε πάντως είναι πως η ανθρώπινη ζωή, και η ζωή γενικότερα, δεν έχει την ίδια σημασία,  σπουδαιότητα κι αξία θα έλεγα, που έχει στην Ευρώπη.

  • Επιστρέφουμε στην καρδιά του φθινοπώρου. Με ανάμικτα συναισθήματα.
    Αφήσαμε πίσω μας πανέμορφες χώρες. Διασχίσαμε οροπέδια, κι όχι μόνο, με τεράστιες λίμνες, μπήκαμε στην καρδιά της ζούγκλας, σκαρφαλώσαμε πυραμίδες, ανεβήκαμε βουνά, κατεβήκαμε φαράγγια και περπατήσαμε πανέμορφες κοιλάδες, κολυμπήσαμε σε ήσυχες παραλίες, βουτήξαμε στα τεράστια κύματα του ωκεανού, είδαμε ανθρώπους να κοιμούνται μεθυσμένοι πεταμένοι στη λάσπη. Χώρες όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι τεράστιες, [ σήμερα προς τα εκεί οδεύει ο Ευρωπαϊκός τουλάχιστον Νότος].
    Προσπεράσαμε τυφώνα, μια ολόκληρη νύχτα τρέχουμε μακριά του, μας κυνηγάει ακολουθώντας το λεωφορείο που μας μεταφέρει στην επιστροφή προς Βορρά. Ταξιδεύουμε κυριολεκτικά σαν βαπόρι, βουτηγμένο το όχημα στα νερά με τις μεγάλες του ρόδες κυριολεκτικά πνιγμένες. Βλέπουμε ανθρώπους, στη στεριά, να κυκλοφορούν με βάρκες. Λες και ζούμε ταινία.
    Βλέπουμε παθητικότητα. Ίσως να προετοιμάζονται και να μη το δείχνουν, ίσως να είναι η γαλήνη πριν την καταιγίδα.
    Απίστευτη υγρασία, σε βαθμό αγανάκτησης στην αρχή. Συνηθίσαμε.
    Επιστρέφουμε στον πολιτισμό, που δεν είναι πολιτισμός. Και αυτή τη κατάσταση την συνηθίζεις.
    Ονομάζουν πολιτισμό την εξέλιξη της τεχνολογίας, που λύνει προβλήματα για να δημιουργήσει μύρια άλλα.

Επιστρέψαμε και βρήκαμε στη θέση της χώρας που γνωρίζαμε κάτι άλλο, πολύ διαφορετικό. Άσχημη κατάσταση, αποκρουστική. Βαριά και ασήκωτη. Πνιγηρή.
Ένα πογκρόμ σε εξέλιξη, μια καταστολή που σηκώνει στον αέρα θέλοντας να ξεριζώσει τα πάντα, δικαίους και αδίκους που λένε. Πήρε σβάρνα τους αυτόνομους δίχως σταματημό.
Τα νεύρα τεντωμένα, έτοιμα να σπάσουν.
Και απογοήτευση μεγάλη.

Don’t give up, Tracy Chapman.

  • Δεν γύρισα απευθείας στον προορισμό μου. Πέρασα πρώτα να συναντήσω έναν φίλο, που σε πόλη της Αδριατικής κρατά ένα μικρό ξενοδοχείο με συγγενείς του, με φιλοξένησαν για κάποιο διάστημα, μέχρι να μου μηνύσουν ότι ο δρόμος είναι καθαρός.
    Γυρνώ λοιπόν λίγες μέρες αργότερα, οριστικά, μέχρι νεωτέρας. Έχει ξεκινήσει όμως το κρυφτούλι. Τρία σπίτια σε τρεις μήνες, είμαι ένα βήμα μπροστά από τους διώκτες, χωρίς καλά- καλά να το ξέρω, δεν το έχω συνειδητοποιήσει, είναι αλήθεια. Το γνωρίζω χωρίς σχεδόν να το ξέρω. Μόλις αλλάζω σπίτι μαθαίνω πως λίγο αργότερα το επισκέπτονται και οι διώκτες μας. Πάντα στην προηγούμενη διεύθυνση, με μια μικρή καθυστέρηση. Σου λέω, το ξέρεις, πηγαίνουν παντού, ψάχνουν τα πάντα, κυνηγούν ότι κινείται, χωρίς λογαριασμό, δίχως εξηγήσεις. Κανονικό κυνήγι μαγισσών.

Κι ότι τους κάτσει. Ποντάρουν στους αδύνατους. Σε αυτούς που θα σπάσουν. Που δεν θα αντέξουν την πίεση και θ’ αρχίσουν να μιλούν. Αλήθειες ή υπερβολές δεν ενδιαφέρει. Φτάνει να διασπάσουν το κίνημα, να χωρίσουν τους συντρόφους. Να στρέψουν τον ένα ενάντια στον άλλον.
Σιγά σιγά θα το καταφέρουν.
Κατάφεραν πολλά. Κρανίου τόπος.

μια ιστορία του εννιακόσια 5 Prospero Gallinari

Εμένα με βοήθησε λίγο η προνοητικότητα και πολύ περισσότερο η τύχη, αφάνταστα θα έλεγα. Εκείνο το διάστημα. Με βοήθησε και αργότερα. Οριστικά. Απ‘ όπου κι αν κοιτάξεις το θέμα..
Ένα μεγάλο αστέρι ;
Μια εξ ουρανού βοήθεια ;                                                                                                                    Η μάνα μου;
Ποιος ξέρει ;

 

  • Μιας και μιλάμε ώρα για θάλασσες, συνεχίζει ο Μάριος, την έχουμε κι εδώ μπροστά μας όλη μέρα, να σου πω δυο λόγια για τον παρ ολίγο πεθερό μου.
    Υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις, βατραχάνθρωπος. Είχε εξειδίκευση να οδηγεί τις τορπίλες των υποβρυχίων κοντά στο στόχο, καβάλα κυριολεκτικά, σαν επάνω σε άλογο, κάτω από την θάλασσα, κι όταν πια βρίσκονταν κοντά, να στοχεύει και να την στέλνει κατευθείαν στο βαπόρι που πρέπει να βυθιστεί..
    Φυσιογνωμία μεγάλη ο Τζιόρτζιο, μου έχει διηγηθεί ιστορίες πολλές από τα νιάτα του, την εκπαίδευση, τη θητεία, τον πόλεμο. Θαύμασα την δεξιοτεχνία του, το κουράγιο του, την αγνότητά του επίσης. Δούλευε, υψηλό στέλεχος σε μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία. Ένα πρωί τα βρόντηξε όλα και παραιτήθηκε μην αντέχοντας τη βρωμιά και την διαφθορά του περιβάλλοντος η ιδιοσυγκρασία του, βλέποντας όλα όσα συνέβαιναν εκεί μέσα, στο χώρο γενικότερα της υγείας.
    Στη διαπλοκή εταιρειών και κράτους.
    Έγινε ένας απλός πωλητής, ανατρέφει τα παιδιά του με αρχές. Μεγάλος.

Fragile, Sting.

Απ’ ότι θυμάσαι, την έχω γλιτώσει ήδη φτηνά μια προηγούμενη φορά. Τότε που ‘τσίμπησαν’ κι εσένα για φθορές στη σχολή Πολιτικών Επιστημών, όπου φοιτούσες.
Λίγες μέρες προηγούμαι, χτυπούν τη πόρτα του σπιτιού, νωρίς το πρωί.
Δεν μπορεί να είναι γνωστοί, τέτοια ώρα δεν έχουμε ποτέ επισκέψεις. Μοναχά η αστυνομία σε αναζητά τα χαράματα. Ο κόκορας δεν έχει ακόμα λαλήσει. Βεβαιώνονται από βραδύς πως γύρισες, και με το πρώτο χάραμα, ντριν, ο υπαστυνόμος!
Έχει και λιγότερη κίνηση στη γειτονιά.
Δεν μου φορούν χειροπέδες, πηγαίνουμε για ανάκριση, φθορές δημόσιας περιουσίας.
Κατάληψη στις σχολή, κάποια σπασίματα.
Χαλαρά. Στη δική σου περίπτωση είναι χειρότερα. Ξένη χώρα, φόβος για απέλαση κλπ.

Αρνιέμαι τη συμμετοχή στη φασαρία, δεν είναι δυνατόν να βρίσκομαι σε δύο μέρη την ίδια στιγμή, υπάρχουν μάρτυρες αδιάψευστοι. Δεν με ακούν, χειροπέδες αυτή τη φορά. Με οδηγούν στο κάστρο, στις Μουράτε, Le Murate.
Εντυπωσιακό κτίριο, μεσαιωνικό, όπως ολόκληρη η ιστορική πόλη, βρίσκεται στην καρδιά της, στην κόκκινη συνοικία του Άγιου Σταυρού.
Τεράστιο, δεν γνωρίζω πόσες ακτίνες, τρεις όροφοι εκεί που βρισκόμαστε εμείς, ενώνονται με γέφυρες, πλέγμα στον τελευταίο προς τα κάτω για να ‘εμποδίζονται’ οι αυτοκτονίες, να σταματήσει εκεί το κορμί αυτού που θα ήθελε να βουτήξει στο κενό. Λίγες μέρες μετά χώνουν μέσα κι εσένα.
Είμαστε χωριστά, τα κελιά είναι ανοικτά πολλές ώρες, τις περνάμε με παλιότερους συντρόφους που βρίσκουμε εκεί μέσα, μας φέρονται σαν μεγαλύτεροι αδελφοί.

Περνάμε έτσι καμιά δεκαριά μέρες μέχρι να μας δικάσουν. Έχει παγωνιά, στην αυλή δεν βγαίνει κανείς, καταχείμωνο. Έτρεξε αυτό το διάστημα, ήρθε η μέρα, ξαναείδαμε φίλους και συντρόφους στην αίθουσα, τα κορίτσια και τους γονείς μας.
Είδες και τον πατέρα σου που πέταξε για να σου συμπαρασταθεί, προσπάθησε να σε πείσει να επιστρέψεις πίσω, φοβήθηκε το μπλέξιμο σου με τους αγώνες.
Στάθηκες ανένδοτος.
Το κίνημα εκπροσωπείται στην πόλη από ένα ανάμεσα στα καλύτερα δικηγορικά γραφεία. Κάνει καλή δουλειά, ονόματα δεν θυμάμαι, ο πρώτος των δικηγόρων πάντως είναι ένας άντρακλας ψηλός ίσαμε εκεί πάνω, πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και τις ικανότητές του, με μεγάλη ευφράδεια .
Αριστερών καταβολών η φήμη του γραφείου, είναι πάντοτε δίπλα μας.
Αντονίνο Φιλαστό λέγεται ο άνθρωπός μας τελικά, ο νομικός, τον θυμάμαι.

Μάρτυρες υπεράσπισης ο πρύτανης και καθηγητές της σχολής. Την ώρα που εσωτερική πορεία είναι σε εξέλιξη, με το τέλος της κατάληψης, επιτίθεται σε γραφείο γνωστού σπιούνου, αποχωρώντας μια μικρή ομάδα, εμείς βρισκόμαστε στην πρυτανεία, απεσταλμένοι των φοιτητών. Κάνουμε απολογισμό, συζητώντας με τους καθηγητές πάνω στα αιτήματά μας.
Αυτές οι φθορές, εμείς στοχοποιημένοι, γνωστοί μπροστάρηδες στους αγώνες για το καλύτερο.
Αθώοι λοιπόν.
Πανζουρλισμός, συνθήματα, τραγούδια, ο πατέρας σου συγκινήθηκε.
Μας σηκώνουν ψηλά δεκάδες χέρια, χανόμαστε σε χίλιες αγκαλιές,μέχρι να μας αποσπάσουν οι αστυνομικοί για να μας στείλουν ξανά μέσα. Από την φυλακή θα πάρουμε εξιτήριο. Το οξύμωρο είναι πως μας ξαναπερνούν χειροπέδες.

Οι δύο ώρες που μεσολάβησαν στα μπουντρούμια μέχρι να ετοιμαστούν τα χαρτιά που θα μας οδηγήσουν στην ελευθερία είναι οι χειρότερες, οι δυσκολότερες των τελευταίων ημερών. Ο δείκτης του ρολογιού δεν γυρνά με τίποτα, λες και είναι σταματημένος.
Δεν ηρεμώ, δεν συγκεντρώνομαι, κάτι σαν κρίση πανικού.
Απαίσιο.
Το βράδυ γίνεται ένα μεγάλο πάρτι στο σπίτι, με όλων των ειδών τα καλούδια. Την άλλη μέρα κηρύγματα από γονείς και συγγενείς : ‘κοίταξε αγόρι μου να στρώσεις, να βάλεις μυαλό. Είσαι άντρας, δεν είσαι άλλο παιδί. Πρόσεχε τις παρέες σου. Συγκεντρώσου, δεν θα αλλάξεις εσύ τον κόσμο. Κοίταξε τις σπουδές σου, τις υποθέσεις σου’.
Τέτοια πολλά, και άλλα παρόμοια.
‘εντάξει’…….αλλά από μέσα…….hasta la victoria siempre…….μέχρι την τελική νίκη.

Layla, Eric Clapton.

Είναι τότε που μαθαίνουμε να φτιάχνουμε εμπρηστικές βραδείας ανάφλεξης, να τις τοποθετούμε και να γίνεται το μπαμ μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να έχουμε τον χρόνο να απομακρυνθούμε για να βρεθούμε στη σιγουριά.
Τι νομίζεις, κάθε πράγμα στον καιρό του, τα βήματα γίνονται με προσοχή, σταδιακά. Από τα απλούστερα στα περισσότερο σύνθετα.
Παρακολουθήσεις, τοποθετήσεις, εισβολές, παραπλάνηση. Και μετά οι ενέδρες. Αυτές τις τελευταίες δεν τις προλαβαίνω, έρχεται το πλήρωμα του χρόνου. Τέλος πάντων.

Addio Lugano bella G Gaber, E Jannacci, L Toffolo, O Profazio, S Pisu

να είναι καλά ο αγαπητός φίλος και εξαίρετος καλλιτέχνης, ο Αργύρης ο Μπακιρτζής που μου θύμισε αυτόν τον αναρχικό ύμνο, όπου συμμετέχει και ο Giorgio Gaber, νεότατος

 

  • Γνωρίζω ένα παλικάρι. Τον Μάσσιμο. Είναι μια μεγάλη παρέα, καμιά δεκαριά, με τα κορίτσια τους. Ψηλός, σγουρομάλλης, ομορφόπαιδο. Εργάζεται πότε πότε, δεινό κλεφτρόνι, μας προμηθεύει στο πι και φι ότι χρειαζόμαστε.
    Έχει ένα αρχαίο πεντακοσαράκι και η αγαπημένη του συνήθεια, που μου την κόλλησε κι εμένα είναι να ανεβαίνει επάνω στους λόφους, όταν βρέχει, και να κάνει σβούρες στο λασπωμένο χώμα, μέσα σε παρκάκι, με ανάποδα τιμόνια και χειρόφρενο, ανάμεσα στα παγκάκια και τα κράσπεδα, χωρίς να χτυπά το αυτοκίνητο. Αυτό είναι το στοίχημα. Όλο και δυσκολότερα σχέδια. Ζωγραφίζει κυριολεκτικά στη βρεγμένη γη
    ‘πίνουν’ όμως πολύ και αυτό τους καταστρέφει τελικά. Σχεδόν όλους. Κάηκαν. Ένας την γλίτωσε τελικά, αν δεν κάνω λάθος, γίνεται μαθητής σε μοναστήρι, στην Ινδία. Γυρίζει μετά από καιρό ντυμένος στα πορτοκαλί. Έχει γεμίσει η Ευρώπη τέτοια παιδιά εκείνο τον καιρό.

Γνωρίζει ένα μέρος, στην Τοσκάνη, δυο ώρες από την Φλωρεντία. Έχει ορυχεία η περιοχή, εξόρυξης μαρμάρου, αν θυμάμαι. Αποθήκες με εκρηκτικά. Μας αναθέτουν λοιπόν κάποια στιγμή να κάνουμε χαρτογράφηση κλπ. Ωράρια, φύλαξη. Να φτιάξουμε σχέδιο για πιθανή κλοπή.
Μένουμε κοντά μια βδομάδα στην περιοχή. Θυμάμαι πως είναι η καταγωγή του από εκεί ή έστω κάποιων συγγενών του. Την γνωρίζει καλά. Έχει τα κλειδιά ενός σπιτιού σε μια μικρή πόλη. Χειμώνας, χωρίς θέρμανση, το δαγκώνουμε. Είναι αλπινιστής, έτσι έχει ειδικούς υπνόσακους με πούπουλα χήνας, κατάλληλους για ύπνο στο χιόνι. Κοιμόμαστε ξεβράκωτοι εκεί μέσα, είναι τόσο ζεστός ο ύπνος μας.

Τον γνωρίζουν κι έτσι δεν συχνάζουμε σε μέρη όπου πηγαίνουν φιλικά του πρόσωπα, δεν θέλουμε να καρφωθούμε, να δίνουμε εξηγήσεις για την παρουσία μας στην περιοχή. Κάποιοι άλλοι, σε ανύποπτο χρόνο, θα επιχειρήσουν εκεί, ξέρεις, χρειάζονται εκρηκτικά.
Ακούμε όλη μέρα μουσική και παρακολουθούμε την περιοχή με τα ορυχεία. Είσοδοι, έξοδοι, οδοί πρόσβασης και διαφυγής, κινητικότητα, φύλαξη, ωράρια, πορείες.
Με την επιστροφή μας στα πάτρια εδάφη έχουμε καταστρώσει έκθεση σελίδων.
Μήνες αργότερα διαβάζω στις εφημερίδες τα νέα για την διάρρηξη αποθήκης και την κλοπή στην περιοχή εκρηκτικών υλών.

Επέστρεψα ένα χρόνο αργότερα σε εκείνα τα μέρη, παραλιακά αυτή την φορά. Υπάρχει μια φανταστική αμμουδιά, δύσκολα προσβάσιμη, όπου κάνουμε ελεύθερο κάμπινγκ ένα Σαββατοκύριακο. Δύσκολη, απόκρημνη κατεβασιά. Δύσβατη. Αξίζει όμως ο κόπος όλα τα λεφτά του. Απομονωμένη ομορφιά για καλοκαιρινή απόδραση.
Την γνωρίζει ένας καινούριος φίλος που δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά που συζητάμε. Μας προτείνει την εκδρομή και την πραγματοποιούμε κάμποσοι φίλοι, αγόρια κορίτσια.
Για να προσεγγίσουμε την παραλία πρέπει υποχρεωτικά να περάσουμε από τον δρόμο και τα μέρη στα οποία τριγύρισα έναν χρόνο νωρίτερα, παρακολουθώντας και καταγράφοντας.
Στα παιδιά που είναι μαζί μου αυτή την φορά, δεν περνά από το μυαλό τους η άλλη μου πραγματικότητα, δραστηριότητες μακρινές, ξένες. Όχι τόσο ιδεολογικά όσο πρακτικά. Δεν υποψιάζονται ούτε στον ύπνο τους την άλλη μου υπόσταση.

Νιώθω πολύ παράξενα. Άγρια χαρά μαζί με κάποια στεναχώρια
Είμαι περήφανος για αυτό που είμαι. Συγχρόνως νιώθω κάτι σαν εγκατάλειψη. Θλίψη που υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός, που υφίσταται αυτή η διαφοροποίηση στις συνειδήσεις, στους ανθρώπους.
Αργότερα κατάλαβα πως αυτή ήταν η πρόγευση της μοναξιάς του παρανόμου, που λέμε. Μια κάποια απομόνωση.
Στην αρχή είμαι ενθουσιασμένος, πετάω, καταλαβαίνεις.
Μετά ψιλο χαλιέμαι.
Την πρώτη νύχτα συμβαίνουν αυτά. Μέθυσα, χαλάστηκα.
Στη συνέχεια συνήλθα, δεν το σκεφτόμουν πια, συνηθίζεις. Τότε μου έρχεται και η θλίψη.
Πως γίνεται και το θυμάμαι ;
Δεν ξέρω να απαντήσω. Είναι αυτά τα συναισθήματα που χαράσσονται μέσα και αναδύονται κάποια στιγμή, αργότερα. Απ’ το υποσυνείδητο. Όταν χαλαρώνεις…… Και ακούς! Τότε που οι σκέψεις τρέχουν ελεύθερα, χωρίς να σκοντάφτουν, χωρίς να κολλάνε πουθενά, κυλώντας σαν το γάργαρο ρυάκι, το τρεχούμενο νερό.

τα παιδιά του ’77, 2

With a little help from my friends, Joe Cocker.

Επανέρχομαι στον Μάσσιμο. Από αυτόν γνωρίζω και εκείνη την κοριτσοπαρέα από τον αυτόνομο σύνδεσμο των οπαδών βιόλα, viola, των αυτόνομων οπαδών της Φιορεντίνα, της σπουδαίας ομάδας της πόλης μας. Πηγαίνω λοιπόν στο γήπεδο μαζί τους, στο Communale, curva Fiesole. Το πέταλο που πήρε το όνομα του από την συνοικία, στους πρόποδες της οποίας είναι κτισμένο το γήπεδο, και σκαρφαλώνει στον ομώνυμο λόφο. Ντυμένο στα μωβ, από το χρώμα της ομάδας και της πόλης, θέαμα μοναδικό. Χορογραφίες και τραγούδια, ενέργεια που μοναχά στις μαχητικές μεγάλες διαδηλώσεις θα συναντήσεις, ζω τον παλμό και τα συνθήματα και αγαπώ για πάντα την ομάδα.

Βλέπεις, παρόλο που γουστάρω τα σπορ, μου αρέσει πολύ το ποδόσφαιρο, εκείνα τα χρόνια έχω κυριολεκτικά απορροφηθεί από τα κοινωνικά κινήματα, ιδιαίτερα από την οργανωμένη αυτονομία, και δεν έχω πατήσει το πόδι μου στο γήπεδο άλλη φορά, πριν από εκείνη τη μέρα με την Ιουλία και την Γαβριέλλα. Δυο άγριες, γλυκύτατες μαθήτριες του Λυκείου που με ξεσήκωσαν για το παιχνίδι, τοπικό ντέρμπι με την γειτονική Μπολόνια.
Πρέπει να πω πως νιώθω δέος εκεί μέσα. Παρόλο που το παιχνίδι τελείωσε ισόπαλο, η ατμόσφαιρα είναι φανταστική, ο μεγάλος Τζιανκάρλο Αντονιόνι δεν κατάφερε να σπρώξει την ομάδα του στη νίκη. Από εκείνη την ημέρα υποστηρίζω τους βιόλα. Παρότι συμπαθώ παντού και πάντα τους κόκκινους.
Στο γήπεδο πηγαίνω ξανά λίγους μήνες μετά, πάλι με τις δυο φιλενάδες, σε συναυλία του Λούτσιο Ντάλα.

Περάσαμε πολύ όμορφα, είναι όμως ακόμη καλύτερα τότε που ο σπουδαίος καλλιτέχνης τραγουδά σε κατηλειμμένο εργοστάσιο, στη βιομηχανική περιοχή της πόλης, συμπαραστεκόμενος στους απεργούς εργάτες που βρίσκονται σε αγώνα. Εκεί μέσα είναι το κάτι άλλο. Η μουσική και ο στίχος, το συναίσθημα,αποκτούν άλλη βαρύτητα, η ατμόσφαιρα απογειώνεται και οι καρδιές χτυπούν πιο δυνατά. Ένα αληθινό πανηγύρι του λαού. Του λαού σε κίνηση. Του ανθρώπου σε εγρήγορση.
Όταν ο λαός κινείται, όταν ο λήθαργος παύει, όταν ανασταίνονται οι συνειδήσεις, όταν ο άνθρωπος αγαπά τον διπλανό του, τον νοιάζεται, τότε μη φοβάσαι τίποτα!
Η αλληλεγγύη το όπλο των λαών.

Ι put a spell on you, Screamin Joe.

συνεχίζεται

22/8/12

FURIOSI – Νανι Μπαλεστρίνι – Εκδόσεις Απρόβλεπτες – Σεπτέμβριος 2012

Εκεί στο πέταλο είμαστε 17000 όλοι μέλη των Ερυθρόμαυρων Ταξιαρχιών όμως αυτοί που ακολουθούν όλους τους εκτός έδρας αγώνες δεν είναι πάνω από καμιά χιλιάδα 1500 στην καλύτερη περίπτωση κι είναι εκείνοι που σου δίνουν τη χαρά να ζεις κάτι που υπερβαίνει τη Μίλαν επειδή εκεί γαμώτο υπάρχουν στιγμές που ζεις πράγματα τα οποία σε κάνουν να ξεχνάς τη Μίλαν εκεί κινδυνεύεις να σε σακατέψουν κινδυνεύεις να πας φυλακή διακινδυνεύεις τα πάντα κι εκείνη τη στιγμή η Μίλαν είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτεσαι εσύ εκείνη τη στιγμή είσαι με τους φίλους σου την ομάδα σου είσαι κάτι το συλλογικό

Από τους προλεταριακούς αγώνες του ‘60 και του ‘70, ο Νάνι Μπαλεστρίνι μας μεταφέρει στα γήπεδα της Ιταλίας της δεκαετίας του ‘80, σ’ ένα ανήσυχο μυθιστόρημα που περιγράφει το σημαντικότερο ίσως φαινόμενο συσπείρωσης και κοινωνικότητας των νέων εκείνη τη δεκαετία.

Μία αφήγηση χωρίς ανάσα, με επίκεντρο ένα επεισόδιο μεταξύ των οπαδών της ομάδας της Κάλιαρι και εκείνων της Μίλαν. Οι πρωταγωνιστές εξιστορούν σε πρώτο πρόσωπο τις εμπειρίες τους από τις οπαδικές μετακινήσεις, τις επικές μάχες με τους οπαδούς αντίπαλων ομάδων και την αστυνομία, τις προσωπικές διαδρομές στις εξέδρες των γηπέδων, τους τρόπους οργάνωσης και τους κώδικες που διέπουν τη συμπεριφορά τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική.

Οι αφηγήσεις που συνθέτουν αυτό το ηρωικό-κωμικό μυθιστόρημα του Μπαλεστρίνι σκιαγραφούν γλαφυρά την ανθρωπογεωγραφία του κινήματος των ιταλών ultras, πριν αυτό μπει στη φάση της παρακμής του.

Ο Νάνι Μπαλεστρίνι γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1935. Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα το 1953 και στις αρχές της δεκαετίας το ’60 συμμετείχε στην ίδρυση της λογοτεχνικής ομάδας «Gruppo 63». Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Tristano δημοσιεύτηκε το 1964 από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli. Αναμίχτηκε ενεργά στα πολιτικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και το 1979 αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γαλλία για να αποφύγει τη σύλληψη, μετά τη δίωξή του στα πλαίσια της «Έρευνας της 7ης Απριλίου», όπου παρέμεινε μέχρι την οριστική απαλλαγή του λίγα χρόνια αργότερα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία των περιοδικών Il VerriQuindiciAlfabeta και Zoooom. Εκτός από τη λογοτεχνία, δραστηριοποιείται και στο χώρο των οπτικών τεχνών και έχει πραγματοποιήσει πολλές εκθέσεις στην Ιταλία και το εξωτερικό και το 1993 συμμετείχε στην Μπιενάλε της Βενετίας. Στα ελληνικά έχουν δημοσιευτεί τα μυθιστορήματα Τα θέλουμε όλα (εκδόσεις Στοχαστής)· Ο εκδότης (εκδόσεις Γνώση)· Οι αόρατοι (εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος). Στο τεύχος 6 του περιοδικού ΤΕΦΛΟΝ έχει δημοσιευτεί ένα εκτενές αφιέρωμα στη ποίησή τους, ενώ στο τεύχος 12-13 του περιοδικού Τα Παιδιά της Γαλαρίας μια (σχεδόν) εξαντλητική συνέντευξη για τη ζωή και το έργο του.

μιχαλης 265

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ε. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 3

Μας αρέσει να κάνουμε καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα. Στα πανέμορφα Ιόνια νησιά και παράλια, που είναι κοντά στην πατρίδα μας, κυρίως. Με σκηνάκια και υπνόσακους. Βουτάμε όλη μέρα στα καθάρια, γαλαζοπράσινα νερά και λιαζόμαστε με τις ώρες.
Λευκάδα, Παξοί, τώρα τελευταία Πάργα και Σύβοτα. Εκεί γνωρίζουμε τον Σάντρο που συζεί στη Ρώμη με την Αντρέα, γερμανίδα φοιτήτρια που έχει τελειώσει ιταλική φιλολογία, αλλά παραμένει στην χώρα με τον φίλο της και τον ακολουθεί στις διακοπές του. Ταξιδεύουν με ένα Φόρντ Τράνσιτ που χρησιμοποιεί στη δουλειά του ο Σάντρο, είναι έμπορος δερμάτινων ρούχων.

Γίναμε μια μεγάλη παρέα λοιπόν, περνάμε θαυμάσια. Γυρίζουμε όλη την περιοχή, Μέτσοβο, Βίκο, Ζαγοροχώρια και Πάργα, την περιοχή της Πρέβεζας, φτάσαμε μέχρι τον Αχέροντα και επισκεφτήκαμε την είσοδο του κάτω κόσμου. Περνούμε κοντά δέκα μέρες μαζί. Χωρίζουμε όταν οι καινούριοι μας φίλοι κατηφόρισαν προς Κρήτη. Μάλιστα εγώ, μαζί με την φιλενάδα μου την Ρέα τους ακολουθήσαμε ίσαμε τον Πειραιά, μιας και θέλουμε να επισκεφτούμε την Ακρόπολη, και με την ευκαιρία να γνωρίσουμε την Αθήνα. Πρέπει να σας αποκαλύψω πως ο πατέρας της Ρέα είχε πολεμήσει στην Ελλάδα, μιλούσε πάντα για την χώρα και τους κατοίκους της με τα καλύτερα λόγια. Ήταν θερμός φιλέλληνας και το είχε μεταδώσει και στα παιδιά του. Γνώριζε τα πάντα για τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό και αγαπούσε πολύ το τσίπουρο και την ρετσίνα.
Θυμάμαι μάλιστα πως στο πλοίο με το οποίο περάσαμε από την Στερεά στην Πελοπόννησο σήκωσα λιγάκι πυρετό. Μέχρι όμως να φτάσουμε στον Πειραιά, μου είχε περάσει.

