σκόρπιες σκέψεις...

1968-1983, Ιταλία: για έναν Μάη που δεν ήθελε να σβήσει!

Γεια σας φίλοι μου. Όπως καταλαβαίνετε από τον τίτλο, ήρθαμε εδώ για να μιλήσουμε για εκείνη την σπουδαία 15ετή περίοδο αγώνων, για τον Μάη που δεν ήθελε με τίποτα να σβήσει, για τον Μάη που σημάδεψε ανεξίτηλα την γείτονα χώρα, την ώρα μάλιστα που γίνεται σε όλο τον κόσμο μια τεράστια προσπάθεια αποσιώπησης του, ενώ εκθειάζεται με κάθε τρόπο, ανέξοδα μάλιστα, ο γαλλικός, ο οποίος κράτησε δεν κράτησε έναν μοναδικό μήνα, με τρόπο μάλιστα μουσιακό αντιμετωπίζεται, λες και ήταν μια πρόσκληση σε επίσημο γεύμα και όχι η έφοδος στον ουρανό της εξεγερμένης-οργισμένης νεολαίας, και όχι μόνο!

Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε Τώρα!

οι νέοι και οι παλιοί κομουνιστές

Αποτέλεσμα εικόνας

δεν είμαι πια κομουνιστής, μάλλον δεν είμαι πλέον τίποτα για την ακρίβεια, δηλαδή δεν ξέρω τι είμαι γιατί απλούστατα ξέρω τι δεν είμαι

Octyabr poster.jpg

αλλά δεν βρίσκομαι εδώ γι αυτό

βρίσκομαι εδώ για να σας μιλήσω για τότες που εγνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου τους κομουνιστές, παλιούς και νέους. Παλιοί ήταν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, στην συντριπτικοί τους πλειοψηφία εγγεγραμμένοι στο κομουνιστικό κόμμα, εργάτες επίσης πάρα μα πάρα πολλοί, όλοι πρώην παρτιζάνοι, είχαν κάνει την αντίσταση και είχαν κρύψει τα όπλα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη, πολλοί μικροαστοί επίσης, διανοούμενοι και άλλοι τέτοιοι πολλοί.

Οι καινούργιοι κομουνιστές ήταν όλοι νεαροί. Δεν είχαν ζήσει την αντίσταση, δεν είχαν υποστεί την πλύση εγκεφάλου της κομματικής προπαγάνδας, ήταν τέκνα της εσωτερικής μετανάστευσης που είχε επιβληθεί από την φτώχεια που επικρατούσε στον Ιταλικό νότο [ξέχασα να σας πω πως πολιτικοποιήθηκα στην Ιταλία όπου και βρέθηκα το μακρινό ’73 για να σπουδάσω] και βρέθηκαν να εργάζονται στις φάμπρικες του ιταλικού βορά ως ανειδίκευτο προσωπικό.

Σας τα λέω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ για να μην σας ζαλίσω το έρωτα με τα πολλά λόγια. Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε ήδη αντιληφθεί τον πρώτο διαχωρισμό. Νέοι ανειδίκευτοι εναντίον μεγαλύτερων στην ηλικία ειδικευμένων. Χάσμα γενεών συν χάσμα στις απολαβές. Έχουμε ένα 2-0 καθαρό από τα αποδυτήρια. Προχωράμε.

Εμείς ήμασταν φοιτητές. Κάναμε παρέα με τους πάντες. Πολλοί ανάμεσα μας ήταν παιδιά που αναγκάζονταν να εργάζονται περιστασιακά, ότι μπορείς να φανταστείς έκαναν, και στα εργοστάσια παρτ τάιμ  για να συμπληρώνουν το πενιχρό έμβασμα που έρχονταν απ’ τους γονείς τους. Το πρώτο που μας έλεγαν λοιπόν για την εργατική τους εμπειρία σε σχέση με τους παλαιότερους ήταν το εξοργιστικό εκείνο πως: »αυτοί αγαπούσαν το εργοστάσιο όπου δούλευαν και τις μηχανές που τους καταπίεζαν διαρκώς με τα χρονοδιαγράμματα, ενώ εμείς τα φτύναμε όλη μέρα αυτές τις παλιομηχανές που μας πίνουνε το αίμα»! Όταν λοιπόν άρχισαν τα πρώτα σαμποτάζ, οι άγριες απεργίες, η αμφισβήτηση των επίσημων συνδικαλιστικών οργανώσεων και η αυτοοργάνωση  των εργατών, οι εσωτερικές πορείες στα εργοστάσια, παλιοί και νέοι βρέθηκαν αντιμέτωποι. Γιατί οι μεν συνέχιζαν να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας ενώ οι δε ήταν πλέον ενάντια στην ίδια την συνθήκη της εργασίας, αμφισβητούσαν την ίδια την εργασία υπό αυτές τις επικρατούσες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του εργάτη από το αφεντικό του, υπό την διαρκή επιτήρηση του επιστάτη.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Και να ήταν μονάχα αυτό. Δεν έφτανε που οι παλιοί κομουνιστές είχαν αποδεχτεί την οικονομική συνθήκη της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης ικανότητας και αξίας από τους καπιταλιστές, τώρα ήθελαν να συνεργαστούν και στην κυβέρνηση με τους αστούς, αυτούς τους μπουρζουάδες που ήταν υπεύθυνοι χιλιάδων εγκλημάτων ενάντια στον κόσμο της εργασίας και όχι μόνο. Και δεν χρειάζονταν να πάμε πολλά χρόνια πίσω, παρά μόνο δυο τρία, στο όχι μακρινό ’69, τότε που οι μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τους φασίστες, σε αυτήν που ονομάστηκε περίοδος της στρατηγικής της έντασης δολοφονούσαν δεκάδες σε Ρώμη και Μιλάνο την ώρα που οι μπάτσοι εκπαραθυρώνουν αναρχικούς. Τι κομουνιστές τέλος πάντων ήταν αυτοί βρε παιδιά;

Αριστοκράτες στη δουλειά, συνεργάτες με τους επιστάτες στα εργοστάσια, λίγο αργότερα καταδότες στην αστυνομία των αγωνιστών και των μαχητών στα εργοστάσια και στις πλατείες, στα δικαστήρια και στις δημόσιες υπηρεσίες. Κανονικοί χαφιέδες. Απίστευτοι! Στην κρατική πολιτική γενικότερα, στην αρχή δειλά δειλά κάνουν πλάτες στην δεξιά, ολοένα και περισσότερο, μέχρι που με την ανοχή τους δεξιές κυβερνήσεις δένουν και ράβουν και ξηλώνουν  και κάνουν ότι θέλουν και καταδικάζουν σε θάνατο έναν άνθρωπο, σίγουρα όχι αθώα περιστέρα, με το έτσι θέλω, απλά για να κάνουν το κέφι των ψευτο κομουνιστών της πλάκας που σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά τους έχει καταδικάσει με όλες τις μπάντες η ίδια η ιστορία. Δεν λέω ότι εμείς φερθήκαμε έξυπνα. Στρατιωτικοποιήσαμε υπερβολικά τα πράγματα, [όχι πως δεν χρειάζονταν, όχι τόσο στο υψηλό επίπεδο- εκεί έφτανε και περίσσευε, σε χαμηλό έπρεπε να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο  το αντάρτικο στις πόλεις ] , στην πορεία χάσαμε την μπάλα.

Και μας έπνιξε η  ιστορία μέσα στα μπουντρούμια της »δημοκρατίας» ή μας εξαφάνισε στις εξορίες . Λέω απλά πως αν αυτοί έσκυβαν για λίγο επάνω μας ν’ ακούσουν κάτι τις, ν’ αφουγκραστούν το καινούργιο που άφριζε μέσα μας  και έρχονταν με δύναμη απ’ την ανατολή με τα νοήματα του, τις ανατροπές που επιζητούσε, τις βουτιές προς το μέλλον, και την ορμή, την ζωντάνια του νεαρού της ηλικίας μας, τότε ναι, σήμερα τα πράγματα, ίσως, μάλλον, θα ήταν πολύ καλύτερα,

Αποτέλεσμα εικόνας για carcere speciale

κι έτσι λοιπόν στο όνομα της συνεργασίας των τάξεων, [ που με απλά λόγια σημαίνει: εσείς δουλεύετε εμείς να κερδίζουμε, και εργαστείτε όλο γρηγορότερα]

και ανεμίζοντας τις μπαντιέρες της συνεργασίας όλων των δυνάμεων του »δημοκρατικού» τόξου,  [που σημαίνει στα πόστα κλειδιά εμείς, εσείς στην βιτρίνα], φασιστών συμπεριλαμβανομένων, ‘σοσιαλιστές’ και ‘κομουνιστές’ όλων των αποχρώσεων, σε όλη την Ευρώπη, ακολουθώντας τα διδάγματα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, με προεξάρχοντα τον Φρανσουά Μιτεράν και κάτι άλλα γερόντια με περίεργα ονόματα όπως Παπανδρέου, Σοάρες,  Καρίγιο κλπ έπνιξαν ότι ωραιότερο ελεύθερο και αυθεντικά αυτόνομο εξέφραζαν κινήματα νεανικά που ποθούσαν μια κοινωνία διαφορετική όπου ο άνθρωπος δεν θα καταπατούσε άνθρωπο περιβάλλον φύση ζωντανά, και το κέρδος θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, για να εξαλειφθεί σιγά σιγά. Ο καταναλωτισμός θα υποχωρούσε και στο κέντρο της ύπαρξης θα έρχονταν επιτέλους η ζωντανή αφιλοκερδής δημιουργία για την δημιουργία. Γιατί την ζωή φανταζόμασταν σαν δημιουργία και όχι σαν αυτό που σήμερα μοιάζει με κάτι εξωπραγματικό, ένας αγώνας ταχύτητας με στόχο ένα βραβείο που κατά βάθος δεν θέλει κανένας, μοιάζει κατάρα, μόνον κάποιοι ελάχιστοι που ζουν εις βάρος των απείρως περισσοτέρων επιθυμούν, ζέχνει δηλητήριο.

Αφού κατάφεραν λοιπόν να απαλλαγούν λίγο νωρίτερα στην Πορτογαλία από εκείνο το υπέροχο κίνημα των γαρυφάλλων  που με αρχηγό τον ταγματάρχη Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο έριξε τον δικτάτορα Σαλαζάρ, απαλλάχθηκαν και στην Ιταλία από ένα εξίσου πανέμορφο κίνημα που εδώ κράτησε δέκα με δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, ξεκίνησε με το θερμό φθινόπωρο του ’69 και τους μαζικούς εργατικούς αγώνες και συνέχισε με τον παρατεταμένο μάη που έφερε η θερμή άνοιξη της εργατικής αυτονομίας και του ανταρτοπόλεμου που τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

εγώ τότε ήμουν νέος, σήμερα είμαι παλιός, περιμένω ένας νέος κάτι να μου γράψει, κάτι να μου πει, θα έχει κάτι να μου πει, κάτι να ψιθυρίσει στο αυτί μου αν θέλει

 

Μα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Είναι το μακρινό 1973, 17μιση χρονών τότες, έχω τελειώσει το γυμνάσιο στην Καβάλα, Σεπτέμβρης μήνας και προσγειώνομαι στην Φλωρεντία γεμάτος όνειρα και ανησυχίες, για να σπουδάσω. Στην Φλωρεντία όπου βρίσκεται ήδη κάποια χρόνια νωρίτερα, για τον ίδιο λόγο, η αδελφή μου με τον φίλο της και μετέπειτα σύζυγο. Θα συγκατοικήσουμε για κάποιο διάστημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για ο ρόκο και τ' αδέλφια του

Ας ανοίξω μια μικρή παρένθεση. Είναι τα χρόνια της χούντας, σε μια μικρή πόλη της ελληνικής επαρχίας που έχω μεγαλώσει μέχρι εκείνη την στιγμή, από καπνούπολη με τεράστια αγωνιστική ιστορία μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια πόλη δημοσίων υπαλλήλων και εμπόρων, μικρής κυρίως εμβέλειας, μια μικροαστική αντίληψη για την ζωή πνίγει αργά και βασανιστικά την καθημερινότητα του μέσου καβαλιώτη, ο πολιτικός διάλογος απουσιάζει πλήρως, κοιμόμαστε όρθιοι με λίγα λόγια.

Αποτέλεσμα εικόνας για γούντστοκ

Η φαντασία στην εξουσία!

Μες τις ψυχές μας βέβαια, πολλών από εμάς τους νεότερους,  βράζει η ανάγκη για μιαν άλλη ζωή, για άλλες αξίες και συνήθειες, έχει προηγηθεί το Γούντστοκ, στιγμή σταθμός στην παγκόσμια νεολαίστικη ιστορία, η μουσική επανάσταση των νέων που έχει αγκαλιάσει όλη τους την ψυχοσύνθεση, και ήταν συνολική επανάσταση στον τρόπο που έβλεπαν και ζούσαν την ύπαρξη τους, στον τρόπο που έβλεπαν το μέλλον τους, έξω και μακριά από τον εκείνο που τους έδειχναν οι γονείς, οι μεγαλύτεροι γενικότερα, οι άρχοντες και οι κρατούντες. Η μουσική και ο κινηματογράφος είχαν σπάσει ήδη τα πρώτα ταμπού, είχαν εισέλθει αργά αλλά σταθερά στην ελληνική πραγματικότητα ταράζοντας τον ύπνο της μικροαστικής νιρβάνας στην οποίαν προσπαθούσαν, άκαρπα πλέον, να κρατήσουν υποταγμένους τους νεαρούς οι οπισθοδρομικοί καραβανάδες! Οι εικόνες με τους νεαρούς μαλλιάδες, με τα παρδαλά ρούχα, που μισούσαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ και αγαπιούνταν όλοι μαζί στοίχειωναν την ελληνική αρχαϊκή κοινωνία που έκανε τα πρώτα βήματα εμπρός, έχοντας για αρωγούς τους δικούς της μουσικούς και κινηματογραφιστές να διαρρηγνύουν τα ιμάτια του κοντοκουρεμένου κατεστημένου.

Η παγκόσμια πολιτιστική επανάσταση της νεολαίας είχε λοιπόν ήδη αρχίσει να κατατρώει σαν το σαράκι την συντηρητική ελληνική κοινωνία, τα νεαρά ήθη και έθιμα κλωτσούσαν το παλιό για να το θέσουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Make love not war πρώτα, και η φαντασία στην εξουσία, έπειτα, είχαν συνταράξει για τα καλά την καθεστηκυία τάξη, και στην ελλαδίτσα μας.

Το Μεγάλο Ανθρωπάκι

Φαντάζεστε λοιπόν τον ενθουσιασμό μου όταν πρωτοπερπάτησα στους δρόμους της πρωτεύουσας της Αναγέννησης, τριγυρίζοντας μες τις σχολές του Πανεπιστημίου, μέσα σε εκείνη την αναταραχή που δεν σταματούσε ποτές, χωμένος ανάμεσα σε κείνο το νεαρόκοσμο, μέσα σ’ εκείνη την βουή και το μελισσομάνι, που συζητούσε για τα πάντα και αμφισβητούσε τα πάντα! Είχα ξεκινήσει ήδη να μαθαίνω την γλώσσα, ξημερωνοβραδιαζόμουν και στις συνελεύσεις του ελληνικού συλλόγου φοιτητών, ρουφούσα τις κουβέντες και τα λόγια εκείνα τα μεγάλα που για πρώτη φορά στη ζωή μου άκουγα έκπληκτος, την μια από τους ιταλιάνους νεαρούς που αποκαλούσαν τους διπλανούς τους συντρόφους, για την ολοκληρωτική επανάσταση, την ολική ανατροπή της κατεστημένης τάξης πραγμάτων και την εγκαθίδρυση μιας άλλης – δικαιότερης κοινωνίας των ίσων ανθρώπων. Λίγο πιο μπερδεμένα τα πράγματα στον ελληνικό σύλλογο.

Κεντρικό θέμα: ο αντιδικτατορικός αγώνας.

Εκεί ξεκαθάρισε πλήρως η εικόνα αυτού που τόσο καιρό με ενοχλούσε πίσω στην πατρίδα. Κάτι είχα ψυχανεμιστεί όταν έβλεπα τους μεγάλους να θέλουν να πουν κάποια πράγματα και να χαμηλώνουν τη φωνή τους κοιτάζοντας ερευνητικά γύρω ακόμη και όταν ήταν κλεισμένοι στο σπίτι, λέγοντας πως και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Κάποια ονόματα ήταν απαγορευμένα! όπως και πολλά άλλα πράγματα, φώναξαν τη μάνα μου κάποια στιγμή στο σχολείο να της επιβάλλουν να μην με αφήνει να φορώ την κόκκινη μπλούζα που τόσο πολύ αγαπούσα! Τους αποστόμωσε αυτή λέγοντας πως δεν μπορούσε να μου απαγορεύσει να είμαι ολυμπιακός!

La Dolce Vita poster.jpg

Δεν θα ξεχνούσα ποτέ εκείνο που μου συνέβη ένα βραδάκι όταν γυρνούσα σπίτι και πήδηξα μες τον ενθουσιασμό να φτάσω τη σημαία που ήταν κρεμασμένη έξω από ένα μαγαζί, να δω πόσο ψηλό ήταν το άλμα μου. Με σταμάτησε ένας αστυνομικός κάνοντας μου παρατήρηση, επειδή λέει βεβήλωνα το σύμβολο! Για τέτοια βλακεία μιλάμε! Και αναρωτιόμαστε σήμερα από που έχουν ξεφυτρώσει όλα αυτά τα φασιστόμουτρα! Όχι φίλοι μου, δεν υπάρχει παρθενογένηση!

Όλα καλά λοιπόν με τον αντιδικτατορικό αγώνα. Να βγάλουμε την χώρα απ’ τον γύψο!

Τα προβλήματα άρχιζαν με το ύστερα. Εκεί μέσα γίνονταν το έλα να δεις,  σπαταλιόταν και όλη η ενέργεια. Ατέλειωτες διαμάχες για το πιο ήταν το καλύτερο μοντέλο, θα έμοιαζε η μεταδικτατορική ελλάδα με την αλβανία ή με την σοβιετική ένωση ή με την κίνα ή και με τι άλλο δεν ξέρω εγώ; ώρες ατέλειωτες ενέργειας και κουβέντας χαμένης την ώρα που για να πέσει η χούντα γίνονταν πολύ λιγότερα! Με κούρασαν πολύ γρήγορα. Ότι καλύτερο όμως, να το αναφέρω, μια συναυλία που διοργάνωσαν με τους χιλιανούς Inti Illimani που εκείνη την χρονιά βρέθηκαν στην Ευρώπη για συναυλίες, τους βρήκε ελεύθερους το πραξικόπημα, και δεν επέστρεψαν πίσω τριγυρνώντας τον κόσμο αγωνιζόμενοι με την μουσική τους να ελευθερώσουν την πατρίδα τους. Μια πανέμορφη συναυλία, συγκίνηση και οργή για το μεγάλο κακό, ενθουσιασμός για ένα καλύτερο αύριο ανακατωμένα με τον καλύτερο τρόπο.

Αποτέλεσμα εικόνας για inti illimani

Ο χρόνος περνούσε, οι συζητήσεις όλο στο ίδιο μοτίβο, με κούρασαν σας είπα, είχα ήδη οργανωθεί στον Ρήγα Φεραίο, γιατί εκεί; με είχαν κερδίσει εκείνα τα παιδιά για κάποιον λόγο που δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω, το θέμα ήταν τελείως προσωπικό, τα συμπάθησα περισσότερο, θέμα ιδιοσυγκρασίας, ο κομουνισμός ήταν ένας, πλέον, όπως σε όλους μας εκείνης της γενιάς, τα μαρξιστικά λενινιστικά βιβλία είχαν γίνει ένα με το είναι μας, αλλιώς τον έστηναν εδώ-αλλιώς εκεί, και οι φοιτητές μάλωναν για τον ποιος ήταν ο καλύτερος, όμως για μένα κανείς δεν ήταν ο καλύτερος μιας και ουδείς από αυτούς  έδωσε την εξουσία στα σοβιέτ, όπως έπρεπε, αλλά στο κόμμα. Κι αν από εδώ υπήρχε η δικτατορία του κεφαλαίου, από εκεί του κόμματος, και ο λαός δεν ήταν πουθενά στην εξουσία για να μπορέσει να την καταργήσει και αυτήν και να ζήσει ελεύθερος από την καταπίεση της ατομικής ιδιοκτησίας και των άλλων μορφών υποδούλωσης του ανθρώπου από το χρήμα και το κέρδος και τις αγορές!