Επιστρέψαμε στην Ιταλία, auto stop και καράβι, και στον δρόμο μας προς τον βορρά κάναμε μια διήμερη στάση στην Ρώμη για να επισκεφτούμε τους φίλους μας. Βρήκαμε μοναχά τον Σάντρο, διαπιστώσαμε λοιπόν με λύπη πως τα παιδιά είχαν χωρίσει στον δρόμο προς Κρήτη, είχαν ένα φοβερό καυγά στο καράβι και με την αποβίβαση στο νησί πήραν διαφορετικούς δρόμους. Τα ίχνη της Αντρέα χάθηκαν στην Ελλάδα.

Το χαμόγελο της Τζοκόντα, Μάνος Χατζιδάκης.

  • Αυτά όλα λοιπόν μου έρχονται στον νου όσο διάστημα προσπαθώ να ηρεμήσω, ξεφεύγοντας λιγάκι από τα πολεμικά καθέκαστα του παρόντος.
    Κάθε τόσο κοιτώ το γλυκό προσωπάκι που ακουμπά στο στήθος μου γαληνεμένο. Ήσυχο πλέον μετά το κυνηγητό που έχει προηγηθεί. Τη διαδήλωση, τις φασαρίες, το εμπόλεμο κλίμα.
    Προσπάθησα να ελέγξω την αναπνοή μου μέχρι που τα κατάφερα, ηρέμησα. Τότε πρέπει να με πήρε λιγάκι ο ύπνος κι εμένα, ταρακουνήθηκα με το φρενάρισμα του τραίνου και ξύπνησα στην αποβάθρα, νωρίς το πρωί. Περπατούμε, χάραμα στην πόλη, παίρνουμε πρωινό σε ένα μπαράκι που μόλις άνοιξε, φάγαμε ολόφρεσκες μπριός, πίνουμε φρέσκο χυμό που μας στίβει το συμπαθητικό παλικάρι που κρατά το μαγαζί και βουρ για ύπνο.
    Αυτό είναι λοιπόν, πίσω ξανά στην καθημερινότητα. Αν μπορούμε να ονομάσουμε έτσι την ένταση με την οποία γεμίζουμε αυτή την καθημερινή μας βιοτή.

Το πως αποτυπώνει ο Τύπος την μέρα που πέρασε με τα συμβάντα θα το διαβάσω αργότερα, τώρα δεν έχω όρεξη να αναμείξω τις θύμησες, που είναι ακόμη τόσο έντονα παρούσες, με τις μικροαστικές παπαρολογίες.
Βάζουμε στη ζωή μας πολύ ρίσκο, βάζουμε ένταση, η ομαλότητα μπορώ να πω πως είναι εχθρός μας. Ο νόμος φτιάχτηκε από άλλους και για άλλους. Εμείς όλοι έχουμε πολλά που μας χωρίζουν από την σύμβασηΣκεφτόμαστε αυτόνομα. Το κατεστημένο και την τάξη της πολεμάμε. Δρούμε αυτόνομα. Η άποψη των μπουρζουάδων θα είναι αποτυπωμένη στις φυλλάδες. Θα παρουσιάζουν με τον τρόπο τους τα συμβάντα, όπως τους συμφέρει.
Ο πολύς λαός όμως ακόμη δεν μασάει.
Ποιος είναι ο λαός ;
Οι από κάτω, αυτοί που θέλουν να ζουν ελεύθερα, να σκέφτονται ελεύθερα, ανεξάρτητα, να δρουν ελεύθερα, αυτόνομα. Και είναι ακόμη πάρα πολλοί.

Αυτό τρομάζει! Δια τούτο οι φυλλάδες παρουσιάζουν τα γεγονότα, που συμβαίνουν καθημερινά πλέον, την επίθεση στους θεσμούς και την καταπίεση, μέσα από παραμορφωτικούς φακούς. Προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν. Δείχνουν μία συναίνεση στις επιλογές του κεφαλαίου ψεύτικη, δεν υπάρχει τέτοια στα λαϊκά στρώματα. Στον κόσμο της εργασίας. Του κοινωνικού εργάτη που στενάζει στις γειτονιές και τους δρόμους της Μητρόπολης.
Εμείς λοιπόν την μετατρέπουμε σε ζούγκλα. Είναι το δάσος μας, απελευθερωμένη ζώνη, είναι οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούμε καθημερινά, μέσα στους μικρούς και μεγαλύτερους αγώνες, η κάσμπα.
‘Κρυβόμαστε’ εκεί μέσα και επιχειρούμε με σχέδιο. Έχουμε οργανώσει τις ομάδες μας, τον στρατό μας, ελευθερώνουμε ζώνες. Είμαστε παντού, στην καθημερινότητα του καθένα δίπλα. Φτιάχνουμε την αντιεξουσία μας. Εκεί, και όποτε μας παίρνει φυσικά. Στιγμές, ώρες, μέρες ελεύθερης ζωής. Χρόνια.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη ένταση, ρίσκο και απρόοπτα. Σχεδιασμό και προετοιμασία.
Ζούμε το σήμερα, την στιγμή.
Σίγουρα μας νοιάζει και το αύριο. Να φέρουμε και άλλους κοντά μας.
Θέλουμε το αύριο δικαιότερο. Με ελευθερία και ισότητα για όλους. Ίσες ευκαιρίες, πραγματικά.
Περνάμε από το σφυροδρέπανο στο αστέρι. Είναι μια φυσιολογική κατάληξη. Μιας πορείας που έρχεται τρέχοντας από το ’68. Από την κριτική του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πλήρη καταδίκη του. Στο ξεπέρασμα του Μαρξισμού και του Λενινισμού, στο ξεπέρασμα της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος. Στην ανάδειξη των συμβουλίων και των κοινοτήτων. Στην ανάγκη δημιουργίας του επαναστατικού λαϊκού στρατού.

Υπάρχουν και οι άλλοι, που πιστεύουν ακόμη στο κόμμα, το ένοπλο, που το προτείνουν και εργάζονται για να το δημιουργήσουν. Και είναι πολύ δυνατοί.
Εμείς θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τον λαό, την κοινωνία.
Δικός της είναι ο αγώνας και ο πόλεμος.
Δεν τον αναθέτει σε τρίτους, σε κανέναν, τον ιδιοποιείται.
Τον διεξάγει η ίδια.
Η ίδια διαλύει το κράτος, διαλύει το υπάρχον, τους θεσμούς τους κυρίαρχους. Θα δημιουργήσει νέους, θα τους επινοήσει, τους γεύεται ήδη στις συναναστροφές της,  έχουν γεύση αλλιώτικη.
Δεν θα της κάνει άλλος την δουλειά, δεν θα το κάνει άλλος γι αυτήν.
Η κοινωνία οργανώνει την αυτοάμυνα της, οργανώνει και τις επιθέσεις της. Αυτόνομα.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετράει τις δυνάμεις της και δρα
Πράττει ήδη, ζει ήδη το καινούριο
Δεν περιμένει
Εξερευνά, ανακαλύπτει, χαρτογραφεί.

Φτιάχνουν τον στρατό τους, η καταστολή δεν τους τρομάζει, πολεμούν το κατεστημένο κάθε μέρα, όχι μόνο στα λόγια. Οι επαναστατημένοι.
Ελευθερώνουν τις περιοχές τους, πολεμούν τις συμβάσεις, ζούνε έξω από τα όρια, μακριά, γεννούν το έμβρυο το καινούριο.
Η ελευθερία είναι εδώ, στις καθημερινές μάχες. Η αυτονομία.
Χτυπάνε τα πλοκάμια του κατεστημένου, της εξουσίας, οι άλλοι την καρδιά του.
Μια μέρα θα νικήσουν.
Η αλλοτρίωση του ανθρώπου είναι στο στόχαστρο, η απαλλοτρίωση των ζωών τους ο στόχος.
Η απελευθέρωσή της ζωής το όραμα!

  • Από ένα φυλλάδιο μας :
    ‘επιδίωξή μας είναι ο άνθρωπος να διακόψει μια και καλή τον αυτοϋποβιβασμό του σε παραγωγό καταναλωτή, να αφυπνίσει τη δημιουργικότητά του και να διεκδικήσει την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση.

BORGHESIA CLAUDIO LOLLI ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑ

Γριά μικροαστική τάξη όσο μικρή κι αν είσαι
δεν ξέρω να πω αν μας κάνεις κυρίως να θυμώνουμε, να λυπούμαστε, να μελαγχολούμε ή αν σε σιχαινόμαστε κυρίως
ευχαριστιέσαι όταν ένας κλέφτης πεθαίνει ή όταν συλλαμβάνουν μια πουτάνα,
αν η ενορία της Ιερής Καρδιάς αποκτήσει μια νέα καμπάνα
Είσαι ικανοποιημένη με τα βάσανα και τις  ζημιές των άλλων κρατώντας σφιχτά τα χρήματα σου

Τόσο επίκαιρο που φέρνει ανατριχίλα!

  • Χθες, μετά την επίθεση στο Πρωτοδικείο, κάποια στιγμή στο δρόμο του, μπροστά σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο ακούει δύο νεαρούς να συζητούν ελληνικά, σχολιάζοντας μία αφίσα, ένα υπέροχο αγόρι λαξευμένο στο μάρμαρο, κολλημένη στα τζάμια ταξιδιωτικού πρακτορείου. Ο νους του πετάει πάλι στα Σύβοτα, θα ήθελε πολύ να ξαναβρεθεί εκεί, σκέφτηκε.
    Μέρος πανέμορφο και τελείως παρθένο, στην Ήπειρο. Τριάντα χιλιόμετρα πάνω κάτω από την Ηγουμενίτσα, προς νότο. Φτάνεις στο ψαροχώρι από χωματόδρομο. Είκοσι, τριάντα σπίτια όλα κι όλα, ένα παντοπωλείο που εκτελεί και χρέη γραφείου τηλεπικοινωνιών, μία ταβέρνα καφενείο. Φυσικό λιμάνι με πολλά νησάκια γύρω γύρω και έρημες αμμουδιές. Κάθε καλοκαίρι ο κόλπος γεμίζει ιστιοπλοϊκά σκάφη που βρίσκουν εκεί ευχάριστη προστασία και ασφάλεια.

Όπως παντού όπου τριγυρνούν τα καλοκαίρια, μια χρονιά στη Λευκάδα, μια στη Σκόπελο και αλλού, βρίσκουν και στήνουν τις σκηνές τους και τους υπνόσακους κοντά σε μέρος που αναβλύζει γλυκό νερό από την γη σε κάποια γωνίτσα. Για να μπορούν να ξεπλένονται, όλη μέρα το αλάτι δεν αντέχετε στο κορμί, είναι ενοχλητικό.
Συχνά μαγειρεύουν στην παραλία, πάντα υπάρχει παχύς ίσκιος στα μέρη που διαλέγουν να κατασκηνώσουν, πεύκα ή ελιές συνήθως. Αρμυρίκια επίσης κατεβαίνουν σχεδόν να γλείψουν το νερό. Όλη μέρα στον ήλιο είναι απελπισία, τις μεσημεριανές ιδίως ώρες ζεματάει.
Τα βραδάκια κατεβαίνουν στο χωριό, η ταβέρνα είναι πολύ φιλόξενη, τους ανοίγει με ευχαρίστηση την αγκαλιά. Κάνουν τις επαφές τους με τους ντόπιους, τους αρέσει να έχουν ζωντανή την αίσθηση του τόπου που τους φιλοξενεί, τους γεμίζει τις μπαταρίες αυτό το όλον. Άνθρωποι είναι, όχι περαστικοί. Επιθυμούν να δίνονται και να παίρνουν.

Εκεί, στα Σύβοτα μάλιστα, ο ταβερνιάρης θυμίζει αφάνταστα τον Τζούλιο Αντρεότι, στη φάτσα και στην καμπούρα. Τα πειράγματα πηγαίνουν σύννεφο. Είναι δημοκράτες γενικότερα. Ενδιαφέρονται τρομερά να μάθουν γι αυτή την περίφημη ‘στροφή’ των κομμουνιστών στην Ιταλία, με τον ‘ιστορικό συμβιβασμό’, λες και ο συμβιβασμός είναι κάτι καινούριο για τους ιταλούς ρεβιζιονιστές. Και άντε ένας τακτικός συμβιβασμός. Εδώ μιλάμε για στρατηγική στροφή τους λέμε. Την συνδιαχείριση του υπάρχοντος προτείνουν στο κεφάλαιο και τους λακέδες του οι ρεφορμιστές. Και μιλούν για μεταρρυθμίσεις που το σύστημα το καπιταλιστικό θα αναζωογονήσουν. Άμα περισσέψει κάτι θα πάρουν και οι προλετάριοι.
Ακουμπάμε λοιπόν στην γενναιοδωρία τους ; Εκεί ελπίζουμε ;
Εμείς λοιπόν, τους λέμε, οι νέοι, δεν επιθυμούμε τα ψίχουλα. Απαιτούμε το δίκιο, που λέει πως ο πλούτος ανήκει ισόποσα σε όλους. Πως απαιτούμε μιαν άλλη ποιότητα ζωής. Τα θέλουμε όλα και αμέσως. Ο πλούτος πρέπει να μοιραστεί στην κοινωνία. Άλλες αξίες να επικρατήσουν.

Ρωτούν συνεχώς, θέλουν να καταλάβουν. Και αυτό τους τιμά. Τους κάνει στα μάτια μας ακόμη πιο συμπαθείς. Μιλάμε σε μια διάλεκτο που περιλαμβάνει λίγα ελληνικά, σπαστά ιταλικά και κάποια εγγλέζικα! Όλα μαζί μισκούλιο!
Και όσο περνάει η ώρα και το κέφι ανεβαίνει η κατάσταση γίνεται πιο χαλαρή, κυριαρχεί πλέον ο άνθρωπος και αφήνει στην άκρη τον πολίτη, επικρατεί λοιπόν το καλαμπούρι και οι μεγάλοι ξαναγίνονται παιδιά.
Τους δείχνουν οι ντόπιοι να χορεύουν ακολουθώντας το ρυθμό της μουσικής που παίζει στο πικ απ. Όλοι μαζί αγκαλιασμένοι πρώτα, κείνους τους γρήγορους ρυθμούς, σε κύκλο. Και να φωνάζουν ώπα!
Και τους άλλους, τους ερωτικούς, που κουνούν την κοιλιά και τους γοφούς αναστενάζοντας. Και τα χέρια ψηλά. Αχ και βαχ, και η λίμπιντο ανεβαίνει στον ουρανό..

Ο άνθρωπος, λένε, εν κατακλείδι, είναι φτιαγμένος για να χαίρεται τη ζωή, όχι να ταλαιπωρείται. Αν λοιπόν κάποιοι πρέπει να ευτυχούν, ας είναι όλοι. Να μην τους χωρίζει το εισόδημα, η καταγωγή, το χρώμα και η φυλή ή οι ευκαιρίες.
Είναι τόσο όμορφο να είσαι χαμένος μέσα στη φύση της Μεσογείου, ηρεμιστικό και χαλαρωτικό.
Ανάμεσα σε τόσες αποχρώσεις του πράσινου του μπλε και του γαλάζιου.
Ο αέρας ευωδιαστός, το τραγούδι του ανέμου αισθησιακό, το τιτίβισμα των πουλιών χαρούμενο, η πτήση και το κράξιμο του γλάρου απελευθερωτικό.
Δεν χρειάζονται αντικαταθλιπτικά, έχεις την εξοχή, τη θάλασσα και το βουνό.

  • Αγαπάμε πολύ τη ζωή, τα χρώματα και τη γαλήνη της φύσης. Μας αρέσουν και οι εναλλαγές του καιρού, από την ηρεμία στην καταιγίδα, τα ξεσπάσματα και η επιστροφή στη νηνεμία.
    Τρεις πεταλούδες τρέχουνε στη φθινοπωρινή ομορφιά, κυνηγιούνται πετώντας σε υπέροχα σχήματα.
    Πολύχρωμες, χρώματα φανταστικά, λουσμένες στον ήλιο, όλα καθάρισαν από τη βροχή, λαμποκοπούν.
    Λιάζονται σε ανάπαυση, τις αναστατώσαμε όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε κι εμείς κοντά τους.

San Francisco – Scott McKenzie

ένας ακόμη »εθνικός ύμνος» , της πρώιμης νιότης μας!

  • Ξαναγυρίζοντας όμως στο χωριό, κάνουμε πολύ χάζι με το τηλέφωνο και την περιπέτεια του να καλέσεις στο σπίτι, τους δικούς σου! Όταν χρειάζεται για να ανταλλάξουμε νέα. Ακούστε λοιπόν.
    Η γυναίκα του μπακάλη, για να το ενεργοποιήσει, γυρίζει με ταχύτητα μια μανιβέλα, μέχρι να ανοίξει η γραμμή και να συνδεθούν με το κέντρο. Το οποίο μετά από κάποιο τέταρτο της ώρας επιτρέπει την επικοινωνία με την πατρίδα, σε ένα θάλαμο μικρό που χωρούν με τα ζόρι δύο άτομα. Ένα βαρύ μαύρο ακουστικό στ’ αυτιά για να ακούμε την άλλη πλευρά. Και έτσι που λέτε μιλάμε με τους δικούς μας. Μπορεί δε να φτάσεις τελευταίος και να μιλήσεις πρώτος. Ρώσικη ρουλέτα.
    Φοβερά πράγματα.
  • Να σου μιλήσω και για μια πολύ δυνατή μέρα, από αυτές που δεν ξεχνιούνται.

Αποφασίζουμε να κατεβούμε στο χωριό για τηλέφωνα, όλοι μαζί. Θα περιμένουμε που θα περιμένουμε, ας το κάνουμε παρέα.
Ξυπνάμε νωρίς διότι θέλουμε να χάσουμε όσο λιγότερο από το χρόνο μας. ‘κάνουμε κατάληψη’ στο παντοπωλείο και ξεκινάμε τις κλήσεις την ώρα που καταφτάνουν καινούριες προμήθειες σε τοπική ρακί. Από κάποιον γνωστό του μαγαζάτορα. Κάνει να δοκιμάσει, μας ρίχνει μια ματιά και μας προσφέρει τρία σφηνάκια για να πάρει τη γνώμη μας.
Δεν είναι δέκα το πρωί ακόμη, είμαστε νηστικοί αλλά κατεβάζουμε μονορούφι τη ρακί.
Αυτό ήταν. Ανοίγουμε κάτι κονσέρβες λαδερά, κάτι παστά και τέτοια διάφορα και στήνουμε κανονικό πανηγύρι. Σε μία ώρα είμαστε όλοι ντίρλα, μαζεύουμε εκεί έξω και άλλους αλλοεθνείς νεαρούς, γίνεται χαμός!
Καταφέρνουμε να μιλήσουμε και με την πατρίδα, μες την καλή χαρά, πρωινιάτικα σουρωμένοι, έχουμε γίνει μια πολύ μεγάλη παρέα όταν πέφτει σύρμα για μια φανταστική παραλία από την άλλη μεριά του βουνού!
Θα πάμε να βουτήξουμε εκεί όλοι μαζί, έτσι όπως είμαστε. Ok.
Μπαίνουμε στα αυτοκίνητα και ξεκινάμε. Αληθινή βαβέλ σου λέω. Ακούς όλων των ειδών τις γλώσσες, με άλλες τόσες προφορές!

Έχουμε σηκώσει όλο το μαγαζί προμήθειες, στη μέση της διαδρομής, στην κορφή της ανεβασιάς, στο σημείο που βλέπεις τη θάλασσα σταματάμε. Αφήνουμε τα αυτοκίνητα στην άκρη, καταλαμβάνουμε όλο το κατάστρωμα και στήνουμε χορό. Στη μέση του δρόμου. Μουσική παίζουν τα αυτοκίνητα. Άλλο κομμάτι από εδώ, άλλο από εκεί.
Πανδαιμόνιο στη μέση του πουθενά. Και ούτε έχει μεσημεριάσει!
Η κυκλοφορία φυσικά έχει σταματήσει και από τις δυο κατευθύνσεις, τα θυμάμαι και ανατριχιάζω, ενώνονται μαζί μας άλλοι τόσοι, χορεύουμε αγκαλιασμένοι, άνθρωποι που συναντιούνται για πρώτη και τελευταία φορά μεταξύ τους, άγνωστοι παντελώς. Τόσο κοντά όμως! Δεν θέλει πολλά! Μοναχά ψυχή βαθιά.

Πόση ώρα μείναμε εκεί δεν μπορώ να σου πω. Ούτε πως βρεθήκαμε κάτω στα νερά. Πως γυρίσαμε πίσω το απόγευμα άγνωστο. Και πόσοι από εμάς. Ένα ξέρω μόνο. Είναι πολύ όμορφη η ζωή όταν την ρουφάς απ’ το μεδούλι. Και πολύ απλή!

Like a rolling stone, Bob Dylan.

Κάτι ακόμη που μας κάνει εντύπωση, αρνητική αυτή την φορά. Μια άσχημη παρένθεση σε μια χώρα που την νιώθουμε δεύτερη πατρίδα μας, και την επισκεπτόμαστε συστηματικά κάθε καλοκαίρι.
Στην αμμουδιά δεν έχει ποτέ κόσμο, καθόλου φασαρία, σε καθημερινή βάση. Μοναχά την Κυριακή εμφανίζονται επισκέπτες, από τα ορεινά ή την πόλη. Είμαστε πάντα μοναχοί, σπανίζουν οι τρίτοι. Με τους ντόπιους γνωριζόμαστε πλέον καλά. Το χωριό απέχει γύρω στα τρία με τέσσερα χιλιόμετρα από την παραλία μας. Τη νιώθουμε δική μας, είμαστε πλέον ‘παλιοί’ σε κείνη την γωνιά.

Σκάνε μύτη που λέτε μια μέρα μια μεγάλη παρέα, δυο τρεις οικογένειες με τα παιδιά τους. Παρκάρουν τα αυτοκίνητα στον ίσκιο των δέντρων, στην αντίθετη πλευρά από εμάς και κατεβαίνουν στην αμμουδιά με τα τζιμπράγκαλα τους, ακριβώς απέναντι. Η απόσταση που μας χωρίζει είναι περίπου εκατό μέτρα. Σε λιγάκι όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα επάνω μας. Των μεγάλων δηλαδή.
Τι το πιο φυσικό από το να κάνεις γυμνισμό σε μια παραλία όπου συνήθως, εκτός από εσένα και δυο τρεις ακόμη ‘πεταμένους’, η μόνη παρουσία είναι αυτή των γλάρων. Οι επισκέπτες μας λοιπόν πρέπει να έχουν, τι να πω, ενοχληθεί ;
Κοιτάζουν επίμονα προς την πλευρά μας και μας κάνουν να αναρωτηθούμε για την συνέχεια. Ώσπου το παίρνουν απόφαση και στέλνουν αντιπρόσωπο να μας πει πως ζητούν από τα αγόρια να φορέσουν τα μαγιό τους διότι, λέει, ενοχλούνται τα παιδιά!
Για τα κορίτσια ούτε συζήτηση, μπορούν να παραμείνουν όπως τα γέννησε η μαμά τους! Οποία υποκρισία! με όλο της το μεγαλείο. Το πρόβλημα δηλαδή έχει με τις δικές μας μαλαπέρδες που λεύτερες κι αυτές λιάζονται ξένοιαστες!

  • Άσε που μου συνέβη και το άλλο, διηγείται ο Μάριος στη συνέχεια.

Σε παλιότερη επίσκεψη στην περιοχή, ένα ή δυο καλοκαίρια νωρίτερα.
Έφτασα μόνος ένα απογευματάκι, αποφάσισα να περιμένω τους υπόλοιπους στην Ηγουμενίτσα. Ήταν αργούτσικα και η κίνηση ελάχιστη στον δρόμο για να επιχειρήσω να φτάσω στο χωριό. Πεινάω σαν λύκος και κάνω μια αναγνωριστική βόλτα στην παραλία για να διαλέξω την ταβερνούλα μου και να ξαποστάσω. Και να την τηλώσω. Διασταυρώνομαι στο δρόμο με δύο κορίτσια, πέφτουν κάποια χαμόγελα. Ακούω πως μιλούν γερμανικά, η μια ψιλόλιγνη και εμφανώς ομορφούλα, η άλλη χοντρούλα μα πολύ συμπαθητική.
Κάθομαι σε μια χαριτωμένη ‘γωνιά’ λίγο πιο κάτω και παραγγέλνω κρασάκι να ξεδιψάσω. Για μεζέδες βλέπουμε αργότερα. Σουβλάκια που αρέσουν σε όλους και ελληνική σαλάτα, ‘χωριάτικη’ όπως την ονομάζετε.

Σε πέντε με δέκα λεπτά επιστρέφουν προς τα πίσω τα κορίτσια και αποφασίζουν να καθίσουν και αυτά για φαγητό. Τα προσκαλώ αμέσως στο τραπέζι μου, αποδέχονται με χαρά και σύντομα συζητάμε σαν να είμαστε φιλαράκια από τα παλιά, γινόμαστε μια όμορφη παρέα. Τα αγγλικά μας είναι αρκετά για να επικοινωνούμε αξιοπρεπώς και ερχόμαστε γρήγορα στο κέφι.
Έπεσε για τα καλά η νύχτα, είπαμε να πάμε απέναντι στο συμπαθητικό λιμανάκι με τα σκαφάκια, το τεράστιο εμπορικό είναι πιο πέρα. Πίνουμε ένα τσιγαράκι και μου λεν πως έχουν κατασκηνώσει στο κάμπινγκ. Μιας και έχουν αυτοκίνητο, τους προτείνω να τους δείξω τα δικά μας μέρη, την τοποθεσία όπου τις επόμενες μέρες περιμένω να με προσεγγίσουν οι φίλοι, την αμμουδιά μας, το συμπαθέστατο ψαροχώρι και όλα όσα με λίγα λόγια γνωρίζετε ήδη.
Προθυμοποιήθηκαν ενθουσιασμένες. Με χαρά λοιπόν ξεκινάμε για Σύβοτα και λίγο αργότερα την πέφτουμε στην φεγγαράδα της έρημης γωνιάς μας. Μαγεία. Η αμμουδιά είναι λουσμένη στο φως.
Η διαδρομή στάθηκε εκρηκτική, έχουμε και τα ίδια γούστα στη μουσική, φτάσαμε στην παραλία χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Η νύχτα προμηνύεται μακριά και θερμή.

Κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα που είναι λάδι, σε τραβάει σαν μαγνήτης, λαμποκοπάει. Ανάβουμε φωτιά μπροστά στο νερό, εκεί, δίπλα στα βράχια που μας προστατεύουν, δίπλα στη λιμνούλα με το στυφό νερό που χρησιμοποιούμε για να διώχνουμε το αλάτι. Πέφτει για λίγο σιωπή. Εκείνη η σιωπή που μιλάει.
Τις αγκαλιάζω και τις δύο, δεν δέχομαι να τις χωρίσω, είναι αφύσικο σε εκείνη την κατάσταση, τόσες ώρες οι τρεις μας μοιραζόμαστε τα πάντα.
Κάτω από άλλες συνθήκες θα συνέβαινε το αυτονόητο, εδώ όμως δεν βγαίνει, δεν πάει, δεν το σηκώνει η ίδια η στιγμή, η φάση, το momentum.
Δεν μου πηγαίνει να διαλέξω, αρνούμαι.

Η ομορφονιά ταράζεται. Θυμώνει. Τσαντίζεται. Τα βροντάει όλα, παίρνει τη φιλενάδα της και άρον άρον, όπου φύγει φύγει, τρέχοντας σχεδόν. Αφήνοντάς με σίξιλο, παγωτό που λέμε, στα κρύα του λουτρού.
Δεν μου έχει τύχει κάτι παρόμοιο στη ζωή, φαίνεται απολύτως φυσικό όμως, έτσι όπως έχουν καθίσει οι συνθήκες, τι να κάνω;   Μας συγχωρείς φιλενάδα, πάμε εμείς λίγο παραπέρα, κάθισε εσύ εδώ να απολαύσεις …..τη μοναξιά σου ;
Δεν μου κάθεται τίμιο. Σίγουρα μου αρέσει πολύ περισσότερο το ένα κορίτσι. Εκεί και όπως έχουν έρθει τα πράγματα, δεν καταφέρνω να σκεφτώ εγωιστικά, ναι!
Τόσα χρόνια μετά, πιστεύω πως και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο θα έκανα.
Από τις στιγμές που μένουν βαθιά χαραγμένες στην ψυχή και στις θύμησες.
Μου έλαχε να το ζήσω και αυτό. Εγωισμός υπάρχει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Ο εγωισμός είναι η πληγή του σύγχρονου κόσμου, η πληγή της ανθρωπότητας.

Laurie Anderson, Lost Art of Conversation

 

  • Φτάνω στη σχολή και ανεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας μέχρι τους επάνω ορόφους όπου βρίσκονται οι αίθουσες. Ακόμη τα νέα δεν έχουν μαθευτεί, δεν γνωρίζει ουδείς για την επίθεση.
    Είναι ότι πιο δυνατό έχουμε κάνει μέχρι εκείνη τη μέρα στην πόλη.
    Έτσι αναμιγνύομαι στις συζητήσεις που γίνονταν για τρέχοντα ζητήματα ακούγοντας με προσοχή τους διαλόγους.
    Τα παιδιά συζητούν για το επαναστατικό υποκείμενο, το ρόλο του εργάτη σαν κεντρική φιγούρα στο δρόμο προς την επαναστατική αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις. Λέγονταν πως στη σκηνή των αγώνων έχουν θορυβωδώς εισέλθει και άλλες φιγούρες που διεκδικούν το μερίδιό τους στα πράγματα και τις αποφάσεις που παίρνονται πάνω στα σημαντικά θέματα που αφορούν τη ζωή και τις σχέσεις τις κοινωνικοπολιτικές, τις σχέσεις τις καθημερινές. Φιγούρες που απαιτούν να πάρουν μέρος στις διαδικασίες από την εμπροσθοφυλακή, που θέλουν να παίξουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής πλατφόρμας. Που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην απελευθέρωσή του από τα δεσμά της εργασίας και του κέρδους. Που θα φρενάρει την εμπορευματοποίηση του ατόμου και των σχέσεων.
    Φτάνει με την εκμετάλλευση λένε.
    Άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, γυναίκες.
    Εργασία στο σπίτι.

‘Εμείς οι φοιτητές’, φωνάζει κάποιος.
‘Οι εργασίες μας καταλήγουν σε επιχειρηματικά γραφεία και αξιοποιούνται από τα μεγάλα αφεντικά, που τις εντάσσουν στο σχεδιασμό και στα πλάνα τους.’
‘Δουλεύουμε δωρεάν για το κεφάλαιο το μεγάλο, που αντλεί κέρδη από τον κόπο μας’.
‘και στα σχολεία, στις μεγάλες τάξεις, το ίδιο δεν γίνεται ;’
Άλλοι συμφωνούν, άλλοι όχι.
Από κάποιους κατηγορούνται οι φοιτητές για μικροαστισμό, τους φωνάζουν και αριστεριστές.
Εγώ απαντώ πως η επαναστατικότητα πλέον είναι θέμα συνείδησης και όχι απλά ταξικό. Ότι η κυριαρχία έχει εισέλθει σε όλες τις σχέσεις και τις στιγμές της καθημερινότητας. Βλέπε κτητικότητα στις διαπροσωπικές, στον έρωτα, στην οικογένεια.
Και πως αυτός που νιώθει, και θέλει, αγωνίζεται για την υπέρβαση, για την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, σχέσεις εκμετάλλευσης. Αυτός που οραματίζεται λοιπόν και κινείται σε χνάρια καινούρια, και ψάχνει νέα μονοπάτια, αυτόνομα, και τα διαβαίνει.
Αυτός δικαιούται να ονομάζεται επαναστάτης και να χαρακτηρίζεται έτσι.

Όταν η συζήτηση γυρνά στα μέσα που δικαιούται ο επαναστάτης να επιστρατεύσει στον αγώνα του, οι τόνοι ανεβαίνουν. Κι εδώ οι απόψεις διίστανται.
Υπέρ και κατά της επαναστατικής βίας, της χρήσης των όπλων, στους δρόμους, στο εργοστάσιο, στις γειτονιές στις σχολές. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πυρποληθεί τη νύχτα αυτοκίνητα καθηγητών πολύ αντιδραστικών, άλλης σχολής. Άλλοι επικροτούν με επιχειρήματα, άλλοι όχι, καταδικάζουν. Πολλοί κρατούν ουδέτερη στάση, κάποιοι μιλούν για σύγχρονους Ρομπέν των μοντέρνων καιρών, κάποιοι απλώς χαμογελούν.

μια ιστορία του εννιακόσια 4 Prospero Gallinari

Παλιότερα θα είχα και εγώ αναμειχθεί. Τον τελευταίο καιρό κρατώ στάση λιγάκι αποστασιοποιημένη. Είμαι περισσότερο προσεχτικός. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν τόσα άλλα παιδιά που μπορούν άριστα να υποστηρίξουν τις θέσεις της πράξης και του ανταρτοπόλεμου, πως οι συνθήκες δεν ωριμάζουν από μόνες τους, πως από τα σήμερα πρέπει να δημιουργηθούν μονάδες του δικού μας στρατού, να εκπαιδευτεί στις επιθέσεις επί του εχθρού που την βία την έχει ψωμοτύρι, που κάνει ντοκτορά επί καθημερινής βάσης στην καταστολή, που σπάζει κόκαλα, που επιτίθεται με αγριότητα σε όσους διεκδικούν, που χτυπά αγώνες. Σύντροφοι που είναι ακόμη στην περιφέρεια της μάχης, που συμπαθούν τους μαχητές.
Πράξεις χρειάζονται, καλά και τα λόγια, χρειάζεται δράση. Όλες οι μορφές αγώνα πρέπει να μπουν στο παιχνίδι.
Θα ετοιμαστούν αρκετοί από αυτούς τους συντρόφους, σιγά σιγά. Προσεκτικά. Τη θέση τους θα πάρουν άλλοι. Βήμα βήμα. Υπάρχει μεγάλη συμπάθεια. Αναπτύσσεται σε όλους τους χώρους. Στις συνελεύσεις, στα πηγαδάκια, στις επιτροπές και τις κοινότητες. Άσε που τα φυλλάδια των αυτόνομων ομάδων και των αντάρτικων οργανώσεων εμφανίζονται ως δια μαγείας σε κάθε γωνιά. Αφίσες, αυτοκόλλητα, παντού. Υπάρχει ρεύμα.
Όλα είναι θεμιτά.

Θέλεις να ζήσεις ελεύθερος, αυτόνομα, και χρησιμοποιείς ότι όπλο χωρά στην φαρέτρα σου, κάποια από αυτά έστω. Λόγο, δολιοφθορά, ενέδρα, κινηματική διαδικασίαΑυτό που σου ταιριάζει. Όλα χρειάζονται, δεν αποκλείεται τίποτα, όλα είναι καλοδεχούμενα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός, καλύτερο ή χειρότερο, όλα είναι αναγκαία

Brothers in Arms, Dire Straits.

  • Μου αρέσει πολύ να βρίσκομαι στην εξοχή, τα αρώματα και τα χρώματα στη φύση με τρελαίνουν. Το περιβάλλον γαληνεύει την ψυχή μου, ξεχνώ τα πάντα, σαν να γίνομαι αλλιώς. Άλλος. Ειρήνη.
  • Πέντε με δέκα λεπτά από το κέντρο είναι κτισμένα, ανηφορικά στους καταπράσινους λόφους, πανέμορφα, τα παλάτια των Μεδίκων και των άλλων ευγενών που κυβέρνησαν την πόλη. Με τεράστια πάρκα, πολλά από τα οποία είναι σήμερα ανοιχτά στον κόσμο, κήποι, λουλούδια, συντριβάνια, σωστά δάση σε κάποια σημεία τους, απίστευτη ομορφιά, ατέλειωτη.

Όταν λοιπόν έχω χρόνο, στην πλάτη το σακίδιο με μέσα το τόπι, διασχίζω το ποτάμι και ανηφορίζω στο πάρκο. Συνηθίζω να παίζω με την μπάλα, από το ένα πόδι στο άλλο ίσαμε να γίνω μούσκεμα. Λίγο χαλάρωση και μετά τριγυρίζω τους κήπους χαζεύοντας τις ομορφιές. Πανέμορφα τα κτίρια, ζεις στον Μεσαίωνα εκεί μέσα, μακριά απ’ τους θορύβους και τη βιασύνη.
Πόσα παιδιά γνώρισα εκεί !!
Έχω και έναν φίλο που σπουδάζει Γυμναστική Ακαδημία. Αυτός λοιπόν μου έδειξε ασκήσεις και κινήσεις του μποξ, με γοητεύει το χορευτικό τους, έχουν και χρησιμότητα στον δρόμο. Συχνά λοιπόν τις εξασκώ εκεί. Μάλιστα, που και που με ακολουθεί και ο Πιέρο, τότε έχουμε την ευκαιρία να γυμναστούμε παρέα, να κάνουμε και λίγη πρακτική, άμεσα.

Δεν έχουν όμως πολλοί την τρέλα μου, τις περισσότερες φορές είμαι μόνος, σου είπα, κάνω γνωριμίες καινούριες.
Η καλύτερή μου είναι όταν η κολεκτίβα της σχολής ή της mensa-του φοιτητικού εστιατορίου αποφασίζει να κάνει εξάσκηση στη ρίψη μπουκαλιών. Αυτό συνήθως γίνεται στο δάσος, κοντά έξω από την πόλη. Γίνεται κανονική εκδρομή, αγόρια και κορίτσια ετοιμάζουν σαντουϊτσάκια, φορτώνονται σακίδια και μπυρόνια, κάποιο λεωφορείο θα μας φέρει κοντά στην αρχή της τοποθεσίας που έχουμε επιλέξει, χωνόμαστε στο δάσος, βρίσκουμε το ξέφωτο που μας ταιριάζει και το κολατσιό ξεκινά, με χωρατά και μουσικούλα, χαλαρά.
Και όταν έρχεται η ώρα, γεμίζουμε ένα μπουκάλι με νερό, κάνουμε έναν μεγάλο κύκλο και το πετάμε ο ένας στον άλλο που πρέπει να το αρπάξει στον αέρα, δεν θα γεμίσουμε τον τόπο γυαλιά. Από απόσταση. Υπάρχει κέφι αλλά και σοβαρότητα. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Αγαπημένοι και αποφασισμένοι. Σιγά σιγά γίναμε ατσίδες στο σημάδι και τη ρίψη.

Την Άνοιξη όλα είναι φανταστικά, μαγευτικά. Απίθανοι χρωματισμοί. Η εξοχή της Τοσκάνης είναι υπέροχη.
Και όταν ο καιρός έχει ζεστάνει για τα καλά, έχουμε ανακαλύψει κάτι ζούλες με τρεχούμενα νερά και μέρη με βαθέματα όπου μπορούμε και βουτάμε κανονικά. Εδώ δεν υπάρχει κάτι να μας τρομάξει. Θα καταλάβεις αμέσως τι εννοώ.
Κάποια χρόνια αργότερα κάνω ταξίδι με την κοπελιά μου στην Κεντρική Αμερική, να ‘χαθούμε’ για κάποιο διάστημα, τώρα που τα πράγματα πάνε να χαλάσουν για τα καλά, και εκτός από ένα καλό ξελαμπικάρισμα, [χρειάζεται να καθαρίσει το μυαλό μας, να αφουγκραστούμε καθαρότερα τις νέες συνθήκες], χρειάζεται να σβήσουμε τα ίχνη μας.

Βρεθήκαμε σε κάποιο άγριο οροπέδιο που είναι λίμνη, κρατήρας ανενεργού ηφαιστείου. Βλάστηση απίθανη, ζούγκλα κανονική, δεν υπάρχει ηλεκτρισμός. Δυο ώρες χρειάζονται να διασχίσεις με σκάφος το νερό. Ανακαλύπτουμε λοιπόν στην όχθη, απέναντι από εκεί που καταλήγει ο δρόμος, πάνω στα βράχια και τρία λεπτά απόσταση από το χωριό, μια ταβέρνα καφέ μπαράκι, όλα μαζί, τα έχει στήσει μια πανέξυπνη Ιταλίδα που περνά από εδώ τέσσερα χρόνια πριν, μαγεύεται και μένει για πάντα να εξυπηρετεί τους τουρίστες. Και κανένα ντόπιο που και που.
Φτιάχνει λιχουδιές θαυμάσιες, έχει να προσφέρει και ένα σωρό κρασιά.

Ζέστη πολύ, κλίμα τροπικό κι ας είμαστε ψηλά. Θέλουμε πολύ να κολυμπήσουμε στην πεντακάθαρη λίμνη με την πλούσια βλάστηση και τα ήρεμα νερά. Άγρια παραισθησιογόνα μανιτάρια παντού στα υψώματα, μέχρι και στις σαλάτες τα χώνουν εάν το ζητήσεις προσεκτικά.
Ζούμε ένα παραμύθι.
Έλα όμως που ξετρυπώνουν ιγκουάνα μεγάλα ίσαμε μισό χέρι, με πολύχρωμο δέρμα που φωσφορίζει, και βουτάνε στα νερά με μεγαλοπρέπεια. Μας λένε πως δεν πειράζουν, ποιος όμως ακούει, τα βλέπεις και σου σηκώνεται η τρίχα. Μοιάζουν απειλητικά χωρίς να είναι. Βουτάς εσύ στο νερό; Εμείς πάντως όχι. Άλλη φορά, σε άλλο μέρος θα κολυμπήσουμε.
Κοιτάμε το νερό αναστενάζοντας και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για αργότερα. Δεν το διακινδυνεύουμε με τίποτα.

Αρχαίοι ινδιάνοι οι ντόπιοι που έχουν ασπαστεί τον χριστιανισμό από τους Ισπανούς κατακτητές αλλά κρατούν σφιχτά ήθη και έθιμα. Τις παραδόσεις, τη γλώσσα τους. Ντυμένοι με πανέμορφες πολύχρωμες φορεσιές, σφάζουν μπροστά στα αγάλματα της Παναγίας και των Αγίων τους κοκόρια κυρίως, μέσα κι έξω από τεράστιους ναούς, σε χωριά χωρίς άσφαλτο και ηλεκτρισμό πολλές φορές, πνιγμένα στη σκόνη, στη λάσπη όταν έχει βρέξει.
Παθητικότητα κυριαρχεί, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον.
Τα πανηγύρια τους είναι φανταστικά, η αποθέωση της πολυχρωμίας.
Έχουμε ξεκινήσει δυο από την Ευρώπη και έχουμε γίνει πολλοί με το που πατήσαμε το πόδι στη νέα ήπειρο. Πληθαίνουμε όσο προχωρούμε, ο καθένας μεταφέρει και προσθέτει εμπειρίες. Όλοι αλάνια και αντισυμβατικοί. Χίπιδες, αυτόνομοι, παραβατικοί και ότι καρυδιάς καρύδι μπορείς να φανταστείς.

White Rabbit, Jefferson Airplane.

  • Κάτι που ταιριάζει γάντι : ‘όταν ήρθαν οι ιεραπόστολοι, οι Αφρικανοί είχαν τη γη και οι ιεραπόστολοι κρατούσαν τη βίβλο. Μας έμαθαν να προσευχόμαστε με τα μάτια κλειστά. Όταν τα ανοίξαμε, εκείνοι είχαν την γη κι εμείς κρατούσαμε τη Βίβλο’, έγραψε ο Γιομο Κενυάτα.

Στην χώρα των Αζτέκων, στην χώρα των Μάγια, το ίδιο, οι Ινδιάνοι στον κόσμο τους. Ίσως να ετοιμάζονται !

  • Στο νησί, στα νότια, Isla Mujeres, γνωρίζω δύο φανταστικούς μαροκίνους-γάλλους, καθηγητές στην Μασσαλία. Κάνουν ταξίδι εκπαιδευτικό και αναψυχής μαζί με νέους από ‘ειδικό’ σχολείο που βρίσκονται σε πρόγραμμα κοινωνικής επανένταξης. Ο ένας από τους δύο ερωτεύεται κεραυνοβόλα ένα κορίτσι από την παρέα. Μπαίνει λοιπόν κάθε πρωί στο νερό το καταπράσινο, η θάλασσα είναι ρηχή για πολλά μέτρα απόσταση από την ακτή, βοηθάει αυτό γιατί κρατά μακριά τα σκυλόψαρα. Από τα βαθιά λοιπόν το παλικάρι της τραγουδά με τις ώρες τραγούδια ερωτικά της πατρίδας του με φωνή παραπονιάρικη, στη μητρική του γλώσσα. Όνειρο να τον ακούς με κείνο τον παθιάρικο τρόπο να τραγουδά ανατολίτικους αμανέδες στην καρδιά της αμερικανικής ηπείρου. Όλα αυτά γίνονται πρωί, μόλις μεσημεριάσει και ανέβει ο ήλιος ψηλά, η ζέστη γίνεται ανυπόφορη στην παραλία, άντε να κάτσεις μέσα στο νερό, θα την φας τη σφαλιάρα κατακούτελα από τον Ηλία.

Έχουμε στήσει τη σκηνή μας σε ένα υποτυπώδες κάμπινγκ όπου μπορείς να νοικιάσεις αιώρα με την μέρα, σε στρατιωτικά παραπήγματα που αερίζονται από σίτες, για τον φόβο των κουνουπιών που κάνουν θραύση παντού εκεί πέρα, από την ώρα της δύσης και μετά. Η καλύτερή σου το βραδάκι είναι να κλειστείς στη ντίσκο του χωριού, έχει κλιματισμό που σπάει λιγάκι την υγρασία. Νιώθεις βέβαια λιγάκι σαν ποντικός στη φάκα κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους χωρίς παράθυρα σε τέτοιο περιβάλλον, αλλά τουλάχιστον μπορείς να αναπνεύσεις λίγο καλύτερα. Αυτή είναι η αίσθηση που έχεις.
Έτσι μαθαίνουμε πως η χειμωνιάτικη θερμοκρασία σε εκείνους τους τόπους είναι ακριβώς αυτή του κλιματισμού στους εσωτερικούς χώρους. Και πως βρέχει ασταμάτητα για ένα με δύο μήνες. Απελπισία.
Βέβαια, ο άνθρωπος συνηθίζει στις συνθήκες που βιώνει.

Έχουμε λοιπόν, για να επιστρέψουμε στη διήγηση μας, τη σκηνή μας απέναντι σε αυτή ενός ζευγαριού από την Γαλλία, νεαρά και αυτά παιδιά. Η κοπέλα είναι ίσως το ωραιότερο πλάσμα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.
Όπως έχεις καταλάβει, ο τόπος είναι γεμάτος Γάλλους.
Συνηθίζω να ξυπνώ νωρίς το πρωί για να θαυμάσω ένα φαινόμενο που αντιλήφθηκα τυχαία και θα σου μιλήσω γι αυτό αμέσως. Κάποια συγκεκριμένη ώρα, κάθε νύχτα, ένας στρατός από καβούρια μεγέθους παλάμης χεριού, και λίγο μεγαλύτερα, ανηφορίζουν την αμμουδιά και χάνονται στο βάθος, πίσω από τις σκηνές μας. Επιστρέφουν λίγα λεπτά πριν την ανατολή, για να χαθούν στον ωκεανό.
Κοιμόμαστε με τα κεφάλια προς την ανοιχτή πόρτα, για να μπορούμε να πάρουμε ανάσες, όποιος γνωρίζει τι σημαίνει τροπικό κλίμα καταλαβαίνει τι εννοώ.

Έχει πάρει χαμπάρι το σκηνικό και το κορίτσι και ξυπνά και αυτή μαζί μου για να το θαυμάσει επίσης. Σιγά σιγά λοιπόν αρχίζουμε να ξυπνάμε και ο ένας για τον άλλον. Μου αρέσει πολύ να την κοιτάζω, δεν χρειάζεται να μιλάμε.
Δεν αργούμε να γνωριστούμε και να γίνουμε κολλητοί. Δεν τόλμησα ποτέ να κάνω τον παραμικρό υπαινιγμό.
Είναι χρόνια πολύ ελευθεριακά. Ο έρωτας είναι αναζήτηση, παιχνίδι που συνεπαίρνει, τα ταμπού και οι συμβάσεις έχουν καταρριφθεί από τον ίδιο τον φεμινισμό.
Φτιάχνουμε μια όμορφη παρέα, και αυτό αρκεί. Θα μπορούσαν να χαλάσουν όλα με μια βιαστική κίνηση. Δεν χρειάζονταν, κανείς δεν το επιθυμεί. Περνάμε καλά και έτσι, μας φτάνει. Η συμπάθεια είναι αμοιβαία. Χορεύουμε ασταμάτητα στο γνωστό μαγαζάκι, μια τρύπα είναι. Γινόμαστε στουπί στη τεκίλα σε παρτάκι στην αμμουδιά που οργανώνει  παρέα αμερικάνων, ξερνάμε ο ένας στον ώμο της άλλης και το αντίθετο.
Δεν της δίνω όμως ούτε ένα φιλί.

Είναι προορισμός Γάλλων το νησί, τα τσάρτερς προσγειώνονται στην ακτή απέναντι, στο Κανκούν σαν τις μύγες. Βλέπεις, το νησί έχει μήκος ενάμισυ χιλιόμετρο, πλάτος γύρω στα διακόσια μέτρα στο φαρδύτερο σημείο, και το ύψωμα που υπάρχει σε κάποιο σημείο δεν ξεπερνά τα είκοσι! Από εκεί πάνω τα βλέπεις όλα γύρω γύρω.
Το Νησί των Γυναικών. Στον κόλπο του Μεξικού, δυο ώρες δρόμο με το καίκι από την ακτή.
Από την άλλη μεριά, απέναντι, βρίσκετε η Κούβα, μας λένε.
Κι όντως, μια νύχτα που ψωνίζουμε κάποια πράγματα στο μοναδικό μάρκετ που υπάρχει, από το ραδιόφωνο που έχουν ανοικτό ακούγεται δυνατά, μέσα σε χαμό, ομιλία του Φιντέλ. Μέρα γιορτής για τους Κουβανούς και ο μεγάλος ηγέτης απευθύνεται στον λαό του.

Ακούω την αγάπη, Τρύπες.

νεκ, πάμε Τζαμάικα

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΜΕ ΦΤΕΡΑ

Μήτε μυθιστόρημα, μήτε δοκίμιο, μήτε λίβελος απελευθερωτικής προπαγάνδας, τα ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΜΕ ΦΤΕΡΑ είναι μια προβληματική πάνω στο ζευγάρι, τη σεξουαλικότητα, την ομοφυλοφιλία, την πολιτική, την οικογένεια, από τη σκοπιά δυο εφήβων, του Ρόκκο και της Αντόνια: δυο κατοίκων της Ρώμης, μικροαστών, εξωκοινοβουλευτικών.
Ο φόβος, η περιέργεια, ο έρωτας, η μοναξιά, οι φαντασιώσεις, όλα αυτά αξεδιάλυτα μπλεγμένα με φόντο τον κάπως αλλοτριωτικό χώρο του φοιτητικού κόσμου της αριστεράς. Οι σκέψεις του Ρόκκο εκφράζονται με τη φωνή ενός άντρα και της Αντόνια με τη φωνή μιας γυναίκας. Έτσι έχουμε σαν αποτέλεσμα μια συνεχή εναλλαγή διαφορών, τόσον όσον αφορά το στυλ του γραψίματος όσο και τα περιεχόμενα – κι αυτό αποτελεί και το μεγαλύτερο προτέρημα του βιβλίου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

συνεχίζεται

DSC02199

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Δ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 2

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, τον συναντώ και σημειώνει για τον τεράστιο ρόλο που έχει παίξει ο Χριστός ιστορικά, και άλλοι μαζί που έθεσαν το θέμα της εσωτερικότητας, της πάλης του πνεύματος με το εγώ, της ταπείνωσης με την αλαζονεία, Της ΘΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ, του συνόλου με το μέρος. Τον σέβεται και τον αγαπά χωρίς να τον νοιάζει τα περί Θεότητας, διότι έθεσε επί τάπητος το θέμα της αγάπης και την ανακήρυξε υπέρτατο αγαθό και αξία, τρόπο ζωής, θυσιάζοντας τη ζωή του την ίδια. Τζάμπα μάγκες αυτοί που στη συνέχεια κυβέρνησαν ή διοίκησαν στο όνομά του. Τρόπος ζωής θα έπρεπε να είναι ο χριστιανισμός όχι θρησκεία.

Η χειραφέτηση του ανθρώπου από τα πάθη του, από τα χειρότερα τουλάχιστον, είναι μεγάλο πράγμα. Είναι θαυμάσια η ζωή να την ζεις με αγάπη και συμπόνια, προς τον εαυτό σου και τον διπλανό. Άσε που δεν θα ήταν και άσχημα να υπάρχει και ζωή μετά τον θάνατο. ‘Είναι όμορφη πολύ. Να σεβαστούμε και να χαϊδέψουμε, να δημιουργήσουμε, να παίξουμε, να χορέψουμε, μαζί με άλλους, όλοι ίδιοι είμαστε, τα ίδια ερωτήματα μας απασχολούν και τις απαντήσεις ψάχνουμε όλοι, διαφορετικοί είμαστε, τους ίδιους καημούς έχουμε, χαρές και βάσανα. Ίδιες αγωνίες ίδιες ανησυχίες.

Να γεννηθώ και να ξαναγεννηθώ μου λέει,

να ερωτευθούμε να παίξουμε να κολυμπήσουμε, να ακούσουμε ξανά το τιτίβισμα των πουλιών, να κάνουμε παιδιά, να τα μεγαλώσουμε με αξίες, να δημιουργήσουμε πολιτισμούς και να γνωρίσουμε άλλους. Κοντά με άλλους. Μόνος δεν έχει γούστο να ζεις, όταν οι γύρω δεν είναι καλά δεν είμαστε κι εμείς καλά. Γι αυτά πολέμησε και ο Γκεβάρα. τα είχε όλα αλλά πονούσε που δεν τα είχαν όλοι, είχε την εξουσία, απόλυτος άρχοντας, αυτός, οι φίλοι του, ο λαός του. Και τα άφησε για να πάει να ξεσηκώσει αλλού, να πάει κοντά σε αυτούς που πολεμούσαν για τα ίδια ιδανικά. Δεν του έφτανε η δική του ευτυχία, πλάνταζε που υπήρχαν ακόμη καταπιεσμένοι, έπρεπε να ελευθερώσει και αυτούς. Κι εμείς επιτρέπουμε εδώ οι νέοι, τα παιδιά μας ρε γαμώτο, να ζουν με 700 ευρώ το μήνα, και ένας άνθρωπος να κερδίζει με μία κίνηση διακόσια μύρια, πουλώντας κάτι που δεν είναι δικό του, κάτι που φτιάχτηκε με ιδρώτα χρόνων χιλιάδων λαού.

Ή πουλώντας αέρα κοπανιστό.

βέβαια να συμπληρώσω πως αρνητικότατος ο ρόλος της εκκλησίας, πρωτοστάτης στην χειροπέδηση, τον ευνουχισμό του ανθρώπου

Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με εκατοντάδες ανθρώπους. Στα τραίνα, στους δρόμους, στη δουλειά και στα θέατρα, συναντάμε συνεχώς τυχαίους περαστικούς που διαμορφώνουν την πραγματικότητά μας, αλληλοεπιδρώντας μαζί μας, με χιλιάδες και φαινομενικά άσχετους μεταξύ τους τρόπους.

Η φιλία, ο έρωτας και η αγάπη, όπως επίσης το μίσος, ο φθόνος και η μοχθηρία γεννιούνται μέσα σε αυτή τη τυχαία τριβή. Το τυχαίο και η μοίρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, η οποία σε πλείστες περιπτώσεις γίνεται υποχείριο του αναπόφευκτου.

Πορευόμαστε στο προσωπικό μας μονοπάτι, αλυσοδεμένοι και με βαρίδια στις πλάτες, ως άλλα έρμαια του πεπρωμένου, θύματα του προκαθορισμένου. Αναπνέουμε μηχανικά, χωρίς να συμμετέχουμε με όλη την ενάργεια του είναι μας στη «μαγική» διαδικασία που ονομάζουμε ζωή, καθώς θεωρούμε εσφαλμένα ότι κάποιος άλλος θα το πράξει για εμάς.

Κάποιος αγγελικός, θεόσταλτος προστάτης που είναι προγραμματισμένος να μας προστατεύει εφ’ όρου ζωής, απαλλάσσοντάς μας από το κοπιαστικό καθήκον που έχουμε να δρούμε σύμφωνα με τις δυνάμεις μας για να πετύχουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον Θεό και αποποιούμαστε των ευθυνών μας, λες και περιμένουμε κάποια άγνωστη οντότητα να σηκώσει για χατίρι μας τα βάρη των αμαρτιών μας.

Επινοούμε διαρκώς δικαιολογίες για μεταφυσικά στοιχειά που ξεπερνούν τις δυνατότητές μας και απορρίπτουμε τον ρόλο μας που δεν είναι άλλος από το να κρατάμε στα χέρια μας τα ηνία της ζωής που μας προσφέρεται απλόχερα.

Η τύχη, η μοίρα και το πεπρωμένο εξακολουθούν να αποτελούν προσφιλή θέματα διαπληκτισμού στα φιλοσοφικά καφενεία. Ίσως όντως η θεά Μοίρα να υπάρχει και να υφαίνει στον αργαλειό της όλες τις λεπτομέρειες που δίνουν πνοή στην καθημερινότητά μας.

Ίσως πάλι, τα μοναχικά βράδια μας κρατάει συντροφιά ψιθυρίζοντας στο αυτί μας τις αποφάσεις που πρέπει να παρθούν και τις ενέργειες που χρειάζεται να ακολουθήσουμε την επόμενη μέρα.

Είναι πιθανό ο «μακρόκοσμος» στον οποίο ενδημούμε, να λειτουργεί πανομοιότυπα με το κβαντικό, εκεί όπου τα μυστηριώδη στοιχειώδη σωματίδια, οι θεμέλιοι λίθοι των πάντων, συγκρούονται διαρκώς αναμεταξύ τους και χωρίς κάποιο προφανή λόγο, δημιουργώντας το «παραμύθι» της αχαλίνωτης πραγματικότητας, αυτό που ονομάζουμε ζωή.