Άσε και το άλλο, τότες έσπασε το ήδη ραγισμένο γυαλί: μόλις λευθερώνονταν η ελλάδα από τους χουντικούς θέλαν να κατέβουν στις εκλογές! Να κάνουν τι στο κοινοβούλιο μέσα; στον ναό της μπουρζουαζίας και του κεφαλαίου; Για επανάσταση δεν μιλούσε ο μαρξισμός-λενινισμός; ήξερες κάποιον που κρατούσε τα ηνία στο χέρι να τα παραδίδει απ’ την καλή του την καρδιά στον καταπιεσμένο και εξεγερμένο; ήμαρτον πια!

ματσουκα-αλιεντε

Γίνεται και το πραξικόπημα στην Χιλή και δένει το γλυκό. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός του ηρωικού Σαλβαδόρ Αλλιέντε γκρεμίζεται από τις ερπύστριες των τεθωρακισμένων και τις βόμβες των αεροπλάνων, την ώρα, που στον αντίποδα, οι Βιετναμέζοι μαχητές, με τα όπλα στο χέρι, υπό την σοφή καθοδήγηση του στρατηγού Γιαπ και του μεγάλου Χο Τσι Μιν νικούν την τρίτη κατά σειρά αυτοκρατορία και τους ντόπιους λακέδες της στήνοντας το μεγαλύτερο πάρτι στη σύγχρονη ιστορία, στην απελευθερωμένη Σαϊγκόν και στις καρδιές όλων των απανταχού εξεγερμένων, όλων των απανταχού αριστερών!

Apocalypse_Now_poster

Για να μην μιλήσουμε για την Κούβα, αυτή τη μικρή χώρα ακόμη περισσότερο σφηνωμένη με αγάπη στις καρδιές μας, πολέμησαν μια φούχτα αγωνιστές και κέρδισαν, εξάγοντας ταυτόχρονα την επανάσταση, ανάβοντας φωτιές, ορμώντας στις φωτιές εκεί που υπήρχαν, στην Αφρική και την Λατινική Αμερική, στην Αλγερία επίσης οι αντάρτες κέρδιζαν τον πόλεμο, ανταρτοπόλεμος λοιπόν και στην Ευρώπη, αυτή η λύση, φαίνονταν επίκαιρη και εφικτή, μιας και τα κομουνιστικά κινήματα ήταν πολύ μεγάλα και δυνατά, στο Νότο ειδικότερα, οι κομουνιστές συνειδητοποιημένοι σαν έτοιμοι από καιρό!

la-battaglia-di-algeri-photos-6

Είχα πρωτοδεί την εικόνα του ήρωά μου τυπωμένη σε μπλουζάκια και αφίσες στο Λονδίνο, κάποια χρόνια νωρίτερα που είχα βρεθεί για ενάμιση μήνα εκδρομή με ένα φροντιστήριο. Τότε δεν ήξερα ποιος είναι αλλά τον έβλεπα παντού. Τον ξανασυνάντησα στην Ιταλία δυο τρεια χρόνια αργότερα, και τότε έμαθα για το ανυπέρβλητο παράδειγμα που έδωσε στους απανταχού ανυπότακτους, που αγαπούν τον δρόμο και όχι την κατάληξη, τον σκοπό, την υπόθεση, και όχι την εξουσία!

che_pistola.jpg

Αυτά συζητούσαν φωνακτά οι ιταλοί, οι έλληνες μάλωναν για το μοντέλο, θέλαν να μετρήσουν την εκλογική τους δύναμη αντί να επικεντρώνονται σε άλλα, διάλεξα τους ιταλούς, μπήκα στην Avanguardia Operaia. Και εδώ διάλεξα από συναίσθημα, όχι λόγω της γραμμής, αυτούς γνώρισα, με αυτούς πήγα. Τους άφησα γρήγορα κι εκείνους, είχαν ξεκινήσει να συζητούν με αυτούς του Manifesto για κοινή κάθοδο στις εκλογές, πράγμα που έκαναν λίγο αργότερα, εγώ είχα ήδη αποχαιρετήσει μαζί με την Ροσσάνα τον αγαπημένο φίλο Αρτούρο, υπεύθυνο της ομάδας περιφρούρησης, εκεί πήρα τα πρώτα μαθήματα αμυντικής περιφρούρησης στις πορείες, με σταλιν [τα ξύλα που δένουμε τις σημαιούλες] και μπουκάλια.

Οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς ήταν η απάντηση του ανταγωνιστικού κινήματος στον ρεβιζιονισμό της γερασμένης αριστεράς, και στην διστακτικότητα του συνδικαλιστικού κινήματος. Η εγκατάλειψη του επαναστατικού προσανατολισμού του ΚΚΙ είχε πλέον ολοκληρωθεί, το ενδιαφέρον του προσανατολίζονταν στην μεταρρύθμιση του ντόπιου καπιταλισμού,  τον ρεφορμισμό, [ο οποίος με την χριστιανοδημοκρατία στηρίζονταν σε απαρχαιωμένους θεσμούς και στην συνεργασία με την μαφία και το παρακράτος], και χρειάζονταν νέες μορφές ταξικής συναίνεσης και »προοδευτισμού»για να περάσει την μετατροπή του από τον φορντισμό στις νέες μορφές αποκεντρωμένης, ευέλικτηςεργά παραγωγής, με την διάλυση της αλυσίδας και των μικρότερων, περισσότερο ευέλικτων μονάδων, όπου η εκμετάλλευση των εργατών επιτυγχάνονταν ευκολότερα. Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία είναι πλέον γεγονός, και έχει το όνομα του μεγαλύτερου κομουνιστικού κόμματος του δυτικού κόσμου. Έτσι, υπό τις ευλογίες του Pci, και των υπ’ αυτό ελεγχόμενων συνδικάτων, περνούμε από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη, της διάχυτης σε κάθε γωνιά της μητρόπολης  παραγωγής υπεραξίας, και ταξικής υποδούλωσης. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ανεπτυγμένη ήταν τότε η παραγωγή στο σπίτι, από νοικοκυρές, συνταξιούχους, άνεργους και πιτσιρικάδες! ανασφάλιστους!

Butch sundance poster.jpg

Έτσι λοιπόν εκτινάσσεται η μαζικότητα των οργανώσεων της επαναστατικής αριστεράς, οι οποίες σε μια πρώτη φάση έχουν πολλά να δώσουν στην ανάπτυξη του ανταγωνιστικού κινήματος. Σιγά σιγά όμως μετατρέπονται σε μικρογραφίες-παρωδίες ενός σύγχρονου κόμματος, με όλες τις αντιφάσεις, τις μικρότητες και τον γραφειοκρατισμό που αυτό συνεπάγεται. Lotta continua, Potere operaio, Manifesto, Movimento Studentesco, Avanguardia operaia κάποιες από αυτές, με τις εφημερίδες τους πλέον να πουλιούνται στα περίπτερα σε πανιταλικό επίπεδο, ακόμη και στο πιο απομακρυσμένο χωριό της επικράτειας μπορούσες να βρεις την Lotta continua, το Quotidiano dei lavoratori, το Manifesto κλπ. Αυτό βέβαια σίγουρα συνέβαλε στην διάχυση της συζήτησης που αναπτύσσονταν μέσα στους χώρους του κινήματος και των οργανώσεων σε κάθε γωνιά της χώρας και σε κάθε σπίτι συντρόφου που ενδιαφέρονταν να ξεμπλέξει από τα γρανάζια της συγκατάθεσης στα σχέδια του συστήματος.

Τι είχε προηγηθεί της άφιξης μου στην πανέμορφη εκείνη, τόσο ενδιαφέρουσα, χώρα; Πολλά και θαυμαστά. Πρώτα καταλήψεις πανεπιστημίων και σχολείων με στόχους που στρέφονταν ενάντια στην ιεραρχία και το αλάθητο των καθηγητών, μεταστροφή των εκπαιδευτικών μαθημάτων προς προοδευτικότερα μονοπάτια, το άνοιγμα των σχολών προς την κοινωνία και των θεμάτων που την απασχολούν.

Live in Pompeii cover.jpg

Έρχεται το θερμό φθινόπωρο του ’69, η μεγαλύτερη εργατική κινητοποίηση στη δύση, τεράστιες απεργίες, σημαντικές νίκες, υπό το σύνθημα: τι ζητάμε; τα πάντα! η τάξη διαρρηγνύεται, η εξουσία απειλείται.

Πως απαντά το κατεστημένο;  με την Στρατηγική της έντασης: Βόμβα στην piazza Fontana στο Μιλάνο, τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους, βόμβες στη Ρώμη, δεκάδες νεκροί, κύκλοι της αστυνομίας, παρακράτος, φιλοχουντικοί, στρατιωτικοί, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και μυστικές υπηρεσίες σε αγαστή συνεργασία με τους φασίστες-εκτελεστικά όργανα δημιουργούν τη σφαγή, κατηγορούν τους αναρχικούς, εκπαραθυρώνουν τον Pinelli δολοφονώντας τον, με μοναδικό σκοπό την ανακοπή της δυναμικής της αριστεράς που αναπτύσσονταν ραγδαία και απειλούσε την εξουσία του κατεστημένου.

Οι ίδιοι κύκλοι οργανώνουν πραξικόπημα σαν το ελληνικό, σε συνεργασία με την δική μας χούντα, γίνονται γνωστά αυτά τα σχέδια στους κόλπους του κινήματος, κάποιοι ξεκινούν να οργανώνονται για να τα αντιμετωπίσουν αμεσότερα. Γεννιούνται οι ερυθρές Ταξιαρχίες.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse

Έχουν προηγηθεί οι Gap, Ομάδες παρτιζάνικης δράσης, με τον Giangiacomo Feltrinelli στο τιμόνι, δεν προλαβαίνουν όμως να έχουν τη δράση που θα ήθελαν γιατί ο τεράστιος αυτός άνθρωπος, γόνος μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας, που είχε ταξιδέψει στην Κούβα και είχε γνωριστεί προσωπικά με τον άλλον μεγάλο, τον Φιντέλ Κάστρο, είχε εκπαιδευτεί εκεί στον ανορθόδοξο πόλεμο, σκοτώνεται μιαν θλιβερή ημέρα του μάρτη ’72 κάτω από ένα στύλο υψηλής έντασης, την ώρα που συνέδεε έναν εκρηκτικό μηχανισμό, με σκοπό να νεκρώσει από ρεύμα το Μιλάνο.

feltrinelli, giangiacomo feltrinelli, pier paolo pasolini

Εν τω μεταξύ ξεπηδούν σαν τα μανιτάρια σε όλη την χώρα νεανικά κέντρα, νεολαίστικα, αυτόνομα, στέκια επιτροπές και κολεκτίβες που σκοπό έχουν να συγκεντρώσουν τους νέους, αποκλεισμένους, που παρατούν τρέχοντας τις οργανώσεις και θέλουν να συνεβρεθούν και να ζήσουν από κοινού την καθημερινότητα τους, άλλους που δεν πάτησαν το πόδι τους ποτέ σε αυτές, κυρίως στις γειτονιές της περιφέρειας, αγόρια και κορίτσια από τα προάστια των μεγάλων και των μικρότερων πόλεων, στα εργοστάσια στα σχολεία στις σχολές, όλοι εκείνοι που θέλουν μιαν άλλη πολιτική στράτευση, βασισμένη στην πεποίθηση ότι το πολιτικό είναι προσωπικό – και το προσωπικό πολιτικό, αγωνιστές που δεν μεταφέρουν πλέον εντολές κομματικών επιτελείων, μόνιμοι πρώην αφισοκολλητές, κάνουν πράξη στο σύνθημα που είχε ξεπηδήσει από τους κόλπους του Συνεχή αγώνα  και έλεγε: »prendiamoci la città, να πάρουμε την πόλη», δημιουργώντας τις πρώτες μορφές αντιεξουσίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Mensa, φοιτητικό εστιατόριο. Εγώ βρίσκομαι πλέον εκεί, συχνάζω σε καθημερινή βάση στις συγκεντρώσεις της αυτόνομης κολεκτίβας, στις διαρκείς συνελεύσεις των φοιτητών που στήνονται αυθόρμητα στα σκαλιά του πανέμορφου μεσαιωνικού κτιρίου που στεγάζει τον χώρο, όπου για να φας και να πιεις έπρεπε να στηθείς στην ουρά, στις καλύτερες των περιπτώσεων διαρκούσε μιάμιση ώρα, έφτανε και τις δυο κάποιες φορές, και αυτό πάντοτε, και ενάντια σε αυτή την κατάσταση ξεκίνησαν αγώνες, που αποφασίστηκαν αυτόνομα σε εκείνες τις σκάλες, και κράτησαν πολύ, με υψηλότερης και χαμηλότερης έντασης στιγμές, πέρασαν μέσα από αντιθέσεις, ήττες, αλλά τελικά οδήγησαν στη μεγάλη νίκη.

Βρισκόμαστε πλέον στην εποχή του: creare organizzare contropotere proletario, να δημιουργήσουμε να οργανώσουμε προλεταριακή αντιεξουσία. Στα εργοστάσια και αλλού σαμποτάρουν μαζικά την παραγωγή, μπλοκάρουν τους μηχανισμούς εδώ και πολύ καιρό. Έχει ήδη πέσει και το σύνθημα για την επανακοικειοποίηση του παραγόμενου πλούτου και των απαλλοτριώσεων, και γίνεται καθημερινή πρακτική, μιας και η άρνηση της μισθωτής εργασίας φέρνει μαζί της και την πρακτική των αναγκών!

Εδώ ήμαστε! Έχουμε βρει αυτό που χρειαζόμασταν τόσο καιρό, σκεφτόμαστε οργανωνόμαστε και δρούμε αυτόνομα απ’ ότι μέχρι εκείνη την στιγμή είχε παράξει το παγκόσμιο ανταγωνιστικό κίνημα, μακριά από κομματικές εντολές κεντρικών επιτροπών και γραμματέων. Και η μεγάλη ανατροπή συνίστατο στο ότι, εδώ και καιρό πλέον, είχαμε τινάξει από επάνω μας την σκλαβιά των σταδίων μετάβασης, ζούσαμε τον κομουνισμό εδώ και τώρα! Δεν περιμέναμε να »ωριμάσουν οι συνθήκες», ζούσαμε το όνειρο μας κάθε στιγμή, και ήμασταν ευτυχισμένοι γιατί ήμασταν μαζί, και ήμασταν πολλοί, νιώθαμε επαγγελματίες επαναστάτες.

Αποτέλεσμα εικόνας για Τόμμυ 1975

Στην πόλη υπήρχαν και άλλες αυτόνομες κολεκτίβες, στο πανεπιστήμιο, σε μια δυο γειτονιές, των μαθητών. Συναντιόμασταν συχνά, κουβεντιάζαμε για το σήμερα και το αύριο του κινήματος, οργανώναμε κοινές δράσεις, περιφρουρούσαμε μαζί τις πορείες, μιλούσαμε για σχέδια, εκστρατείες και στόχους.

Αποτέλεσμα εικόνας για the song remains the same

Είχαμε και τους Nap στην πόλη, εκεί είχαν αναπτυχθεί περισσότερο, μάλλον, να πω πως σε εμάς είχαν γεννηθεί, στις Murate, στην φυλακή της πόλης, στην καρδιά της πόλης, σε εμάς και στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές της Νάπολι ήταν που έγινε η ζύμωση ανάμεσα σε έγκλειστους πολιτικούς αγωνιστές και έγκλειστους προλετάριους του κοινού ποινικού κώδικα. Αυθόρμητοι και ενθουσιώδεις, υπέπεσαν σε παιδαριώδη λάθη μιας και συχνά απέφυγαν να τηρήσουν και τους πιο στοιχειώδεις κώδικες παρανομίας, αποδεκατίστηκαν πολύ σύντομα από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, κάποιοι δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ, μέχρι αποφασίσουν να ενωθούν με τις Ταξιαρχίες, θέτοντας τέλος στην ανεξάρτητη πορεία τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για Nap, nuclei armati proletari murate, firenze

Συχνές και οι συναντήσεις σε εθνικό επίπεδο, πλέον η Αυτονομία έχει οργανωθεί για τα καλά, και λόγω του εργατισμού που αγαπά σε θεωρητική βάση, παίρνει το όνομα εργατική Αυτονομία, έχοντας στις τάξεις της αγωνιστές απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ο  κοινωνικός εργάτης έχει βρει πλέον το σπίτι του, σαμποτάρει στα εργοστάσια, με τις απεργίες a gatto selvaggio, απροειδοποίητα, μπλοκάρει την παραγωγή και »τιμωρεί» τους capo reparto, απαλλοτριώνει τον πλούτο που ο ίδιος παράγει και το αφεντικό εκμεταλλεύεται, ταξιδεύει και δεν πληρώνει, διασκεδάζει και δεν πληρώνει, παράγει πολιτισμό, νέες αξίες, ζει και αγαπά και μαθαίνει.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Εν τω μεταξύ οι Br έχουν περάσει από την ένοπλη προπαγάνδα στον ανταρτοπόλεμο, πιστές στα χνάρια των θρυλικών Τουπαμάρος. Έχουμε πλέον να αναμετρηθούμε και μ’ αυτούς κανονικά, έχουν καταφέρει να αποκτήσουν μεγάλες συμπάθειες μες το κίνημα, κάποιοι λεν πως είναι σύντροφοι που σφάλλουν, κάποιοι επικροτούν κανονικά. Σ’ εμένα τρέφουν συμπάθεια. Θέλουν βέβαια να χτίσουν το μαχόμενο κόμμα, κάτι που είναι μακρινό στα δικά μας θέλω. Σίγουρα ήμαστε παιδιά του μαρξισμού-λενινισμού, ήμαστε την ίδια στιγμή και εγγόνια της παρισινής Κομμούνας, έχουμε επιρροές επίσης και από την Ισπανική επανάσταση, οραματιζόμαστε, θέλουμε να χτίσουμε τον λαϊκό στρατό κομουνιστικής απελευθέρωσης, τα πρώτα κύτταρα του νιώθουμε πως ήμαστε εμείς. Εμένα προσωπικά με θρέφει η ιστορία του χιλιανού Mir, για κάποιον λόγο που ξανά αδυνατώ να εξηγήσω, είναι αυτούς που έχω διαρκώς στο μυαλό μου.

Μπορεί να σκοτώθηκε ο μεγάλος Φελτρινέλλι, έχει προλάβει να χτίσει όμως σε όλη την χώρα έναν σπουδαίο εκδοτικό οίκο με ένα μεγάλο δίκτυο βιβλιοπωλείων, στα οποία μπορείς να βρεις ότι πιο ανατρεπτικό έχει εκδοθεί, συν μπροσούρες και κείμενα όλων των επαναστατικών οργανώσεων που βρίσκονται διάσπαρτες στον πλανήτη. Αυτό βοηθάει θαυμάσια στην ενημέρωση και τον διάλογο μεταξύ συντρόφων, εκεί βρίσκω κείμενα του Mir και έχω κατασυμπαθήσει την οργάνωση της οποίας ηγείται ο ανιψιός του Αλλιέντε, Μιγκέλ Ενρίκεζ.

Αποτέλεσμα εικόνας για miguel enriquez

Ο ένοπλος αγώνας δεν είναι πλέον μονοπώλιο της ΕΤΑ και του IRA στην Ευρώπη. Νέες οργανώσεις έχουν γεννηθεί και δρουν τόσο στην Ισπανία, αυτή που κάνει αίσθηση είναι η Raf στην Γερμανία. Ο διάλογος απλώνεται, οι επιρροές μεγαλώνουν, η κουβέντα παίρνει φωτιά. Σε εμάς έχουν ξεσπάσει καινούργια κινήματα που φέρνουν τα πάνω κάτω στην καθημερινότητα μας, ταράζοντας τα νερά του αγώνα όσο και ου συστήματος που βλέπει τα ταμπού να θρυμματίζονται το ένα μετά το άλλο. Το κίνημα των νέων που αγωνίζεται ανοικτά πλέον για την αποποινικοποίηση της μαριχουάνας και του χασίς, όπως και για έναν άλλο τρόπο να νοείται η οικογένεια, [είχε ξεκινήσει η αμφισβήτηση από το ’68]

The crater left by the bombing in Claudio Coello street, in central Madrid.

οι νεολαίοι, αυτοί οι ασταμάτητοι, που μπουκάρουν σε θέατρα, κινηματογράφους, αίθουσες χορού, εστιατόρια, και δεν πληρώνουν ή πληρώνουν συμβολικά, αυτομειώνουν λογαριασμούς τηλεφώνου και ρεύματος, μια αναταραχή ανυπακοής που σαρώνει μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας, οι αστοί τρέμουν, νιώθουμε ανίκητοι

– οι φεμινίστριες που χαλούν κόσμο και έχουν συνταράξει τις προσωπικές σχέσεις, ενάντια στον πατριαρχικό τρόπο να βλέπει ο άνθρωπος τη ζωή, την σεξουαλικότητα, το φύλλο!

Σχετική εικόνα

Σπουδαίες ταινίες βοηθούν τον διάλογο για την ανατροπή, η μουσική ακολουθεί επίσης, αν δεν έχει κάνει εκείνη την αρχή. Έχει ενώσει παγκόσμια την νεολαία σε ένα νέο αξιακό σύστημα, τα γερασμένα νοήματα γκρεμίζονται στο σωρό, ένας νέος αέρας φυσά και γεμίζει τα πνευμόνια μας με ζωντάνια, καινούργια αρώματα μας συνεπαίρνουν. Το παλιό, το αρχαϊκό πνέει τα λοίσθια.

Όμως οι φασίστες το κράτος και το παρακράτος δεν έχουν καθίσει με σταυρωμένα χέρια όλο αυτό το διάστημα. Σύντροφοι δολοφονούνται στο δρόμο, στα σπίτια τους και στις πορείες από φασίστες ή αστυνομικές δυνάμεις.  Βόμβες σκάνε σε πλατείες τρένα και σιδηροδρομικούς σταθμούς σκοτώνοντας δεκάδες. Και μέσα σε όλη την αναμπουμπούλα, οι κομουνιστές – που δεν είναι κομουνιστές, έχουν πλέον προτείνει επίσημα τον ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα στις δεξιές και »αριστερές» πολιτικές δυνάμεις για την συνδιαχείριση της εξουσίας και του κρατικού μηχανισμού, την διατήρηση του status quo, και θάβουν βαθιά στο χώμα κάθε ταξικό πρόσημο!

ΑΓΡΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ

Εμείς τους αγνοούμε πλήρως. Μας αποκαλούν φασίστες και χουλιγκάνους και εγκληματίες, μας πορώνουν περισσότερο. Στους κινηματογράφους, στην διάρκεια ανατρεπτικών ταινιών είναι σαν να βρίσκεσαι σε πορεία της αυτονομίας, σε διαδήλωση, λείπουν μόνο οι συγκρούσεις! Βλέπουμε σπουδαίο κινηματογράφο, με θέματα ανυπακοής και ανατροπής, του κατεστημένου και της ζωής της ίδιας. Δεν θα σταθώ εδώ, όπως έχω κάνει και αλλού σε αυτό το κείμενο, ας ανάψει η συζήτηση, θα αναφέρω μοναχά δυο, που έπαιξαν ρόλο κλειδί στις αποφάσεις που ακολούθησαν, για πολλούς και εμένα προσωπικά: ο Αμερικάνος, υπό κατάσταση πολιορκίας, του Κώστα Γαβρά, με την υπέροχη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, και η μάχη του Αλγερίου, του Gillo Pontecorvo. Η πρώτη διαπραγματεύεται την απαγωγή στην Ουρουγουάη αμερικανού εκπαιδευτή-βασανιστή από τους αντάρτες Τουπαμάρος και την εκτέλεση του ύστερα από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Άριστα επενδυμένη με μουσική του Μίκη δημιουργεί αίσθηση. Η δεύτερη, άκρως ρεαλιστική κι ακόμη αληθοφανέστερη, δείχνει την άγρια πλευρά του ανταρτοπόλεμου στην κάσμπα της πόλης του Αλγερίου που αγωνίζεται να ελευθερωθεί από τους γάλλους και να δημιουργήσει μια νέα, σοσιαλιστική πραγματικότητα.

Η προοπτική του ένοπλου αγώνα στην καρδιά της μητρόπολης κερδίζει ολοένα περισσότερους, με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό όμως από αυτόν της σκληρής παρανομίας των εΤ. Δεν είναι καθόλου εύκολη η ζωή με νέα ταυτότητα, αποκομμένος απ’ όλες τις μέχρι εκείνη την στιγμή γνωριμίες, η προσπάθεια να περνάς διαρκώς απαρατήρητος, για ένα νέο στα ντουζένια του. Θέλει καρύδια και θέληση μεγάλη, υπομονή, αυτοκυριαρχία, ψυχρό αίμα. Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για μια τέτοια καθημερινότητα, το ξέραμε πολύ καλά, το απορρίψαμε.

Όμως και η παλιά πολιτική στράτευση είχε φάει τα ψωμιά της. Η σύγκρουση στον δρόμο ολοένα δυσκολότερη, έχουν εμφανιστεί τα όπλα και στην δικιά μας την πλευρά, οι σύντροφοι δεν θέλουν να πέφτουν πλέον σαν τα κοτόπουλα από φασίστες κι αστυνομικούς. Τα προκαθορισμένα ραντεβού έχουν αποτύχει, οδηγούν σε σφαγές, σε επίπεδο χώρο έδαφος και περιβάλλον γνωστά εκ των προτέρων στον αντίπαλο, προκρίνουμε τον αιφνιδιασμό, δίχως να εγκαταλείψουμε την παρέμβαση στον δημόσιο χώρο και λόγο. Δυο, και τρία διαφορετικά επίπεδα είναι εφικτά αποφασίζουμε.

Δουλεύουμε πάντα μες τις κολεκτίβες, τις συνελεύσεις και τις επιτροπές. Δουλεύουμε όμως και με τους πιο αποφασισμένους συντρόφους σε άλλο επίπεδο, σε άλλους χώρους, μυστικά. Ζούμε στα σπίτια μας, δεν εξαφανιζόμαστε.Η άσκηση στα δάση με τους πολλούς συνεχίζεται πάντα, αδιάκοπα. Τώρα όμως οι λιγότεροι εκπαιδευόμαστε και σε άλλα πράγματα. Και αργά αλλά σταθερά προχωρούμε σε πιο σύνθετες καταστάσεις, μαθαίνουμε κι εμείς να εκπαιδεύουμε, με ένα πράγμα στο μυαλό σφηνωμένο:  να αποφεύγεις παράπλευρες απώλειες, υλικές ή φυσικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για marzo 77 roma

Ζούμε πλέον στην ημιπαρανομία, μας βρίσκει το ’77, και είναι μια υπέροχη χρονιά, η εξέγερση είναι συντριπτική. Έχουν προηγηθεί καταλήψεις ενάντια στο νόμο Malfatti, μεταρρύθμισης στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, αγώνες διαρκείς ενάντια στην πολιτική των θυσιών που είχε υιοθετήσει το Κκ, μάχες και εθνικές πορείες ενάντια στην καταστολή, ενάντια στο νόμο Reale που επιτρέπει στους αστυνομικούς να πυροβολούν με το αζημίωτο, δίχως δεύτερη σκέψη, χωρίς να απειλούνται πραγματικά, δίνει ζωή στην κατάσταση εξαίρεσης. Σκοτώνονται σύντροφοι, σκοτώνονται αστυνομικοί, ο υφέρπον εμφύλιος χαμηλής έντασης είναι πλέον γεγονός. Τον μάρτη του ’77 στη Ρώμη διαδήλωση 100 χιλιάδων νέων, ατέλειωτες γραμμές οπλισμένων με ότι θες αυτόνομων πορεύονται στην πόλη, είναι ώρες πολλές ανταρτοπόλεμου στους δρόμους με χιλιάδες εμπλεκόμενους συντρόφους και αστυνομικούς. Σπάζονται οπλοπωλεία, μοιράζονται όπλα, δέχονται επιθέσεις και πυρπολούνται αστυνομικά τμήματα, εκθέσεις αυτοκινήτων πολυτελείας, δικαστήριο, κομματικά γραφεία, γίνεται προσπάθεια επίθεσης στις φυλακές της πόλης αλλά αποτυγχάνει, η εξέγερση διαρκεί μέχρι αργά το βράδυ.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Τον σεπτέμβρη στη Μπολόνια το τετραήμερο συνέδριο του κινήματος μαζεύει ξανά εκατό χιλιάδες, δεν στέκομαι στις συζητήσεις, γυρνώ όλη μέρα στην πόλη, στα συμβάντα στους δρόμους και τις πλατείες, στην διαφορετικότητα, την ποικιλία. Αφήνω τις κουβέντες σε άλλους, ξέρετε, δεν έγινα αυτό που είμαι εξ αιτίας των βιβλίων, έγινα αυτό που είμαι ακούγοντας και διαβάζοντας εμπειρίες, αυτό με συναρπάζει

Convegno contro la repressione. Corteo creativo. Bologna, 25 settembre 1977

Η σχέση με την Αυτονομία ήταν σχεδόν ερωτική. Τώρα νιώθαμε ότι ζούσαμε, ολοκληρωτικά, δεν ήταν μια αυτοματοποιημένη αλληλουχία πράξεων, ήταν βίωμα, βιοτή, όχι ρουτίνα και επανάληψη, όπως η ζωή στην φάμπρικα ή στην καθημερινή συνήθεια. Ήμασταν ενθουσιασμένοι, γεμάτοι. Ολοκληρωμένοι!

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Σε ανοιχτή αντίθεση και αντιπαράθεση με την λογική του παραδοσιακού κομουνισμού όπως επίσης και με εκείνη των Br, που μεταθέτουν στον «ήλιο του μέλλοντος», σε ένα μέλλον μακρινό και στις επόμενες γενιές, το ζήτημα του να ζήσουμε τον κομουνισμό, και όχι μόνο να αγωνιζόμαστε για να τον χτίσουμε. Και σε σύγκρουση με το Κκι,  και το αριστερό συνδικάτο Cgil του Lama, που εκείνο το διάστημα προωθούσαν την γραμμή της πολιτικής των θυσιών, εκείνο το κίνημα, προκαλώντας, μιλούσε αντιθέτως για το δικαίωμα στο lusso, στην πολυτέλεια. Και ο φεμινισμός επίσης ήταν, από αυτή την οπτική γωνία, μια πολιτιστική επανάσταση, που δεν δέχονταν να εξαρτάται από μιαν μελλοντική και μακρινή κοινωνία η ριζοσπαστική μετατροπή των προσωπικών σχέσεων και φύλου, δεν δέχονταν δηλαδή να αναβάλουν για αργότερα αυτή την μετατροπή. Τότε αντιμετωπίζαμε τα όπλα  σαν εργαλείο και δυνατότητα απελευθέρωσης, συνεπώς ευτυχίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Όμως κάτι αρχίζει να αλλάζει αργά αργά. Ασυναίσθητα στην αρχή. Ξεκινάς να αποτραβιέσαι χωρίς καλά καλά να το θέλεις, οι επαφές με τους συντρόφους των άλλων ομάδων ελαττώνονται δραματικά, στην αρχή είναι επώδυνο, μετά μαθαίνεις να ψάχνεις  »ανώδυνες» παρέες, δεν πρέπει πλέον να δίνεις στο μάτι, θολώνεις διαρκώς τα νερά, το σπίτι δεν είναι πια ανοικτό σε όλους. Άσε που κάποιοι φίλοι εξαφανίζονται οριστικά γιατί έχουνε »καεί», αλλάζουν πόλη, ταυτότητα…καταλαβαίνετε.

Περνά ο καιρός και το παιχνίδι διαρκώς χοντραίνει. Ανεβαίνουμε επίπεδο καθημερινά. Έχει μπει το ’78 για τα καλά όταν απαγάγεται ο Άλντο Μόρο. Εδώ χτυπά καμπανάκι. Το κίνημα δεν έχει μάθει σε τέτοιο επίπεδο σύγκρουσης, η στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας βαθαίνει μέρα με την μέρα, τα πράγματα θα αλλάξουν προς το χειρότερο με την αποτυχία των διαπραγματεύσεων και την εκτέλεση του. Ξεκινά το κυνήγι μαγισσών, ο έλεγχος και η καταστολή γίνεται αφόρητη.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse

Είχαν ζητήσει την άποψη μου-μας τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά. Σταθήκαμε ξεκάθαροι, αν η απαγωγή είχε ξεσηκώσει ένα πρώτο, αυθόρμητο κύμα ενθουσιασμού, σύντομα καταλάβαμε πως η χώρα δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια με την εκτέλεση του ομήρου. Ελεύθερος ο εκ των ηγετών της ιταλικής δεξιάς θα ήταν μια κινούμενη βόμβα στα θεμέλια, στους κύκλους της εξουσίας, η οποία δεν έχει μοναχά μια καρδιά για να της επιτεθείς! Οι ταξιαρχίτες διάλεξαν να εκτελέσουν τον κρατούμενο τους, ένας από τους πιο μισητούς ανθρώπους όσο ήταν ελεύθερος να δρα, είχε καταφέρει μέσα από τις τόσο ανθρώπινες επιστολές του, να καταστεί συμπαθής ύστερα από δυο μήνες κράτησης στην φυλακή του λαού, με την αξιοπρεπέστατη στάση του, πλήρως εγκαταλελειμμένος από τους πρώην φίλους, συντρόφους και συνεργάτες του. Τα γρανάζια της εξουσίας, ενισχυμένα από την αδιαλλαξία των »κομουνιστών» συνέτριψαν τον άνθρωπο πριν ακόμη τον εξουδετερώσουν οι Br, ανοίγοντας τους ασκούς του Αιόλου. Το σύστημα τον είχε εκτελέσει πριν τις εΤ.

Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Το κοινό μέτωπο δεξιάς και ‘αριστεράς’, αντί να διαρραγεί, έγινε ισχυρότερο, το »μέτωπο της σταθερότητας» έγινε ακόμη πιο αδιάλλακτο, ο κύβος είχε ριχθεί. Η μεγαλύτερη καταστολή στην ιστορία της σύγχρονης Ιταλίας είχε ξεκινήσει.

Αποτέλεσμα εικόνας για πλατούν ταινια

Η PL θα συνεχίσει τις δράσεις με τις ομάδες της, το ίδιο και οι οργανωμένες μορφές της Αυτονομίας. Το ’78 που οδεύει προς το τέλος του είναι περίοδος προβληματισμού. Ο μιλιταρισμός δείχνει τα δόντια του, κερδίζει την μάχη, δέχεται στους κόλπους του όλο και περισσότερους συντρόφους, που είχαν εντυπωσιαστεί από την στρατιωτική ισχύ των »κομματικών». Ήταν όμως προετοιμασμένοι όλοι αυτοί οι αγωνιστές, όπως και οι παλαιότεροι, για μια σύγκρουση μακράς διαρκείας σε καθεστώς πλήρους παρανομίας;

7 aprile 2

Το μέλλον, που έρχονταν τρέχοντας, και ήταν ντυμένο στα μαύρα, απέδειξε το αντίθετο!  Το ’79 είναι γεμάτο επιθέσεις, νεκρούς, και συλλήψεις. Έχει ήδη ξεκινήσει στους κόλπους μας η κουβέντα περί στρατηγικής υποχώρησης. Διασπάσεις. Οι περισσότεροι αποφασίζουν τη συνέχιση, μοιάζουν ολοένα περισσότερο με τους ταξιαρχίτες, αυτό οδηγεί σε αδιέξοδο. Δεν τους εγκαταλείπουμε, όμως η σχέση έχει ραγίσει, και στα μέσα της χρονιάς η οργάνωση σχεδόν εξολοθρεύεται πλήρως στην Φλωρεντία. Κάποιοι συνωμοτικοί κανόνες λειτουργούν και καταφέρνω να διαφύγω.

La prima linea PosterΑποτέλεσμα εικόνας για prima linea

Τότε κατάλαβα πόσο βαθιά ριζωμένοι ήμαστε. Άλλαξα τρία τέσσερα σπίτια μέσα σε κάποιους μήνες, δεν γνώριζα ούτε έναν από αυτούς που με φιλοξενούσαν, μου φέρθηκαν άψογα, δεν ρώτησαν κουβέντα, δεν απαίτησαν ποτέ την αποχώρηση μου, μόνος μου ένιωθα τον κλοιό να στενεύει, πρόλαβα στο τέλος της χρονιάς να φύγω για Ελλάδα, με την Ροσσάνα, που και αυτή, αλλού είχε βρει καταφύγιο. Η ομάδα μας είχε λειτουργήσει όλο αυτό το διάστημα υποδειγματικά!

Καθίσαμε δυο μήνες στην Καβάλα μέχρις να ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα, ετοιμαστήκαμε να επιστρέψουμε λίγο μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, θέλαμε να ασχοληθούμε με τους πρώην αιχμαλώτους φίλους και συντρόφους μας, ένα απρόοπτο γεγονός όμως, κυριολεκτικά την ύστατη στιγμή, μια προειδοποίηση από το πουθενά μας γλίτωσε από την σύλληψη στα σύνορα!

Λίγους μήνες αργότερα ξεκινούν η διώξεις στην Ελλάδα, έχει εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης, πιάνουν πρώτα την Ρόσσα, την κλείνουν στην Κομοτηνή, την δικάζουν και αποφασίζουν την έκδοση της. Κάνουμε αμέσως έφεση και την στέλνουν στην Αθήνα. Τότε συλλαμβάνουν εμένα και με στέλνουν έγκλειστο στην Κομοτηνή. Ο Άρειος Πάγος επιβεβαιώνει την έκδοση της, και φεύγει οριστικά τέλη του ’80. Εμένα με δικάζουν το ’81, ύστερα από έναν χρόνο προφυλάκισης, και με αθωώνουν. Με ξανασυλλαμβάνουν ένα χρόνο αργότερα, έχουν εμπλουτιστεί οι κατηγορίες, αυτή τη φορά μένω έξω με περιοριστικούς όρους, με δικάζουν το ’85 και με αθωώνουν ξανά. Η Ρόσσα μέσα, στην Ιταλία, κάθισε συνολικά 7 χρόνια, αν θυμάμαι καλά.

Ενώ έχω δικαστεί εδώ, κατόπιν αίτησης των ιταλών, κάνουν το λάθος να με δικάσουν και εκεί. Τρώω ένα τσουβάλι χρόνια που μειώνονται ελάχιστα στο εφετείο. Αυτό θα με σώσει αργότερα, όταν επιχείρησα ένα ταξίδι στην Γερμανία, όπου με συνέλαβαν και με έκλεισαν στη φυλακή του Σταμχάιμ, έμεινα μέσα 40 ημέρες, όσες ακριβώς είχαν δικαίωμα να με κρατήσουν, ήθελαν να με εκδώσουν στην Ιταλία, δεν τα κατάφεραν, με έσωσε ακριβώς το γεγονός πως για τα ίδια αδικήματα είχα δικαστεί δυο φορές, σε δυο διαφορετικές χώρες, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο έγκυρη είναι μοναχά η πρώτη φορά! την γλίτωσα!

Παρακολουθούσα μέχρι το τέλος την κατάσταση από τις εφημερίδες. Μετανιωμένοι σύντροφοι οδηγούν σε τραγικά αποτελέσματα, διάσταση, οι αμετακίνητοι συνεχίζουν τον αγώνα, επιθέσεις, δολοφονίες ένθεν κακείθεν, απαγωγές, διασπάσεις, ώσπου τελικά το ’86, αν θυμάμαι καλά, οι ιστορικοί ηγέτες των εΤ διακηρύσσουν το τέλος της πολυετούς εμπειρίας του ένοπλου αγώνα. Η Πρώτη Γραμμή έχει κηρύξει την αυτοδιάλυση της νωρίτερα, διαχωρίζοντας την θέση της από την μέχρι τούδε πορεία της, αποκηρύσσοντας το παρελθόν και την ταυτότητα της, διασπώντας το μέτωπο των αιχμαλώτων συντρόφων. Λάθος τρομερό, εύκολο όμως να το λες όταν έχεις γλιτώσει παρά τρίχα την πολυετή κάθειρξη.