Ακόμη λοιπόν και αν είμαστε απότοκα τυχαίων συγκρούσεων και το πεπρωμένο, ο μοναδικός αληθινός θεός μας, δεν παύουμε να κρατάμε στα χέρια μας την ευθύνη για τη ρότα που θα χαράξουμε.

Χαράσσουμε την πορεία μας με τις αποφάσεις και τις επιλογές μας, ενώ ακολουθώντας το δύσβατο μονοπάτι της συντροφικότητας, της αλληλεγγύης και της διάθεσης για επανάσταση, διαμορφώνουμε συνειδητά τον κόσμο γύρω μας.

Δημιουργούμε μαζί με τους συντρόφους μας τις συνθήκες εκείνες που απαιτούνται έτσι ώστε η ευτυχία να είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο θα αναπνέουμε.

Η μοίρα στην τελική είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και ας το λησμονούμε ενίοτε

Πάμε πάλι. Επιτρέπουμε στους κυβερνήτες δολοφόνους μας να υπάρχουν όταν η Θεσ/νίκη είναι η πιο ρυπογόνος πόλη στην Ευρώπη και η Αθήνα η τρίτη. Πέντε εκατομμύρια λαού ζουν σε αυτές τις δύο πόλεις, φύλλο δεν κουνιέται. Το βράδυ θα κοιμηθούμε ήσυχοι στα κρεβάτια μας και αύριο θα τρέξουμε στην αγορά να κάνουμε το καθήκον μας, να γεμίσουμε τις τσάντες μας με μολυσμένα από όλων των ειδών τους ρύπους υπερτιμημένα προϊόντα. Ρύπους με τους οποίους γεμίζουμε τη γη και τα νερά μας αδιαφορώντας για μας και τα παιδιά μας. Δολοφόνοι κυβερνούν δολοφόνους, αυτοί είμαστε, μη κρυβόμαστε, ας τα πούμε έξω από τα δόντια. Φαντάζεστε πως οι αγρότες δεν γνωρίζουν με τι ψεκάζουν, τι δηλητήρια χρησιμοποιούν για ζιζανιοκτόνα. Πυρηνικά εργοστάσια και άλλα αμολούν απόβλητα καθημερινά στον αέρα. Η ΒΦΛ είναι αθώα ; Τα ποτάμια τα έχουμε ρημάξει, εμείς και οι γύρω μας. Αυτό το έχουμε ονομάσει πολιτισμό. Και το πολίτευμα δημοκρατία. Εδώ μια φλόγα δεν μπορούν να μεταφέρουν, κάθε δέκα μέτρα μία διαμαρτυρία, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Την κρύβουν τη φλόγα, τρέχουν αρματωμένοι και χτυπούν τον κόσμο που φωνάζει, για το αυτονόητο, ‘οι δημοκράτες’. Οι άλλοι είναι οι αλήτες , οι τρομοκράτες, οι αντάρτες, οι αναρχικοί. Θα είμαι πάντα μαζί τους, μου λέει. Διότι έχουν δίκιο, αυτή είναι η αλήθεια. Υποχρέωση του καθένα μας να είναι με το σωστό. Δηλαδή τι παράδειγμα δίνει αυτός ο εκλεγμένος ‘κύριος’, ταγμένος δήθεν στην ‘υπηρεσία’ των συνανθρώπων του; Παρανομεί με τις υπηρεσίες για το σπίτι του, ψεύδεται όταν τον ανακαλύπτουν και κουκουλώνει παρανομώντας, παρανομεί με τους ρύπους και παραποιεί, έναντι της πατρίδας του και του κόσμου όλου και συνεχίζει τα ψέματα, και τα βάζει με τους φίλους του όταν ανακοινώνουν το αυτονόητο. Εξαιρετικός. Μας σκοτώνει ‘δημοκρατικά’ και με το νόμο και ζητάει και τα ρέστα. Εμείς δεν τον βάλαμε εκεί πάνω; Εμείς δεν ανεχόμαστε να μας δολοφονούν; Και με σφραγίδα. Χειροκροτούμε και από πάνω. Για μια χάρη, μια θεσούλα. Για λίγες ψήφους, μια θετική για μας υπογραφή. Αυτοί καταντήσαμε. Βγαίνουμε από την εκκλησία έχοντας ‘λατρέψει ένα και μοναδικό θεό’ και λίγο πιο κάτω, λίγα λεπτά μετά λατρεύουμε άλλους δώδεκα παρακαλώντας τους να ανάψουν τη φλόγα, δέρνουμε κιόλας αυτόν που δεν συμφωνεί. Παράνοια. Βλέπετε είμαστε ‘δημοκράτες’.

Του Ξηρού η ανάκριση ξεκίνησε στην εντατική, λίγα λεπτά μετά τον σοβαρότατο τραυματισμό του στον Πειραιά. Τον Ζαχόπουλο τον περίμεναν 3 μήνες μήπως και πάθει ψυχικό τραλαλά εάν του θύμιζαν το πρόβλημά του. Η καλή μας δημοκρατία, έτοιμη κατά τα άλλα να διώξει δικαστές και εισαγγελείς όταν λένε τα αυτονόητα δημόσια. Σας την χαρίζω αυτή τη δημοκρατία, φτιαγμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση σας αγαπητοί ‘δημοκράτες’, να την χαίρεστε. Ο καθένας έχει αυτό που του αξίζει, θερίζουμε αυτό που σπείραμε. Ας ετοιμαζόμαστε λοιπόν για τις θύελλες που έρχονται. Γι αυτό χρειάζεται στράτευση, σε ομάδες σε κινήματα, λέει, αγώνες κοινωνικούς, αυτόνομα από τα κόμματα-διαχειριστές αυτής της διεφθαρμένης εξουσίας. Κι αγώνες προσωπικοί, πνευματικοί αγώνες κόντρα στον ατομικισμό και τη ζήλια, για συλλογικότητες με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Αλληλέγγυοι, ταπεινοί. Περήφανοι όμως για την δόξα της δικαιοσύνης και της αγάπης. Από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Χριστός και Γκεβάρα, Άρης και Λεωνίδας. Για την επανάσταση της κάθε μέρας, τις συνεχείς ανατροπές στη καθημερινή διεργασία, έξω και μέσα, όλοι μαζί. Υπάρχουν μικρές σταυρώσεις καθημερινά που χάνονται στο χάος της ημέρας. Να μη μπορείς να προσφέρεις σύμφωνα με τις δυνατότητές σου, να μη μπορείς να πάρεις σύμφωνα με τις ανάγκες σου. Η ευπρόσδεκτη απολιτικοποίηση με τη συνακόλουθη λαϊκή αποχαύνωση αποτελεί την εγγυήτρια δύναμη αποτροπής οποιασδήποτε αταξίας, στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας. Ευλογία η άγνοια, και η παγκοσμιοποίηση συγκροτεί κοινωνία ευλογημένων λαών, που αρκούνται πειθήνια σε ότι τους δίνουν. Πόσο όμως ακόμη θα ανέχονται οι νέοι παγκοσμίως, στον πλανήτη που αφυπνίζεται, αυτή την απειλή οικολογικής καταστροφής, ή τον αφανισμό από πείνα και δίψα; Προκαλείται επισιτιστική κρίση από το παιχνίδι των κερδοσκόπων, που δεν παίζουν μόνο με τις τιμές του πετρελαίου αλλά και των τροφίμων όπως και των αγροτικών προϊόντων από τα οποία παράγονται βιοκαύσιμα. Γεμίζουμε τα ρεζερβουάρ με πανάκριβα καύσιμα και μένουν άδεια τα στομάχια εκατομμυρίων ανθρώπων.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εδώ και πολλά χρόνια, η ζωή δυσκολεύει για πολλούς, μα πάρα πολλούς ανθρώπους. Προσδοκία βελτίωσης καμιά. Όσο υπάρχει δυστυχία δεν μπορούμε να σταματήσουμε να μιλάμε για εξέγερση και ανατροπή. Πρώτη στη διασπορά θανάτου από τα φουγάρα της η ΔΕΗ, τζάμπα θα την αγοράσουν οι Γερμανοί, που διώχτηκαν από εκεί γιατί βρωμίζουν τα πάντα. Σίγουρη επιχείρηση με ελάχιστο κόστος συντήρησης. Από κοντά τα διυλιστήρια, η δική μας ΒΦΛ και τα τσιμεντάδικα. Έχουμε και το ‘εμπόριο ρύπων’ Συνθήκη του Κιότο, συντελεστής ρύπων. Έχεις υψηλό συντελεστή, πουλάς ποσοστό ρύπων σε αυτόν που έχει χαμηλό και ξεμπερδεύεις. Βρε ούστ. Και βέβαια πουλώντας δεν σημαίνει πως οι κάτοικοι που ζουν στις βεβαρημένες περιοχές θα σταματήσουν να πεθαίνουν από τους ρύπους. Εμείς οι καβαλιώτες ας πούμε χεστήκαμε εάν πουλήσει ρύπους η ΒΦΛ, ίσα βάρκα ίσα πανιά. Τα εργοστάσια θα συνεχίσουν να ρυπαίνουν, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να πεθαίνουν, η χώρα που θα αγοράζει ρύπους θα είναι βρώμικη στα χαρτιά μα καθαρή στην πραγματικότητα και η συνθήκη του Κιότο θα θριαμβεύει κι αυτή. Καθαρότερος πλανήτης μιας και οι δυνατοί εξαγοράζουν με χρήμα τον κοινό θάνατο.

Αλλάζει θέμα: ρώτα τον καθένα να σου πει τι ωραιότερο θυμάται στη ζωή του; Θα απαντήσει: τα φοιτητικά του χρόνια. Είναι τα χρόνια της μάθησης, τότε που ο νέος ξεδιψά την ψυχή του. Ερωτεύεται και παλεύει για τα ιδανικά του. Τουλάχιστον έτσι ήταν στα χρόνια τα δικά του. Οι κανόνες που τροχοπεδούν τη ζωή δεν τους αγγίζουν. Συζητά, ρωτά μαθαίνει, ανταλλάσσει απόψεις, αστράφτει και βροντά. Η αγωνία για τα κοινά τον συνεπαίρνει. Αυτή είναι η γενιά μου, λέει

  • Πολιτικοποιήθηκε αμέσως, άκουγε πρώτη φορά για ταξική πάλη, για συσχετισμούς δυνάμεων, για καταστολή και επανάσταση. Για την ανάγκη ανατροπής της γενιάς των ανέραστων. Τον άγγιξαν τα λόγια των Ρηγάδων, βρέθηκε αμέσως κοντά τους. Θυμάται καλά τον Ιορδάνη τον Ανθόπουλο.  Κουκουέδες και μαοϊκοί μάλωναν διαρκώς για το ποιος θα οικοδομήσει καλύτερα τον σοσιαλισμό, εάν της Κίνας το μοντέλο ήταν ανώτερο αυτού της Σοβιετικής Ένωσης και άλλα τέτοια που του την έσπαγαν. Στην Ευρώπη ο αέρας του Μάη φυσούσε δυνατά και μυρωμένα, Σεπτέμβρη του 73 βρίσκεται στη Φλωρεντία, λίγους μήνες πριν το Πολυτεχνείο. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα για να ξεστραβωθεί. Μάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Γκεβάρα, Τρότσκι, Μάο, Βιετκόνγκ, Αλιέντε, Τουπαμάρος, Μαριγκέλα, Αλγερία, Παλαιστίνη, αντάρτικα παντού.

theme of Ali, η μάχη της Αλγερίας

Τον ξένισε που οι δικοί μας ζητούσαν ντε και καλά την νομιμοποίηση. Του έκανε εντύπωση η αναντιστοιχία ανάμεσα στο λόγο και την πράξη, Γιατί τόση πρεμούρα να παίξουν μπάλα εκτός έδρας οι Έλληνες κομμουνιστές. Ποιος ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού; Δεν είναι πλέον στημένο; Δεν είμαστε άλλο κομμουνιστές λοιπόν, τι θέλουμε τελικά, ρεφορμιστές γίναμε, σοσιαλδημοκράτες, στο δρόμο χάθηκε η εξέγερση; Που πήγε η επαναστατικότητα; Πήγε να σκάσει, απομακρύνθηκε.

Πλησίασε τους Ιταλούς, άρχισε να καταλαβαίνει και τη γλώσσα, εδώ τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα. Του φάνηκαν πραγματιστές. Πίστευαν πως το χταπόδι της γραφειοκρατίας με τα χίλια πλοκάμια που αγκαλιάζουν σφιχτά κάθε γωνιά της καθημερινότητας για να ρουφήξουν υπεραξία και να πνίξουν κάθε απόπειρα χειραφέτησης του λαού, αυτό το χταπόδι λοιπόν έπρεπε να θανατωθεί, μιας και αυτοί που το δημιούργησαν θα αντιστέκονταν σκληρά. Χρειάζονταν αυτά τα πλοκάμια να κοπούν από τη ρίζα όπως ο Αλέξανδρος τσάκισε τον Γόρδιο δεσμό, δημιουργώντας τις συνθήκες για να γίνει τούτο εφικτό. Μερίδιο στην τούρτα ζητάτε, έλεγε στους παλαιούς συντρόφους του, το παλαιωμένο ρούχο το πετάμε από πάνω μας, δεν το ξανά βάφουμε να μοιάσει καινούριο. »Δύο κόσμοι αντίθετοι μεταξύ τους, διάλεξα τον δεύτερο» μου λέει Επιθετική δράση ενάντια στις τρέχουσες αξίες σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αυτή ήταν η πρακτική των νέων μου συντρόφων. Δεν φτάνει να καταγγέλεις και να φωνάζεις την αποστροφή σου στο υπάρχον. Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά; Ζούσαν σχεδόν κοινοβιακάμοιράζονταν τα πάντα, δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου, ο καθένας στον κορβανά ανάλογα με αυτά που είχε. Νέοι, κορίτσια στον αγώνα για την χειραφέτηση. Για την αυτονομία. Ενάντια στην εμπορευματοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων, ενάντια στην πατριαρχία και τις ιεραρχίες, ο έρωτας κοινωνικό αγαθό, κόντρα στη μοναχικότητα. Ο φόβος της μοναξιάς κλείνει τον άνθρωπο στο καβούκι του, δημιουργεί ατομικότητες και εγωισμούς, εκεί πάνω σκοντάφτει η συλλογικότητα. Όταν αγωνίζεσαι ενάντια στην ιδιοκτησία σαν μέσο πλουτισμού ή αυτοπροβολής ή κατοχής εξουσίας δεν γίνεται να είσαι κτητικός στον έρωτα ή στο σπίτι γενικότερα, στις σχέσεις. Δεν κατέχεις κανέναν και τίποτα. Ούτε καν τον εαυτό σου, ίσως, ανήκεις στους φίλους, τους συντρόφους, τη συλλογικότητα, στην κοινωνία, την ίδια, τον Δήμο, στην κοινότητα . Αυτό προσπαθήσαμε να στήσουμε ξανά αγόρια και κορίτσια, την κοινότητα. Δεν υπάρχει εξουσία ανάμεσα σε όμοιους, ελεύθερους ανθρώπους, αυτόνομους, όπου η διαφορετικότητα είναι η ποικιλία, το αλάτι σε μια υπέροχη σαλάτα.

  • ΓΥΡΊΣΑΜΕ ΤΗ ΧΏΡΑ, λέει, επισκεφτήκαμε φίλους, ανταλλάξαμε απόψεις, κουράγιο. Ένα μπουκάλι κρασί λίγα χρήματα, ένας το κάρο κι ένας τη βενζίνη. Πάντα υπήρχε κάποιο σπίτι με ανοιχτές τις πόρτες, σύντροφοι περίμεναν, η μακαρονάδα ήταν ζεστή, και στις εκδρομές γεμάτο υπνόσακους το αυτοκίνητο ή ωτοστόπ αν δεν υπήρχε. Έβρισκαν δε κι ένα άδειο σπίτι όταν ο καιρός δεν επέτρεπε ύπαιθρο, τα ξύλα και η τροφή είναι για όλους, δεν πείραξαν ποτέ τίποτα άλλο, Πόρτες ανοιχτές, καρδιές ανοιχτές, η νέα κοινωνία είναι ήδη εδώ, στα σπάργανα, χρειάζονται ακόμα πολλά να γίνουν, πολλά να κατακτηθούν. Οπλίζονταν σιγά σιγά γιατί ο αντίπαλος πάνοπλος νιώθει τα κεκτημένα να γλιστρούν κάτω από τα πόδια, ο φόβος να ξεθωριάζει, απειλεί, σκοτώνει, ονειρεύεται πραξικόπημα, οργανώνει εντάσεις δημιουργεί συνθήκες αναμέτρησης. Σφάζει. Και οι επαναστάτες, οι σύντροφοι δεν κάνουν πίσω.

Κι έχουν για πάντα στην καρδιά τους χαραγμένα τα λόγια του Μάο: »Η πολιτική δύναμη πηγάζει από την κάνη του τουφεκιού».

MM80110.jpg

φορτίνο σαμάνο

Σε ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί την βία σε όλες τις δυνατές μορφές, που σου έχει καθίσει στο σβέρκο με το ζόρι, όπου η ψυχολογική, με το στανιό, καθημερινή πλύση εγκεφάλου δημιουργεί συναίνεση, όλο αυτό το ‘παιχνίδι’ των μέσων που χρησιμοποιεί τα αόρατα εργαλεία του για να τσακίσει τον άνθρωπο, δεν μας επέτρεψε να παρατηρούμε αμέτοχοι, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Στα γκλομπ αντιτάξαμε τα στάλιν, [τα παλούκια με τις σημαιούλες] και τα αγγλικά κλειδιά, και στα όπλα τους τα δικά μας. Η αναμέτρηση ήταν ανοικτή πλέον. Στο πυροβόλο που είναι εκεί, σε κάθε γωνία, έτοιμο να επιβάλει τη θέληση του κατόχου του, της εξουσίας, δεν αντιπαραβάλεις άλλο τα ωραία λόγια. Αρκετά πια. Χρειάζονται και αυτά μόνο που κάποιες στιγμές ξεπερνιούνται, πρέπει να απαντήσεις, να περάσεις εσύ στην επίθεση, οι συσχετισμοί αποφασίζουν το πότε και το πού. Το αυτόνομο κίνημα ένιωθε, και ήταν για κάμποσο καιρό, τεράστιο και δυνατό. Το παρακράτος αγωνιούσε, έσπερνε βόμβες και τσαμπουκά. Οπλίστηκαν και οι σύντροφοι. Πατήρ όλων ο πόλεμος είπε ο Ηράκλειτος. Σε εμπόλεμη κατάσταση είναι πλέον το παλαιό με το καινούριο, το νέο. Για χρόνια.

Σήμερα αυτά ακούγονται απίστευτα μακρινά. Όλα αυτά. Δεν κουνιέται τίποτα. Δεν υπάρχει συλλογικότητα. Κάποιοι μοναχικοί αντάρτες, ή έτσι μου φαίνεται μονολογεί. Διάφορα στέκια διάσπαρτα στη χώρα, καταλήψεις, συλλογικότητες. Μετά το ’80 η συντήρηση κατάφερε και έκλεισε τον κόσμο στο σπίτι, τους νέους ανθρώπους που κινούν την ιστορία. Να ακούς την λέξη επανάσταση και να βάζεις τα γέλια, ‘ένα αστείο’. Αποδυνάμωσε μέσα στον καθένα τη διάθεση για ρήξη. Μοιάζει πανίσχυρη, είναι;

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Γεια και χαρά σου Μαρξ, η σκέψη σου είναι νεότατη.

  • Μια μικρή παρένθεση: Οικονομική κρίση, κρίση, κρίση, χρόνια τώρα το ίδιο παραμύθι, όχι πως δεν υπάρχει, είναι όμως εγγενής του συστήματος, αυτή το τρέφει. Ήταν τότε, το μακρινό ’73 που άκουσε στην Ιταλία για την πετρελαϊκή κρίση που αναστάτωσε ολόκληρο το οικοδόμημα του δυτικού συστήματος που μέχρι τότε είχε βασιστεί στην αέναη, συνεχή και δίχως όρια εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων του τρίτου κόσμου. Και η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε το πρώτο σαββατοκύριακο μετά την ψυχρολουσία να απαγορεύσει την κίνηση των οχημάτων στην επικράτεια. Κάτι πρωτόγνωρο, στις πόλεις δεν κουνιόταν φύλλο, απίστευτη ομορφιά την οποίαν όμως δεν κατάφερε να γευτεί πλήρως, ήταν πολύ νέος ακόμη για να αντιληφθεί πόσο όμορφη ήταν η πόλη δίχως την κίνηση των ρυπογόνων οχημάτων!

 

  • Ας συνεχίσουμε όμως από εκεί που σταματήσαμε: Φάνηκε πως το κίνημα είχε το πάνω χέρι. Ένιωσε πλειοψηφικό μέσα στην κοινωνία. Στα εργοστάσια, στις σχολές, στις γειτονιές, στις υπηρεσίες ανέπνεες φρέσκο αέρα, αέρα λευτεριάς. Το θέμα της αντιεξουσίας ήταν χρόνια στην ατζέντα, το είχε ήδη διατυπώσει η εργατική αυτονομία με τις κολεκτίβες της. Σταθήκαμε ανυπόμονοι; Βιαστήκαμε; Μάλλον. Σηκώθηκε απότομα ο πήχυς της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο κομμάτια της κοινωνίας που συγκρούονταν για το ποιο θα επικρατήσει. Με καταστροφικά αποτελέσματα για όλους.

Οι ‘δύο κοινωνίες’ δεν πρόλαβαν να γίνουν μία, τους πήρε όλους ο διάολος που λέμε. Οι σύντροφοι βρέθηκαν απομονωμένοι και εξοντώθηκαν. Αυτό ήταν, that’s it.

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ 1976 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι απ’ τον Μοριά ,απ’ τη Ρούμελη και από πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία Λιγνοί γερόντοι ,χοντροκόκαλοι μ’ άσπρα μουστάκια και φλοκάτες μυρίζουν σβουνιά και χωράφι μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου, ωστόσο πότε -πότε το βλέπεις πού χουν συμπεθεριάσει με τα έλατα μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα και τηράνε πίσω από τους ώμους μας όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα, τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς- τρεις, πέντε -πέντε σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού Και τότες πια δεν ξέρεις, έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς αξούριστοι , άλαλοι, δεν ξέρεις πια ,σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη Τούτοι οι γερόντοι δεν μιλάνε τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί ετούτοι χώσαν τη καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δενδράκι καλοσύνη, ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους που δεν σηκώνει τ’ άδικο Και τώρα κάθονται εδώ στην Μακρόνησο στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα δεν μιλάνε κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους σφίγγοντας μες τα μάτια τους τα σκάγια των άστρων σφίγγοντας μες’ το φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν από το αστροπελέκι ΚΑΝΤΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ

»Αυτών των γερόντων εγγόνια και παιδιά είπαμε να γίνουμε κι εμείς φίλε μου» λέει ακούγοντας να τραγουδά η σπουδαία ερμηνεύτρια, »είπαμε να τους μοιάσουμε λιγάκι, αυτούς τους ήρωες που γέννησε η ζωή κι η ιστορία».

Η επίθεση στην καρδιά του κράτους απέτυχε, ο Μόρο εκτελέστηκε μιας και κανένας σύντροφος δεν ελευθερώθηκε, αμέτρητες διώξεις διέλυσαν τα πάντα. Αυτά με λίγα λόγια. Ζωντανός ο φυσικός ηγέτης της συντήρησης στην Ιταλία θα ήταν κινούμενη ανασφάλιστη βόμβα στα θεμέλια του συστήματος, νεκρός δεν κόστισε τίποτα στην πολιτική σκακιέρα, διέλυσε ολοκληρωτικά ένα αυτόνομο κίνημα που στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτό που πήρε την απόφαση. Αντίθετα, με όλους τους δυνατούς τρόπους είχε εκφραστεί υπέρ της απελευθέρωσης του κρατούμενου. Σφάλμα και στα μάτια του φίλου μου η εκτέλεσή του. Ο σταλινισμός είχε επικρατήσει της ευαισθησίας στις γραμμές των Ταξιαρχιτών. Διέσπασε το κίνημα, διέλυσε και την αλληλεγγύη μεγάλων κομματιών της κοινωνίας προς τη ριζοσπαστική της πλευρά. Την αλληλεγγύη προς τις πρωτοποριακές πρακτικές της οργανωμένης αυτονομίας και των αντάρτικων οργανώσεων.

Προείπαμε πως η επανάσταση διαφέρει της συντήρησης στις αξίες. Είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή φερθεί η επαναστατημένη κοινωνία άψογα στον κρατούμενο που υπερασπίστηκε τον εαυτό του με τον καλύτερο τρόπο διαμορφώνοντας κλίμα συμπάθειας σε όλους τους χώρους. Η επανάσταση δεν συμπεριφέρεται εκδικητικά, η ζωή του κρατούμενου είναι ιερή. Η κοινωνία δεν άντεξε το νεκρό σώμα του γραμματέα. Ο αιχμάλωτος είναι όμηρος στα χέρια του εχθρού του, του λαού. Οι άνθρωποι του, τον έχουν παρατήσει εντελώς με αξιοθαύμαστη εξαίρεση την οικογένειά του που κρατά στάση αξιοπρεπέστατη. Οι πολιτικοί του φίλοι και σύντροφοι σε όλες τις λοβιτούρες τον έχουν εγκαταλείψει ξεκρέμαστο, μόνο και ανυπεράσπιστο δείχνοντας όλη την ασχήμια της εξουσίας, το αποκρουστικότερο της πρόσωπο. Εδώ οι σύντροφοι αυτό δεν κατάφεραν να το αναδείξουν, έχασαν κάθε πλεονέκτημα που μέχρι εκείνη τη στιγμή την τόσο άτυχη είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν. Στην άρνηση διαπραγμάτευσης από την πλευρά των εξουσιαστών αντέτειναν την άρνηση της ζωής.

Και ηττηθήκαμε όλοι μαζί. Νομίζω, λέει, πως φαίνεσαι τεράστιος στα μάτια όλων, όταν σου αρνούνται και δεν εκδικείσαι, για μια τέτοια στιγμή τουλάχιστον μιλά και όχι γενικότερα περί εκδίκησης. Κακά το ψέματα, για όλους αυτούς που ονειρεύτηκαν και προσπάθησαν να πραγματώσουν το διαφορετικό, στα όρια του εφικτού πάντα, ζώντας ασφυκτικά περικυκλωμένοι από την αντεπανάσταση με όλα τα εργαλεία οπλισμένα, για όλους αυτούς που ζούσαν στο καινούριο, το νεκρό σώμα του ανθρώπου ήταν ένα μεγάλο χαστούκι. Και επιμένει στο θέμα διότι ξέρει από πρώτο χέρι πως από εκείνη τη μέρα και μετά κανένας τους δεν ήταν πια ο ίδιος. Μπερδεύτηκε ο κόσμος, μαζεύτηκε. Η επανάσταση έβαλε τρικλοποδιά στον εαυτό της. Και όσο εύκολο είναι να δημαγωγείς εκ των υστέρων άλλο τόσο αλήθεια είναι πως όλα αυτά ειπώθηκαν πριν ακόμη ληφθεί η απόφαση. Θυμάται επίσης ο φίλος μου πως με την απαγωγή του Μόρο, τον Μάρτη  του ’78, ο κόσμος πανηγύριζε, υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα η ικανοποίηση, είμαστε κι εμείς εδώ έλεγε και ένιωθε ο κόσμος, οι μέρες της ατιμωρησίας σας τέλειωσαν, προς τους λακέδες της εξουσίας και τα τσιράκια της. Κι ας βομβαρδίζονταν ο τόπος από τις εικόνες της εξολοθρευμένης φρουράς του. Τεράστιο χαστούκι στην εικόνα, την αναλγησία της εξουσίας, στην αίσθηση παντοδυναμίας που ανέδιδε η συμπεριφορά της. Πενήντα μέρες μετά τον ενθουσιασμό αντικατέστησε η κατήφεια ο σκεπτικισμός και η ανησυχία.

Μαύροι σκυθρωποί όλοι προβληματισμένοι ένιωθαν την καταιγίδα να πλησιάζει. Η ζωή ξαφνικά είχε αγριέψει πολύ, τα χρόνια της ‘αθωότητας’ εξαφανισμένα, οι περισσότεροι δεν ήταν έτοιμοι, η παγίδα είχε στηθεί κι εμείς πιασμένοι στις δαγκάνες της. Έπεσε κι ο λαός στην παγίδα, γι’ αυτό, ή μάλλον, και γι’ αυτό η Ρώμη σήμερα [ που γράφονταν αυτό το κείμενο ] για πρώτη φορά στην ιστορία της έχει όχι ‘αριστερό’ ηγέτη αλλά φασίστα. Και για πρωθυπουργό τον Μπερλουσκόνι, που όλοι γνωρίζουν πως μπλέχτηκε με την πολιτική για την βουλευτική ασυλία, για να πνίξει τα σκάνδαλα στα οποία είναι μπλεγμένος. Για τον ίδιο λόγο που οι Γάλλοι έχουν Σαρκοζί και εμείς εδώ Καραμανλή. Στο κάτω, κάτω αυτοί είναι τίμιοι με τον εαυτό τους, λένε αυτό που είναι, κάνουν αυτό που πιστεύουν. Σε μια κοινωνία που τους μοιάζει. Μιας κι εμείς δεν καταφέρνουμε να δείξουμε πόσο πραγματικά διαφορετικοί είμαστε. Κλεισμένοι στους μικρόκοσμους και τους εγωισμούς μας. Η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού, δεν είναι κτήμα κανενός. Μόνο ενωμένη η αντί εξουσία, ζώντας διαφορετικά και αναδεικνύοντας το στην καθημερινότητα, χίλιοι καθημερινοί αγώνες, χίλιες καθημερινές κατακτήσεις, θα πέσουμε, θα φάμε και πολλά χαστούκια, και απογοητεύσεις, δεν πειράζει, όρθιοι ξανά, εκεί, στις μικρές και μεγάλες επάλξεις ,δίνουμε καθημερινές εξετάσεις. Για μας το κάνουμε στο κάτω κάτω. Κάτι θα γίνει τελικά. Ο ορίζοντας είναι γαλάζιος, είναι και μαύρο κόκκινος, γαλάζια η ομορφιά του ουρανού, κόκκινη και μαύρη η ομορφιά του καινούριου, της ανατροπής, της αυτονομίας.

  • Οι ομάδες μας, λέει, ήταν η κοινωνία σε κίνηση, οργανωμένη, στρατός και λαός μαζί, ένα, ζων οργανισμός, αυτόνομος, γεμάτος ζωντάνια, κύτταρο του νέου πολιτισμού. Χτυπούσε στόχους καθημερινούς, εύκολα κατανοητούς, αποδεχτούς σχεδόν από όλους. Εργατική αυτονομία, λαϊκή αυτονομία. Από αυτά που γνώριζε ο λαός μέχρι τότε, από αυτό που προ υπήρχε, και που επάνω του σκόνταφτε. Αυτοοργανωμένος ο κόσμος στη δουλειά, στη γειτονιά, στη σχολή. Παντού. Ήθελε, διεκδικούσε, κατακτούσε. Καθημερινά. Ζούσε και ανέπνεε μαζί, αλλιώς, διαφορετικά. Ο ένας για τον άλλο, για την άλλη. Μαζί. Αυτό το μαζί έκανε τη διαφορά. ΜΑΖΙ.

ΣΑΝ ΝΑ ΜΉΝ ΒΛΈΠΩ ΜΑΖΊ ,ΜΟΥ ΛΈΕΙ ΣΉΜΕΡΑ. Σαν να μην υπάρχει μαζί, με εξαιρέσεις φυσικά στέκια και καταλήψεις. Ο καθείς χωριστά, χάνεται. Απογοητευμένος, τρομαγμένος, αδύναμος. Ευάλωτος αρκείται μια φορά κάθε τόσο να ψηφίζει εναντίον αυτού που κατά βάθος δεν γουστάρει καθόλου.

Νίκος Δημητράτος, 1974,Σταύρος Ξαρχάκος, Νίκος Γκάτσος ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι, κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά εσείς που χρόνια δεν σηκώσατε κεφάλι και καλοσύνη δεν σας άγγιξε καμιά Ήρθε ο καιρός πάνω στου κόσμου την πληγή ήρθε ο καιρός να ξαναχτίσετε τη γη .

Όλοι εμείς, συνεχίζει, που πήραμε μέρος τότε στον αγώνα για την ανατροπή, όλοι εμείς που βιώσαμε αυτή την περίοδο γνωρίζουμε πως ένα μεγάλο κομμάτι της νόησης και της ευαισθησίας μας προέρχεται από το γεγονός πως βουτήξαμε αυτόνομα, χωρίς να μας κατευθύνουν σε αυτές τις σπάνιες στιγμές, τις οποίες θεωρώ ως ένα δώρο της ιστορίας. Σήμερα ο κόσμος είναι πιο σκληρός, πιο οξύς, κατ’ εικόνα του χρήματος που προσκυνά, του χρήματος που δεν γνωρίζει σύνορα και που έχει γίνει η πραγματική διεθνής αξία και πατρίδα, η ανατροπή δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμια, εφευρετική, απαλλαγμένη από κάθε ιδεολογία η οποία θα σκότωνε οτιδήποτε ζωντανό σε κάθε αντιστασιακή δράση προς όφελος της εκάστοτε φατρίας. Είμαστε υπεύθυνοι για τους εαυτούς μας και ο καθένας οφείλει να διαφυλάξει το κομμάτι ζωής, ονείρου, παιδικότητας και επαναστατικότητας που τον καθιστά μοναδικό’.

ΕΊΜΑΣΤΕ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΕΣ. Έχουμε τα μάτια ανοιχτά και τη συνείδηση καθαρή ώστε να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα. Είμαστε με αυτούς που συνθλίβονται γιατί μας συνθλίβουν κι εμάς, οικονομικά, πολιτιστικά, πολιτικά. Δεν είμαστε με αυτούς που πετούν τα τσιγάρα από το παράθυρο του αυτοκινήτου ή κορνάρουν με το παραμικρό τα μεσημέρια. Δεν είμαστε με αυτούς που τρέχουν στα πρωϊνάδικα, που διαμορφώνουν άποψη από την τηλεόραση. Δεν είμαστε με τη Γιουροβίζιον και το life style σαν πολιτιστικό γεγονός. Δεν είμαστε από αυτούς που βάζουν το προσωπικό ή το παραταξιακό συμφέρον πάνω από το κοινό. Θέλουμε να ανατρέψουμε αυτό που δεν μας αρέσει σήμερα, αυτό που υπάρχει χρόνια. Βαρέθηκα φωνάζει, να βλέπω τις ίδιες φάτσες χρόνια τώρα να μου μασουλάν τις ίδιες αηδίες. Το καινούριο θα γεννηθεί μέσα από την αβεβαιότητα, την αταξία, την φασαρία. Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι. Τα χειρότερα ενσωματώθηκαν στο σύστημα γιατί δεν ήταν επαναστάτες στην ψυχή, καλή ώρα σαν τον Λαλιώτη και τη Δαμανάκη εδώ σε μας, τον Κον Μπεντίτ στη Γερμανία- τι απέγιναν οι δικοί του σύντροφοι δεν γνωρίζει. Δεν θέλουμε να αλλάξουμε το σύστημα, λέει, να το καταστρέψουμε θέλουμε, δεν αλλάζει, αποδεδειγμένα. Και το καινούριο θα γεννηθεί από τα χαλάσματα, αυτός είναι ο νόμος της φύσης. Και αυτοί που διοικούν θα εργάζονται κιόλας, συγχρόνως. Φτάνει πια με τους εργατοπατέρες, είναι η μόνη δικλείδα ασφαλείας. Μιλούν στο όνομα του λαού αυτοί που με το λαό δεν έχουν πιει ένα ποτήρι κρασί μαζί. Άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει την αγωνία της καθημερινότητας και της επιβίωσης, μιλούν στο όνομα αυτών που δεν ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το αύριο. Και κυβερνούν στο όνομά μας άνθρωποι που δεν θα μας γνωρίσουν ποτέ, δεν νιώθουν το χτύπο της καρδιάς μας, το άρωμα της σκέψης μας. Μιλούν για ελευθερία άνθρωποι που δεν διακινδύνευσαν ποτέ στη ζωή τους. Άνθρωποι που δεν είπαν ποτέ όχι σε ανώτερο διοικούν υπουργεία, στρατούς, θέσεις κλειδιά. Ποτέ δεν ρίσκαραν, δεν ριψοκινδύνεψαν ποτές. Η παραβατικότητα είναι πολύ γλυκιά θέλει αρετή και τόλμη όμως η ελευθερία, όπως έχουμε ξαναπεί Θέλει κότσια να πας αντίθετα στο ρεύμα, στον συντηρητισμό. Αυτός ευθύνεται για τα δεινά της σημερινής ζωής μας σε μία κοινωνία άγρια, ψυχρή και υπολογιστική. Είμαστε αριστοκράτες λοιπόν. Δεν παρκάρουμε στα ήδη κατειλημμένα πεζοδρόμια από μπαρ και ταβέρνες. Δεν βρωμίζουμε τις θάλασσες και τις ακρογιαλιές.

Κομπιάζει λιγάκι. Αν δεν έχεις μπει ποτέ στη φυλακή δεν καταλαβαίνεις τη σημασία της ελευθερίας, και την έννοια αυτής. Κι αν δεν έχεις νοσηλευθεί για σοβαρή αιτία την αξία και την έννοια της υγείας. Ξέρεις πως τα έχω για τα καλά γνωρίσει και τα δύο, και με το παραπάνω. Ήμουν ‘τυχερός’ που τα έζησα και τα δύο, επαναλαμβάνει γιατί ξέρω από πρώτο χέρι. Τρεις φορές φυλακίστηκα, πολλές νοσηλεύτηκα, εγχειρίστηκα, εντατική, χημειοθεραπείες, όλα τα καλούδια.

Δεν είχαμε κανένα συμφέρον, συνεχίζει, να είμαστε με τους ‘εκτός νόμου’. Στη ζωή μας όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Είκοσι χρονών παιδιά στο άνθος της νιότης και της ενεργητικότητας ερωτευτήκαμε τους παράνομους, τους παραβατικούς, αυτούς που ρίσκαραν τα πάντα γιατί αγαπούσαν την ελευθερία και την αυτονομία, γιατί μίσησαν το ψέμα, την υποταγή, την διαφθορά, την απληστία, την ψευτοδημοκρατία στο κάτω κάτω. Εκλογές έκαναν και οι χουνταίοι, εκλογές και οι σημερινοί. Ποια όμως από τα κρίσιμα ζητήματα λύνονται στα κυνοβούλια πραγματικά. Μόνο τα μικρο ζητήματα. Εκεί επικυρώνονται οι αποφάσεις που παίρνονται στα γραφεία των μεγάλων εταιριών που στηρίζουν τα κόμματα και χρηματοδοτούν τις καμπάνιες και τα μεγαλοστελέχη τους. Σήμερα για να θέλεις να πολιτευτείς σημαίνει πως θέλεις να οικονομήσεις χωρίς να κουραστείς, άσε που όσο και να ιδρώσεις τα λεφτά με τρόπο νόμιμο είναι περιορισμένα. Μόνο οι ανατρεπτικοί είναι ειλικρινείς. Κι αν δεν υπάρχουν μαζικά σήμερα θα υπάρξουν σίγουρα αύριο. Η ζωή και η ιστορία κύκλους κάνει. Υπομονή αδέλφια. Και αυτά που τόσο ανατρεπτικά ακούγονται σήμερα, αιρετικά, θα είναι πλειοψηφικά αύριο. Θα ακούγονται από στόματα πολύ περισσοτέρων.

Ας κρεμάσουν δέκα παλικάρια τον υπουργό στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, δεμένο, με μια πινακίδα στο λαιμό που θα μιλά για τα ‘κατορθώματά’ του, να κάτσει έτσι για μισή ωρίτσα μέχρι να τον κατεβάσουν, να νιώσει στη μούρη του την απέχθεια αυτών που δεν του μοιάζουν. Έτσι όπως έκαναν τότες οι ιταλιάνοι σύντροφοι! Να νιώσει τη βία που νιώθουμε κολλημένη σαν βδέλλα στο πετσί μας καθημερινά, όλοι μας όταν μασουλάμε το παραμύθι τους. Σας λέω πως εκατοντάδες χιλιάδες έλληνες θα πανηγυρίσουν, βγείτε έξω και ρωτήστε, χωρίς κάμερες και χαφιεδισμούς, θα σας πουν την αλήθεια.

Έβαζαν οι σύντροφοι στόχο τα γραφεία των μεγάλων κατασκευαστικών που κρατούσαν ανοίκιαστα εκατοντάδες διαμερίσματα για να σηκώσουν τις τιμές. Όλοι έλεγαν: καλά τους κάνετε. Απέκλειαν τετράγωνα με μέσα τους πολυκαταστήματα και αλυσίδες, εισέβαλαν και απαλλοτρίωναν τα αγαθά μαζί με τον κόσμο, που πανηγύριζε και έφευγε φορτωμένος, ή με αυτομείωση, κατέθεταν στα ταμεία συμβολική τιμή για τα προϊόντα πρώτης ανάγκης. Έκρηξη ενθουσιασμού και θαυμασμού στη γειτονιά. Στα ακριβά εστιατόρια το ίδιο, παντού λαϊκές τιμές, καταλήψεις για στέγαση και δημιουργία κέντρων συνάντησης και επιμόρφωσης, εισβολές στους κινηματογράφους και τα θέατρα για όσους αδυνατούσαν να καταβάλουν αντίτιμο, συμβολικές τιμές στα εισιτήρια για τους υπόλοιπους. Η αυτομείωση σε όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας είχε γίνει φαινόμενο μαζικό. Τηλέφωνα, μεταφορές, νερό, ρεύμα. Ο λαός απαιτούσε, οργανώνονταν αυτόνομα, έπαιρνε αυτό που ήταν δικό του. Μαζικά.

autop, people have the power

Είναι ιερή η ζωή λέει, όμορφη, πανέμορφη. Και το έχει νιώσει μέχρι το μεδούλι γιατί κινδύνευσε να την χάσει. Γι αυτό ζήστε την με ένταση, με πάθος, με όλο σας το είναι. Είναι ιερή. Γι αυτό αισθάνονταν άβολα, κομπιάζει, όταν σύντροφοι, στον αγώνα, την αφαιρούσαν, από λαμόγια έστω.

‘Να ζήσουμε τη ζωή με τα όλα της’ ξαναλέει, ‘σε όλο της το μεγαλείο’. Να βουτήξουμε στα νερά της, ακόμη και στα παγωμένα καλό κάνει, και στα αφρισμένα, εκεί, κυρίως εκεί μαγειρεύονται πράγματα και καταστάσεις. Να δοκιμάσουμε τα αρώματα της δίχως φόβο. Να γνωρίσουμε τη φύση, να τη σεβαστούμε. Να τρέξουμε στα δάση, να ξαπλώσουμε στο χορτάρι να αναπνεύσουμε τη δημιουργία, να νιώσουμε την ελευθερία, την ευωδιά των λουλουδιών, να ακούσουμε τη μουσική που σκορπίζεται παντού, από τον άνεμο, τα δέντρα, τα πουλιά. Να πετάξουμε μαζί τους, εκεί βρίσκεται η καρδιά της ζωής, της δημιουργίας. Να αφουγκραστούμε το μήνυμα, μήνυμα αισιοδοξίας και ευτυχίας. Την ευλογία του όλου, του ολοκληρωμένου. Υπάρχει ολοκλήρωση στη φύση. Να ζήσουμε και να πεθάνουμε λεύτεροι. Εάν ήμασταν ολοκληρωμένα όντα δεν θα υπήρχαν πόλεμοι. Και μίσος για τη διαφορετικότητα. Δεν θα υπήρχαν τάξεις, ανισότητες και του κώλου τα εννιάμερα. Όλοι ήμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια στοιχεία, ξεσπά, και την ίδια ενέργεια. Μοναδικοί στη διαφορετικότητά μας. Δεν αποτιμάται αυτή σε χρήμα. Δεν είναι γραμμένο πουθενά πως ο διπλανός είναι πιο ακριβός.

Προσελκύουμε αυτό που επιθυμούμε, αυτό που αντανακλάται από εμάς φεύγει και ξαναγυρίζει κουβαλώντας μαζί του αυτό που ζητήσαμε. Ας είναι αυτό η αγάπη και η ομόνοια, να ζήσουμε αλληλέγγυοι με τους γύρω. Ότι χρώμα κι αν έχουν, όπως κι αν ονομάζονται. Η εκτίμηση φέρνει εκτίμηση. Υπομονή λοιπόν, εκτίμηση και αγκαλιά στο γείτονα. Και κάπου εκεί γύρω υπάρχει και μια συλλογικότητα, μια αυτόνομη ομάδα. Ας την ψάξουμε, να τη βρούμε. Να την φτιάξουμε στο κάτω κάτω. Να τα απαιτήσουμε από όλους αυτά.

ΠΑΡΈΝΘΕΣΗ:

  • Ήπια καφεδάκι στο’Νικηφόρο’ του αγαπημένου παλιόφιλου, του Βασίλη του ‘Πελέ’. Λέει : ‘το μυστικό στη ζωή φίλε μου είναι να αγαπάς, αυτό ξέρω. Για να μπορείς όμως να αγαπάς χρειάζεσαι αυτογνωσία, να γνωρίζεις τα υπέρ και τα κατά σου, τα προτερήματα και τα ελαττώματα σου. Έτσι μοναχά θα μπορέσεις να αγαπήσεις τον συνάνθρωπο, την κοπέλα σου! διαφορετικά δεν γίνεται! όλα τα άλλα τα ακούω βερεσέ!’ ‘Πολύ ωραία τα λες φίλε’, του απαντάω. ‘Δεν τα λέω εγώ Μιχάλη’, συνεχίζει.’ Η ζωή το λέει, αυτήν επαναλαμβάνω’!

συνεχίζεται

James – Born Of Frustration (live)

απτική στέρηση

Deprivazione tattile
27 maggio 2008baruda
απτική στέρηση

“αφού του έχει αφαιρεθεί η κοινωνικότητα, το σώμα του έγκλειστου δεν έχει τρόπο να δεχτεί και να ψάξει αισθητήρια ερεθίσματα. Και, ανάμεσα σε όλες τις στερήσεις, εκείνη της αφής είναι ίσως η πιο σοβαρή και καταστροφική, τόσο καταστροφική που ένα παιδάκι μπορεί και να πεθάνει.

όταν στα τέλη του 800 η αμερικανική παιδική ιατρική φροντίδα εισήγαγε το »κρεβατάκι με τα κάγκελα», υποσκελίζοντας την παράδοση της κούνιας, ξεκίνησαν να παρουσιάζονται θάνατοι ανεξήγητοι μωρών σε απόλυτη υγεία. Το γεγονός πέρασε στην ιστορία σαν »θάνατος στο κρεβατάκι» ή ‘σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου’. Η ανθρώπινη εμπειρία μας διδάσκει πως το λίκνισμα στην αγκαλιά είναι μια κίνηση χάδι σε όλο το σώμα σε όλη της την λειτουργία. αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ευημερία και την ευεξία που αποκλείεται στο »μωρό ανάμεσα στα κάγκελα».

Αφού η στέρηση του αγγίγματος μπορεί να φέρει τον θάνατο, με τον ίδιο τρόπο αυτό μπορεί να προκαλέσει την αναγέννηση.Il con-tatto umano, η ανθρώπινη επ-αφή είναι όντως μια πιθανή φροντίδα-γιατρειά στην περίπτωση μη αναστρέψιμου κώματος ή σε πλάσματα με εγκεφαλικά τραύματα και ψυχοκινητικά handicap. Είναι η περίπτωση εκείνης της εκατοστής εθελοντών που, διαδοχικά, πήγαιναν στο σπίτι μιας μικρούλας για να μπορεί να έχει 24 ώρες στις 24 το μοναδικό φάρμακο ικανό να την κάνει να νιώθει καλύτερα : την ανθρώπινη επαφή : τη συνάντηση και το άγγιγμα ανθρώπων κάθε φύλλου, ηλικίας, επαγγέλματος, κουλτούρας, που την βοηθούσαν στις ασκήσεις αποκατάστασης. Η διέγερση είναι θαυματουργική. Η έλλειψη αγγίγματος, αντιθέτως, είναι επώδυνη.

βγάζω απ’ τα χέρια – κάτω από το δέρμα – κομμάτια από μαχαιροπίρουνα πλαστικά : τα μόνα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. σπασμένες άκρες από πλαστικά πιρούνια. Φτάνουν μικρά κοψίματα και αυτά τα κομμάτια μπαίνουν κάτω από το δέρμα. Από αυτά τα ίδια τα κοψίματα, σπρώχνοντας, βγάζω έξω τις άκρες από τα πιρούνια. Δεν υπάρχει αίμα, δεν υπάρχει ούτε μια σταγόνα αίμα ! όσο περισσότερο τραβώ προς τα έξω και περισσότερο, αγγίζοντας, αισθάνομαι! με μια αίσθηση ενόχλησης, με υπομονή όμως, στέκομαι εκεί να τραβώ προς τα έξω αυτό το πλαστικό. ξυπνώ με μια αίσθηση άγχους. Πόση αδρανή ύλη έχω απορροφήσει όλα αυτά τα χρόνια διαμέσου των πόρων του δέρματος;

σκέφτομαι το σίδερο, το τσιμέντο, το πλαστικό που αγγίζω, και στα απονευρωμένα σημάδια που με κατακλύζουν. Και δεν υπάρχει και αίμα! δίχως να το αντιληφθώ ο θάνατος μπήκε μέσα μου γενόμενος κύριος του αίματός μου. Γράφω ή διηγούμαι το όνειρο σε όποιον μπορώ, για να δρομολογήσω συναγερμό. Πρέπει να προειδοποιήσω, να βιαστώ, πριν η αδράνεια να μας κατακλύσει ολοκληρωτικά!”

το πήραμε από το “IL BOSCO DI BISTORCO”. Renato Curcio, Stefano Petrelli, Nicola Valentino. εκδόσεις Sensibili alle Foglie

αυτό το blog, αναπόφευκτα, θα μιλήσει συχνά για εγκλεισμό, για στέρηση, για απομόνωση.
θα μιλήσουμε για την φυλακή, για τους μηχανισμούς τιμωρίας, για φυσικό και ψυχικό βασανιστήριο, για ψυχιατρικά δικαστικά νοσοκομεία, για κέντρα προσωρινής κράτησης μεταναστών…απόβλητων. Εκείνων που για το κράτος πρέπει να σαπίσουν απόβλητοι.
για το δικαίωμα στην ελευθερία, για όλα αυτά που μπορούμε να διδαχτούμε από τα μάτια αυτού που είδε να του στερούνται τα πάντα.
με τον άνεμο αυτής της βραδιάς δεν μπορώ να μην σκέφτομαι σε αυτόν που είναι κλεισμένος σε ένα κελί…με αυτό το ελεύθερο φύσημα του αέρα, με αυτή την ευχαρίστηση του δέρματος που διασχίζεται από τόση δύναμη.

 ΕΝΆΝΤΙΑ ΣΕ ΚΆΘΕ ΦΥΛΑΚΉ
 ΜΈΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΈΡΑ!

http://baruda.net/

 

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας, συνεχίζεται

μιχαλης 296

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Γ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 1

Είναι ένα μωρό που γεννήθηκε με καισαρική τομή μέσα στο καλοκαίρι του ’12. Χρόνια κοιλοπονούσα, κράτησα σημειώσεις, πήρα συνέντευξη και πρόσθεσα φράσεις και κειμενάκια που με εκφράζουν και βρήκα εδώ κι εκεί αυτό το διάστημα που έγλειφα τις πληγές μου. Από το 2004 και μετά.
Δεν το έπλυνα, δεν το καθάρισα. Το άφησα αδούλευτο γιατί έτσι μου φαίνεται πιο αυθεντικό, πιο γνήσιο. Είναι το ταξίδι της ζωής μου. Αυθόρμητο, spontaneo, γέννημα ψυχής. Είναι ημερολόγιο. Εξομολόγηση.

Δεν σας ζητώ να συμφωνήσετε, μόνο να αφουγκραστείτε.
Σκεφτόμουν πως να το ονοματίσω και δυσκολευόμουν ώσπου χθες βράδυ, βλέποντας το Full Metal Jacket θυμήθηκα πως μαζί με το Platoon η Αποκάλυψη ήταν η σπουδαιότερη ταινία που πραγματεύτηκε τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Όλα είναι δυνατά όταν θέλουν οι λαοί και αγωνίζονται για την ελευθερία τους.

Αποκάλυψη λοιπόν, Τώρα. Αποκαλύπτω κι εγώ τα εσώψυχα μου.

Πέρασαν μέρες και τελικά άλλαξα τη γνώμη μου όσον αφορά τον τίτλο. Νομίζω λοιπόν πως για πολλούς, ευνόητους λόγους, το όνομα που δίνω τώρα ταιριάζει περισσότερο. ‘Στην Πρώτη Γραμμή’.
Ελπίζω λοιπόν να μη χρειαστεί να αλλάξω γνώμη εκ νέου.

Φαίνεται όμως πως η περιπέτεια για το έργο μας θα περάσει από πολλά κύματα.

Αγαπήσαμε πολύ τη θάλασσα κι έτσι αυτή μου παίζει παιχνίδια.
18 του Νοέμβρη χθες κι είδα εκπομπή αφιερωμένη στον μεγάλο ’μικρούλη’ της μουσικής μας. Είναι ο συνθέτης, ο Θάνος, που αγάπησα περισσότερο απ’ όλους [μαζί με τον Μαρκόπουλο]. Αυτός που μου κράτησε πιστή συντροφιά τα δύσκολα χρόνια της εδώ προσαρμογής μου, από το ’80 και μετά. Μου θύμισε πως ο νέος άνθρωπος, για να λέγεται τέτοιος πρέπει ν’ αρπάξει τη ζωή απ’ τα κέρατα και να την παλέψει, όσο αντέξει, κι όπου τον βγάλει… Άρπαξα λοιπόν κι εγώ το στίχο του Καββαδία, που τόσο όμορφα μελοποίησε, ταίριαζε με τη ζωή μου, που ήταν αρκετά περιπετειώδης για πολλά χρόνια,και ελπίζω να σας παρουσιάσω επιτέλους το ’χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’.
Πάμε λοιπόν.

«Ο λύκος της στέπας είχε δύο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια λυκίσια, κι ίσως αυτό του το πεπρωμένο να μην ήταν τόσο ιδιαίτερο και σπάνιο… Μέσα του ο άνθρωπος και ο λύκος δεν συμπορεύονταν ποτέ, αλλά βρίσκονταν μεταξύ τους σε μια θανάσιμη έχθρα».

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Πόσα χρόνια δίσεκτα μέσα σε μια ώρα, βάσταξες αδάκρυτη μάνα Παναγιά
πόσα βόλια σπείρανε γιε μου σε μιαν ώρα, και σε μαρμαρώσανε στην ξερολιθιά
Μέσα στα ερείπια στέκει σαν αηδόνα, το καταμεσήμερο και θρηνολογεί
κάλεσε τον Χάροντα σε κρυφό αγώνα πες και στην Χαρόντισσα να σε λυπηθεί
Κάποια ξημερώματα σε μακρύ τραπέζι, θα έρθουν να καθίσουνε μάνες και παιδιά
μέρα αναστάσιμη κι ο λαός θα παίζει τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά.
Γιάννης Μαρκόπουλος, Κώστας Μύρης, Νίκος Ξυλούρης.

  • Πενήντα τόσα χρόνια πριν γεννήθηκε σε τούτη δω την πόλη ο φίλος μου. Πήγα να μάθω τα νέα του, χθες βράδυ. Έζησε ζωή γεμάτη περιπέτεια και ένταση, έζησε πόνο και χαρά, πολύ.
    Από μικρός ψαχνόταν, πνεύμα ανήσυχο, έχασε νωρίς τη μητέρα του. Γυναικολόγος ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον στείλει στους δικούς του στην Αθήνα μέχρι να ξαναφτιάξει την ζωή του, όλοι οι συγγενείς ζούσαν εκεί κάτω.
    Ενθουσιώδης, κινδύνεψε πολύ, το αστέρι της μάνας του ήταν εκεί να τον γλυτώνει από τα χειρότερα.
    Ήταν πάντα ανοιχτός και κοινωνικός, τώρα τελευταία, μετά τα ζόρια με την υγεία του κλείστηκε πολύ.

Πιτσιρικάς – Ρίτα Αντωνοπούλου

  • ‘Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στον Άγιο Γιάννη, στο δωδέκατο πήγα σχολείο‘, μου λέει, με το θάνατο της μητέρας μου με έστειλαν στην Αναργύριο εσώκλειστο, στις Σπέτσες. Δύο χρόνια εκεί και μετά στην Αθήνα στους θείους και τις γιαγιάδες μου. Εκεί με βρήκε η χούντα. Γυρίζω Χριστούγεννα του ’67 και τελειώνω το γυμνάσιο στο Αρρένων.
    Δύσκολο να είσαι εσώκλειστος μικρούλης, μακριά από το σπίτι, από τα χάδια της μάνας, από την προσοχή των γονιών. Σε αντιστάθμισμα άρχισα να συνηθίζω να παίρνω τις αποφάσεις μόνος. Βέβαια η καθημερινότητα ήταν οργανωμένη στρατιωτικά, έστρωσα χαρακτήρα. Σκληραγωγία, βούτες χειμώνα καλοκαίρι με το καλημέρα, από το κρεβάτι στη θάλασσα.
    Πανέμορφο νησί, δεν ξαναπήγα από τότες. Καταπράσινο.

Κούκλα και η Καβάλα. Με τα καλντερίμια της και τα σκαλάκια στην ανηφοριά, τα όμορφα αρχοντικά και τα χαριτωμένα σπιτάκια με τις λουλουδιασμένες αυλές τους που έδωσαν όμως αργότερα τη θέση σε γκρίζες πολυκατοικίες όπου στοίβαξαν τους ανθρώπους τα χρόνια της αντιπαροχής του Καραμανλή, μακριά από την παράδοση, καταστρέφοντας την ομορφιά της ελληνικής πόλης. Πέτρα και κεραμίδι, και διάσπαρτη η πόλη καπναποθήκες. Εκεί μέσα γεννήθηκαν αγωνιστές, εκεί στεγάστηκαν οι καημοί τους, εκεί γράφτηκε η ιστορία της, εκεί, στα καλντερίμια και στις πλατείες της.

Θυμάμαι χαράματα τους δρόμους να πλημμυρίζουν εργάτριες και εργάτες με μαντήλια στο κεφάλι, ξεκινούσαν τη μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά. Μύριζε καπνό η πόλη ολάκερη, γεμάτη ανθρωπιά και στεναγμούς.’ Άπονη ζωή, μας αδίκησες’ τραγουδά ο Μπιθικώτσης μου λέει, ‘το κρίμα μας βαρύ μας γέννησες φτωχούς’. Νιώθω άβολα,είμαι ακόμα πιτσιρίκι αλλά νιώθω κάπως. Οι άλλοι τραβούν για το μεροκάματο την ώρα που εγώ γυρνώ στο κρεβάτι μου πρωινιάτικα.
‘Μας βίασαν λοιπόν την αισθητική, διέρρηξαν και την έννοια του ανήκειν, της γειτονιάς.’