(20 χιλιάδες αγωνιστές διερευνήθηκαν για ένοπλο αγώνα, γύρω στους 6000 οι φυλακισμένοι, πάνω από 3000 με ποινές που ξεπερνούν τα 10 χρόνια, εκατοντάδες τα ισόβια, 200 από αυτούς βρίσκονται ακόμη κρατούμενοι, συνολικά 50.000 χρόνια φυλακής)

 

Υστερόγραφο: επειδή αυτοί, και πολλοί άλλοι, δεν σκοτώθηκαν χωρίς λόγο, αφιερωμένα τα παραπάνω

MATTEO CAGGEGI    

BARBARA AZZARONI

 Στις 6 μαρτίου ’79 μια βλοσυρή σιωπή τσακίζει το κέντρο της Bologna. Σημαίες, λουλούδια, ένα στεφάνι: Barbara era una di noi, una comunista. Η Barbara ήταν μια από εμάς, μια κομουνίστρια. Barbara Azzaroni, είκοσι εννέα χρόνων. Στρατευμένη στην Prima linea σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi, είκοσι χρόνων, εργάτη στην Fiat. Δυο χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στην κηδεία, προκαλώντας τους ελέγχους. Από ένα πεντακοσαράκι το μεγάφωνο μεταδίδει τον ύμνο του Potere operaio, και τα λόγια μιας μπροσούρας, με υπογραφή Il Movimento, το Κίνημα.

Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος. […] Για εμάς, συντρόφους της Bologna, η Barbara δεν ήταν με τίποτα μια παράνομη. Την γνωρίζαμε και την εκτιμούσαμε όλοι.

Ένας φωτογράφος αποθανατίζει τους συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βέλη.

Στα είκοσι χρόνια της η Barbara έχει ήδη ένα παιδάκι. Το ’70 συναντά τον Maurice. Στρατεύονται στο Potere operaio, συχνάζουν στα στέκια της Αυτονομίας. Τον μάρτη του Εβδομήντα επτά είναι μέσα στο κίνημα, αλλά και στις Brigate comuniste, κομουνιστικές Ταξιαρχίες, τον παράνομο χώρο του περιοδικού «Rosso».

Το απόγευμα της 11 μαρτίου η Bologna είναι ένα πεδίο μάχης. Ένας καραμπινιέρος σκότωσε τον Francesco Lorusso, αγωνιστή της Lotta continua. Ο ξεσηκωμός συνεχίζεται για δυο  ημέρες. Η Barbara βρίσκεται στο πανεπιστήμιο που προστατεύεται από τα οδοφράγματα. Τον σεπτέμβρη παίρνει μέρος στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή σαν αγωνίστρια των Formazioni comuniste combattenti, κομουνιστικών μαχόμενων Σχηματισμών..

Μέχρι το Εβδομήντα οκτώ είναι δασκάλα σε έναν παιδικό σταθμό, παίρνει μέρος στους αγώνες των εργαζομένων, στο κίνημα. Μπαίνει στην παρανομία έγκαιρα για να αποφύγει ένα ένταλμα σύλληψης. Στρατεύεται στην Prima linea και συμμετέχει σε διάφορες ενέργειες.

Torino είναι κομουνιστική πόλη. Η Prima linea είναι ριζωμένη στα εργοστάσια. Όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse. Για το Κκι αυτό είναι μη αποδεκτό. Τον φεβρουάριο του ’79 μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατίας. Έξι ερωτήσεις. Η πέμπτη προσκαλεί να καταγγείλουν ανώνυμα τον γείτονα, τον σύντροφο στην δουλειά, στη βάση μιας υποψίας. Εκατό χιλιάδες τυπωμένα αντίτυπα. Τριάντα πέντε απαντήσεις στην πέμπτη ερώτηση. Η Prima linea αποφασίζει να επιτεθεί σε έναν από τους υπεύθυνους της πρωτοβουλίας.

Η Barbara και ο Matteo βρίσκονται σε ένα bar όταν εισβάλλει η αστυνομία. Αυτή πέφτει αμέσως, τραυματισμένη θανάσιμα. Αυτός ξεκινά μια μάχη σώμα με σώμα μέχρι που σωριάζεται χτυπημένος από έξι σφαίρες.

Barbara Azzaroni  Carla
Rimini, 2 φεβρουαρίου 1950 – Torino, 28 φεβρουαρίου 1979
Mαχήτρια της Prima linea (Pl) σκοτώθηκε από την αστυνομία σε ένα μπαρ μαζί με ένα σύντροφο

 

L8_80_01_06_b

Τέλος

 

 

 

 

 

 

 

 

ένοπλη πάλη, lotta armata

Αλντομορολογία: μια ερμηνεία

Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε εδώ και χρόνια, και μάλιστα εδώ και δεκαετίες, ένα είδος συλλογικού παραληρήματος, που αντί να ησυχάζει όπως συμβαίνει αργά ή γρήγορα στους αστικούς θρύλους, μεγαλώνει κάθε χρόνο.

Mιλάμε για τις μπούρδες, τις ψευτιές και την διετρολογία-συνωμοσιολογία [1.] σχετικά με την απαγωγή του Aldo Moro. Είναι πλέον τόσες πολλές και ποικίλες, που έχω κατά νου να τις συλλέξω και να τις αναλύσω σε ένα δοκίμιο. Μέχρι σήμερα, ο τίτλος του θα είναι: «Αλδομορολογία, ανάλυση ενός ντελίριου. Από τη λίμνη της Δούκισσας μέχρι τις μαλακίες του Σαντόρο.» Αλλά θα πρέπει να αναζητήσω έναν πιο ουδέτερο τίτλο, διότι η επιδημιολογία μας διδάσκει ότι η τεράστια μπούρδα που πυροβόλησε την πέμπτη ο Santoro δεν θα είναι η τελευταία.

Για όσους – τυχεροί αυτοί – δεν είδαν εκείνη την τηλεοπτική φάρσα το βράδυ της πέμπτης, ουσιαστικά ο Santoro εφηύρε ότι ο Franco Piperno έκανε ένα ταξίδι στις ΗΠΑ τον φεβρουάριο του 78 για να «συναντηθεί με τη CIA και να σχεδιάσει την απαγωγή Moro».

Γελάμε για να μην κλαίμε: όποιος ξέρει ελάχιστη ιστορία, γνωρίζει ότι ο Πιπέρνο είχε κερδίσει μια θέση ως «επισκέπτης επιστήμονας», “visiting scientist” στο MIT (μια θέση που δεν είναι τόσο αντάξια των οιονεί-διαμονών για σπουδές του Conte, ή της μαεστρίας του Renzi στην αγγλική γλώσσα, αλλά ας είμαστε ικανοποιημένοι). Ακριβώς λόγω της κατασταλτικής αναζωπύρωσης που ακολούθησε την απαγωγή του Moro, ο Piperno αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την αναγνωρισμένου κύρους θέση. Ο Piperno, μετά, δεν είχε κανένα ρόλο στις BR: μόνο οι ύστεροι ανόητοι επίγονοι του στρατηγού Dalla Chiesa είναι πεπεισμένοι ότι η Autonomia Operaia και το Potere Operaio είχαν κάτι να κάνουν με τις BR.

Ο κατάλογος των GMD (Μεγάλες Διετρολογικές Μαλακίες) θα είναι πολύ μακρύς. Ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να πεθάνει η πεποίθηση ότι ο Moretti ήταν «ένας άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών», οι BR ήταν ετεροκαθοδηγούμενες (από οποιονδήποτε, από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, από εκείνες του Ισραήλ, την RAF, τους Βούλγαρους: μέχρι στιγμής κανείς δεν έχει βάλει στην μέση τον Πούτιν, και είμαι έκπληκτος γι αυτό), στη Via Fani υπήρχαν μερικοί πολύ ταλαντούχοι και μυστηριώδεις ελεύθεροι σκοπευτές, και πάει λέγοντας με αυτό το παραληρηματικό βήμα.

Δεν έφτασε μια πλούσια μισή ντουζίνα από Κοινοβουλευτικές Επιτροπές που ουσιαστικά συνέβαλαν στη βιομηχανία χαρτιού και μελανιού. Δεν ήταν αρκετά δοκίμια ακριβή μέχρι σχολαστικότητας (όπως για παράδειγμα αυτό του Persichetti και των συνυπογραφόντων, και πολλά άλλα) τα οποία για εκείνες τις 55 ημέρες μας διηγήθηκαν όλα αυτά που μπορούν να ειπωθούν, αποσαφηνίζοντας κάθε αμφιβολία που θα μπορούσε να αποσαφηνιστεί μετά από 40 χρόνια: προσμετρώντας επίσης πως οι πρωταγωνιστές και οι δευτεραγωνιστές εκείνης της εποχής ήταν ανθρώπινα όντα, οπότε σίγουρα θα παραμείνει άγνωστο τι έφαγαν στο δείπνο τους οι φύλακες του Moro στις 28 απριλίου του 1978, και άλλα σκοτεινά και πολύ σημαντικά μυστήρια.

Τελειώνοντας με τα αστεία, προσπάθησα να βρω έναν λόγο, μιαν αιτία σε αυτό το παραλήρημα: που δεν είναι ακριβώς παραλήρημα . Προσπαθώ να προτείνω την ερμηνεία μου, τι εννοώ.

Γνωρίζουμε ότι οι BR πέρασαν από πολύ σημαντικά αιτήματα για την απελευθέρωση του Moro (απελευθέρωση 13 κρατουμένων με βαριές καταδίκες και κατηγορίες) μέχρι του σημείου – το τελευταίο διάστημα – να εκφράσουν ηπιότερα αιτήματα: φαίνεται ότι ένα άνοιγμα για την απελευθέρωση ενός μόνο κρατουμένου θα ήταν αρκετό, καθώς και μια «σιωπηρή αναγνώριση» των BR ως αντιστάθμισμα, για να εμποδιστεί ή τουλάχιστον να ανασταλεί η εκτέλεση του Moro: όταν διαπραγματευόμαστε, δεν πυροβολούμε, είπε ακριβώς ο Moretti.

Το «μέτωπο της αποφασιστικότητας, της σταθερότητας» ήταν αντίθετα αδιαπέραστο. Οι χριστιανοδημοκράτες – με τον Andreotti επικεφαλής – είχαν τον Μόρο για χαμένο, ειδικά μετά από τις σκληρές επιστολές που έγραψε στους συντρόφους του (σκεφτείτε το κατηγορητήριο εναντίον του Taviani ή τα μηνύματα που έστελνε στον Zaccagnini με τα γράμματα του ): ένας ελεύθερος Μόρο θα ήταν, για την DC, μια πραγματική κινούμενη νάρκη. Εδώ αναφέρουμε μιαν άλλη GMD [μαλακία]: ο Μόρο που έγραφε εκείνες τις επιστολές «δεν ήταν αυτός», ήταν σίγουρα βασανισμένος σωματικά και ψυχολογικά από τους φύλακες του, ή ακόμα και ναρκωμένος.

Για το ανυπόστατο αυτών των δηλώσεων αποφάνθηκε μάλιστα μέχρι και ο Mario Sossi, τον οποίο απήγαγαν και απελευθέρωσαν οι BR τέσσερα χρόνια νωρίτερα, και σίγουρα ήταν γνωστό για το ότι δεν ήταν ένας δικαστής με συμπάθειες προς την αριστερά.

In cauda venenum, το άσχημο έρχεται τελευταίο. Το «μέτωπο της σταθερότητας» είχε τους πιo σκληρούς σημαιοφόρους του στα στελέχη του PCI. Πιθανόν, για να είναι πλήρως διαπιστευμένο ως «δημοκρατική δύναμη» και αξιόπιστη στη δύση ενόψει μιας επικείμενης εισόδου στην κυβέρνηση, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο από το να δείξουν ότι είναι αδιάλλακτοι, πιο ρεαλιστές από το βασιλιά. Εάν το ταξίδι του Piperno το φεβρουάριο του 78 είναι ένα παραμύθι, αντιθέτως πραγματικότητα ήταν το ταξίδι του Giorgio Napolitano στις ΗΠΑ τον απρίλιο του ’78, κατά τις ημέρες της απαγωγής. Εκτός από το γεγονός πως είχε αποτίσει στα κρυφά φόρο τιμής προς τον Gianni Agnelli, ο Napolitano έτυχε μεγάλης εκτίμησης στα αμερικανικά πολιτικά περιβάλλοντα: πιθανότατα λόγω του placet, της ψήφου εμπιστοσύνης – ή τουλάχιστον της ανοχής – των ηνωμένων πολιτειών στην είσοδο του ΚΚΙ στην κυβέρνηση να συμπεριλαμβάνονταν ως αντάλλαγμα για τη συνολική αδιαλλαξία του προς τις BR, πασιέντζα που παίχτηκε στο δέρμα του Aldo Moro.

Εάν πράγματι στο PCI αντέδρασαν στα πρώτα χρόνια λέγοντας ότι οι BR ήταν φασίστες, αργότερα αρνήθηκαν – όπως η Rossana Rossanda τους προέτρεψε με ειλικρινή επιδεξιότητα – να κοιτάξουν «στο οικογενειακό άλμπουμ» του μαρξισμού-λενινισμού για να αναγνωρίσουν στα πρόσωπα ορισμένων BR γνωστά πρόσωπα της οικογένειας.

Φθάνω λοιπόν στην εξήγηση του aldomorismο και της επιδημιολογίας των GMD. Βλέπουμε όντως ότι αγαπούν ιδιαίτερα να μιλούν διετρολογικά λέγοντας μαλακίες τα στελέχη της λεγόμενης «αριστεράς» : για να κατανοήσουμε πόσο πολύ αυτός ο ορισμός είναι ψεύτικος, δεν πρέπει να κάνουμε άλλο από το να θυμόμαστε ότι ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους του είναι ακριβώς ο Michele Santoro.

Όλο αυτό το φαινομενικό παραλήρημα εξηγείται με μια ψυχολογικά απλή έννοια: ονομάζεται κακή συνείδηση. Μια ερμηνεία του τι συνέβη σε εκείνες τις 55 ημέρες βλέπει συνεπώς το PCI να πληρώνει με το δέρμα του Moro την οριστική «λύτρωση» του από την επαναστατική του προέλευση: όσοι γνωρίζουν την ιστορία της Αντίστασης και της περιόδου των πρώτων χρόνων μετά την αντίσταση μπορούν να καταλάβουν για τι πράγμα μιλάμε .

Sic stantibus rebus, είναι βολικό – για τους επιγόνους της «αριστεράς» που φιλοδοξούν στην κυβέρνηση ή για τους ύστερους κυνερνητικούς οπαδούς αυτής – το να φυσάν περισσότερο καπνό και ομίχλη επάνω σε εκείνα τα γεγονότα και τις ημέρες εκείνες, να προπαγανδίζουν μυστήρια και μισές αποκαλύψεις. Είναι μια πολύ γνωστή διαδικασία στην ψυχολογία: ονομάζεται αυταπάτη ή αυτο-απάτη, self deception. Αν πίσω από την απαγωγή του Moro υπάρχουν ίσως η CIA και η Mossad και οι μυστικές υπηρεσίες, τότε οι σύντροφοι του PCI έκαναν πολύ καλά να συμπεριφερθούν με εκείνη την γραμμή, όχι; Να είναι «εθνικά υποστηρικτικοί, αλληλέγγυοι» με τους χριστιανοδημοκράτες.

Ποιος είναι υπεύθυνος για τη δολοφονία του Aldo Moro και της συνοδείας του το γνωρίζουμε, πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πλήρωσαν όλοι μαζί με τη φυλακή. Ορισμένοι εξακολουθούν να υπόκεινται σε μέτρα κράτησης, αρχίζοντας από τον Mario Moretti (από το 1981 …).

Αυτά, τα γεγονότα. Μετά από 40 χρόνια, ίσως αρχίσουμε να καλωσορίζουμε τον πολλαπλασιασμό της Αλντομορολογίας, [Aldomorologia] με ιλαρότητα. Έτσι κι αλλιώς, το να ελπίζουμε ότι τελικά μπορούμε να θεωρήσουμε αυτή την υπόθεση κλεισμένη, είδαμε να είναι αδύνατο.

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή ύστερα από ρητή συναίνεση της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ένοπλη πάλη, lotta armata

Sergio Segio: “Να γιατί ξεκίνησε (και τέλειωσε) η ένοπλη πάλη”

 

“Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε μηχανισμούς εξαπάτησης, συνωμοσιολογία. Όσο αφορά την Prima Linea δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, έτσι όπως και Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατευθύνονταν από ψηλά ”

 

Συνελήφθη το 1983: προετοίμαζε μια επίθεση στην ειδική φυλακή της Fossombrone. Εξέτισε μια ποινή 22 ετών, ο Sergio Segio, τελευταίος που βγήκε από τη φυλακή μεταξύ των πρώην μαχητών της Front Line, Πρώτης Γραμμής, μεταξύ των κυριότερων ιταλικών τρομοκρατικών οργανώσεων (της οποίας υπήρξε ένας από τους ιδρυτές), συμμετέχει πλέον στην κοινωνική εργασία, όσον αφορά τα ζητήματα του σωφρονιστικού συστήματος και της δικαιοσύνης, των ναρκωτικών και της τοξικομανίας, του εθελοντισμού και των νέων κινημάτων. Είναι δημοσιογράφος, δημιουργός και συντάκτης της Έκθεσης για τα Global Rights, που δημοσιεύεται ετησίως από τις εκδόσεις Ediesse. Είχε την ευθύνη της επικοινωνίας του Abele Group και μεταξύ των στενότερων συνεργατών του don Luigi Ciotti. Σχεδίασε και δημιούργησε το Social Yearbook, το οποίο δημοσιεύθηκε για μερικά χρόνια από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli και διηύθηνε τα περιοδικά Narcomafie και Fuoriluogo. Συνεργάζεται με το συνδικάτο CGIL και άλλες εμπειρίες του συνεταιρίζεσθαι. Και μόλις δημοσίευσε ένα βιβλίο: «Μια ζωή στην πρώτη γραμμή» (εκδοτικός οίκος Rizzoli, 400 σελίδες, € 18.50).

Γιατί αυτό το βιβλίο;
«Για να κατανοήσουμε τα μονοπάτια και τους λόγους που οδήγησαν στην επιλογή να πάρουμε στα χέρια τα όπλα. Στη συνέχεια προσπάθησα επίσης να κρατήσω μαζί το παρελθόν με το παρόν για να επεξεργαστώ την περίπτωση, την υπόθεση «.

Η διάθεση σας τώρα που σκέφτεστε τα χρόνια της στράτευσης;
«Είμαι ήρεμος σε σχέση με αυτά, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν λυπάμαι για εκείνο που έκανα».  

Είκοσι χρόνια στη φυλακή. Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα …
«Δίνουν την αίσθηση της αλλαγής. Αυτή είναι η τρίτη ζωή μου. Υπήρξε η στράτευση, η φυλακή (μια μεγάλη αναμονή) και τώρα το μετά τη φυλακή ».

Il libro/ Το βιβλίο, Διοικητής Sirio, O μύθος του. Comandante Sirio. Il suo mito: Simon Wiesenthal. Ο Sergio Segio ξεκινά την πολιτική στράτευση του στην Lotta Continua στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα, έξω από τα εργοστάσια του Sesto S. Giovanni, τo »Στάλινγκραντ της Ιταλίας» –  “Stalingrado d’Italia” (segue…)  ακολουθεί…

Πότε ξεκίνησε η περιπέτεια της Prima Linea;
«Επισήμως το 1976, αλλά το στρατευμένο σώμα ήταν ενεργό από τα προηγούμενα χρόνια. Η έκρηξη έγινε την εποχή του κινήματος του ’77. Οι Br δεν προσαρμόστηκαν στις αλλαγές εκείνων των ετών. Έτσι, η στράτευση στην Pl εξαπλώθηκε, η οποία ήταν προγραμματιστικά μέσα στο εκκολαπτόμενο κίνημα, του οποίου είχε σκοπό να βρίσκεται «στην πρώτη γραμμή» «.

Ποιοι ήταν οι πρώτοι μαχητές;
»Οι πρώτοι προέρχονταν από τη Lotta Continua και, σε μικρότερο βαθμό, από το Potere Operaio».

Οι Br και η Pl δεν σχετίστηκαν ποτέ, αντίθετα. Ποιες ήταν οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων;
«Οι Br είχαν την τάση να θεωρούν τους εαυτούς τους ως την πολιτική διεύθυνση των κινημάτων, ενώ αντίθετα, η Pl υποστήριζε και διεκδικούσε τη δική της αποστολή σε μια εσωτερική διασύνδεση και σχέση με το κίνημα».

Ποιο είναι το επεισόδιο που σηματοδοτεί το τέλος της Pl;
«Ο θάνατος των συντρόφων Κάρλα και Τσάρλι, Carla e Charlie, που εξαπέλυσε εκείνη που εγώ αποκαλώ μανία του ταύρου στην αρένα. Έκτοτε υπήρξε ένα παιχνίδι ανύψωσης των επιπέδων σύγκρουσης. Έτρεχε το 1979. Όλοι ήθελαν να μπουν στη μάχη και κανείς πλέον δεν νοιαζόταν για την πολιτική παρέμβαση στην επικράτεια, τη διεύρυνση της συναίνεσης σε συγκεκριμένες καταστάσεις, στην καθημερινότητα, το έργο της έρευνας »

Πώς είναι ο κόσμος στον οποίον ζείτε;                                                                                «Ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. Έχουμε περάσει από έναν κόσμο χωρισμένο σε δύο μπλοκ σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον ο ψυχρός πόλεμος, τα αντιτιθέμενα μπλοκ, το συγκρουσιακό κίνημα των φοιτητών και των εργατών εναντίον της αστυνομίας και των θεσμών ».