‘Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί, όργωνα θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα λαέ μου. Πάνω στα κύματα νύχτες ολόκληρες σε ονειρεύτηκα. Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο όνειρο καθημερινό κάποιος το πούλησε κάποιος το ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια, τώρα τ΄ αγόρια μου παίζουν το θάνατο στα χαρακώματα.’ ΧΡΟΝΙΚΟ.

‘Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται σιγά σιγά ο ψυχισμός μου’, λέει ο φίλος μου λίγες μέρες αργότερα που συναντηθήκαμε , άρχισα να κρατώ σημειώσεις :

‘Τα καλοκαίρια στο Μπάτη, παιχνίδι στη θάλασσα και στα βραχάκια. Βουτιές στο πεντακάθαρο γαλάζιο, τον ήλιο δεν τον φοβόμαστε ακόμη στενάζει, βόλτες με τα κανό στις διπλανές παραλίες, συλλογή από κοχύλια, ποδόσφαιρο στην αμμουδιά.
Τα πρωινά στη θάλασσα και τα απογεύματα προπόνηση στο Ναυτικό όμιλο, Στριφτούλιας, Σαββίδης κ.λ.π., τσούχτρες, πετρέλαια και κάθε λίγο επίσκεψη από τον στόλο, ελληνικό ή αμερικάνικο. Ναυτική εβδομάδα, βορειοελλαδικοί αγώνες, μεγάλες στιγμές.
Το βραδάκι σινεμαδάκι, Ροδόπη και Ολύμπια. Και μεγαλώνοντας άρχισαν τα χτυποκάρδια και τα ραντεβουδάκια. Κυνηγούσαμε φιλάκι από τις μικρούλες ξένες στο Μπάτη μιας και οι δικές μας ήταν απλησίαστες, ο πουριτανισμός και η υποκρισία της κοινωνίας στη χώρα μας εκείνα τα χρόνια ήταν απίστευτες. Κυνηγούσαμε λοιπόν, επαναλαμβάνει μια αγκαλιά στην αμμουδιά, στο φως του φεγγαριού..
Γεμάτη τότε η παραλία ξανθά πανέμορφα κεφαλάκια που τόσο μας αρέσουν.

Κι όσο μεγαλώναμε πλησιάζαμε όλο και περισσότερο Παλιό και Ηρακλίτσα. Κατασκήνωναν εκεί Άγγλοι και ήταν ατραξιόν για την περιοχή, με τις φωτιές την νύχτα στην αμμουδιά και τις μουσικές και το χορό. Εκεί διορθώσαμε τα αγγλικά μας με ρετσίνα και ουζάκι. Και με το σκάσιμο της αυγής μια δροσερή βουτιά στα κρουσταλλένια νερά. Τι ομορφιά Χριστέ μου.
Για το χειμώνα δεν το συζητάμε. Οκτώ το βράδυ σπίτι εκτός Σαββάτου που μας επέτρεπαν σινεμά μέχρι τις δέκα, Ολύμπια ή Αττικόν. Και τις Κυριακές νωρίς το απόγευμα κάποιο παρτάκι σε σπίτι φίλου με τους γονείς στο διπλανό δωμάτιο. Η χειραφέτηση ήρθε πολύ αργότερα.

Θυμάμαι από τα παιδικά και τα μαθητικά μου χρόνια τον Θόδωρο τον Θεοδωρίδη, την Τέτη και την Ευγενία Παπαδοπούλου, τον Νίκο τον Ανανιάδη, την Ελένη και τη Ευγενία Αστεριάδου . Τον Τένη τον Στωίδη, την Ελένη Δίνγκα, την Μάγκυ Παπανικολάου και την Καρολίνα. Την Υβόννη και τον Μίρκο Ιορδάνογλου, και τον Θανάση τον Ευαγγελίου, τον Τριαντάφυλλο Τσουπάρη. Θυμάμαι και άλλα αγόρια και κορίτσια λέει, με τα οποία βρεθήκαμε πολύ κοντά για κάποια χρόνια αλλά τόσο το ότι τα ονόματα μου διαφεύγουν όσο επίσης το ότι θα χρειαζόμασταν πολύ χώρο για να τα αναφέρουμε με κάνουν να σταματήσω εδώ. Θεωρώ πάντως πως ανάμεσα σε αυτά τα ‘ξεχασμένα’ πρόσωπα βρίσκεται και ο φύλακας άγγελος που χρόνια αργότερα, την κρίσιμη στιγμή γλύτωσε τη ζωή μου από τα πολλά χρόνια εγκλεισμού που με περίμεναν εάν έπαιρνα εκείνο το μοιραίο λεωφορείο Θεσσαλονίκη-Φλωρεντία στη μπασιά του 1980!

Την αγάπη στην μουσική την απέκτησα τα χρόνια της Αθήνας, μετά τις Σπέτσες. Τα ξαδέρφια μου άκουγαν πολύ, ραδιόφωνο Πετρίδης, Κογκαλίδης, Μαστοράκης, αργότερα Μηλάτος. Δίσκοι στο πικ-απ το βραδάκι που τελείωναν οι εκπομπές για τη νεολαία. Rolling Stones, Beatles, Animals και Who όπως και πολλοί άλλοι. Έγινα λάτρης της ροκ σκηνής, Santana , Hendrix, Traffic κ.λ.π, η απίστευτη εκείνη συναυλία-ταινία Γούντστοκ σημάδεψε και καθόρισε σημαντικά την ζωή μου, και είδα, το θυμάμαι ακόμη, οκτώ φορές, την πρώτη στο Λονδίνο, 16άρης.

Γνώρισα σιγά σιγά μου λέει τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο που μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός’.

 

  • Είδε τότε στο γήπεδο της Λεωφόρου ζωντανά τη συναυλία των Stones λίγες μέρες μετά τη χούντα. Σημάδεψε τη ζωή του εκείνη η φοβερή εμπειρία, δώδεκα χρονών παιδί μέσα σε ένα γήπεδο τίνγκα νεολαίους που πάλλονταν από ενέργεια και ενθουσιασμό, σε μία διαδήλωση ενάντια στα ήθη της εποχής, το καινούριο μάχονταν την συντήρηση, το νέο την γερασμένη σύμβαση, η συνοδεία του συγκροτήματος πετούσε κόκκινα τριαντάφυλλα στον κόσμο, η αστυνομία τους ξυλοκοπούσε, ο Jagger ούρλιαζε και το πλήθος αποδοκίμαζε εν χορό τους μπάτσους. Ήταν η πρώτη επίσημη αποδοκιμασία του στρατιωτικού καθεστώτος.
    Στην άτυπη διαμάχη που υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσα στα σκαθάρια και τις πέτρες συντάχτηκε με τους τελευταίους μια και οι πρώτοι ήταν αρκετά λάιτ. Πάντως διαχρονικά μεγάλη του αγάπη μέχρι σήμερα παραμένουν οι Pink Floyd. Και από τους Έλληνες Μαρκόπουλος και Μικρούτσικος.

http://vimeo.com/9500231

Pink Floyd στηνΠομπηία

Εκείνα τα χρόνια απέκτησε και το πάθος για τον Ολυμπιακό. Όλοι στο σπίτι αγαπούσαν την μεγάλη ομάδα του Πειραιά απ’ όπου κατάγονταν ο πατέρας του, τον έπαιρναν μαζί τους στο θρυλικό Καραϊσκάκη, πάντα στην 7 όποτε κατάφερναν να βρουν εισιτήριο, και έτσι ένιωσε εκείνη την ιδιαίτερη σχέση που έχουν οι γάβροι με την ομάδα τους.
Έτσι λοιπόν ανέμελα κυλούσε η ζωή του με πολύ ενέργεια και τρέλα στο κεφάλι. Αισιόδοξος, χαιρόταν τη ζωή με τις στιγμές της, να τριγυρνά στο βουνό και στις παραλίες, να σκαρφαλώνει στα βράχια και να ανακαλύπτει μονοπάτια. Δεν έμαθε καθιστικά παιχνίδια, είχε παλούκια στον κώλο που λέμε, δεν
σύχναζε στα καφενεία, αντίθετα έπαιζε πινγκ πονγκ με κάποιους τρελαμένους σαν κι αυτόν.

  • ‘Τελειώνοντας την τετάρτη τάξη καλοκαίρι του ’71 πηγαίνοντας στην πέμπτη, με το φροντιστήριο του Φαίδωνα του Σιδηρόπουλου πήγαμε για σαράντα μέρες’ ,συνεχίζει, στο Λονδίνο . Ήταν τεράστια εμπειρία αυτή, εκείνα τα χρόνια που η παγκόσμια νεολαία πάσχιζε να τινάξει από πάνω της κώδικες ρόλους και ταμπού κάτω από τα οποία δεκαετίες ασφυκτιούσε, σε εκείνους θέλαμε να μοιάσουμε και εμείς τότε που ακόμη μας κούρευαν με την ψιλή, μας δίκαζαν με τον νόμο περί τεντι μποϊσμού, μας αποκαλούσαν ντιντίδες και δεν θυμάμαι πως αλλιώς, μας απαγόρευαν να φορέσουμε μάλτες, έτσι έλεγαν τα μπλου τζιν’.

Έφυγε λοιπόν να σπουδάσει στην Ιταλία και άλλαξε η ζωή του. Μόλις γνώρισε τον Μάρξ και τον Λένιν εντυπωσιάστηκε, με τον Γκεβάρα απογειώθηκε. Δέθηκε αμέσως στο καινούριο περιβάλλον και στους ανθρώπους, η Ελλάδα του φαινόταν πια πολύ μακρινή.
Άβυσσος χώριζε τις δυο πραγματικότητες.
Η μία οπισθοδρομική, σε στασιμότητα, βάλτος, η ελληνική επαρχία, συντηρητισμός και συμβάσεις.
Η άλλη σε κίνηση. Νέοι άνθρωποι σε μία πορεία αλλαγών και ανατροπής.
Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού.
Η νεολαία στην πρώτη γραμμή. Ο φίλος μας στην μέση.
Όταν γύριζε να επισκεφτεί τον πατέρα του οι μικρότητες του φάνταζαν βουνά, πνίγονταν.

Εκεί μια συντροφικότητα μυθική στα μάτια του, μια γενιά που έστηνε τις δικές της αξίες,που απαιτούσε από την συντήρηση να κάνει πέρα, άνοιγε τον δρόμο και θέσπιζε καινούρια νοήματα παλιά όσο ο άνθρωπος, έδινε νόημα σε νέες συμπεριφορές. Η αντί εξουσία στη θέση της γερασμένης. Η αυτονομία στη θέση της επανάληψης.
Ένας δάσκαλος του έμαθε να στοχεύει ψηλά. Έτσι θα κατακτούσε μακρύτερες κορφές. Όταν στοχεύεις το εφικτό έλεγε θα καταφέρεις λιγότερα. Σημάδευε μακριά για να πετύχεις ψηλά, όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα.
Και οι νέοι είχαν βάλει στόχο την κορυφή. Να πατήσουν τον κόσμο, να τον καβαλήσουν και να τον οδηγήσουν εκεί που ήθελαν. Σαν τον Αλέξανδρο με τον Βουκεφάλα, μαζί μέχρι το τέλος, μέχρι την άκρη της γης.
Έτσι κι αυτοί, μαζί, στη γη των ονείρων τους, για την κοινωνία χωρίς κανόνες απ’ τα πάνωαπελευθερωμένοι από τις στρεβλές συμβάσεις, του αυτόνομου ανθρώπου από τους γνωστούς έως τότε κανόνες.

Δεν είναι χλιαρός ο δικός μας, παθιάρης είναι, παθιάστηκε λοιπόν. Του ήταν φυσικό με τον χαρακτήρα που κουβαλούσε. Η εξέγερση ήταν καθημερινή βιοτή, η επανάσταση της καθημερινής ζωής, στις συμπεριφορές, στα αιτήματα, στους αγώνες, στον έρωτα, στις διεκδικήσεις, στις συνήθειες. Μου είπε πως σε ανύποπτο χρόνο διάβασε πολλές βλακείες από σχετικούς και άσχετους για το τι έλαβε χώρα εκείνα τα τρομερά χρόνια, μόνο ο Μπαλεστρίνι κατάφερε να μεταφέρει τον ‘αέρα’ εκείνης της εικοσαετίας.
Ήταν μια γιορτή με τις καλές και τις κακές στιγμές της, τα πάνω και τα κάτω. Πάντως μια γιορτή με τα όλα της. Το να ζεις στο δίκιο, ελεύθερα και ισότιμα είναι τρόπος ζωής φευγάτος, είναι αναγκαιότητα γι’ αυτούς.
Έζησαν στο μεταίχμιο δύο κόσμων, αναποδογύριζαν καθημερινά τα γνωστά και πειραματίζονταν το νέο, ταυτόχρονα. Στις σχολές, στο σπίτι, στις πλατείες τους δρόμους και τις γειτονιές, στη δουλειά.
Η χαρά ήταν όλη δική τους, ήταν για όλους ξανά η χαρά. Οικειοποιούνταν τις ζωές τους. Έκαναν πράξη το σύνθημα, τα ήθελαν όλα και τα έπαιρναν, subito, αμέσως. ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΠΟΛΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, αυτή ήθελαν στην εξουσία και το έκαναν πράξη, όχι το κέρδος, όχι τις αγορές που θα έλεγε κάποιος σύγχρονος.
Έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες για να ελευθερώσουν το σήμερα από το χθες, και να δείξουν στους υπόλοιπους το αύριο. Το καυχήθηκε ο δικός μου δεν το μετάνιωσε ποτές.

Πήραν τα όπλα, χιλιάδες ήταν, ενάντια σε όλους αυτούς που με όπλα φρουρούνται, και φρουρούν και επιβάλλουν με όπλα τη βία τους, την εξουσία τους, τη θέλησή τους. Αντέταξαν στη βία βία. Στην καθημερινότητα τους γλυκείς και τρυφεροί. Στον πόλεμο που υφίσταντο απάντησαν με πόλεμο.

1987 ΤΟΛΜΗΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί, και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που έχει μαραθεί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική, Χάνεσαι σαν τον γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στη φυγή, πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή. Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί, ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή. Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά. Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά. Που πήγαν οι τριακόσιοι του Λεωνίδα, και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά, Ηλεκτρικός Θησέας και τα λοιπά.
Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή, βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή, γι αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες τα γήπεδα την Κυριακή, τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.
Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες τα Νέα ψάχνεις για δουλειά, Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά, τρέχεις να ψάξεις μες τα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό, κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία, ειδήσεις, σίριαλ και τσίχλα ροκ, Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό, και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό.
Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι
μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου
στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς
πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου
ή ΒΓΕΣ ΞΑΝΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ.
Αυτοί έτσι έπραξαν, βγήκαν στο δρόμο της φωτιάς.
[ η μουσική είναι του Γ. Μαρκόπουλου, οι στίχοι του Δ .Βάρου και τραγούδησαν ο Παύλος Σιδηρόπουλος με την Μ .Φωτίου.]

Σήμερα έχει αράξει. Η κοινωνία κοιμάται τον -ύπνο του δικαίου-. Όλα ησυχάζουν, αυτός είναι ανήσυχος. Στεναχωριέται για την απάθεια. Διάβασε προχτές στον τοίχο : αυτή η κοινωνία προωθεί την ρουφιανιά το γλείψιμο και την υποταγή, συμφώνησε. Ψυχολογική καταπίεση, οι άνθρωποι παράτησαν
τα ύψη, τράβηξαν χαμηλά, χώθηκαν σε λαγούμια. Κρύφτηκαν. Δεν ονειρεύονται, δεν προσδοκούν.

Ο άνθρωπος ξέχασε τον άνθρωπο, ο γείτονας τον διπλανό του. Εμείς στα καβούκια, το σύστημα γιορτάζει
Ξόδεψε μύρια για να το καταφέρει.

Χαίρεται με τη γυναίκα και τα παιδιά του ο φίλος μου, δείχνουν με τον τρόπο τους, καθημερινά, απλά , λιτά, μιλάνε :
Οι παγωμένοι αλωνίζουν, τους ονειροπόλους τους αφήσαμε μόνους, πυρπολούν τον πλανήτη οι άπληστοι, βγάζουν και από αυτό κέρδος, τρύπησαν τον αγέρα, βρωμίζουν τα νερά, πολεμούν αυτούς που αντιστέκονται.
Γδάρτες ονείρων.

Κάποιους τους νοιάζει ο χρηματισμός, να κερδίζουν σε χρήμα και μόνο αυτό. Βάζουν το εγώ πάνω από το εμείς. Νομοθετούν τα ανθρωπάκια, δικάζουν οι φελλοί. Κυβερνούν οι τιποτένιοι. Και τα πραγματικά αφεντικά κάνουν πάρτι. Οι υπόλοιποι τους δίνουν συνεχώς τη δυνατότητα να εξουσιάζουν, άλλοι για ένα πιάτο φαί και άλλοι για κάποια μικρότερα η μεγαλύτερα προνόμια. Εάν θέλουμε να ονομάζουμε προνόμιο μια αξιοπρεπή διαβίωση. Χάσαμε την αξιοπρέπεια.
Διαπλοκή, να παίρνουν ΟΙ ΔΙΚΟΊ ΜΑΣ τις δουλειές, να μοιράζουμε και τα οφίτσια. Εάν δεν είσαι στο κόμμα και δεν έχεις γνωριμίες είσαι τελειωμένος. Άσε που αν τα καταφέρεις και δεν είσαι με αυτούς θα σου βάλουν τρικλοποδιά. Έχετε παραδείγματα στο δικό σας περιβάλλον, γνωρίζετε.
Ξεπουλάν κοινωνικό πλούτο σε εξευτελιστικές τιμές, πλούτο που φτιάχτηκε με κόπο και δουλειά δεκαετιών. Ξεπουλάν σε μια νύχτα σε ντόπιο και ξένο κεφάλαιο για να πάρουν μίζα που εξασφαλίζει πολλές γενιές μπροστά, αυτών και των συγγενών τους. Να ο λόγος που παλεύουν να εκλεγούν, να πιάσουν πόστα, να διοριστούν στις θέσεις κλειδιά.
Και δεν κουνιέται φύλλο χρόνια τώρα. Σποραδικές φωνές μονάχα. Κι όταν ξεσηκώνεται η νεολαία στέλνουν τα ΜΑΤ. Και οι πατεράδες αφήνουν τους πιτσιρικάδες μόνους αντί να κατασκηνώνουν μόνιμα στους δρόμους και να μπλοκάρουν τα πάντα.
Ξεπουλάν τα νιάτα, τα θάβουν στη ντόπα. Πως να κάνεις όνειρα σήμερα, τι να περιμένεις. Ταφόπλακα η συμπεριφορά των μεγάλων. Έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους τόσα χρόνια με την πολιτική συμπεριφορά και την κοινωνική αδιαφορία. Στηρίζοντας με κάθε τρόπο τους γδάρτες τους. Αδιαφορία από τη μια, αντίθεση από την άλλη σε κάθε επιθετική συμπεριφορά.
Ο λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, από τα σπλάχνα του βγαίνουν έτσι κι αλλιώς, δεν έρχονται από τον Άρη. Εμείς φταίμε λοιπόν γι αυτό που ζούμε και αυτά που έρχονται. ‘Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία’ γράφει ο ποιητής. ‘Θέλει νεκροί χιλιάδες να ναι στους τροχούς’. Θέλει να αγωνίζεσαι, να απαιτείς και να διεκδικείς. Τη χειραφέτηση. Εύκολο το ραχάτι, μαλακή η πολυθρόνα, σου κλείνει το μάτι και η TV, θέλει να κλωτσήσεις δυνατά τις συμβάσεις, να τιναχτείς ψηλά και να ρισκάρεις καμιά φορά, να βγεις από το καβούκι σου διάολε, στα πρώτα σούτια να μη κάνεις πίσω.

Λες να ιδρώνει στον ύπνο του ο νεοέλληνας όταν σκέφτεται την αρετή, είπε πολύ εύστοχα κάποιος.
Την κάψανε τη χώρα από άκρη σε άκρη, τόσες φορές, μέχρι πότε ακόμη.
Και η αριστερά κοιμάται ύπνο βαθύ, δικαιώθηκε που την αναγνώρισαν και παρέδωσε ότι όπλο κρατούσε ακόμη όρθιο, πήρε μέρος και σε οικουμενική, τι άλλο να θέλει ακόμη, παίρνει μέρος και στα αλισβερίσια, φτάνει και περισσεύει.
Θυσίασε τα καλύτερα παιδιά της και το ότι πολέμησε για τα δίκαια του λαού νομίζει πως ήταν έγκλημα. Κι έχει και τύψεις από πάνω. Διώχνει τα παιδιά της, τα βρίζει και μετά κάνει πως μετανιώνει και τα αποκαθιστά. Μετά θάνατον. Κι εδώ υποκρισία. Κάθε τόσο θυσιάζει κινήματα μέσα στα χρόνια απλά γιατί δεν τα ελέγχει, τρέχει πίσω από τις εξελίξεις αντί να είναι μέσα τους μέχρι τα μπούνια. Κρίμα.
Και αυτή βοήθησε τον κόσμο να κλειστεί σπίτι και να παραδώσει το κλειδί στα χέρια των πολιτευτών, των μεσαζόντων και των αχρείων. Τον ευνούχισε.
Της πέταξε το σύστημα το κόκκαλο της νομιμοποίησης και έσπευσε να το αρπάξει με δύο στόματα, δεν της έφτανε το ένα. Να παίρνει και αυτή μέρος στο παζάρι, όχι παίζουμε. Τα ψίχουλα στο μεγάλο φαγοπότι της καθημερινότητας.
‘Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ, τσιγάρο πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέσαι αδερφέ’.

Εάν δεν έχεις δεν πειράζει, οι τράπεζες να είναι καλά. Θα σου δανείσουν, νάτη η θηλιά, έτοιμη. Η αλυσίδα στο λαιμό του σύγχρονου ανθρώπου. Ο τραπεζίτης είναι ο αρκουδιάρης που σέρνει τον χορό. Τα golden boys βαράνε τα νταούλια, με τα άψογα κουστούμια και τις υπέροχες γραβάτες. Οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές που αποφασίζουν για τη ζωή και το θάνατο εκατομμυρίων.
Και κυνηγάς μια θέση για το παιδί σου, να σου σβήσουν το πρόστιμο, μια ευνοϊκή ρύθμιση. Κλείστηκες στο μπουντρούμι που έκτισε πάνω σου, στα μέτρα σου το σύστημα. Δάνειο στα μέτρα σου, τάφος στα μέτρα σου. Με την ευχή του αγαπημένου σου παρουσιαστή δήλωσες υποταγή στο επιτόκιο που διάλεξες ‘ελεύθερα’.

Κατασπάραξαν ότι είχε απομείνει από την ψυχή σου και τώρα σε σέρνουν στους τέσσερις ανέμους και η αριστερά να βρίζει αυτούς που ξεσπαθώνουν και ξεσπούν γιατί δεν τους γνωρίζει, που να τους μάθει κλεισμένη στο μπουρδέλο της; αποκομμένη τελείως από αυτόν που κάποτε ήταν σάρκα της.
Αυτοί είμαστε αδέρφια, παλαιοί και νέοι σύντροφοι, μη μασάτε. Εδώ ο Μπερλινγκουέρ κατέστρεψε το μεγαλύτερο αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον πόλεμο στο όνομα ενός συμβιβασμού με το σύστημα, ενός συμβιβασμού και ενός εγωισμού που κατέστρεψε και αυτόν τον ίδιο, όλη την αριστερά της χώρας του, και την παρέδωσε ανυπεράσπιστη στα χέρια του Μπερλουσκονισμού.

Για έναν εγωισμό. Για να εμποδίσει την πολιτική αναγνώριση των Κόκκινων Ταξιαρχιών, για να μη αμφισβητηθεί η ηγεμονική θέση που επιθυμούσε στο χώρο της αριστεράς στην Ιταλία ο ίδιος και το ΚΚ. Θυσιάστηκε ο Μόρο, θυσιάστηκε και ο λαός στο όνομα μιας υποτιθέμενης πρωτοκαθεδρίας
Δεν θέλησε την αναγνώριση των μαχητών το κόμμα, παρέδωσε έναν λαό στο μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό που υπέστη κίνημα στην Ευρώπη.

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Στα πίσω χρόνια τα πικρά οπού φωτιά δεν είχε, ο κόσμος στις βαθιές σπηλιές τ’ αλέτρι δεν κατείχε.
Μα μιαν αυγή μια Κυριακή μια επίσημον ημέρα γεμίσανε τα φυσερά λυτρωτικόν αέρα.
κατέβηκεν ο Γίγαντας μ’ ένα δαδί στο χέρι έριξε φώτα στις σπηλιές και χάρηκε το ασκέρι.
πήραν φωτιά τα σύδεντρα τα σίδερα ελυγίσαν η γης οργώθηκε καλά και τα φυτά εκαρπήσαν.
Πρωί πρωί τον πιάσανε το γίγαντα και πάνε στον Καύκασο ξημέρωνε τρία πουλιά περνάνε
πουλιά μου διαβατάρικα τι βλέπετε στις στράτες τι κουβαλάει ο γίγαντας στις σιδερένιες πλάτες.
μπροστά πηγαίνει ο σιδεράς με το σφυρί στο χέρι ξωπίσω του ο κλειδαράς της μοναξιάς του ταίρι
ο πιο μικρός ο πιο σκυφτός ο πιο σκληρός στο πλάι αυτός κρατάει τα σύνεργα γελάει μα δεν μιλάει.
Καρφώσανε το γίγαντα στο βράχο του Καυκάσου
τρία πουλάκια πέρασαν και τού λεγαν Στοχάσου

  • Πρέπει να ξανασκύψουμε πάνω από την ιστορία για να μάθουμε, εν κατακλείδι. Το μέλλον, την ιστορία συνακολούθως δεν το φτιάχνουν οι πλειοψηφίες. Οι μειοψηφίες το διαμορφώνουν. Οι πλειοψηφίες συντηρούν απλώς τα δημιουργήματα των νικητών. Που ξεκίνησαν λίγοι.
    Η ανεμελιά εξαφανίστηκε ανεπιστρεπτί μου λέει βγάζοντας το δισκάκι. Όταν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου αγανακτείς ακόμη και εάν δεν σε αγγίζει. Κι εάν είναι δύσκολο να αλλάξουμε τους κανόνες γύρω μας άμεσα μπορούμε τουλάχιστον ν’ αλλάξουμε τις συνήθειες, τους εαυτούς μας, την καθημερινότητα. Θα είναι ένα πρώτο βήμα.
    Ας βρούμε τις δικές μας απαντήσεις με το φίλο και το γείτονα.
    Ζούμε τη δικτατορία του χρήματος και της εμπορευματοποίησης. Δεν έχεις, είσαι αόρατος, ο κανένας.
    Υπάρχει θλίψη και αναλγησία, ταπείνωση. Πρέπει να μάθουμε να μετατρέπουμε το θυμό σε δημιουργικότητα.
    Η οικονομική δύναμη έχει κυριεύσει τα πάντα, παντού νούμερα, όλοι είμαστε μια εμπορευματική αξία.
    Σταμάτησα να ψηφίζω μου λέει, όχι ότι πίστευα ποτέ στη δύναμη της ψήφου. Απέχω.Ψηφίζουμε πιόνια που την κρίσιμη στιγμή προστατεύουν συμφέροντα οικονομικών δυνάμεων.
    Η ψήφος για να έχει κάποια δύναμη πρέπει να αγοράσεις και να εξαγοραστείς. Αγοράζεις προστάτη και είσαι έτοιμος μόλις σε χρειαστεί. Η ‘δημοκρατία’ λοιπόν δεν είναι για όλους. Οι ‘ειδήσεις’ είναι προπαγάνδα , πλάθουν συνειδήσεις, αγοράζουν οπαδούς για τα κόμματα. Που χρηματοδοτούν τον τύπο. Άσε που αυτός ανήκει σε μεγαλοεργολάβους που κλείνουν δουλειές με τους πολιτικούς. Αυτοί εξάλλου τους χρηματοδοτούν. ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝ ΟΛΟΥΣ. Κάποιο οπλίζουν τα κράτη και άλλοι που διακινούν την ενέργεια. Τεράστια συμφέροντα διαπλέκονται μεταξύ τους. Αυτοί κινούν τα νήματα όσο εμείς το επιτρέπουμε παίρνοντας μέρος στο παιχνίδι, αποδεχόμενοι τους κανόνες. Μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια ‘είμαστε ελεύθεροι’ για λίγα λεπτά να διαλέξουμε τον ΤΥΡΑΝΝΟ της αρεσκείας μας.

Είναι τύραννος και ο κακός εγωισμός. Με τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται και συντηρητικός. Κρατιούνται νέοι οι παθιάρηδες, θέλει πάθος, θέλει να αγαπάς να ζεις και να μαθαίνεις. Χρειάζεται να ακούς, να παρατηρείς, τους άλλους και την καρδιά σου. Όταν ρισκάρεις ξεβολεύεσαι, αυτό είναι το φάρμακο. Και το  φιλότιμο!

Ο τρόπος με τον οποίο ζει ο καθένας μας είναι το καλύτερο παράδειγμα που μπορεί να δώσει στα παιδιά του και τους γύρω. Ο καθρέπτης των αρχών μας, η συμπεριφορά μας. Είναι και πολύ καλή πολιτική στάση.