Το τείχος του Βερολίνου έπεσε ενώ ήσασταν στη φυλακή. Ποια ιστορική σημασία αποδίδετε στο γεγονός;
«Η πτώση του τοίχου είναι το σύμβολο της πτώσης των αξιών του ‘900».

Αφήσατε το Μιλάνο στη δεκαετία του ’80 για να το δείτε ξανά μετά από 22 χρόνια φυλάκισης στον εικοστό πρώτο αιώνα. Πώς το βρήκατε;
«Εντελώς διαφορετικό: από αρχιτεκτονική, πολεοδομική και κοινωνική σκοπιά. Οι μοναξιές έχουν αυξηθεί. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80, το Μιλάνο είχε τη διάσταση μιας κοινότητας, παρά τις διαμάχες του και τις πληγές. Το Μιλάνο που βρήκα ξανά είκοσι χρόνια αργότερα έγινε ένα συγκρότημα κατοικιών, μια συνύπαρξη, συγκατοίκηση που πλέον δεν συνδέεται με μια υπόθεση κοινού ενδιαφέροντος. Βρίσκω τον εαυτό μου σε αυτό που είπε ο αρχιεπίσκοπος Tettamanzi δηλαδή ότι υπάρχει κίνδυνος μιας υπαρξιακής εκριζωμένης κατάστασης για όσους ζουν σε αυτή την πόλη ».

Η αστυνομία της δεκαετίας του ’70 για την οποίαν μιλάτε στο βιβλίο σας είναι ένας μη δημοκρατικός θεσμός. Και αυτή του σήμερα;
«Τότε οι περισσότεροι αρχηγοί της αστυνομίας προέρχονταν από τις τάξεις του φασισμού. Το παρόν είναι ένα άλλο πράγμα. Έχω αλλάξει εγώ. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Και η αστυνομία άλλαξε έντονα. Αλλά θα έλεγα ότι δεν έχει αλλάξει τελείως. Ο καραμπινιέρος που πυροβόλησε στη Γένοβα, σκοτώνοντας τον Carlo Giuliani στη G8, μας θύμισε, για παράδειγμα, ότι όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, υπήρχαν εκείνοι που γιόρταζαν το νεκρό αγόρι. Προφανώς υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να βελτιωθούν …

Μετά από 22 χρόνια φυλάκισης, μόλις αποκτήσατε το διαβατήριο, ποια ήταν τα πρώτα ταξίδια;
«Έκανα τα πρώτα ταξίδια μου στο Νταχάου, στο Μαουτχάουζεν, στο Gusen και στο Harteim. Χρειαζόμουν να ξαναβρώ εκείνες τις αλήθειες, σήμερα απομακρυσμένες και ανείπωτες, και εκείνα τα θεμελιώδη κομμάτια της συλλογικής ταυτότητας που κατέληξαν στην άλεση των συνοπτικών κρίσεων. Αμέσως μετά τα ταξίδια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επισκέφθηκα το γκουλάγκ του Τίτο, στο Goli Otok. Υπάρχουν τα ερείπια από τις παράγκες και τα εργαστήρια, ενώ η φύση έχει πάρει το πάνω χέρι παντού. Δεν γνωρίζουμε πόσοι ήταν εδώ οι εκτοπισμένοι, οι επίσημοι αριθμοί είναι σίγουρα μικρότεροι. Αλλά οι μαρτυρίες των βετεράνων μετριούνται στα χέρια. Ακόμα, αναρωτιέμαι γιατί, δεν μπορεί να είναι λόγω του φόβου για βεντέτες ή λόγω της τήρησης των ενδείξεων της PCI του Togliatti, οι οποίες επέβαλαν απόλυτη σιωπή και ομερτά ».

Δίχως να εντάσσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα στη σιδερένια λογική του πολέμου, δεν μπορούμε να καταλάβουμε εκείνο το κομμάτι της ιστορίας, γράφετε. Αλλά ενοχές όταν σκοτώνατε δεν αιστανθήκατε ποτέ;
«Τη στιγμή εκείνη όχι. Σιγά σιγά καθώς διαχωριζόμασταν από τη λογική της βίας και εγκαταλείψαμε τα όπλα, άρχισε να αναδύεται η συνείδηση, να εμφανίζεται. Στη δεκαετία του ’70 δεν είχαμε καθαρό μυαλό, και με αυτό δεν ψάχνω δικαιολογίες. Πιστεύω όμως ότι σε κάθε πόλεμο καταλήγουμε να γινόμαστε θύματα μιας αναπόφευκτης δυναμικής που κάνει τους ανθρώπους να χάνουν την αίσθηση της ανθρωπιάς. Για να σκοτώσεις πρέπει να αρνηθείς την ανθρωπιά του άλλου ανθρώπου, ώστε να μην τον αναγνωρίζεις ως άτομο. Έτσι δεν έχεις τύψεις «.

Κάποιος είπε ότι ο ένοπλος αγώνας χρησιμοποιήθηκε-χειραγωγήθηκε από την εξουσία. Τι νομίζεις;
«Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε εξαπάτηση, μηχανορραφίες. Όσον αφορά την Prima Linea, δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, όπως ακριβώς οι Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατηύθυναν από ψηλά. Αλλά στην ιστορία των Br υπάρχουν αναπάντητα σημεία που πρέπει να εξερευνηθούν. Αυτές είναι λεπτομέρειες, όμως «.

Τι ρόλο είχαν οι μετανοούμενοι στην ήττα της τρομοκρατίας;
«Σχετικό. Οι μετανιωμένοι έγιναν ένα εργαλείο της διερεύνησης, των ερευνητικών αρχών, έχουν συμβάλει ίσως στην αποφυγή νέων επιθέσεων. Αλλά παραδόξως προκάλεσαν την αύξηση επίσης της διάρκειας και της τελικής έντασης του αγώνα. Εκείνοι που λένε ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο δίνουν μια στρατιωτική ανάγνωση στο τέλος της τρομοκρατίας. Αλλά η πραγματική ήττα ήταν η πολιτική και πολιτιστική. Η στρατιωτική υπήρξε πράγματι προσωρινή «.

Ποια είναι η ήττα του ένοπλου αγώνα συνεπώς, που οφείλεται;
«Στη διάσταση, στον διαχωρισμό, ο οποίος προκάλεσε μια αναθεώρηση των μύθων από τους οποίους γεννήθηκε ο ένοπλος αγώνας, με αποτέλεσμα να υπονομεύσει τα θεμέλιά του».  

Στη δεκαετία του 60 γίνονταν αγώνες για το διαζύγιο. Σήμερα για τα Pacs ..
«Ναι. Είμαστε μια νέα κοινωνία που χρειάζεται νέα δικαιώματα. Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μαζί και προσποιούμαστε ότι δεν το βλέπουμε. Σε αυτά τα εκατομμύρια των ανθρώπων πρέπει να δοθεί αντιθέτως μια νομική αναγνώριση ».

Ποια είναι η γνώμη σου για την αριστερά του Πρόντι;                                                     «Δεν είμαι ο καλύτερος άνθρωπος για να μιλήσω για την πολιτική, αλλά μπορώ να πω ότι μπροστά στα προβλήματα των περιθωριοποιημένων, αυτό η αριστερά έχει ακόμα πολλά να κάνει». 

Nicole Cavazzuti

 

https://www.micciacorta.it/2015/09/sergio-segio-ecco-perche-inizio-e-fini-la-lotta-armata/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Scalzone, «Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των κυρίαρχων – Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

Δύο ημερομηνίες που συλλέχθηκαν σε μια περίοδο 10 ετών: 16 μαρτίου 1968, 16 μαρτίου 1978. Στο μεταξύ υπάρχουν όλα. Ο Scalzone επιστρέφει στους τόπους και μιλά για το πρωινό των συγκρούσεων στα σκαλιά της αρχιτεκτονικής σχολής στη Ρώμη, ένας topos του ’68. Οι φασίστες που απέτυχαν στην προσπάθεια να διεισδύσουν στο κίνημα, ο αρχηγός τους, Almirante που κινδύνεψε λιντσαρίσματος, ο Παζολίνι ο οποίος δεν είχε καταλάβει τίποτα από αυτή την εξέγερση, ο Μουσολίνι και η πραγματική ουσία του ιταλικού φασισμού, «ο πόλεμος ενάντια στις οργανώσεις των εργατών, από τις πιο ρεφορμιστικές στις πιο ανατρεπτικές, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να επιλεγεί από τις corporationς», τον σημερινό ρατσισμό. Δέκα χρόνια αργότερα, η συνέλευση που συγκαλέστηκε στο piazzale della Minerva, της Sapienza, αμέσως μετά την είδηση της απαγωγής του Άλντο Μόρο, «Εκείνη τη ημέρα – εξηγεί – έζησα μια ρήξη, μια πληγή, ένιωθα ξένος προς την »καταδίκη» που εκφράστηκε από τους Αυτόνομους και σκέφτηκα να παρέμβω με τις Br πριν ωθηθούν στον αναμενόμενο επίλογο και όπως ορίζεται σε μια ετυμηγορία ». Μετά ήρθε η συνωμοσιολογία, η οποία έγινε η μεγάλη πολιτιστική τραγωδία της αριστεράς. Παραμένει η γνώση, η μοίρα που μας διακρίνει από άλλα είδη και εκείνο το μέλλον που δεν υπάρχει, που έγινε «το αφήγημα των κυρίαρχων» στο οποίο θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε το παρόν, βιωμένο ολοκληρωτικά

 

Daniele Zaccaria, Il Dubbio 23 μαρτίου 2018, H Aμφιβολία

Η συνομιλία με τον Oreste Scalzone είναι μια εμπειρία Proustian και Futurist την ίδια στιγμή. Η ροή της μνήμης ρέει σαν χείμαρρος, αλλά δεν είναι πάντα μια ήσυχη πορεία, μέσα στα νερά οι στροβιλισμοί αναδύονται ξαφνικά, και η δίνη των αναμνήσεων προχωράει αναστατωμένη από έναν περιπλανώμενο δαίμονα, με το βλέμμα που καρφώνεται σταθερά στον ορίζοντα σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. «Είμαι ένας υπερμνησιακός (η υπερβολική εξέλιξη της μνήμης R. R.), ακόμη και αν μερικές φορές, όπως έλεγε ο Φρόιντ και όπως συνέβαινε στον Rashomon του Kurosawa, μπορώ να ζήσω κάποια ψευδαίσθηση της μνήμης».
Πριν από πενήντα χρόνια, όταν η δυτική κοινωνία συγκλονίστηκε από την επανάσταση του ’68, ο Scalzone ήταν νεαρός ηγέτης του φοιτητικού κινήματος. Σε αυτές τις μέρες μουσιακών εορτασμών που κάνουν εκείνη την φοβερή χρονιά ένα είδος παραμελημένης Αναγέννησης, ο Scalzone συμφωνεί να επιστρέψει στον «τόπο του εγκλήματος» για να σκιαγραφήσει εκείνο που ονομάζει με σεμνότητα έναν «αντι-εορτασμό», μια «αντι-τελετή», . Αλλά πριν επιστρέψει σε εκείνες τις μέρες του μαρτίου ’68 θέλει να βγάλει ένα βότσαλο από το παπούτσι του: «Αυτή η ιστορία των φασιστών που θα είχαν επαφή με το φοιτητικό κίνημα για να οργανώσουν τις συγκρούσεις της Valle Giulia είναι μια συνολική ψεύτικη μνήμη που βασίζεται αποκλειστικά σε δηλώσεις του Delle Chiaie Stefano, γνωστού ως «caccola, μύξα». 
 Τον Della Chiaie μισούσαν καταρχάς οι λεγόμενοι «καθαροί» φασίστες, που τον ήθελαν ως άνθρωπο των μυστικών υπηρεσιών. Το κίνημα δεν γνώριζε εκείνες τις δυναμικές, είναι πιθανό ότι υπήρξαν προσπάθειες διείσδυσης αλλά όμως απέτυχαν. Οι φασίστες ήταν ταμπουρωμένοι στη νομική σχολή και η επιτροπή αναβρασμού του Πανεπιστημίου είχε αποφασίσει απλώς να τους αγνοήσει, σαν να ήταν ένας νεκρός καρκίνος, δεν τους βλέπαμε και γύρω τους υπήρχε ένα είδος υγειονομικής ζώνης. Τα πράγματα άλλαξαν κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταξύ 15 και 16 μαρτίου, όταν ομάδες τραμπούκων του φασιστικού κόμματος Msi μπήκαν στην La Sapienza και επιτέθηκαν στους εξωκοινοβουλευτικούς τους εκκενώνοντας στρατιωτικά και επιτέθηκαν στην περιφρούρηση του κινήματος στη σχολή Γραμμάτων τραυματίζοντας κάποιους συντρόφους ».

Τι θυμάσαι από εκείνο το πρωινό;

Έφτασα στο πανεπιστήμιο σε εύθετο χρόνο, εκείνοι του MSI είχαν ήδη ταμπουρωθεί μέσα στη νομική με τους αξιότιμους Almirante και Caradonna. Σε αυτό το σημείο ξεκινήσαμε μια επίθεση, αλόγιστη, γενναιόδωρη αλλά αλόγιστη, έτσι ώστε προχωρώντας λιγάκι μπορούσαμε να μετρούμε τους τραυματίες, από την άλλη μας έριχναν τα πάντα, σιδερένιες μπίλιες, τζάμια, αντικείμενα όλων των ειδών, τότε ακούω κάτι να συντρίβεται, ο πάγκος που πέταξαν από πάνω χτυπά στραβά μια καρέκλα με την οποία προσπαθούσα να καλυφτώ κακήν κακώς …, το χτύπημα θα μου συντρίψει δύο σπονδύλους, με τραβούν μακριά, με πηγαίνουν στο νοσοκομείο, ενώ η μάχη συνεχίζεται. Κάποιοι σύντροφοι ανακαλύπτουν μια δευτερεύουσα πόρτα και καταφέρνουν να μπουν μέσα, είναι μια δωδεκαριά και βρίσκουν μπροστά τους μοναχό τον Almirante, [ ο αντίστοιχος Μιχαλολιάκος εδώ και σήμερα], θα μπορούσαν να τον λιντσάρουν, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε διστάζουν και η στιγμή περνά, χάνεται, ευτυχώς δεν είχαν την στόφα του λιντσαρίσματος … Στο σημείο αυτό μπαίνει με όλες τις δυνάμεις η αστυνομία. Τώρα, για εκείνους που υποστηρίζουν ότι υπήρχε συνεννόηση μεταξύ του κινήματος και της ακροδεξιάς, παραθέτω τον Δρ Paolo Mieli και τον καθηγητή Agostino Giovagnoli, τι θα έπρεπε να είχαμε πράξει; Να λιντσάρουμε τον Almirante για να δείξουμε το αντίθετο; Επιπλέον για εκείνες τις μέρες συνεχίζουν να γράφονται και να λέγονται τεράστιες ανοησίες. Πολλές από αυτές εμπνέονται από έναν άθλιο «παζολινισμό» επιστροφής.

Τι εννοείς?

Μιλώ για αυτή την τεχνητή διαίρεση μεταξύ των αστυνομικών γιων του προλεταριάτου που αποστέλλονται στις πόλεις για να αρπάξουν ξύλο από τα παιδιά της μπουρζουαζίας. Σίγουρα ο Paolo Mieli ήταν γιος της μπουρζουαζίας, εγώ πηγαινοερχόμουν απλά από το Terni, μα για τι πράγμα μιλάμε; Στην La Sapienza υπήρχαν περισσότεροι από 70 χιλιάδες εγγεγραμμένοι, το πανεπιστήμιο ήταν ήδη ένας μαζικός τόπος και στο κίνημα υπήρχαν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών των «cafoni, αγροίκων» του νότου, οι γιοι των εργατών που στέλλονταν για σπουδές στη μεγάλη πόλη για να γίνουν μηχανικοί. Φυσικά, η πλειοψηφία των ηγετών προερχόταν από μορφωμένες οικογένειες αλλά μόνο επειδή, όπως έλεγε ο Don Milani, κατείχαν τον απαραίτητο λόγο για να γίνουν οι ηγέτες, στις σχολές και στις πλατείες, αλλά ο πρωταγωνιστής ήταν άλλος, έτσι δεν είναι;  

Ο Pasolini είχε άδικο λοιπόν;

Σίγουρα έκανε λάθος όσον αφορά την κοινωνική σύνθεση του φοιτητικού κινήματος και να πούμε ότι θα ήταν αρκετό να έχει ακούσει μια μισή ομιλία του Franco Piperno, δεν λέω να είχε διαβάσει τον Μαρξ. Ήταν επίσης λάθος στην ποιητική μυθολογία της εργατικής τάξης που γι ‘αυτόν ήταν ενσάρκωση μονάχα από τους εργάτες με τη φόρμα και τα «επαγγελματικά» χέρια με τους κάλους, όταν πλέον τότε η κεντρική φιγούρα ήταν οι εργάτες της αλυσίδας, κυρίως μετανάστες από το Νότο, εκείνοι για τους οποίους μιλά το βιβλίο Vogliamo tutto! του Balestrini, Tα θέλουμε όλα. Επιπλέον ήδη από τότε πήγαινε μπροστά η επισφάλεια, οι επισφαλείς των νεότερων γενιών. Ήταν επίσης λάθος και για τη φύση του ΚΚΙ, PCI, σε αυτό συμφωνώ με τον ιστορικό Giovanni De Luna, ο Pasolini λέει στους νέους να πάνε προς το PCI, το να πιστεύει ότι το κίνημα εκείνο θα μπορούσε να μεταβεί προς στο κομμουνιστικό Κόμμα ήταν μια ανοησία. Ούτε καν ο γραμματέας Luigi Longo είχε το θάρρος να πει κάτι τέτοιο. Τελικά έκανε λάθος για τους αστυνομικούς, γι αυτόν ήταν «άσχημοι αθώοι» επειδή τους θεωρούσε ανεύθυνα ζωάκια «έτσι τους έχουν καταντήσει». Και σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για μια απλοϊκή ανάγνωση, λίγη ψυχανάλυση θα έφτανε, σκέφτομαι τον Willelm Reich: υπάρχει ένα περιθώριο ευθύνης σε εκείνους που διαπράττουν βίαιες και σαδιστικές πράξεις, είναι η ψυχοπαθολογία του τελευταίου των σταυροφόρων που στήνεται στη γραμμή πίσω από τον Πέτρο τον Ερημίτη για να φτιάξει τον «αιώνιο συρφετό» ενώ στην Ιερουσαλήμ, γράφουν οι ιστορικοί, «το αίμα έφτανε στα γόνατα». Ο ίδιος όχλος που περιγράφηκε από τον Varlam Salamov στις Ιστορίες της Kolymache στην περίπτωση εκείνη ήταν οι Cechists, αλλά θα μπορούσαμε επίσης να μιλήσουμε για τους Κόκκινους Φρουρούς, γι αυτούς που πήγαιναν να ευαγγελίσουν, να κηρύξουν ευαγγέλιο, αυτούς που πήγαιναν να εξισλαμίσουν, αυτούς που πήγαιναν να αποικίσουν.

Μία θανατηφόρα και μιμητική σχέση εκείνη της επαναστατικής και ελευθεριακής αριστεράς με την καθιερωμένη, καθεστηκυία εξουσία και βία  

Εμπνευσμένος από τον Foucault της Μικροφυσικής της εξουσίας, όταν συστήνεται ένα δικαστήριο του λαού ή του προλεταριάτου, μια καθιερωμένη δικαιοσύνη, η μετάλλαξη έχει ήδη γίνει, η επανάσταση έχει ήδη γίνει αντι-επανάσταση. Το πέρασμα από την «συστατική εξουσία, ιδρυτική» σε «καθεστηκυία», όπως λέει ο Agamben, υπήρξε η τραγωδία όλων των «Επαναστάσεων» που «ανέλαβαν, πήραν την εξουσία». Αυτό, μικροφυσικά, είναι πάντα μια ενέδρα και για μας. Στις ημέρες της απαγωγής του Moro, ήμουν πεπεισμένος ότι το κίνημα έπρεπε να «παρέμβει» με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να αφεθούν να ωθηθούν σε έναν ανακοινωμένο επίλογο, αναμενόμενο και με τον τρόπο που προέβλεπε την θανατική ποινή.