  • Διάβασε για τον Σωκράτη τον Πλάτωνα και τον Αλέξανδρο, τον δάσκαλό του τον Αριστοτέλη, έμαθε για τους όμοιους και τη λοξή φάλαγγα, για την αγάπη ανάμεσα στον Πάτροκλο και τον Αχιλλέα. Για τα τείχη της Τροίας και εκείνα της Πόλης και ότι τείχη της Σπάρτης ήταν τα στήθια των πολεμιστών της, για τα ξύλινα τείχη και τον Κύρο και τον Δαρείο, τον Εφιάλτη τον Ξενοφώντα και τους μύριους.
    Για τον τελευταίο Παλαιολόγο και τους Ακρίτες. Σε τέτοιους ανθρώπους θέλησε να μοιάσει.

Αγαπάει τα χρώματα στον ορίζοντα, το πέταγμα του γλάρου στον αγέρα, το πράσινο της θάλασσας, τη μυρουδιά του πεύκου. ΤΗ ΧΡΥΣΑΦΈΝΙΑ ΑΜΜΟΥΔΙΆ αγαπά με το ζεστό της χάδι. Τη λευκότητα στα κοχύλια, στο μάρμαρο, το γλύστριμα των ψαριών στο νερό, την ποικιλία στα χρώματα και τα αρώματα στα λουλούδια που στολίζουν τη γη. Το τραγούδι του ποιητή, τον στεναγμό στο κρεβάτι, την κραυγή του αντάρτη που αντηχεί στις γωνιές του πλανήτη, τον πόνο του αγωνιστή που στριμώχνεται. Με βλέμμα καθαρό, τρυφερός και σιδερένιος συνάμα, το χέρι υψωμένο σε γροθιά, στο άλλο το μπουκάλι.

Αποκαλούν κουκουλοφόρους αυτούς που αγωνίζονται. Πάνοπλοι αντιμετωπίζουν άοπλους. Οι αρχηγοί τους καλά κρυμμένοι. Αυτοί που βοήθησαν εμάς να ψηλώσουμε, λέει, ήταν πάντα στη πρώτη γραμμή της φωτιάς. Τι ανάστημα μπορεί να έχει ένας Χρυσοχοίδης δίπλα στον Άρη τον τεράστιο. Βάλε τον Λαμπράκη δίπλα στον Πολύδωρα να σκάσουμε στα γέλια, τον Παναγούλη δίπλα στο νάνο τον Καραμανλή ή τον μικρούλη τον Γιωργάκη.

Μεγάλωσε με Κάλβο και Σολωμό, διάβασε Καβάφη, αγάπησε την Μπέλλου και τον Ξυλούρη. Τραγούδησαν το ‘πότε θα κάνει ξαστεριά’.
Και το γράψιμο όπλο είναι μου λέει. Ο λόγος και το παράδειγμα. Δώσε βάθος στη ζωή σου, μη μασάς τα λόγια σου, οι γύρω βλέπουν, ακούν . Κάποιοι θα θελήσουν να σου μοιάσουν, όπως εμείς κάναμε με τα ινδάλματά μας. Φτάνει η εικόνα να είναι φωτεινή.
‘Αδέρφια’ φώναξε προχθές στην παρέα, ‘οι νόμοι είναι για να τους πατάμε, δεν νομοθετήσαμε εμείς. Είμαστε λίγοι σήμερα αλλά γράφουμε ιστορία, πάντα έτσι γίνονταν, όταν οι πολλοί ψυχανεμίζονται πως οι συσχετισμοί πάνε να αλλάξουν στοιχίζονται πίσω από τους πρώτους. Όσο υπάρχουν εξουσιαστές θα γίνεται πόλεμος. Να καταργήσουμε τις τάξεις να σταματήσει ο αγώνας. Ας το κάνουμε να δούμε τι έχει για μετά’.

Μικρούτσικος, οι επτά νάνοι

[ότι διαβάσαμε μέχρι τώρα ήταν γραμμένο πριν το ’08 , τα βρήκα στο συρτάρι, η συνέχεια λοιπόν από το 2008 και μετά.]

μιχαλης 2 (2)

Μιλάει ο φίλος μου για τους αμέτρητους που σταυρώνουν κάθε μέρα οι εξουσιαστές, σαν το Χριστό. Πάντα υπάρχει ένας καλός λόγος για να σταυρώσεις. Όσο υπάρχουν ανισότητες αυτό θα γίνεται. Δεκάδες καθημερινοί σταυροί στο βωμό του κέρδους και των αγορών. Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, χρηματιστήρια, τράπεζες οι μεγάλοι νταβατζήδες. Καζίνο καπιταλισμό τον ονομάζουν τον βρίζουν και τον προσκυνούν μαζί, σχιζοφρένεια.
‘Εδώ σε θέλω, στα δύσκολα πες, να δεις πως αγιάζουν του κόσμου οι πληγές, εδώ σε θέλω, ν’ αντέχεις να ζεις κι απ’ τη μοναξιά σου να βγεις’ τραγουδά η Χαρούλα στο ραδιόφωνο.
Μια ζωή περνάς ξυστά.
Σεμνά και ταπεινά.

Οι πολίτες- δεν υπάρχουν τέτοιοι- ο κόσμος ψηφίζει και αναθέτει σε κάποιους να του λύσουν τα προβλήματα. Πρέπει να γίνουν λοιπόν πολίτες οι άνθρωποι, να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, την πολιτική. Κίνημα λαϊκό χρειάζεται. Με βασικότερο μέλημα την αναδιανομή του πλούτου.

συνεχίζεται

μιχαλης 284

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Β. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 2

Η μέρα είναι συννεφιασμένη αλλά η καρδιά του λαμποκοπά. Η ψυχή του πανηγυρίζει. Βλέπει με την φαντασία του καρέ- καρέ τη στιγμή που σπρώχνουν τους δικαστές στην αίθουσα της ολιγόωρης ‘φυλακής’ τους αλλά τόσο σημαδιακής. Αυτούς που νιώθουν άτρωτοι και αγέρωχοι όταν δικάζουν ‘ανθρωπάκια’, και καταδικάζουν ανάλογα με τη δύναμη της τσέπης, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Που κρίνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο κομπόδεμα.
Τώρα τρέμουν σαν τα ψάρια κι εκλιπαρούν τους τιμωρούς τους. Για λίγο ο φόβος περνάει στην απέναντι όχθη, η ταπείνωση. Είναι μεγάλη στιγμή για όλους τους αδύναμους σήμερα.
Τους έχουν δείξει πως όλα γίνονται όταν οι άνθρωποι θέλουν. Τους έχουν δώσει το παράδειγμα. Αυτή είναι η προλεταριακή αντιεξουσία. Όταν ο λαός θέλει όλα τα μπορεί !

Χορεύει όλο του το είναι! Νιώθει το μεγαλείο της δικαιοσύνης, που για ένα μικρό έστω διάστημα γύρισε πλευρά. Αυτή είναι η ευτυχία, όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, όταν θριαμβεύει επί του φόβου. Η δύναμη της προσφοράς. Αυτές οι στιγμές αξίζουν πολύ, πάρα πολύ. Σχεδόν σαν μια ολόκληρη ζωή. Είναι στιγμές ελευθερίας σε μια γκρίζα καθημερινότητα, που όσο κι αν την πασπαλίσεις με μυρωδικά δεν παύει να παραμένει καταπιεστική, εν πολλοίς.
Αυτή είναι η αντίθεση. Μια λουλουδιασμένη καρδιά, μια ψυχή και μια φάτσα που λάμπουν κι ένας μαύρος ουρανός έτοιμος να κλάψει απ’ την στεναχώρια του. Ίσως επειδή δεν είναι η κάθε μέρα σαν την σημερινή.
Αυτή η μέρα ανήκει στους αγωνιστές.
Στο δρόμο του για την σχολή περνά από την πλατειούλα που βρίσκεται το σπίτι της κοπελιάς του, κοντά στο Ταχυδρομείο, και σταματά στο καφέ του Πιέτρο για να πιει ένα σφηνάκι γκράπα, ας είναι ακόμη πρωί, είναι ξαναμμένος. Το ράδιο αρχίζει να μεταδίδει αποσπασματικά τα πρώτα νέα. Του ‘ρχεται να ουρλιάξει , να φωνάξει : ‘είμαστε εδώ, ο λαός είναι εδώ’, ‘η επανάσταση συμβαίνει, κάθε μέρα’, ‘εμείς δεν συνεργαζόμαστε, δεν συμβιβαζόμαστε’, ‘εμείς δεν θέλουμε να διαχειριστούμε την μιζέρια σας’.
‘Και η μιζέρια δεν είναι μόνο στην τσέπη αλλά σε όλα όσα συμβαίνουν σε μια καθημερινότητα κενή από οποιοδήποτε νόημα έξω από το κέρδος’
‘Που για να το αποκτήσετε είστε διατεθειμένοι να πουλήσετε και την μητέρα σας’ .

‘Είμαστε εμείς που ζούμε επικίνδυνα. Γιατί η πλήξη και η σήψη κάνουν κακό. Όπως και η παθητικότητα μπροστά σε αποφάσεις που άλλοι παίρνουν χωρίς να ερωτούν’.
‘Ζούμε στο ρίσκο γιατί έτσι μας αρέσει. Δεν μας ικανοποιούν τα πρότυπα που χτίζετε εσείς όλοι που αγαπάτε μόνο το χρήμα, που το θέλετε όλο δικό σας κι όλους εμάς να σας κυνηγάμε μπας και ξεκλέψουμε δεκάρες. Μας βομβαρδίζετε όλη μέρα με εικόνες κατ ομοίωσή σας, ανέραστοι και κούφιοι’.
‘Ζούμε λοιπόν με ρίσκο και ζητάμε κι απ’ τον κόσμο το ίδιο. Λίγο ρίσκο βάλτε στη ζωή σας, είναι απελευθερωτικό!’

Δεν κρατιέται άλλο. Πληρώνει και φεύγει. Τρέχει, θέλει να δει τους φίλους, τους συντρόφους και τους συμφοιτητές του, στη σχολή. Να ακούσει γνώμες και απόψεις, να αφουγκραστεί συναισθήματα. Να νιώσει από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Το καφέ ήταν ακόμη άδειο, δεν είχε σφυγμό. Θέλει να τον πιάσει. Να τον νιώσει. Τρέχει εκεί που θα βρει κοινό. Τέτοια ώρα η σχολή θα είναι γεμάτη, θα σφύζει από ζωή. Θα το έχουν μάθει άραγε ;

Fabrizio de Andre, Il Bombarolo, Ο βομβιστής, 1973

Κάποιος γυρίζοντας από δω κι από κει λέει                                                                                      Πως μισώ τη δουλειά μου
Δεν ξέρει με πόση αγάπη
Αφιερώνομαι στον δυναμίτη

Συνεχίζουμε λοιπόν.
Αν εξαιρέσεις τους κομματικοποιημένους, που πάντοτε έχουν κάτι αρνητικό να προσάψουν σε οποιονδήποτε διαφορετικό, και σε αυτά που δεν ελέγχουν ή εκπορεύονται από τους ίδιους, μακριά από αυτά που προτείνουν ή πράττουν, όλοι οι υπόλοιποι επικροτούν.
Υπάρχει μεγάλος αναβρασμός στην κοινωνία.
Όλες οι αποφάσεις που την αφορούν μαγειρεύονται μακριά της, σε απουσία της. Ευνοείται μονίμως μικρή μερίδα ανθρώπων ή κάποιες ομαδοποιήσεις διαπλεγμένες με τα κέντρα. Αυτοί που κατέχουν τον πλούτο. Και μάλιστα αυτό γίνεται στο όνομα των υπολοίπων, προς συμφέρον δήθεν της πλειοψηφίας.

Κάποιοι δεν το αντέχουν και εξεγείρονται.
Άλλοι παρακολουθούν και γέρνουν προς τα κει που στρέφεται το κριτήριό τους.
Είναι καιρός που χιλιάδες οργανώνονται αυτόνομα, είναι πάρα πολλοί αυτοί, πολλοί που οργανώνουν την αντίστασή τους μαχητικά. Μεγάλο το νούμερο και αυτών που γέρνουν προς την πλευρά τους. Έχουν τη συμπάθεια μεγάλου κομματιού της κοινωνίας.
Νιώθουν επιτέλους δικαιωμένοι. Σκέφτονται αυτόνομα.
Ο Μάριος, οι φίλοι και σύντροφοί του, περιμένουν πως με τον καιρό θα γίνουν περισσότεροι οι μαχόμενοι.
Χρειάζεται οπωσδήποτε να τους πλαισιώσουν καινούριοι, μαχητές και συμπαθούντες, το ρεύμα είναι δυνατό, ορμητικό θα έλεγα.
Σε κάθε γωνιά, στο σχολείο, στην εργασία, στην γειτονιά οι τάξεις των ανταρτών της επανάστασης θα πυκνώσουν.

Η ζωή έχει καταντήσει σκέτη καταπίεση, μονοτονία, πλήξη. Όλα προκαθορισμένα, από την αρχή μέχρι το τέλος, από τα πριν και από άλλους. Γεννιέσαι για να δουλεύεις και να απολαμβάνουν αυτοί. Πετώντας ξεροκόμματα. Στην δουλειά και τον πολιτισμό. Έχοντας προγραμματίσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της μέρας. Δεν επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις. Να μη βρίσκεις χρόνο να σκεφτείς, τι σου αρέσει, και αν σου αρέσει!
Η καθημερινότητα της πλήξης.
Πολύ μιζέρια για το τίποτα! Και πολύ κουβέντα για τα ανώδυνα.
Αυτοί όμως διαλέγουν έναν άλλο δρόμο, με πολλά μονοπάτια.
Είναι αυτόνομοι.
‘εμείς όμως είμαστε αλλιώς, θέλουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, και τα θέλουμε τώρα’, λέει ο Μάριος.
‘Πρώτα- πρώτα, ξέρουμε πολύ καλά τι δεν μας αρέσει, και θέλουμε να το εξαφανίσουμε, να το διαλύσουμε’.
‘Και ζώντας, αναπνέοντας μαζί, δημιουργικά, θα φτιάξουμε σιγά σιγά, το καινούριο. Μυρίζει όμορφα εκεί έξω, περιμένει να χαρτογραφήσουμε τα καινούρια εδάφη. Θα το ανακαλύψουμε, θα το εξερευνήσουμε. Είναι αυτό που θέλει να ξεπηδήσει από μέσα μας και το πνίγει ο ασφυκτικός περίγυρος, η σήψη της Μητρόπολης, η πλήξη του καθωσπρεπισμού. Ασφυκτιά το μωρό μέσα μας και επιθυμεί να ξετιναχτεί σε περιβάλλον ελευθερίας. Πνίγεται από την επανάληψη.
Όχι λοιπόν στην επανάληψη μιας καθημερινότητας που πνίγει !’

Riders on the Storm, The Doors.

Προχθές πήγαν στον κινηματογράφο και είδαν το ‘Μπούτς Κάσιντυ και Σάντανς Κίντ’. Με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κάθριν Ρός και Πώλ Νιούμαν. Ο κινηματογράφος ήταν πίτα στους νέους που αποθεώνουν τους πρωταγωνιστές.
Ναι !! Έτσι θέλουν να ζήσουν και αυτοί! Ληστές. Φίλοι καρδιακοί. Χίλιες φορές καλύτερα στην παρανομία, αρπάζοντας το χρήμα από τις τράπεζες και τους λεφτάδες. Που έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνουν υπερβολικά μιας και έχουν άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα. Που όσο κι αν δουλέψεις εσύ, κάνοντας το ίδιο και το ίδιο για ώρες, μέρες, χρόνια, λέγοντας τα ίδια λόγια μια ζωή, δεν θα γευτείς ποτές !
Την ώρα που οι ληστές τρέχουν με το ποδήλατο μες τα λουλούδια, εκεί στο πράσινο, μες την ομορφιά, στα χρώματα και τα αρώματα!                                                                           είναι αλλιώς να τα απολαμβάνεις ελεύθερος, μακριά από την εκμετάλλευση. Τότε απολαμβάνεις!

Το να παρακολουθήσεις την ταινία είναι επίτευγμα, γίνεται ένας χαμός, δύσκολο να συγκεντρωθείς. Τραγούδια ακολουθώντας τη μουσική της ταινίας, συνθήματα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο. Στη συνέλευση. Σχόλια, θέσεις, αποφάσεις.

Την άλλη φορά, στο τέλος της ταινίας ‘Μπόνυ και Κλάϊντ’, με την Φαίη Ντάναγουεη και τον Γουώρεν Μπήτυ, τα παιδιά βγαίνουνε από τον κινηματογράφο και ξεχύνονται στην πόλη σε πορεία, βραδινή, στο κέντρο. Και υπάρχει οργή ανάμικτη με ενθουσιασμό. Και αποφασιστικότητα. Γιατί το πλήθος νιώθει την δύναμή του. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Γιατί κατάλαβαν ότι δεν τους παίρνει..
Είναι τέτοια η ορμή και η θέληση των παιδιών που τους έδωσαν να καταλάβουν πως σήμερα το βράδυ δεν θα έχουν τύχη, τους έπιασαν στα πράσα, δεν τους περίμεναν, δεν υπήρξε ραντεβού. Και πως αν προσπαθήσουν κάποια επιθετική κίνηση τα πράγματα θα πάρουν άσχημη τροπή.

Pat Garrett and Billy the Kid, Bob Dylan.

Η πόλη είναι περιτριγυρισμένη με πανέμορφα μεσαιωνικά χωριουδάκια, άθικτα,  ελάχιστες ‘μοντέρνες’ παρεμβάσεις, και ….εξαιρετικές ταβέρνες. Όταν λοιπόν ‘σκάσει’ κάποιο αυτοκίνητο, τους αρέσει πολύ να τις επισκέπτονται. Για λιτό φαγητό και πολύ, θαυμάσιο τοσκάνικο κόκκινο κρασί.
Φοβεροί χώροι, συνήθως σε υπόγεια. Αρχαία, υποβλητικά κτίσματα, εξαιρετικά αναπαλαιωμένα, με απίθανους μεζέδες. Μεγάλες ποικιλίες σε τυριά, αλλαντικά και ζυμαρικά φυσικά. Περνάει η ώρα με συζήτηση και κρασοκατάνυξη, χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Τα μεγάλα θέματα της κοινωνίας, της ανθρωπότητας στην ημερήσια διάταξη. Ο ιμπεριαλισμός, η πολιτιστική επανάσταση, τα αντάρτικα κινήματα, η Βιετναμέζικη αντίσταση, η ‘κομμουνιστική’ απογοήτευση.

τα παιδιά του ’77 1

Και πάντα θα σκάσει μύτη στις παρέες και σύντροφος ή φίλος τέλος πάντων, γόνος πλούσιας οικογένειας. Με εξοχικό στο βουνό ή στα περίχωρα της πόλης. Και τότε θα μαζευτούμε πολλοί μαζί για εκδρομή στην εξοχή. Η καλύτερή μας. Ρεφενέ για τις προμήθειες και τις βενζίνες. Και ‘παίζουνε’ τα πάντα.

Madama Butterfly, Maria Callas.

  • Δεν θέλουμε να ζούμε κάτω από ζυγούς, όπως και αν τους ονομάσουν οι άρχοντες. Οργανώνουμε λοιπόν μια εθνική διαδήλωση στη Ρώμη, τον Μάρτιο του ‘77, στις 12 του μήνα, ενάντια στην καταπίεση και την καταστολή.
    Έχουν χτυπήσει με άγριο τρόπο, το προηγούμενο διάστημα, την εξέγερση των φοιτητών στη Μπολόνια.
    Μαχαιρώνουν οι φασίστες στη Ρώμη.
    Όλη η αυτονομία κατεβαίνει στην πρωτεύουσα.

Σηκωθήκαμε πρωί πρωί. Το ραντεβού είναι στον σιδηροδρομικά σταθμό, αφηγείται ο Μάριο. Με οργή σιωπηλή συγκεντρωνόμαστε, μαζευόμαστε για κάποιο μισάωρο. Και μόλις εμφανίστηκε το τραίνο για Ρώμη του κάνουμε αμέσως κατάληψη, μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες. Σήμερα δεν πληρώνει κανένας εισιτήριο.
Πρέπει να είμαστε πάνω από χίλιοι. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Ξέρουμε πως θα ταξιδέψουμε. Και μόλις το τραίνο αρχίζει να κινείται, με εκείνο το αρχικό του τίναγμα ο κόσμος ξεσπάει. Συνθήματα και τραγούδια σπάνε την ησυχία, από τα ανοιχτά παράθυρα, όλοι αψηφούν την παγωνιά. Βράζουμε από ενθουσιασμό και ενέργεια. Και χιλιάδες υψωμένες γροθιές διέσχισαν την πόλη το εικοσάλεπτο που χρειάζεται το θηρίο για να την διαπεράσει. Είναι ένα θέαμα μοναδικό, κόκκινες σημαίες με αστέρια, με σφυροδρέπανα, και σφιγμένες γροθιές υψωμένες στον ουρανό της πόλης που χαιρετάει τα παιδιά της, που την αφήνουν να κυλάει πίσω τους.
Το θεριό γεμάτο ασφυκτικά κι εμείς κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Φτάσαμε στην αιώνια πόλη και δεν μας αφήνουν να μπούμε στον σταθμό, είναι τέτοια η κίνηση, έχουν φρακάρει τα πάντα. Μένουμε έτσι αρκετή ώρα, και μόλις ξεκινούν οι κουβέντες για να αποφασίσουμε εάν αποβιβαστούμε εκεί έξω και να προσεγγίσουμε τον σταθμό με τα πόδια το τραίνο ξεκινά αργά αργά. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Τόση ώρα έχουμε στα απέναντι, καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά, άλλα βαγόνια, γεμάτα και αυτά συντρόφους που έρχονται από τον Νότο, μιλάμε με συνθήματα, υπάρχει υπερένταση, υπάρχει και θυμός. Γιατί στη διάρκεια του ταξιδιού μαθαίνουμε πως οι μπάτσοι, την προηγούμενη, σκότωσαν χτυπώντας πισώπλατα, την ώρα οπισθοχώρησης, σύντροφό μας, στις συγκρούσεις της Μπολόνια, στο χώρο του Πανεπιστήμιου που είναι υπό κατάληψη, ή στις κινητοποιήσεις στο κέντρο της πόλης. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, μυρίζει μπαρούτι, προμηνύεται καταιγίδα, θα έρθει πυρκαγιά.

Έχει γράψει ο Κλάουντιο Λόλλι ένα πολύ όμορφο τραγούδι για εκείνες τις μέρες των συγκρούσεων στην Bologna, όλη η περιοχή γύρω από τις σχολές είναι στα χέρια των φοιτητών, τρεις μέρες χρειάστηκαν οι δυνάμεις καταστολής να τους τις πάρουν! ‘I giornali di Marzo’, ‘Οι εφημερίδες του Μαρτίου’.

Και ακουμπάμε επιτέλους στις αποβάθρες, αργά. Ενωνόμαστε με συντρόφους που ξεπηδούν απ’ όλες τις πλευρές. Έρχονται από κάθε γωνιά της χώρας. Φτάνουμε μαζί και αυτό δημιουργεί τεράστια χαρά, ευτυχία, παραλήρημα. Έξω από τον τεράστιο σταθμό το αδιαχώρητο, η ένταση απογειώνεται. Πανζουρλισμός. Χιλιάδες σύντροφοι είναι συγκεντρωμένοι εκεί, μιας και η πλατεία Ezedra, όπου έχει οριστεί το ραντεβού μας, έχει ξεχειλίσει, για να βαδίσουμε όλοι μαζί, σε πορεία, προς την Piazza del Popolo, την Πλατεία του Λαού, όπου αργά το απόγευμα θα κλείσει το ραντεβού.
Όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαγικά.

Υπάρχει ενέργεια, μοιάζει χειροπιαστή, λες και θα ανοίξεις τη χούφτα σου και θα την πιάσεις, θα μαζέψεις μπόλικη. Μπορείς να την αγγίξεις, για τέτοια κατάσταση σου μιλάω.
Τραγούδια, συνθήματα, φασαρία, ένα βουητό που σκεπάζει τα πάντα, που απλώνεται σε όλη την πόλη και την κυριεύει. Libertà!
Είμαστε πολλοί, είμαστε δυνατοί, είμαστε αποφασισμένοι, είμαστε εμείς, ‘οι άλλοι’, ‘η άλλη κοινωνία’.
Δεν περπατάμε, θαρρείς πετάμε.


Il contropotere proletario. Η προλεταριακή αντεξουσία. Η αυτονομία στην πράξη.

»Να το πω κι αλλιώς: είναι αμέτρητη η χαρά που νιώθεις κάθε φορά που τινάζεις στον αέρα ένα κάτι, σύμβολο του εχθρού, και αυτή η χαρά σε ακολουθεί για ημέρες δίχως τελειωμό, όσο μιλάει ο κόσμος γι αυτήν και βάλε! κάθε φορά που εισβάλεις σε σφηκοφωλιά του αντιπάλου και την κάνεις δικιά σου, έστω και για λίγο έχεις οικειοποιηθεί τον ζωτικό χώρο του εχθρού, η μητρόπολη για λίγο είναι δική σου, η χαρά δεν προσμετράται, όσα χρήματα κι αν έχει στον λογαριασμό του ο ενάντιος δεν μετρούν μπροστά στη δύναμη που έχεις εκείνη την ώρα, και την ευτυχία που νιώθεις στην καρδιά σου!

Όταν περνάς αμέριμνος μπροστά απ’ τα μπλόκα του εχθρού, τις κλούβες και τα περιπολικά, χτυπά δυνατά η καρδιά και τραγουδά, γελάς που τρέχουν και δεν φτάνουν ψάχνοντας ψύλλους στ’ άχυρα. Ο αιφνιδιασμός είναι δικός σου, ασ’ τους να τρέχουν!

Θα στο πω φίλε μου και έτσι: Τον λαό δεν καταφέραμε να τον ξεσηκώσουμε σε μόνιμη βάση, να επαναστατήσει για να διώξει μια για πάντα την καταπίεση του καταναλωτισμού και των αγορών, όμως εκείνη τη χαρά που νιώθαμε κάθε φορά που κομματιάζαμε τα άφθονα μέτρα ελέγχου και καταστολής της ελευθερίας μας δεν την αλλάζω με τίποτα. Δεν χωρά στο ζύγι, όσο κι αν κοστίζει το άλλο που στοίβαξες στην μπάνκα! Τζούφιο είν’ το βάρος του».

Τότε βλέπω και τους Ινδιάνους τους Μητροπολιτάνους. Είχα ξαναβρεθεί στην πόλη για εθνική διάσκεψη, πρώτη φορά όμως τους βλέπω ντυμένους στα χρώματα του πολέμου. Και τόσους πολλούς. Παρατεταγμένοι με τις πολύχρωμες φορεσιές τους έξω από το κτίριο, λες και μας περίμεναν, να τους δούμε και τους θαυμάσουμε.
Ξεκινούν στην κεφαλή του μέρους της πορείας που βρίσκεται μπροστά μας, και όλοι εμείς από πίσω. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πετάξει έξω από τις σχολές, στο Πανεπιστήμιο La Sapienza, τον γραμματέα του ελεγχόμενου από το ΚΚ συνδικάτου, τον μισητό Λάμα, με τους εκατοντάδες ψευτοκομμουνιστές μπράβους του. Δοκίμασαν να μιλήσουν στην γενική συνέλευση, έφαγαν γιούχα, ξύλο και άπειρα φτυσίματα. Οι υποκριτές.

 – για να αποκατασταθεί η τάξις

 

Το έτος ’77 ξεκίνησε ένα μήνα νωρίτερα, στις 3 Δεκεμβρίου ’76, όταν ο Franco Maria Malfatti, υπουργός Παιδείας, έριξε τα χαρτιά του στο τραπέζι: την περίφημη εγκύκλιο που περιορίζει την επανάληψη των εξετάσεων, φορολογικές αυξήσεις, ειδικά για τους εκτός σειράς μαθημάτων, τρία επίπεδα αποφοίτησης (δίπλωμα, πτυχίο, διδακτορικό), επαναφορά της περιορισμένης πρόσβασης, κ.λπ.

Στις 24 ιανουαρίου ’77 στο Palermo οι φοιτητές κατέλαβαν την Φιλοσοφική σχολή, στις 31 ιανουαρίου εμποδίζονται  οι διδακτικές δραστηριότητες στις ανθρωπιστικές σχολές του  TorinoCagliariSassari,Salerno. Στην BolognaMilanoPadovaFirenzePisa λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις, πορείες, συνελεύσεις.

2 φεβρουαρίου ’77, στο πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης μια εξηνταριά φασιστών επιτέθηκαν σε μια συνέλευση φοιτητών. Αφού αποκρούστηκαν υποχωρώντας πυροβόλησαν με όπλο. Ο Guido Bellachioma τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι. Την επομένη μια πορεία βγαίνει απ’ το πανεπιστήμιο, στην via Solferino, κοντά στην οδό Sommacampagna, μια ομάδα συντρόφων διαχωρίστηκε από την πορεία και πήγε να επιτεθεί στα γραφεία του φασιστικού Msi απ’ όπου είχαν ξεκινήσει αυτοί που επιτέθηκαν την προηγούμενη ημέρα. Στην piazza Indipendenza, από ένα Φίατ 127 δίχως διακριτικά κατέβηκαν κάποιοι αστυνομικοί με τα πιστόλια στα χέρια. Ξεκινά ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ των αστυνομικών και δυο συντρόφων, οι Paolo και Daddo και ένας αστυνομικός τραυματίστηκαν σοβαρά.