Έχετε επανειλημμένα επικρίνει την αριστερά και τον φυλετικό αντιφασισμό της, τι εννοείτε;

Τα γεγονότα της Acca Larentia έρχονται στο μυαλό μου (καθώς και ο Sergio Ramelli): αν ένα κομάντο της άκρας αριστεράς ανοίγει πυρ σε μια μικρή ομάδα φασιστών σκοτώνοντας δύο και στη συνέχεια εκείνοι βγαίνουν [στους δρόμους] με αίματα στα μάτια και η αστυνομία σκοτώνει άλλον ένα, εγώ αισθάνομαι πολύ άβολα όπως είπα τότε στον Giorgio Bocca ο οποίος μου πήρε συνέντευξη για την εφημερίδα Repubblica. Οι φασίστες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «διαφορετικοί», αυτή είναι μια εθνοτική, φυλετική προσέγγιση στην πολιτική σύγκρουση και ο αντιφασισμός κινδυνεύει να γίνει ένα περαιτέρω μέσο του καθεστώτος. Την εποχή εκείνη επικρίθηκα πολύ για τη θέση μου αυτή, στην προκειμένη περίπτωση σαν τον Che Guevara, ο οποίος ήταν επίσης ένας σκληρός άνθρωπος: «Πρέπει να είμαστε αμείλικτοι στη μάχη και ελεήμονες, ευσπλαχνικοί στη νίκη».  

Ο «φασισμός» αναφέρεται συνεχώς σαν να ήταν το συνώνυμο, το γενικό ισοδύναμο, του απόλυτου κακού 

Θα μπορούσα να απαντήσω ότι τα λόγια είναι σημαντικά, και ότι η αντιστοιχία-ισοδυναμία φασισμός-απόλυτο κακό είναι αντιφατική γιατί δύο ολοκληρωτισμοί δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Αντ ‘αυτού, θα ξεκινούσα από τον ιστορικό φασισμό, του οποίου δημιουργός ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι, φιγούρα μιας αμφισημίας αντάξιας του μεταμοντερνισμού. Ο Μουσολίνι είχε σίγουρα διαβάσει το κομμουνιστικό Μανιφέστο, αλλά αγνοούσε το πρώτο βιβλίο του Κεφαλαίου. Με αναρχικό πατέρα και μητέρα δασκάλα με κόκκινο στυλό, έγινε σε πολύ νεαρή ηλικία η κορυφαία φιγούρα της ιταλικής μαξιμαλιστικής αριστεράς όπως έγραψε ο ίδιος ο Λένιν.  Ένας κοινωνικά μπερδεμένος χαρακτήρας, αλλά ακόμα και αυτό δεν είναι κατ ‘ανάγκην σφάλμα, ακόμη και ο φίλος μου Pannella θα μπορούσε να μοιάζει με ένα φιλελεύθερο-φιλελευθεριακό Cagliostro που ανακάτευε τα πάντα. Soreliano, [Σορέλ] σοσιαλιστής, πρώτα ειρηνιστής που φώναζε «πόλεμος κατά του πολέμου», στη συνέχεια η διαμετακόμιση για τον δημοκρατικό παρεμβατισμό του Salvemini ενός χώρου από τον οποίον πέρασαν επίσης οι Gramsci και Togliatti. Μετά αλλάζει ξανά, φτάνει στον αλυτρωτισμό, στον μεγαλοϊδεατισμό, ως τυχοδιώκτης εκμεταλλεύεται τον αναγωγισμό [1] των [2, 3] «terroni di trincea» που έρχoνται σε σύγκρουση με τους εργάτες των εργοστασίων του βορρά, θεωρούμενοι ως εργατική αριστοκρατία των Συμβουλίων που συμμετείχαν στην πολεμική παραγωγή. Σαν ταλαντούχος τυχοδιώκτης ο Μουσολίνι καταφέρνει να αναμειγνύει πολλά στοιχεία, κλέβει το όνομα των Fasci της Σικελίας, παίρνει το μαύρο πουκάμισο των αναρχικών, παίρνει μαζί του επαναστάτες συνδικαλιστές όπως ο De Ambris και ο Corridoni, παίρνει τον ιταλικό σουπρεματιστικό φουτουρισμό, αλλά και τον ρωσικό και δημιουργεί ένα παράξενο μείγμα, σχεδόν ένα μεταμοντέρνο kitsch.

Ο αντισημιτισμός ήταν εγγενής στο καθεστώς;

Όχι, ο Μουσολίνι δεν ήταν αντισημίτης. Το 1932, απαντώντας σε μια ερώτηση σχετικά με το εβραϊκό ζήτημα που του έθεσε ο γερμανός βιογράφος Emil Ludwig, δήλωσε ξερά: «Αυτό είναι δικό σας θέμα. Θέματα ξανθών, για γερμανούς. » Οι διαδοχικές στροφές του καθεστώτος λήφθηκαν από οπορτουνισμό και όχι από ιδεολογική πεποίθηση. Όμως σε όλο αυτό το ατέλειωτο κιτς παραμένει ένα ουσιαστικό και συνεκτικό στοιχείο που μπορεί να καθορίσει τον φασισμό: ο πόλεμος εναντίον των εργατικών οργανώσεων, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να εννοηθεί από τις corporations, αλλά στις οργανώσεις της, από τις πιο μεταρρυθμιστικές μέχρι τις πιο ανατρεπτικές. Αυτός είναι ο εχθρός, η επίμονη εμμονή του, όπως ο αντισημιτισμός ήταν η ψυχωτική εμμονή των ναζί. Εδώ υπάρχει ένα κοινό νήμα που οδηγεί κατευθείαν στη συνωμοσιολογία, ένα απειλητικό παράδειγμα, το οποίο μπορεί επίσης να καθοδηγήσει εκείνους που ανεμίζουν τις κόκκινες σημαίες και οποιουδήποτε χρώματος. Έχοντας πει όλα αυτά, θα ήθελα όμως να διευκρινίσω ένα σημείο. 

Παρακαλώ

Οι όροι μετρούν επίσης ως αυτοπροσδιορισμοί, ο «τρόμος» γεννιέται σαν αυτοπροσδιορισμός του Saint Just και του Roberspierre, ο «ολοκληρωτισμός» δεν είναι μια λέξη που εφευρέθηκε από τη Hannah Arendt αλλά από τον Μουσολίνι Μπενίτο ακριβώς για να καθορίσει το καθεστώς του.

Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος σήμερα στην Ευρώπη ότι ακρο δεξιά κινήματα ή καθεστώτα, ρατσιστικά και αυταρχικά να κερδίσουν το πάνω χέρι;

Πάρτε την υπόθεση Τραίνι, τον νεο-ναζιστή ψυχοπαθητικό και ultras leghista [λέγκα του βορρά] της Macerata που ήθελε να σφαγιάσει μετανάστες, σε αυτό το σημείο σκέφτομαι όπως ο Felix Guattari: ο Traini είναι ασφαλώς ένας ψυχοπαθής αλλά εάν δέκα ψυχοπαθείς βάλουν μια στολή των Sa δεν γίνεται να καθαρίσουμε με το θέμα λέγοντας πως είναι εγκεφαλικά ασθενείς, καθίστανται εχ-θροί. Και εδώ δημιουργείται ένα μεγάλο πρόβλημα. Σε αυτό συμφωνώ με την ανάλυση του Bifo που μιλά για «διαταραγμένο ασυνείδητο του έθνους».

Ποιος είναι ο πιο μεγάλος εχθρός της αριστεράς;

Είναι ένας εσωτερικός εχθρός και ονομάζεται συνωμοσιολογία, μια πραγματική πολιτισμική τραγωδία, μια δαιμονική και συνωμοτική σκέψη που γίνεται υπεύθυνη για τη μετάλλαξη εκείνη για την οποία μίλησα, τη μετάβαση από τη συστατική εξουσία στη συγκροτημένη δύναμη, την συντεταγμένη εξουσία, μου αρέσει να παραθέτω τον Agamben και την επιτυχημένη του φόρμουλα [ σπινοζικής απήχησης) «εκθρονισμένη ισχύς». Για τη συνωμοσιολογία κάθε χειρονομία εξέγερσης, από τον Camus του Homme revolté μέχρι την αυτοκτονία του Jan Palach, είναι πάντα μια χειραγωγημένη χειρονομία, heterodirect, ετεροκαθοδηγούμενη, αλλά η συνωμοσιολογία ζει από ψεύδη, αναλήθειες, αντι-ρεβιζιονισμούς και γενικεύσεις, ποτέ δεν αγγίζει δόντι σε όσους αποκαλεί χειραγωγούς, είναι αβλαβής, ακίνδυνη για την εξουσία αλλά θανατηφόρα για εκείνους που πολεμούν την εξουσία. 

Είναι η μοίρα των ανθρώπων η εξέγερση; 

To να μην ασκείται η εξαγωγή συμπερασμάτων για το ανθρώπινο είδος το θέτει κάτω από τα άλλα είδη, το είδος μας κλίνει πέρα από το είναι για να επιδιώξει τη γνώση, την τέχνη, την πολιτική. Σε αντίθεση με τους γυρίνους και τα πουλάρια εμείς γεννιόμαστε πρόωρα, ανώριμοι, αρχίζουμε να περπατάμε ενάμισι χρόνο μετά ενώ το πουλάρι περπατά ήδη λίγες ώρες μετά τη γέννηση. Το λιοντάρι είναι θηρευτής και κυνηγάει τη γαζέλα που σαν θύμα προσπαθεί να δραπετεύσει, κανένας από αυτούς τους δυο είναι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος. Αντιθέτως, εμείς χρειαζόμαστε την πρόθεση της γνώσης για να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας, για να πραγματωθούμε Το δέντρο της αμαρτίας με αυτή την έννοια είναι ακριβώς μια πολύ όμορφη μεταφορά της μοίρας μας.  

Και το μέλλον;

Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των ηγεμόνων.  

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

  1. αναγωγισμός s. μ. [Der. του βετεράνου]. – Η στάση και η συμπεριφορά των ομάδων βετεράνων πολέμου που απαιτούν ειδικά οφέλη, οφέλη και πλεονεκτήματα, ιδίως οικονομικά και καριέρα, σε αντάλλαγμα για τα πλεονεκτήματα, μερικές φορές τεκμαιρόμενα ή υπερβολικά, που αποκτήθηκαν ως μαχητές, στον πόλεμο: η επανάληψη του φαινομένου του r. μετά από κάθε πόλεμο.

2. Ο όρος terrone είναι ένας όρος της ιταλικής γλώσσας που υποδεικνύει την προέλευση στις δουλοπρεπείς τάξεις, που είναι «συνδεδεμένες με τη γη». [1] Από τα μέσα του εικοστού αιώνα, χρησιμοποιείται από τους Ιταλούς του βορρά σε ένα υποτιμητικό τόνο για να χαρακτηρίσει τους κατοίκους της νότιας Ιταλίας, σε μια περίοδο μεγάλων μεταναστεύσεων των τελευταίων προς τα αστικά κέντρα του βορρά

3. trincea: χαρακώματα

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πως κατασκευάζεται επικοινωνιακά το »τέρας»: το γεγονός – Come si costruisce mediaticamente il “mostro”: il fatto.

Ο Εισαγγελέας της Φλωρεντίας έχει ανοίξει φάκελο σχετικά με τη Barbara Balzerani, η οποία κρίνεται ένοχη βαριάς προσβολής των θυμάτων. Ένα σμήνος από όρνεα αυτές τις μέρες απολαμβάνει να ανταγωνίζεται σε αγανάκτηση.

Πριν από 40 χρόνια, η Barbara Balzerani συμμετείχε, μαζί με εννέα άλλους ταξιαρχίτες, στην απαγωγή του Aldo Moro, στα χρόνια κατά τα οποία στην Ιταλία, σύμφωνα με υπουργικά στοιχεία, στα τέλη του 1979 επιχειρούσαν 269 οπλισμένα ακρωνύμια, 36.000 πολίτες ερευνήθηκαν για ένοπλη συμμορία 6.000 καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και καταγράφηκαν 7.866 επιθέσεις σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους. Συνελήφθη και καταδικάστηκε, εξέτισε ολόκληρη την ποινή της, όπως και πολλοί άλλοι που συμμετείχαν σε εκείνο το εξεγερτικό φαινόμενο. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε έξι βιβλία, μερικά από τα οποία μεταφράστηκαν στη Γαλλία και την Ισπανία, και οι παρουσιάσεις τους ήταν οι μοναδικές της «δημόσιες» εμφανίσεις, έχοντας πάντα αποφύγει να παραχωρεί συνεντεύξεις για το παρελθόν της ως ταξιαρχίτισσα, με εξαίρεση ένα ντοκιμαντέρ πριν από πολλά χρόνια που επιμελήθηκε από την Loredana Bianconi επάνω σε ορισμένες γυναίκες που κατά την περίοδο εκείνη έλαβαν μέρος στον ένοπλο αγώνα.

Ως συνέπεια αυτού απέφυγε, όπως και άλλοι, και παρά το γεγονός ότι σαφώς της ζητήθηκε από πολλές πλευρές, να δώσει συνεντεύξεις ή οτιδήποτε άλλο για να γεμίσει τα μεγάλα μαζικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με την 40η επέτειο της σφαγής στην via Fani και την απαγωγή του Moro.

Ένα post που δημοσιεύθηκε στις 9 ιανουαρίου στο δικό της κοινωνικό πίνακα μηνυμάτων FB, και το οποίο επιβεβαίωνε ουσιαστικά την επιθυμία να μην συμμετάσχει στις διάφορες εκδηλώσεις που θα είχαν αφιερωθεί σε ένα γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τις ιταλικές συνήθειες, το θυμούνται αποκλειστικά με την ευκαιρία επετείων [ για να περιπέσει στη συνέχεια στην πιο απόλυτη λήθη), παρόλα αυτά έστρεψε ξαφνικά επάνω της τα φώτα, την ξεχασμένη προσοχή των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που ενδιαφέρθηκαν από μια πολύ πολεμική επιστολή που στάλθηκε σε μια γνωστή εφημερίδα από έναν πρώην ταξιαρχίτη που της εύχονταν να συναντηθούν στην κόλαση. Το ενοχοποιημένο post απήγγειλε την ακόλουθη φράση «Ποιος με φιλοξενεί πέρα από τα σύνορα για τις ένδοξες μέρες, τα μεγαλεία της τεσσαρακοστής επετείου;».

Από εκείνη τη στιγμή η Barbara Balzerani κατέστη ξαφνικά για όλους τους κύριους σχολιαστές της πιο διαφορετικής προέλευσης το έμβλημα της άγριας δολοφόνου που κοροϊδεύει τα θύματα των εγκλημάτων της, ζητώντας να «πάει στην Καραϊβική» (sic!) ενώ οι συγγενείς των θυμάτων κλαιν τους νεκρούς τους. Αν και το νόημα εκείνου του post ήταν πολύ διαφορετικό, όπως θα έπρεπε να είναι προφανές στον οποιονδήποτε, υπερίσχυσε η επιθυμία να αναδημιουργήσουν ξανά μετά από 40 χρόνια το «τέρας» και η Balzerani απέφυγε περαιτέρω σχόλια, ξαναρχίζοντας να γυρίζει την Ιταλία για να παρουσιάζει το τελευταίο της μυθιστόρημα, το οποίο όμως, σε αντίθεση με άλλα, ασχολείται με ένα θέμα που δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη εμπειρία της σαν brigatista, ταξιαρχίτισσα. Με την προσέγγιση της 16ης μαρτίου, πυροδοτείται ο εορτασμός των μέσων ενημέρωσης για την τεσσαρακοστή επέτειο, στον οποίο, όπως και άλλοι, αποφεύγει να συμμετάσχει ή να πει τα δικά της.

Την Κυριακή 11 μαρτίου ο δημοσιογράφος Purgatori νικώντας όλους στον χρόνο εκπέμποντας στο La 7 ένα αφιέρωμα σε δύο επεισόδια που πραγματικά αναπαράγει πλήρως τις συνεντεύξεις που δόθηκαν πριν από αρκετά χρόνια για ένα γαλλικό ντοκιμαντέρ από τέσσερις πρώην ταξιαρχίτες που συμμετείχαν στην απαγωγή του Μόρο, ένας εκ των οποίων, μεταξύ άλλων, είχε πεθάνει 5 χρόνια πριν. Το πρόγραμμα εξαπολύει τη γενική οργή ορισμένων συγγενών των θυμάτων, αλλά όχι μόνο, για τους ταξιαρχίτες που πηγαίνουν στην τηλεόραση με την ευκαιρία της τεσσαρακοστής επετείου, αν και σε κανένα από τους τέσσερις δεν είχε ζητηθεί η άδεια να χρησιμοποιηθούν εκείνες οι παλιές συνεντεύξεις που είχαν παραχωρήσει σε μια τελείως διαφορετική περίπτωση. Αντιθέτως ένας από αυτούς, που κλήθηκε ρητά να παραχωρήσει μια καινούργια από άλλον σημαντικό δημοσιογράφο αρνήθηκε ευγενικά την πρόσκληση, ακριβώς για να αποφύγει να προκαλέσει τις προβλέψιμες και συνηθισμένες διαμάχες, πολεμικές.

Ταυτόχρονα, και από πολλές πλευρές, οι πρώην ταξιαρχίτες ωστόσο επιπλήττονταν , όχι χωρίς μια κάποια εμφανή επιχειρηματολογική ασυνέπεια, πως είναι επιφυλακτικοί μάλιστα ακόμη και συνωμοτικοί με μαφιόζικο τρόπο.

Και πάλι, η Balzerani, όπως και άλλοι, αποφεύγει να εκφράσει κάποια δημόσια γνώμη για το θέμα, αλλά όταν το κοινωνικό κέντρο CPA της Φλωρεντίας την προσκαλεί να παρουσιάσει, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο, το βιβλίο της στις 16 Μαρτίου, ημερομηνία που προφανώς δεν την επέλεξε, ξεσπά μια διαμάχη και πολεμικές μόνο και μόνο επειδή προσκαλείται να παρουσιάσει, presentare, ένα βιβλίο που μιλά για κάτι άλλο, για τελείως διαφορετικά πράγματα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παραμονεύουν με κρυφά μικρόφωνα και κάμερες αποκαλύπτοντας στα τηλεοπτικά πλάνα και στο τέλος της παρουσίασης του βιβλίου κάποιον που της ζητά να εκφραστεί σχετικά με την πολεμική που διεξάγεται από τα θύματα σχετικά με το δικαίωμα λόγου και στους πρώην ταξιαρχίες.

Στην ερώτηση απαντά ότι, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα των θυμάτων να εκφράζουν τις σκέψεις τους, η αφήγηση μιας συλλογικής ιστορίας δεν μπορεί να είναι μονοπώλιο ούτε γι αυτούς, και για να εκφράσει μια έννοια, για την αξία της οποίας θα έλεγα ότι κανείς δεν μπορεί να αντιταχθεί σε τίποτα, χρησιμοποιεί μια έκφραση που εξαπολύει ακόμη περισσότερο τη συλλογική αγανάκτηση απέναντι της. «Υπάρχει μια φιγούρα, το θύμα, που έχει γίνει ένα επάγγελμα, αυτή η περίεργη φιγούρα σύμφωνα με την οποία το θύμα έχει το μονοπώλιο του λόγου. Δεν λέω ότι δεν έχουν το δικαίωμα να λένε τη δική τους γνώμη, πόσο μάλλον, αλλά δεν έχεις μόνο εσύ το δικαίωμα, δεν είναι ότι την ιστορία μπορείς μόνο εσύ να την φτιάξεις «.

Από εκείνη τη στιγμή διαβάζουμε εναντίον της τα πάντα κι ακόμη περισσότερα, στα οποία ωστόσο η ενδιαφερόμενη δεν απαντά με κανένα τρόπο, της αφιερώνονται σελίδες ολόκληρες στην εφημερίδα Corriere και επεισόδια του Matrix και είναι αυτής της ώρας η είδηση ότι η Εισαγγελία της Φλωρεντίας θα έχει » ανοίξει ένα φάκελο » εναντίον της αν και, διευκρινίζουν, ελλείψει εγκλήματος, και πως ο Δήμος της Φλωρεντίας αποφάσισε να εκκενώσει το κοινωνικό κέντρο που την φιλοξένησε και ότι ο γιος του πρώην δημάρχου Conti ανακοίνωσε αγωγή εναντίον της για δυσφήμηση .

Αυτά είναι τα γεγονότα, τις κρίσεις όπως πάντα μπορεί ο καθένας να τις κάνει από μόνος του σύμφωνα με τις διαφορετικές προθέσεις του.

Davide Steccanella

από το facebook

**********************

Σχετικά με τα μεγαλεία και σχετικά με την εξουσία των θυμάτων – Sui fasti e sul potere vittimario

Το θύμα είναι ο ήρωας της εποχής μας. Το να είσαι θύμα δίνει κύρος, επιβάλλει ακρόαση, υπόσχεται και προωθεί αναγνώριση, ενεργοποιεί μια ισχυρή γεννήτρια ταυτότητας, δικαίου, αυτοεκτίμησης. Ανοσοποιεί από κάθε κριτική, εγγυάται την αθωότητα πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πώς θα μπορούσε το θύμα να είναι ένοχο και αντίθετα υπεύθυνο για κάτι; Δεν το έκανε, του έγινε, το υπέστη. Δεν δρα, πάσχει. Στο θύμα διατυπώνονται έλλειψη και διεκδίκηση, αδυναμία και αξίωση, επιθυμία να έχει και επιθυμία να είναι. Δεν είμαστε αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που έχουμε υποφέρει, υποστεί, αυτό που μπορούμε να χάσουμε, αυτό που μας πήραν «. (Daniele Giglioli, Κριτική του θύματος )

Απόλυτοι δήμιοι και απόλυτα θύματα ενορχηστρωμένα από ένα επικοινωνιακό σύστημα στο οποίο έχει ανατεθεί η διεύθυνση της ρητορικής της κοινής μνήμης, που δοκιμάστηκε για τουλάχιστον μια δεκαετία μέσα από την «τηλεόραση του πόνου», όπως την έχει ορίσει πολύ σωστά η De Luna, και μέσα στο πλαίσιο μιας διαδεδομένης κοινής λογικής που κυριαρχείται από τον ποινικό λαϊκισμό που διασχίζει την κοινωνία αγγίζοντας αριστερά και δεξιά χωρίς πλέον διάκριση. Σε αυτό το πλαίσιο μνημονεύονται και τιμώνται, σύμφωνα με τους μηχανισμούς του παραδείγματος, του προτύπου του θύματος, και της συνωμοσίας, στενού της συγγενή, τα σαράντα χρόνια του θανάτου του Μόρο και της συνοδείας του, με όχι αδιάφορες επιπτώσεις στον ιστοριογραφικό τομέα, αλλά κυρίως στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης, δηλαδή της χρήσης του παρελθόντος στην κατασκευή του παρόντος. Μεγαλεία – εορτασμοί – που σίγουρα δεν βοηθούν στην κατανόηση του παρελθόντος, που αντικαθιστούν τη μνήμη στην Ιστορία και που κατά βάθος φαίνονται να μην σέβονται αυτούς τους ίδιους που τα θεσμικά όργανα θα ήθελαν να γιορτάσουν, να τιμήσουν.

Η ιστορία διαβασμένη ολοένα και περισσότερο μέσα σε μια δικαστική οπτική – όπου οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους ρόλους των δημίων και των θυμάτων – και συνωμοσιολογική – όπου λίγοι κουκλοπαίκτες κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα του κόσμου μηχανοραφώντας εναντίον ανυποψίαστων και αθώων μαζών – δεν είναι ένα φαινόμενο μοναχά ιταλικό. Η άνοδος του παραδείγματος-προτύπου θυματοποίησης αντιστοιχεί στην επιβεβαίωση, την επικράτηση και την παγίωση του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντέρνου, αποτελεί την ιδεολογική του βάση, εξαλείφοντας προοδευτικά από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία, την έννοια της αντιπαλότητας, της σύγκρουσης και της διαμάχης, αποπολιτικοποιώντας και παθητικοποιώντας την. Αν και δεν είναι μοναχά ένα ιταλικό φαινόμενο, η Ιταλία έχει, με κάποιον τρόπο, προτρέξει τους χρόνους και τα στάδια, αναπτύσσοντας το ακριβώς με εκείνες τις δύο δεκαετίες παρελθόντος που πηγαίνουν από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, που δεν καταφέρνει να ιστοριοποιήσει, και ιδίως με τον ένοπλο αγώνα, το πραγματικό αντικείμενο των μόνιμων εξορκισμών.

Να αφηγηθεί, μια μνήμη, κυρίαρχη πάνω σε όλες τις άλλες. Μια μνήμη που μετασχηματίστηκε ακατάλληλα αλλά όχι τυχαία σε συνώνυμο της Ιστορίας και αντικαταστάθηκε σε αυτήν. Μέχρι να την ακυρώσει, να την διαλύσει σε ιδιωτικό πόνο, στην εσωτερική και οικογενειακή διάσταση, που καταλαμβάνει το σκηνικό και ηγεμονεύει τον δημόσιο χώρο, αποκρύπτοντας τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες, και μαζί τους τις συγκρούσεις που τις κινούν, οι οποίες αποτελούν το συστατικό μέρος της Ιστορίας .

Θύμα και οικογένεια του θύματος, συγγενείς, αγιοποιημένοι στο επίσημο τελετουργικό της ημέρας μνήμης, θεσμοποιημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματικοποιημένοι επικοινωνιακά, έφτασαν να ενσωματώσουν μια υψηλότερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλάει, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη ταλαιπωρία, πόνο, καθίσταται απρόσβλητος, ακαταμάχητος, η κριτική καθίσταται προσβολή, βρισιά.  Αρκεί κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, αρκεί απλώς να αρθρώσουμε έναν άλλο λόγο που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου ώστε να εξαπολυθεί η λογοκρισία και η δημόσια επίπληξη που προκαλείται επικοινωνιακά, που δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει η διαδικασία τερατοποίησης των κυνικών δημίων. Ο λόγος τους καθίσταται απόλυτη αξία, και απόλυτη δύναμη βέτο επί των άλλων φωνών.   Είναι κατανοητό, ανθρώπινο κυρίως, από εκείνους που έχουν υποστεί απώλεια, πένθος ή προσωπικές ταλαιπωρίες και πόνους, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας, ενός συγγενούς. Η έκφραση μίσους, εκδίκησης, πικρίας είναι κατανοητές και έχουν το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός.

Διαφορετικής φύσης και διαφορετικού νοήματος, όμως, και αντιθέτως, είναι η επιχείρηση, που λαμβάνει χώρα κάτω από τα μάτια μας σήμερα, η οποία στο θεσμικό επίπεδο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατέστησε κεντρικό το ρόλο μιας τυπολογίας θύματος ειδικότερα, εκείνη του ένοπλου αγώνα των χρόνων 70-80 , τοποθετημένης σαν κεντρική φιγούρα για την ερμηνεία της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης εκείνης της περιόδου, καταλήγοντας να ενσωματώνει το νόημά της και να γίνεται το βασικό της αφηγηματικό και αναγνωστικό κλειδί, οικοδομώντας και κρυσταλλοποιώντας γύρω από την ταυτότητά της την κρατική μνήμη, γεμίζοντας με την ιδιωτική θλίψη το κενό της θεσμικής πολιτικής – άκαμπτων και ακλόνητων και γυψοποιημένων άρχουσων τάξεων, χθες όπως σήμερα – τοποθετώντας την στο κέντρο του δημόσιου χώρου, αποδίδοντάς της το μονοπώλιο του λόγου επί της Ιστορίας.

Δεν είναι όλα τα θύματα ίσα, και προέρχονται από πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από κοινωνικούς ρόλους, από το ποιοι κέρδισαν και ποιοι έχασαν, που εξαρτάται από τη διαφοροποίηση μεταξύ αδύναμων θυμάτων και ισχυρών θυμάτων, και κατά συνέπεια από αδύναμες αναμνήσεις και ισχυρές αναμνήσεις. Από τη σκοπιά που υποθέτουμε μπορεί να αποτελέσει δύσκολο να ξεχάσουμε, στην ιδιαιτερότητα της συζήτησης που μας ενδιαφέρει εδώ, για παράδειγμα, τις πολυάριθμες σφαγές προλετάριων με τις οποίες είναι κατάσπαρτη η ρεπουμπλικάνικη ιστορία ( τους πάνω από δυο κιλά κάλλυκες που ρίχτηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, στις 2 δεκεμβρίου 1968, ενάντια στους εργάτες της γης της Avola, οι οποίοι ζητούσαν αύξηση μισθού και οι οποίοι πυροβολισμοί κόστισαν τη ζωή δύο ανθρώπων, για να δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα, ποιοι τους θυμούνται; Και τους 17 νεκρούς και 88 τραυματισμένους στην Piazza Fontana μόλις ένα χρόνο αργότερα, για να εγκαινιάσουν την εποχή των σφαγών εναντίον ενός ταξικού κινήματος σε άνοδο; Πώς μπορούμε να ξεχνάμε ότι το Κράτος καταδίκασε τα μέλη των οικογενειών εκείνων των θυμάτων να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα χωρίς ούτε καν να τους δώσει μια δικαστική αλήθεια;)

Το βάρος, η ορατότητα και ο σεβασμός που οφείλονται στα θύματα που έπεσαν σε μια κοινωνική σύγκρουση που διήρκησε περίπου δύο δεκαετίες εξαρτάται από τη θέση που αυτά κατέλαβαν σε εκείνη τη σύγκρουση, από το βάρος και την ερμηνεία που αποδίδεται στη συνολική ιστορία εκείνων των χρόνων.

Από την άλλη πλευρά, τα ισχυρά θύματα, που κατέχουν εξέχουσες θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, που έπαιξαν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατασκευή της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς λόγω της ταυτότητάς τους ως θυμάτων. Σε αυτά τα χρόνια σχεδόν καθημερινά εμφανίζονταν συνεντεύξεις, δηλώσεις, τοποθετήσεις από τις σελίδες των μεγαλύτερων εφημερίδων εναντίον πρώην μαχητών του ένοπλου αγώνα, κάθε φορά που παρουσίαζαν βιβλία, ταινίες, για να διαμαρτυρηθούν εναντίον της παρουσίας τους σε συνέδρια σπουδών ή άλλες δημόσιες πρωτοβουλίες, και εναντίον όσων απλώς πρότειναν διαφορετικά κλειδιά ανάγνωσης σε σχέση με την μόνη εγκεκριμένη ομιλία, τον μόνο εγκεκριμένο λόγο για το θέμα. Περιέργως μιλούν από τα κύρια μέσα μαζικής ενημέρωσης, και ταυτόχρονα επαναλαμβάνουν την τελετουργική φόρμουλα «μόνο οι τρομοκράτες μιλούν, για εμάς η σιωπή».

Πόσο είναι παρόντας και δυνατός ο επηρεασμός και η εξάρτηση των «ισχυρών» θυμάτων και πόσο είναι απαραίτητη η κουλτούρα της δημόσιας μετανοίας σε σχέση με το παρελθόν και αναγκαία για να μπορείς να βλέπεις να σου αναγνωρίζεται και να νομιμοποιείται το δικαίωμα του λόγου στο παρόν, το δείχνει με σαφή τρόπο η δημόσια αποκήρυξη που ζητήθηκε και αμέσως επιτεύχθηκε , από ένα μεγάλο μέρος της πολυάριθμης ομάδας των τότε υπογραφόντων του μανιφέστου εναντίον του αστυνόμου Calabresi της 13ης ιουνίου 1971, οι οποίοι εν τω μεταξύ έγιναν αναπόσπαστα μέλη του establishment και της διανόησης. Ένα καλό παράδειγμα της λειτουργίας του θυματοποιημένου υποδείγματος και των επιπτώσεών του στη συγγραφή της ιστορίας και στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης.

Αυτές τις μέρες, με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για δεκαετίες σχετικά με το δικαίωμα στον λόγο ή μη των πρώην μαχητών των BR έχουν επαναπροωθηθεί, προτάθηκαν ξανά. Η υποχρέωση στη σιωπή των «δημίων» μεταφέρθηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως μάντρα: οι μη-μετανοούμενοι και αυτοί που δεν διαχώρισαν τη θέση τους τρομοκράτες πρέπει να σιωπήσουν. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργήθηκε μια αντιπαράθεση και μια πολεμική για ένα γεγονός που δεν συνέβη, δηλαδή την παρουσία στην τηλεόραση πρώην μη-μετανιωμένων και μη διαχωρισμένων ταξιαρχιτών. Προσκαλεσμένοι από όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κανένας από αυτούς δεν έδωσε συνεντεύξεις ούτε αποδέχτηκε να συμμετάσχει στα πολυάριθμα τηλεοπτικά προγράμματα, τόσο ώστε να έχει χρησιμοποιηθεί υλικό από ντοκυμαντέρ που έχουν ήδη δημοσιευθεί εδώ και πολύ καιρό και όχι ιταλικά για να εκθέσει την παρουσία τους. Ωστόσο ξεσπούν κραυγές ενάντια στον πρωταγωνιστικό τους ρόλο. Προσπαθούν να τους κάνουν να μιλήσουν, τους ψάχνουν, και στη συνέχεια να φωνάξουν για το γεγονός ότι μιλούν. Μεταξύ άλλων, αυτοί που εφορμούν ενάντια στους μη-μετανιωμένους και μη διαχωρισμένους, παραλείπουν να λένε ότι αναφέρονται σε εκείνους που εξέτισαν πολλά χρόνια στη φυλακή (και κάποιοι, περίπου είκοσι άτομα, εξακολουθούν να εκτίουν ποινές).

Εκείνοι που θα ήθελαν να σιωπήσουν τους μη μετανιωμένους ή μη διαχωρίσαντες τη θέση τους, πράγματι, ασφαλώς γνωρίζουν ότι αυτές οι δύο κατηγορίες, πέραν του θρησκευτικο-ηθικού φορτίου που οι όροι αυτοί προκαλούν και θυμίζουν για την κοινή λογική, είναι πρωτίστως νομικές κατηγορίες, από τις οποίες πάντα νομικά ακολουθεί μια τρίτη, εκείνη των αμετακίνητων – η οποία συλλέγει, πέρα από τις διάφορες θέσεις που λήφθηκαν τότε από τον καθένα, όλους εκείνους που δεν εμπίπτουν στις δύο πρώτες – με τις οποίες το ιταλικό Κράτος μέσα από τη νομοθεσία της εξαίρεσης [έκτακτης ανάγκης] έχει επιλύσει, στο δικαστικό επίπεδο, την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του 70 διανέμοντας ποινές, παρέχοντας εκπτώσεις και αθωώσεις σύμφωνα με το βαθμό συνεργασίας. Εκείνοι που δεν μετάνιωσαν και όσοι δεν διαχώρισαν τη θέση τους είναι επομένως αυτοί που δεν έχουν επωφεληθεί από τα οφέλη που παρέχονται από τους νόμους για τη μετάνοια και τη διάσταση, τον διαχωρισμό.

Εκείνοι δηλαδή που έχουν πληρώσει χωρίς έκπτωση! Θα πρέπει να το γνωρίζουν οι εξτρεμιστές που ζητούν αυστηρή δικαιοσύνη και θα επιθυμούσαν την εφαρμογή ενός είδους πολιτικής και κοινωνικής ισόβιας ποινής, τον μόνιμο αποκλεισμό τους από τους δημόσιους χώρους. Σε κάθε περίπτωση, τα θύματα των BR δεν μπορούν να πουν ότι δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τα άλλα θύματα εκείνης της εποχής, πρώτα απ ‘όλα για εκείνα των σφαγών, φαινόμενο που από τη φύση και την προέλευση του δεν είναι συγκρίσιμο με τον ένοπλο αγώνα αλλά το οποίο συνδέεται αδιανόητα, αδιακρίτως με αυτόν, σαν να επρόκειτο για το ίδιο πράγμα, φαινόμενο το οποίο στοίχισε αδιακρίτως εκατοντάδες νεκρούς οι οποίοι παρέμειναν χωρίς υπεύθυνους. Θα ήταν αρκετή, δεδομένου του χρόνου που έχει περάσει , αν όχι μια δικαστική αλήθεια, τουλάχιστον λιγάκι ιστορική αλήθεια, αλλά φαίνεται πως τα θεσμικά όργανα που έχουν εξαγριωθεί εναντίον των πρώην BR δεν νιώθουν καμία πίεση γι αυτήν.

Μένει να αναρωτηθούμε, αφού οι λογαριασμοί με τη δικαιοσύνη έχουν διευθετηθεί, και τα θύματα, στην προκειμένη περίπτωση οι νικητές, δικαιώθηκαν, προς τι η θεσμοθετημένη μνησικακία; Από πού προέρχεται και ποια είναι η λειτουργία της μνησικακίας των νικητών που παρουσιάζονται, ή τους παρουσιάζουν, με το ένδυμα των θυμάτων; Το πρότυπο θυματοποίησης και η κοινή μνήμη που με αυτό θα ήθελαν να περάσουν, αντιπροσωπεύουν την πιο πρόσφατη φόρμουλα για να απελευθερωθούν από το στενάχωρο βάρος μιας ιστορίας που τους φέρνει σε δύσκολη θέση, μιας ιστορίας που ποτέ δεν έχει αφομοιωθεί, δεν την κατάπιαν ποτέ, την οποία επιδιώκουν να ρευστοποιήσουν ως ανθρωποκτονική και ιδεολογική τρέλα, εκθιάζοντας και δοξολογώντας την απόλυτη αθωότητα από τη μια πλευρά και το απόλυτο κακό από την άλλη, σε ένα είδος infantilization, απλοποίησης της Ιστορίας, [μιλάμε για παιδισμό] και που έχει ανάγκη τη συνωμοσιολογία ώστε να διατηρηθεί χρονικό, αφήγηση, καταγραφή.

Όπως έγραψε ο Agamben πριν από 20 χρόνια, η αναγνώριση που δεν έγινε του  πραγματικά πολιτικού χαρακτήρα της σύγκρουσης εκείνων των χρόνων από τις κυρίαρχες τάξεις της εποχής και τις τρέχουσες, αφήνει την περίοδο εκείνη ως ανοιχτό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να γίνει παρελθόν. Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας του θέματος. Οι συγγενείς των θυμάτων, ορισμένων θυμάτων, δεν κατέχουν το μονοπώλιο της Ιστορίας, δεν μπορούν να ενεργήσουν, όπως αποτελεσματικά συνοψίζει ο Giglioli, ως «Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιστορίας». Δεν μπορούν να σιωπήσουν εκείνους που ήταν μέρος της ιστορίας, επιβάλλοντας τους μια πρόσθετη ποινή εκτός από εκείνη που έχουν εκτίσει. Γιατί μαζί με αυτούς σιωπούν και όσους εκείνη την ιστορία προσπαθούν να την κατανοήσουν και να της δώσουν διαφορετικές αναγνώσεις από εκείνη που τίθεται από την κοινή μνήμη, έχοντας κάθε δικαίωμα να το πράξουν.

Silvia De Bernardinis

https://favacarpendiem.wordpress.com/2018/03/23/come-si-costruisce-mediaticamente-il-mostro-il-fatto/

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η ένοπλη πάλη, η αριστερά και το Εννιακόσια – La lotta armata, le sinistre e il Novecento

το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να μην περάσει χρειάζονταν μια ήττα των εργατών, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων, και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας

Εισαγωγή του επιμελητή

Ποιος είναι ο Sergio Segio λέγεται σύντομα: μεγάλωσε στο Sesto San Giovanni, στα βόρεια προάστια του Μιλάνο, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Statale ξεκινά να ασχολείται με την πολιτική για να ενταχθεί στην Lotta Continua. Το 1976 ιδρύει την ένοπλη οργάνωση Prima Linea. Στις 29 ιανουαρίου 1979 είναι ο εκτελεστής της δολοφονίας του δικαστή Emilio Alessandrini, στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνει έναν άλλο δικαστή, Guido Galli. Στις 3 Ιανουαρίου 1982, κατάφερε με επιτυχία μια επιχείρηση για να αποδράσουν τέσσερις κρατούμενες από τη φυλακή του Rovigo, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του Susanna Ronconi (απεικονίζεται στα δεξιά με τον Segio). Συνελήφθη στο Μιλάνο στις 13 ιανουαρίου 1983, σε ηλικία είκοσι επτά ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη, στη συνέχεια μετατρέπεται σε φυλάκιση τριάντα ετών σύμφωνα με το νόμο Gozzini. Βγαίνει από τη φυλακή το 2004, στην ηλικία των 49 ετών, τελευταίο μέλος της Prima Linea που θα ανακτήσει την ελευθερία. Το 2005 έγραψε τη Miccia corta. Μια ιστορία της Prima Linea, της Πρώτης Γραμμής (που δημοσιεύτηκε από τον οίκο DeriveApprodi) και το επόμενο έτος για τον Rizzoli. Πέρυσι η βιογραφία του ήταν το θέμα μιας ταινίας του Renato De Maria, της La Prima Linea.