Αποτέλεσμα εικόνας για paolo kai daddo

Ο εκ των ηγετικών στελεχών του κομουνιστικού κόμματος Ugo Pecchioli σε συνέντευξη του στην εφημερίδα «la Repubblica» δηλώνει: «Το raid των φασιστών στο πανεπιστήμιο και οι βιαιότητες των προβοκατόρων που αποκαλούνται αυτόνομοι είναι δυο πρόσωπα της ίδιας πραγματικότητας […] η φασιστική μήτρα είναι κοινή, παρόμοιοι και οι σκοποί. Η αστυνομία και η εισαγγελία πρέπει να κάνουν το καθήκον τους κλείνοντας τις γιάφκες». Το κίνημα απάντησε με μια μεγάλη διαδήλωση 30.000 ανθρώπων στους δρόμους της πόλης.

Στις 16 φεβρουαρίου ’77, τετάρτη, μεγάλη συνέλευση του κινήματος στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου λαμβάνει χώρα συζήτηση για το πως θα υποδεχθούν τον  Lama: να τον αφήσουν να μιλήσεις; Να τον γιουχάρουν? Να τον διώξουν; Η συνέλευση στο τέλος αποφάσισε να παραστεί στην ομιλία, να την κατακλύσει με σφυρίγματα αλλά  να αποφύγει την σωματική σύγκρουση. Μια λύση η οποία άρεσε σε όλους και δεν δημιουργούσε προβλήματα στο κίνημα το οποίο βρίσκονταν σε φάση ανάπτυξης.

Οι »ινδιάνοι μητροπολιτάνοι»,  «indiani metropolitani» ετοίμασαν έναν χιονάνθρωπο με πεπιεσμένο χαρτί πολύ ψηλό γεμάτο ειρωνικά slogan : «Più lavoro meno salario»;  »Περισσότερη δουλειά λιγότερη αμοιβή» – «Lama è mio e lo gestisco io», »ο Λάμα είναι δικός μου και τον διαχειρίζομαι εγώ» – ; «Vogliamo un affitto proletario il 100% del salario», »Θέλουμε προλεταριακό νοίκι στα 100% του μισθού» – (ειρωνεία που ξεπεράστηκε από την πραγματικότητα)».

Το camion της συνδικαλιστικής ομιλίας περιτριγυρίστηκε από την ομάδα περιφρούρησης μιας εκατοστής ανθρώπων του κκι.  Λίγο μακρύτερα όλοι οι άλλοι: φοιτητές, εργαζόμενοι, ανάμεσα στους δυο σχηματισμούς ένα «ουδέτερο έδαφος» που διατηρούνταν κενό χάρη σε μια σειρά από την ομάδα περιφρούρησης του κινήματοςπου προσπαθούσε να εμποδίσει την επαφή με την ομάδα περιφρούρησης του Lama, πέντε με έξι μέτρα πιο πίσω βρίσκονταν ο χιονάνθρωπος με γύρω τους ινδιάνους της μητρόπολης των οποίων η αριθμητική συνοχή χρόνο με τον χρόνο αυξάνονταν.

«È ora, è ora: miseria a chi lavora», »Είναι ώρα, είναι ώρα φτώχεια σε όσους εργάζονται» –  «Potere padronale», »εξουσία στα αφεντικά» –  «Andreotti è rosso Fanfani lo sarà», »ο Αντρεόττι είναι κόκκινος και σε λίγο θα γίνει και ο Φανφάνι», [γνωστά χριστιανοδημοκρατικά ηγετικά στελέχη] –  «Più baracche meno case», »περισσότερες παράγκες λιγότερα σπίτια». Στην συνέχεια ξεκίνησε το πέταγμα από μπαλάκια γεμάτα χρώματα προς το καμιόνι.

Αυτοί που αποτελούσαν την ομάδα περιφρούρησης του Lama αρπάζουν στα χέρια τους τους πυροσβεστήρες και ορμούν ενάντια στις πρώτες γραμμές της ομάδας περιφρούρησης του κινήματος που με δυσκολία κατάφερναν να συγκρατήσουν αυτούς που πίεζαν από πίσω εξοργισμένοι. Οι γραμμές του κινήματος  ανοίγουν επιτρέποντας στους »ινδιάνους» να ξεκινήσουν την αντεπίθεση και να έρθουν σε επαφή με τους εισβολείς. Πιο πίσω βρίσκονταν όλοι οι άλλοι. Σε αυτό το σημείο η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Το κίνημα τρέπει σε υποχώρηση την ομάδα περιφρούρησης του συνδικάτου μέχρι που την σπρώχνει έξω από το πανεπιστήμιο.

παρασκευή 18, στην σχολή της Οικονομίας λαμβάνει χώρα μια μεγάλη συνέλευση του κινήματος η οποία αποδέχεται ένα κείμενο γύρω από τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας:

Το πρωί η ομάδα περιφρούρησης του Pci […] ξεκίνησε σοβαρά επεισόδια στην προσπάθεια της να τσακίσει την αυτονομία του κινήματος. Αυτή η προσπάθεια απέτυχε λόγω της μαζικής αντίδρασης των φοιτητών που έδιωξαν την ομάδα περιφρούρησης του  Κκι και παρέμειναν κύριοι του Πανεπιστημίου. […] Το απόγευμα ο Cossiga, που τον ευνοούσε η κατάσταση, έδωσε διαταγή στις δυνάμεις της αστυνομίας να επιτεθούν στο Πανεπιστήμιο με μια τεράστια αστυνομική δύναμη, καταφέρνοντας με αυτό τον τρόπο να επιτύχει, χάρη στο  Pci, αυτό που δεν είχε καταφέρει τις προηγούμενες ημέρες.

[…] Όσο για τον αγώνα, το κίνημα δεν προτίθεται να παραιτηθεί με κεντρικούς στόχους του να είναι: 1) η απόσυρση του σχεδίου Malfatti και εκείνου του Κομμουνιστικού Κόμματος2) εθνική γενική απεργία ενάντια στην κυβέρνηση για να ανοίξει ένα νέο μαζικό μέτωπο πάλης γύρω από την απασχόληση. Το κίνημα γνωρίζει ότι οι στόχοι αυτοί σημαίνουν την απόρριψη της πολιτικής των θυσιών, της λογικής της καπιταλιστικής συμβατότητας σε σχέση με την κρίση […]. Για τους λόγους αυτούς, η γενική συνέλευση αποφασίζει: να προειδοποιήσει την κυβέρνηση για την άρνηση του κινήματος να αποδεχθεί την εκκένωση του Πανεπιστημίου, το οποίο πρέπει να λειτουργεί ως ένας τόπος αυτόνομης συνάθροισης των νέων και ζητά την οριστική εκδίωξη της αστυνομίας, να δημιουργήσει ένα πολιτικό μανιφέστο για τους πολίτες το οποίο θα αποσαφηνίζει τις θέσεις του κινήματος, να ορίσει για το σάββατο 19 Φεβρουαρίου, στις 17 στην Piazza Esedra, μια μεγάλη διαδήλωση στην πόλη και μαζική, την οποία θα εγγυάται-προστατεύει οι δομές του κινήματος, να καλέσει όλα τα πανεπιστήμια που βρίσκονται σε αγώνα σε μιαν εθνική αντιπαράθεση το Σάββατο και την Κυριακή 26 και 27 Φεβρουαρίου στη Ρώμη.

[Dario Paccino, Sceemi, il rifiuto di una generazione, 1977],  Ανόητοι, η άρνηση μιας γενιάς

Στις 11 μαρτίου 1977 στην Bologna, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, η αστυνομία σκότωσε τον Francesco Lorusso,  25 χρόνων. Στις 12 μαρτίου το κίνημα εισβάλλει στην Ρώμη με μια επιβλητική και μεγάλη εθνική διαδήλωση, με συνεχείς συγκρούσεις κατά μήκος όλης της διαδρομής της πορείας, επιθέσεις σε γραφεία των θεσμών, σε καταστήματα και οπλοπωλεία, σύμβολα του πλούτου και της εξουσίας.

Μετά την «εκδίωξη του Lama», και τώρα με τις συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες, τα απομεινάρια των ομάδων, Lc, Pdup, Ao, πλέον περιθωριοποιημένα, διαχωρίζουν την θέση τους «από τις δράσεις των “αυτόνομων” κατά την διάρκεια της διαδήλωσης».

Στην Bologna, στις 23 μαρτίου, κλείνουν το Radio Alice και τις επόμενες ημέρες εκκενώνεται το Πανεπιστήμιο της πόλης με την χρήση τεθωρακισμένων. Ο Cossiga διέταξε την απαγόρευση διαδηλώσεων στην Roma.

– »Διασχίζουμε την πόλη τραγουδώντας. Άλλοτε περπατάμε σιγά, άλλοτε τρέχουμε. Αλλού κοντοστεκόμαστε. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και κόκκινη μπογιά. Τα μαντήλια στο λαιμό.
Κάποιοι από εμάς αφήνουν για λίγο τους υπόλοιπους και πηγαίνουν προς Via dei Volschi, εκεί που χτυπά η καρδιά της Ρωμαϊκής αυτονομίας, να μάθουν τα τελευταία νέα. Να δουν εάν χρειάζονταν κάτι, μήπως είναι απαραίτητη η βοήθειά τους.
Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε
Φτάνουμε στην πλατεία αργά το μεσημέρι.
Την περιφρούρηση έχουν αναλάβει οι Ρωμαίοι σύντροφοι, και όχι μόνο, οι σύντροφοι επίσης των ομάδων περιφρούρησης από τις μαζικότερες συλλογικότητες της χώρας, απ’ τον Βορρά κυρίως, Πάντοβα, Μιλάνο, να πω την αλήθεια, όλες οι γραμμές της αυτονομίας ήταν σαν μια τεράστια ομάδα περιφρούρησης…

Είναι ακόμη μέρα. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά. Μοναχά τον ενθουσιασμό ανακατεμένο με οργή. Το κύμα που πάλλονταν στη πλατεία κάθε φορά που ξεσπούσε το σύνθημα, τα τραγούδια. Το είναι μου σε μόνιμη κατάσταση έκστασης, ανατριχίλα που διασχίζει το κορμί μου, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Κι όταν ξεχύνεται το ανθρώπινο ποτάμι, με βουητό που σκεπάζει τους λόφους που περιτριγυρίζουν την πόλη η ένταση εκρήγνυται και αρχίζουν ατέλειωτες συγκρούσεις.
Δεν νοιάζει κανέναν ποιος θα είναι αυτός που θα κάνει την αρχή, όλοι περιμένουμε το αναπόφευκτο, όλοι επιθυμούμε να δοθεί ένα μάθημα στις δυνάμεις καταστολής και στους εντολείς τους.
Αρχίζουν οι πυρπολήσεις, εναντίον κυρίως καταστημάτων πολυτελείας, απλησίαστων στους πολλούς, που στέκονταν εκεί προκλητικά με τις στολισμένες τους βιτρίνες και την πραμάτεια να φωνάζει ‘πάρε με’!
Εναντίον, επίσης, κομματικών γραφείων. Εναντίον κυβερνητικών και πολιτικών γραφείων και στόχων, αστυνομικών τμημάτων.

People have the power, Patti Smith

  • Να σας μιλήσω λιγάκι για τους φίλους μου. Γι αυτούς τους ταξιδευτές της ζωής, τους εξερευνητές του άγνωστου και του αχαρτογράφητου, αυτούς τους εραστές της περιπέτειας. Για ανθρώπους των οποίων τα βήματα δεν μπόρεσα να ακολουθήσω, ολοκληρωτικά, για διάφορους λόγους, δικούς μου, αλλά των οποίων την πορεία έχω την ευκαιρία και τη δυνατότητα να παρακολουθήσω από κοντά. Οι περιπλανήσεις τους είναι απλησίαστες για μένα, τις αιτίες δεν θα αποκαλύψω. Τους έζησα από κοντά, βίωσα τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς τους, αφουγκράστηκα τις ανησυχίες και το πείσμα τους, έζησα μαζί τους.
    Και τους αγάπησα.

Χαθήκαμε για χρόνια. Κι όταν πριν λίγο καιρό δέχτηκα ένα μήνυμα μέσω φίλου που έχει συναντήσει τυχαία κάποιον από αυτούς, μια κοπέλα συγκεκριμένα, με τους κολλητούς μου, σε νησί, η καρδιά μου φτερούγισε.
Με ψάχνουν.
Το μήνυμα συμπληρώνει και ένας αριθμός τηλεφώνου. Κάλεσα αμέσως, και περιττό να σας διηγηθώ τη συνέχεια. Σεισμός. Ήταν η γνωστή φωνή, με την ιδιαίτερη προφορά του φίλου και συγκάτοικου για κάποιο διάστημα, με τον οποίο συνδέθηκα πολύ. Η συγκίνηση δεν περιγράφεται.
Και μετά τα πρώτα χαιρετίσματα έπεσε η ιδέα για μια συνάντηση. Την πραγματοποιήσαμε πολύ σύντομα σε ένα από τα νησιά του Ιονίου.
Εκεί έπεσε και η ιδέα για τη συγγραφή αυτής της διήγησης, ήταν δική μου. Ήθελα να ακούσω τις ιστορίες τους, να τις μεταφέρω, τώρα που υπάρχει πλέον η δυνατότητα να ειπωθούν, πρακτικά και καθαρά, όχι με μισόλογα και υπονοούμενα όπως γίνονταν παλιότερα.
Κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Συμφώνησαν όλοι, απόλυτα. Διότι τόσα χρόνια έχει πέσει ένα πέπλο σιωπής όσον αφορά εκείνα τα τόσο ενδιαφέροντα και τρομερά χρόνια.

Fela Kuti, Music is the Weapon

  • Ας επιστρέψω όμως σε εκείνη την φοβερή μέρα του Μαρτίου στην Ρώμη :
    Οι σύντροφοι των ομάδων περιφρούρησης κάνουν το καλύτερο δυνατό για να κρατήσουν τις συγκρούσεις μακριά από το κυρίως σώμα της πορείας. Εν πολλοίς τα καταφέρνουν, για το μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον της ημέρας, τις περισσότερες φορές.
    Οι καπνοί, οι φωτιές και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα δακρυγόνα οδηγούν κατευθείαν στην καρδιά των γεγονότων.
    Έτσι λοιπόν ο Μάριος ξεκόβει κάποια στιγμή από τους συντρόφους του, τον τρώει η περιέργεια να βρίσκεται εκεί που παίζεται άμεσα η μπάλα!
    Ξεγλιστρά από τα κορδόνια, που κρατιούνται όσο πιο σφιχτά γίνεται, και τρέχει προς τους καπνούς και τους κρότους.

Δεν νιώθει ανησυχία, νιώθει προστατευμένος, έχει εμπιστοσύνη.

Σε ανύποπτο χρόνο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κύριο που σέβεται πολύ. Γνωρίζει πως τον παρακολουθεί και τον περιεργάζεται, μένουν απέναντι, καθηγητής στο λύκειο ο κύριος Αντόνιο. Του έχει κάνει ξεκάθαρο λοιπόν πως, προς στιγμήν τουλάχιστον, δεν έχει την αίσθηση του θείου. Έτσι ο δάσκαλος τον προτρέπει να επικαλείται την νεκρή μητέρα του κάθε φορά που χρειάζονταν στήριξη, βοήθεια έξωθεν. Την έχει χάσει από μικρούλης, από την κακιά αρρώστια. Έχει αποκτήσει λοιπόν ένα τυχερό αστέρι που τον νοιάζεται και τον προσέχει!

Τρέχει προς την φωτιά, ακούει τις σειρήνες που ουρλιάζουν, είναι η Πυροσβεστική, που μόλις φτάνει, την ώρα που οι σύντροφοι έχουν απομακρυνθεί. Η τεράστια, πολυώροφη έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων έχει γίνει παρανάλωμα πυρός, ένα φοβερό θέαμα, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τις πύρινες γλώσσες που καταβροχθίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το κτίριο περιτριγυρίζεται από γραφεία, είναι όλα κλειστά, είναι Σάββατο, δεν κινδυνεύουν ζωές, μοναχά αυτοκίνητα που φλέγονται, παραδομένα στη φωτιά. Μια έκταση απλωμένη σε πέντε ορόφους λαμπαδιασμένη. Πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει ένα τέτοιο θέαμα, στέκεται σαν χάνος εκεί μπροστά να θαυμάζει τις γλώσσες που σφυρίζουν στον αέρα που καίει, τους πυκνούς καπνούς που μαυρίζουν τον ουρανό ,που ήδη έχει σκοτεινιάσει.

μάρτιος ’77 στην Ρώμη

Χρόνια αργότερα αισθάνθηκε την ίδια δύναμη να τον τραβά και να τον αιχμαλωτίζει, παρόμοιο δέος αντικρίζοντας την πύρινη δύναμη να κατακαίει, αυτή τη φορά, τα δάση της πατρίδας του, σε θέρετρο όπου βρέθηκε για διακοπές. Μεγάλη όμως η αντίθεση στα συναισθήματα. Είναι λυτρωτική η χαρά του να βλέπεις τη βιτρίνα του καπιταλισμού να φλέγεται. Η επίθεση στην καταναλωτική μανία ελευθερώνει, στη μεγαλομανία των σύγχρονων αστών, που μετράνε τις αξίες από το μέγεθος και μόνο του πλούτου που κατέχουν. Πλούτο, που στο κάτω- κάτω άλλοι έχουν παράξει, και δεν θα γευτούν ποτές. Γι ανταμοιβή έχουνε μια μούντζα. Καλά να πάθουν.
Σπαρακτική όμως η στεναχώρια όταν γίνεσαι μάρτυρας της καταστροφής της ίδιας της ζωής.
Εδώ πεθαίνει η μάνα Γη, η ανάσα μας, η αληθινή ομορφιά. Το γάλα που πίνουμε και μας θρέφει, μας αναπτύσσει, μας μεγαλώνει. Μας ανδρώνει και μας κάνει ανθρώπους άξιους να ονομαζόμαστε έτσι.
Εδώ η φωτιά καίει τη ζωή.
Εκεί η φωτιά καίει την απάτη.

  • Οι σύντροφοι λοιπόν δεν βρίσκονται άλλο εδώ, πρέπει να ψάξει να τους βρει. Προς το παρόν, ας επιστρέψει στο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ακάθεκτο στους δρόμους της όμορφης πόλης.
    Στριμώχνουν και στριμώχνονται οι νέοι, που συνεχίζουν να βαδίζουν, να τρέχουν και να τραγουδούν.
    Πλησιάζουν μια armeria, ένα οπλοπωλείο. Δίπλα στο ποτάμι που πορεύονται, τον Τίβερη. Στο λεπτό κατεβαίνουν οι σιδεριές, ορμούν στο κατάστημα και το αδειάζουν, σε ένα λεπτό, κυριολεκτώ, από όλον τον ελαφρύ οπλισμό. Για να χωρά στο παντελόνι. Και ντουφέκια, πολλά….Βλέπετε, εδώ και ώρα, η αστυνομία βάλει πλέον κανονικά στο ύψος ανθρώπου. Ήδη σκοτώνει από καιρό, εκτελεί.
    Εχθές τον σύντροφό τον  φάγανε πισώπλατα.
    No mercy!
    Δεν υπάρχει έλεος σήμερα!

Οι αγωνιστές πυροβολούν απέναντι, την φυλακή, Regina Coeli, μιας και είναι αδύνατο να πλησιάσουν, έχουν αποκλείσει την πρόσβαση από τις γέφυρες οι δυνάμεις της αστυνομίας και οι καραμπινιέροι, για να αποτρέψουν ομαδική απελευθέρωση των κρατουμένων συντρόφων μας εκεί μέσα, πέρα απ’ το ποτάμι.

Οι μπάτσοι, που παρακολουθούν το κορτέο, πορευόμενοι παράλληλα, από τους πιο πέρα δρόμους και κάποια απόσταση, αντιλαμβανόμενοι τα συμβάντα, πνίγουν την πορεία στα χημικά. Πυροβολούν συνεχώς. Πανικός.
Οι νεαροί δεν διαλύονται. Συνεχίζουν. Ανταπαντούν. Κλάμα και λεμόνι, συνθήματα, μηνύματα.
Προχωρούν τρέχοντας όσο γρηγορότερα γίνεται για να απομακρυνθούν από τη μολυσμένη περιοχή.
Με τους πιο πίσω όμως τι θα γίνει ;
Προχωρούν έτσι κι αλλιώς, κι άλλη φορά τους διέσπασαν, κάποια στιγμή θα ενωθούν με τους υπόλοιπους πιο κάτω. Η αποφασιστικότητα δεν νικιέται σήμερα. Αυτά που λέμε θα γίνουν!
Η ανθρώπινη πλημμύρα συνεχίζει το δρόμο της. Ξετυλίγεται το κουβάρι μες την πόλη, αφήνοντας το ποτάμι πίσω του. Εισέρχεται σε μια αχανή πλατεία, μισοσκότεινη, μιας και όλοι οι λαμπτήρες έχουν γίνει κομμάτια. Εκεί αντικρίζω την πιο σουρεαλιστική σκηνή σε όλη μου τη ζωή, σκηνή από ταινία του κινηματογράφου περιπέτειας. Αυτά δεν γίνονται!
Στην απέναντι ακριβώς πλευρά, γονατισμένοι σε σειρά καμιά εικοσαριά σύντροφοι, με τα μαντήλια ανεβασμένα, πυροβολούν σε ομοβροντία, όλοι μαζί ταυτόχρονα, προς ένα επιβλητικό κτίριο που δεσπόζει μπροστά τους, και κλείνει την πλατεία από εκείνη τη μεριά. Κι από πίσω τους, τρέχοντας σε τόξο, σε ημικύκλιο, περίπου πενήντα παιδιά εξαπολύουν βροχή από μπουκάλια στα σπασμένα, θρυμματισμένα τζάμια, στα παράθυρα του κτιρίου, απ’ το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις ανταπαντούν, αναγκασμένοι να το αφήσουν έρμαιο, αφύλακτο, λόγω της σφοδρότητας της επίθεσης!                           Σπέρνουν φωτιά.
Είναι κάτι μοναδικό, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια κι αν περάσουν!
Ότι και να έχεις κάνει, πει, ακούσει από άλλους, τέτοια φάση δεν γίνεται!
Η καταστολή εξαφανισμένη.
Αργότερα έμαθα πως εκείνο το κτίριο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στην πρωτεύουσα,  λέει ο Μάριος, ανατριχιάζοντας στη θύμηση.

Έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα πολλά, αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε τελείως, άκρα του τάφου σιωπή, όπως βέβαια και η προσπάθεια να περάσουν οι σύντροφοι το ποτάμι για να επιτεθούν στα γραφεία του ΚΚΙ, κάποια στιγμή, και στις φυλακές κάποιαν άλλη!

Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως, έχει εκτραχυνθεί. Η αστυνομία αποφασίζει πως πρέπει να απαντήσει και επιτίθεται από όλες τις πλευρές, με ότι μέσο διαθέτει. Ξεκινάει ανταλλαγή πυρών κι από τις δύο πλευρές. Εδώ πλέον ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Δεν είναι δυνατόν πια να κρατήσεις γραμμές, να περιφρουρήσεις τη διαδήλωση, δεν πρόκειται πλέον για πορεία. Και οι περιφρουρήσεις που βαστούν ακόμη  καλύπτουν τα νώτα της υποχώρησης προς την piazza del popolo, όπου θα καταλήξουμε έτσι κι αλλιώς, και όπου οι υπόλοιποι σύντροφοι, αυτοί από τους οποίους είχαμε αποκοπεί, μαθαίνουμε πως βρίσκονται ήδη εκεί.

Πανζουρλισμός όταν φτάνουμε, και ανακούφιση μαζί, ξανά όλοι μαζί, και νιώθεις πως το ότι δεν κατάφεραν να μας διαλύσουν είναι μια τεράστια νίκη. Μαθαίνουμε για δεκάδες άλλους στόχους που χτυπήθηκαν, κομματικά γραφεία, η χιλιανή πρεσβεία – εκδίκηση πήραμε για τους δολοφονημένους μας εκεί συντρόφους – αστυνομικά τμήματα και κάνα δυο στρατόπεδα καραμπινιέρων….

Σύντροφοι μιλούν με πύρινα λόγια για τους σκοτωμένους μας συντρόφους. Ακούμε, χειροκροτούμε, συνθήματα, φωνές. Αλλά κυρίως η αναμετάδοση, στόμα με στόμα, όλης αυτής της φωτιάς που ρίξαμε επάνω στους εχθρούς μας αυτή την αξέχαστη για πάντα ημέρα, στο όνομα αυτών που έπεσαν, και θα συνεχίσουν να πέφτουν μέχρι να ανατραπεί αυτό το βρώμικο καθεστώς.

Νύχτα πλέον εδώ και ώρες όταν ξεκινάμε για τον σταθμό, για την επιστροφή, δεκάδες μικρές πορείες μέσα σε μια πόλη που βρωμάει χημικά, ανάμεσα σε ενέδρες των δυνάμεων καταστολής, που ξεπερνάμε ευκολότερα ή δυσκολότερα.

Μπορώ να πω πως επικρατεί μια ατμόσφαιρα χαοτική. Περπατάς ή τρέχεις μονάχα σκυφτός, πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα από στενά και λεωφόρους. Γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Δεν ξέρω να έχει συμβεί κάπου αλλού κάτι παρόμοιο. Εμπόλεμη κατάσταση.
Κάποια στιγμή καταφέρνω να φτάσω στο σταθμό. Έχω χαθεί με τους άλλους, είμαι εδώ και ώρα ολομόναχος.
Άντε να μπεις μέσα, τώρα. Το κτίριο είναι περικυκλωμένο από την αστυνομία και τους καραμπινιέρους. Κάνω ένα ντου εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι λιγότεροι, τρώω πολλές, στα πλευρά κυρίως και την πλάτη, προστατεύω με τα χέρια το κεφάλι μου, τρυπώνω μέσα. Ψάχνω στις αναχωρήσεις και φτάνω τρέχοντας αλαφιασμένος στο τρένο για την Φλωρεντία λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο που δεν καταλάβαμε ποτέ, οι μπάτσοι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχουν ξεκινήσει μαζική επίθεση στους συρμούς, εξαπολύοντας εκ νέου δακρυγόνα. Ακούγονται και κάποιοι πυροβολισμοί. Ο οδηγός ξεκινά τον συρμό άρον- άρον και η τρομάρα παίρνει τέλος.
Για τους περισσότερους, όχι για όλους.

Και ότι σου έχω διηγηθεί Μιχάλη είναι αληθές, δίχως ίχνος υπερβολής. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, ήταν εκεί, γνωρίζουν από πρώτο χέρι. Ήσουν κι εσύ, γνωρίζεις από πρώτο χέρι.
Συνεχίζω λοιπόν. Μια κοπελιά τρομοκρατημένη, η Μαρίνα, κουρνιάζει στην αγκαλιά μου όλο το βράδυ, χωρίς να ξεκολλήσει δευτερόλεπτο. Την πήρε ο ύπνος γρήγορα και ξύπνησε μόνο σαν φτάσαμε στο σταθμό της πόλης μας, με το φρενάρισμα του τραίνου. Φυσικά και με ακολούθησε σπίτι, κοιμηθήκαμε αγκαλίτσα. Με φιλοξενούν εκείνο το διάστημα σε ένα στούντιο, ένα λεπτό απόσταση από την Πλατεία του Αγίου Σταυρού, Santa Croce, δύο μέτρα απόσταση από το φημισμένο Vivoli, το πασίγνωστο ζαχαροπλαστείο με τα υπέροχα παγωτά, γνωστό στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Ένα πολύ χαριτωμένο διαμέρισμα, ενδιάμεσο δύο ορόφων ενός μεσαιωνικού κτίσματος, ανακαινισμένου στο εσωτερικό του. Χωρίς παράθυρα αλλά με μπόλικο γούστο, ζεστό πολύ, ένας ενιαίος χώρος τεράστιος και στο βάθος δύο υπνοδωμάτιο με κουζινίτσα και μπάνιο, επιπλωμένο πολύ μοντέρνα. Στέκεσαι όρθιος άνετα, για να περάσεις όμως από την πόρτα εισόδου πρέπει να σκύψεις αρκετά, σε υπόκλιση κανονική. Απίθανο, πανέμορφο, μια μεγάλη φωλιά στο κατάκεντρο της πόλης.

Να ζεις ν αγαπάς και να μαθαίνεις

Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι μιας και ….την πέσαμε χαράματα. Τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, τώρα που το θυμάμαι μου κάνει πολύ εντύπωση, δεν έτυχε ούτε μια φορά. Δεν προλάβαμε, μάλλον δεν σκεφτήκαμε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Δεν την ξέχασα όμως ποτέ, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή μιας τόσο μοναδικής και άγριας ημέρας.

Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Από την υπερένταση. Παρατηρώ για ώρα τα άλλα παιδιά, και από το παράθυρο, όταν υπάρχει ορατότητα, την ύπαιθρο και το τοπίο, κάθε φορά που κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι και φωτίζει. Τα χωριά που διασχίζουμε. Μου ήρθε τότε στο μυαλό πως στη Ρώμη ξαναβρέθηκα το καλοκαίρι που μας πέρασε, για να επισκεφτώ τον Σάντρο, νεαρό γύρω στα τριάντα που γνωρίσαμε με την παρέα στα Σύβοτα.

Street Fighting Man, The Rolling Stones

Stones στο Παρίσι ’67

… ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΝΑ ‘ΧΩ ΣΚΕΨΗ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ, ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΜΑΤΑΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Ι. Καμπανέλλης
Μα πως φθάσαμε μέχρις εδώ θα το πούμε στη συνέχεια

 

συνεχίζεται

μιχαλης 287