Σήμερα, ο Segio ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με το σωφρονιστικό σύστημα και τη δικαιοσύνη, τα ναρκωτικά και την τοξικομανία, τον εθελοντισμό και τα νέα κινήματα, συνεργαζόμενος μεταξύ άλλων με τον Όμιλο Abel και τον Don Luigi Ciotti, με το συνδικάτο CGIL, με το πολιτιστικό κέντρο San Fedele του Μιλάνο και με τον πρώην χρηματοδότη Sergio Cusani (πηγή: wikipedia).

Δεν τον γνώρισα προσωπικά, απλά του έστειλα τις ερωτήσεις με mail και αυτός με ευγένεια – ύστερα από λίγη αναμονή, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που του απηύθυνα» – μου απάντησε. Μέχρι πρόσφατα ήταν ένα από τα πολλά ονόματα που ανέφεραν οι ιστορικοί σχετικά με τα διάφορα κινήματα του ένοπλου αγώνα, και μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη μητέρα μου, βρίσκω ένα βιβλίο στο κομοδίνο της: Μια ζωή στην Πρώτη Γραμμή, Una vita in Prima Linea. Μια αποφασιστικά ασυνήθιστη ανάγνωση. Παραξενεύτηκα και ενδιαφέρθηκα. Απαντά ότι το δοκίμιο γράφτηκε από τον Sergio Segio, έναν συμμαθητή της κατά τη διάρκεια του γυμνασίου στο Sesto, ενώ ο παππούς μου μοχθούσε στο εργοστάσιο Falck και η γιαγιά μου φρόντιζε το οικογενειακό μπαρ στη Viale Casiraghi. Και ότι εκείνος ο Segio, όταν μεγάλωσε, έγινε επικίνδυνος τρομοκράτης. Η περίεργη και ελαφριά αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ήσυχη ιστορία της οικογένειάς μου και στην Ιστορία που διάβασα στα βιβλία του Ίντρο Μοντανέλι, του Indro Montanelli, του Giorgio Galli και του Mario Calabresi μου άναβε φωτιές. Καταβροχθίζω το βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες. Μετά, συμπτωματικά, μερικές εβδομάδες αργότερα βγαίνει στον αέρα και η ταινία με πρωταγωνιστή τον Riccardo Scamarcio. Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν, τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία, είναι οι θεμελιώδεις και αντιφατικές στήλες της πιο πρόσφατης ιστορίας της Ιταλίας, έχοντας ωριμάσει με τον πιο αποτελεσματικό λογοτεχνικό τόπο: την άμεση μαρτυρία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο να εμβαθύνω περισσότερο το ζήτημα.

Ελπίζω ότι αυτή η σύντομη συνέντευξη θα επιτύχει, μέσα στα όριά της, να παραδώσει στον αναγνώστη μια επαρκώς χαρακτηριστική εικόνα του ποιος ήταν ο Sergio Segio, ποια υπήρξε η αριστερή τρομοκρατία, οι ευθύνες και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της πολιτικής και ποια από τα χιλιάδες πρόσωπα της Ιταλίας της δεκαετίας του ’70 κοσμούσαν τα μάτια των πολιτών. Χωρίς ποτέ να ξεχνάμε, ούτε για μια στιγμή, τα θύματα της τρομοκρατίας. Και τους ανθρώπους που τους αγαπούσαν.

Milano, 23 ιανουαρίου 2010

M.A.B.

1. Πριν από λίγο καιρό υπήρξε η τεσσαρακοστή επέτειος της σφαγής της Piazza Fontana, που θεωρήθηκε ομόφωνα η αρχή των χρόνων του Μολυβιού. Σύμφωνα με τους ιστορικούς,δύο κύματα αριστερής τρομοκρατίας είναι αναγνωρίσιμα: το πρώτο άμεσο γέννημα του κλίματος που επικράτησε μετά την Πλατεία Φοντάνα, η οποία βρίσκει την ενσάρκωση της στις ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών των Curcio, Franceschini και Cagol, το δεύτερο κύμα μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ του 1976 και του 1977, με τη σύλληψη του Curcio και την έλευση του Moretti στην κεφαλή των BR, η γέννηση της Prima Linea και οι αναταραχές στα πανεπιστήμια που ξεκίνησαν τον φεβρουάριο του ’77. Ποια κίνητρα και ποιες αιτίες οδήγησαν τη γενιά σου, ήσουν μόνο ένας έφηβος στην εποχή της Piazza Fontana, δέκα χρόνια μετά το πρώτο κύμα να αναλάβεις, να ξεκινήσεις τον ένοπλο αγώνα;

Δεν πιστεύω ότι υπήρξαν δύο ξεχωριστές και διαχωρίσιμες φάσεις του ένοπλου αγώνα: υπήρξε μια φάση επώασης, θεωρητικοποίησης, πειραματισμού, προπαγάνδας και στη συνέχεια, με μια φυσική εξέλιξη, μια φάση ανάπτυξης. Φάσεις που ακολούθησαν, αν και με τρόπο κλιμακωτό χρονικά, τις δυναμικές και τις καμπύλες ανάπτυξης και κρίσης του κινήματος και των εργατικών αγώνων εκείνων των ετών.
Εάν η ανατολή του ένοπλου αγώνα μπορεί να βρεθεί στην υψηλή φάση των αγώνων, η επεκτατική φάση αντιστοιχούσε αντ ‘αυτού στην φάση της αναδίπλωσης του κινήματος, ιδιαίτερα εκείνου του 77, του οποίου η παρακμή και η εξάντληση παρήγαγαν ένα κύμα στρατολόγησης εντός των μαχόμενων οργανώσεων.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η προηγούμενη φάση είδε τη γέννηση των πρώτων οργανώσεων μάχης σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος με την εξάντληση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και ήταν μεγάλες σε μέγεθος, στα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι δύο μεγάλες δεξαμενές της Prima Linea – η οποία γεννιέται επίσημα το 1976, αλλά το σχέδιο της οποίας λειτουργούσε από το 1974, έτσι όπως οι αγωνιστές της, οι μαχητές της ήταν ενεργοί ήδη από αρκετό χρόνο, συχνά αποτελώντας μέρος των δομών της περιφρούρησης, που ήταν και οπλισμένες, των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ήταν ο χώρος της εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οργάνωση που διαλύθηκε ήδη από το 1973 και, κυρίως, οι προοδευτικές ρήξεις και διαρροές από τη Lotta Continua, η οποία όμως θα διαλυθεί μόνο το 1976.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια ακολουθία συνέχειας και ρήξεων μέσα σε μια επαναστατική υπόθεση και ένα έντονα πολιτικοποιημένο και συγκρουσιακό πλαίσιο και συγκυρία, όχι σαν μια «ώρα x» ή ως μια απόφαση που πάρθηκε στο τραπέζι. Μερικοί συγγραφείς, σχετικά με εκείνα τα πρώτα χρόνια, μίλησαν για έναν «υφέρποντα εμφύλιο πόλεμο», για ένα μακρύ κύμα της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου.
Ο Karl von Clausewitz έγραψε ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Στην πραγματικότητα, πιο σωστά, είναι ένας εκφυλισμός της πολιτικής, και εκείνα τα «άλλα μέσα» είναι οι βαρβαρότητες των σφαγών και του αίματος, της δολοφονίας ανθρώπων που θεωρούνται εχθροί, και ως εκ τούτου αποανθρωπισμένοι.
Αυτό ισχύει για τον πόλεμο, αλλά ισχύει και για την τρομοκρατία. Και είχε επίσης ισχύ, σε μικρότερο βαθμό και για εμάς, πριν από 30 χρόνια. Όταν, όπως συνηθίζαμε να λέμε τότε, αποφασίσαμε να περάσουμε από τη δύναμη της λογικής στους λόγους,στη συλλογιστική της βίας. Και στην πραγματικότητα, ο πολιτικός διάλογος στην Lotta Continua, στην οποία πολλοί από εμάς ήταν στρατευμένοι – ξεκίνησε το 1972 και τελείωσε το 1974 με την έξοδο πολλών από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ονομάστηκε ακριβώς έτσι: «ζήτημα της δύναμης, της ισχύος».

Έτσι, τουλάχιστον για μένα και για εκατοντάδες άλλους συντρόφους, άρχισε η πορεία του ένοπλου αγώνα. Μια τροχιά που γεννήθηκε από ένα μείγμα ατομικών επιλογών και εξαναγκασμών και ένα πολύ ιδιαίτερο πλαίσιο,συγκυρία, όπως ήταν η ιταλική στις αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα. Ένα πλαίσιο , μια συγκυρία – λέξη σήμερα που έχει εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο όσον αφορά τον ιστορικό προβληματισμό για εκείνα τα χρόνια, αλλά απαραίτητη αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε τα φαινόμενα και όχι μόνο να τα εξορκίσουμε και να τα δαιμονοποιήσουμε – που χαρακτηρίζεται συνοπτικά::
– από ένα πολύ ευρύ εργατικό και φοιτητικό κίνημα, το οποίο αποτελούσε το μακρύ κύμα του 68-69, μια ιταλική ανωμαλία, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που γνώρισαν επίσης τις αναταραχές του ’68,
– από τη ριζοσπαστικότητα που εκφράζεται αυτό, δηλαδή από την ισχυρή ιδεολογικοποίηση του και από μια συνεχή πρακτική αντιφασισμού και βίας και στους δρόμους και τις πλατείες, η οποία έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική και μαζική στο 77,
– από την παρουσία μιας δεξιάς σφαγών, από ισχυρές νεοφασιστικές ομάδες και νεοναζί που οργανώνονται στρατιωτικά, καλύπτονται και χρησιμοποιούνται από ιταλικούς κρατικούς τομείς και υποστηρίζονται από ξένες χώρες υπό δικτατορικό καθεστώς, κυρίως την Ελλάδα: στις πορείες στη Ρώμη ή στο Μιλάνο η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία» και οι νεοφασίστες φώναζαν: » Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη «, ενώ στην πρωτεύουσα διαδήλωναν εκείνοι που αποκαλούνταν» Φίλοι των ενόπλων δυνάμεων «, υπό την ηγεσία του στρατηγού των καραμπινιέρων, στη συνέχεια επικεφαλή των μυστικών υπηρεσιών, Giovanni De Lorenzo, φωνάζοντας «Αρκετά με τα μπουρδέλα, θέλουμε τους συνταγματάρχες»,
– από μια συνεχή και βίαιη καταστολή από τις δυνάμεις της τάξης, η οποία συχνά προκάλεσε θανάτους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, θανάτους που παρέμειναν κανονικά ατιμώρητοι
– από κομμάτια θεσμών που εκτρέπονταν και συνέπαιζαν με νεοφασιστικές ομάδες – από τομείς των πολιτικών δυνάμεων, και ειδικότερα από τη χριστιανοδημοκρατία DC, εξίσου προσανατολισμένους να καλύπτουν και να χρησιμοποιούν τόσο τις αποκλίσεις-εκτροπές της αστυνομίας όσο και τις φασιστικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις,
– από το μακρύ κύμα της κληρονομιάς της Γιάλτας και τον διαχωρισμό του κόσμου σε μπλοκ και από παραστρατιωτικές δομές και πολιτισμούς ιδεολογικής αντιπαράθεσης που και στην Ιταλία, είχαν προκύψει
– από τη συμφόρηση, την δυσχέρεια των αγώνων και κάθε χώρου κριτικής και ριζοσπαστικής πολιτικής ευκινησίας αποτέλεσμα της θεωρητικοποίησης και στη συνέχεια της πρακτικής του ιστορικού συμβιβασμού από πλευράς του κομουνιστικού κόμματος PCI, μετά το πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή.

Σήμερα έχει αφαιρεθεί από τη συλλογική μνήμη, από τις εφημερίδες και τα βιβλία, αλλά εκείνο ήταν το κλίμα, αυτά ήταν τα θεσμικά όργανα. Εν ολίγοις, υπήρξε ένας πυροκροτητής αποτελούμενος από ένα αναπόσπαστο μείγμα παραγόντων, εκτός από εκείνους τους προσωπικούς και συναισθηματικούς παράγοντες: και εδώ ένας ισχυρός αλλά αποφασιστικός ρόλος υπήρξε στην πραγματικότητα η μητέρα όλων των σφαγών, εκείνη της Piazza Fontana.
Στην τρέχουσα ρεβιζιονιστική μανία, που αποσκοπεί στο να αποδίδει στην αριστερά κάθε ενοχή και να απαλλάσσει τη δεξιά, ακόμη και την ριζοσπαστική και ρητά φασιστική, και γενικότερα το πολιτικό σύστημα της Πρώτης Δημοκρατίας και των δύο οδηγών πυλώνων της, DC και PCI, ορισμένοι λένε ότι δεν είναι αλήθεια ότι η σφαγή εκείνη οδήγησε στο να «χάσει την αθωότητα» της μια γενιά, ότι δεν είναι αλήθεια ότι εκείνο είναι το σημείο ενεργοποίησης των ένοπλων και βίαιων αποτελεσμάτων, συνεπειών, γιατί σε κάθε περίπτωση, ακόμη και πριν, υπήρχαν βίαιες θεωρητικοποιήσεις και πρακτικές στα αριστερά. Και εδώ αρκεί να εξετάσουμε τις στατιστικές, οι οποίες δείχνουν ότι από το 1969 έως το 1973 το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας που πραγματοποιήθηκαν ήταν το έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975.

Πιστεύω αντ ‘αυτού ότι ένα σημαντικό μερίδιο αυτής της γενιάς είδε, αντιλήφθηκε και επεξεργάστηκε τη σφαγή της Piazza Fontana σαν ένα πραγματικό σημείο μη επιστροφής και ως απόδειξη ότι, πέρα από ένα ορισμένο όριο, οι ειρηνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να οδηγήσουν πουθενά, παρά στην καταστολή , ότι σε αυτό το είδος τρομοκρατίας έπρεπε να απαντήσουν διαφορετικά και όχι μόνο με μαζικές διαδηλώσεις.
Εκείνη την εποχή, πολλοί από εμάς αποκτήσαμε συνείδηση μιας βαθιάς ανομίας, αδικίας που αποτέλεσε την πρωταρχική, συχνά αποφασιστική, αναγκαιότητα και κίνητρο για την εξτρεμιστική και μετά ένοπλη πολιτική πολιτοφυλακή. Αυτή η κατάσταση της ανομίας μας φαίνονταν άμεση συνέπεια της ατιμωρησίας που είχε πάντα ο Κρατικός μηχανισμός και ορισμένοι τομείς του νεοφασισμού που συνδέονταν με τον πρώτο, και, γενικότερα, της έλλειψης ή της ανεπαρκούς αναπαραγωγής στο πολιτικο-θεσμικό επίπεδο των συλλογικών απαιτήσεων, των ριζοσπαστικών διεκδικήσεων, των αιτημάτων για μετασχηματισμό που εξέφρασαν τα μαζικά εργατικά και τα φοιτητικά κινήματα το 68-69.
Κατάσταση ατιμωρησίας και έλλειψη αναπαραγωγής-προσαρμογής παρήγαγαν σε εμάς μια έντονη τάση προς την υποκατάσταση, την αναπλήρωση, και αυτή εκφράστηκε στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε και να διαχειριστούμε μια «εναλλακτική δικαιοσύνη», επαναστατική, μέσω της επιβεβαίωσης, της κήρυξης ενός ουσιαστικού δικαίου, αληθινού, αντιτιθέμενου σε ένα τυπικό μη εκπληρούμενο, ασυνεπές δίκαιο.

2. Πώς θεωρούσατε την πολιτική του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε αυτή την ιστορική περίοδο;

Συμβιβαστική και ηττοπαθή και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Όπως η σφαγή της Piazza Fontana, έτσι και τα γεγονότα αυτά ανέλαβαν τα περιγράμματα ενός κομβικού σημείου, μετά το οποίο τίποτα δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να παραμείνει όπως πριν. Από την άλλη πλευρά, το PCI του Enrico Berlinguer αντέδρασε στην σοβαρή εσωτερική και διεθνή κατάσταση αποκηρύσσοντας την αντιπολίτευση. Υποστηρίζοντας την πρότασή του για έναν ιστορικό συμβιβασμό με την DC, ο Berlinguer έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση της εκλογικής νίκης του, ακόμη και αν έφτανε στο 51% των ψήφων, η κυβέρνηση της αριστεράς δεν θα μπορούσε να είναι εγγυημένη στην Ιταλία. Εκ νέου, για εμάς αυτό φάνηκε να λέει – και πράγματι έλεγε – ότι η δημοκρατία ήταν καθαρή μυθοπλασία, ότι δεν ήταν αρκετό να κερδίσεις τις εκλογές για να μπορείς να κυβερνήσεις, ότι η Ιταλία ήταν μια χώρα με περιορισμένη κυριαρχία. Αυτή ήταν η θεωρητικοποίηση που έγινε και η οποία μπροστά και αντιμέτωπη με τους αυταρχικούς και πραξικοπηματικούς κινδύνους, που αναγνωρίστηκαν όχι μόνο πραγματικοί και συγκεκριμένοι, αλλά εντελώς τρέχοντες και «πάντα διαφαινόμενοι και επικείμενοι» από το ίδιο το PCI, τις παρεμβάσεις και την επιρροή των ΗΠΑ και της ατλαντικής συμμαχίας, το κόμμα αυτό αντί να πληροφορήσει, να καταγγείλει,να αντιδράσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο, έπρεπε να συμφωνήσει με τις δυνάμεις που απειλούσαν τη δημοκρατία, με τη DC που κάλυπτε και χρησιμοποιούσε τους συνομωτικούς μηχανισμούς, την απάτη και την εξαπάτηση.
Στα μάτια μας και στις σκέψεις της κριτικής αριστεράς, τα αιτήματα του Μπερλινγκουέρ αποτελούσαν το φυσικό σημείο άφιξης της μακράς πορείας ενός ρεφορμισμού ανίκανου για μεταρρυθμίσεις και πραγματική αλλαγή. Αυτό βοήθησε στην ριζοσπαστικοποίηση των απόψεών μας και των πρακτικών μας και, αφετέρου, η συμμαχία ΚΚΙ-DC, η απόρριψη της αντιπολίτευσης, καθόρισε το προοδευτικό κλείσιμο των χώρων και της πολιτικής ευκινησίας για τους αγώνες και τα κινήματα και μια μεγαλύτερη ελευθερία στην καταστολή από το κράτος.

Η επίδειξη και η τραγική έκβαση αυτού θα γίνουν εμφανή το 77, όταν στη Μπολόνια οι καραμπινιέροι σκότωσαν έναν νεαρό αγωνιστή της Lotta Continua, τον Francesco Lorusso, που πυροβολήθηκε στην πλάτη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Το PCI, αντί να καταδικάζει τη δολοφονία του φοιτητή, επιτέθηκε «στον ρόλο εκφοβισμού και προβοκάτσιας των neosquadristici ομάδων».  [squadrismo είναι η οργάνωση των φασιστικών ομάδων σε τάγματα εφόδου. Εκείνο το διάστημα το ΚΚΙ συνέκρινε τους φασίστες με τους συντρόφους, αποκαλώντας τους εδώ νεοφασίστες!]
Έτσι λοιπόν η κόκκινη Μπολόνια έγινε το γυμναστήριο μιας νέας φάσης και ενός μη αναστρέψιμου ανταγωνισμού μεταξύ της παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς και των νέων κινημάτων. Από τη μια πλευρά, υπήρξε ένα ολοένα και πιο βίαιο και ριζοσπαστικό κίνημα, από την άλλη, η πρακτική συμμαχία στην κατασταλτική λειτουργία μεταξύ της DC του Francesco Cossiga και του PCI του Ugo Pecchioli, με τα τανκς που αναπτύσσονται στους δρόμους.
Ειλικρινά, τα τελευταία χρόνια, ο Cossiga παραδέχθηκε: «Υπήρξαμε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση στους εργάτες, τους εντυπωσίαζαν θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες. (…). Αποστέλλοντας στη Μπολόνια, μετά το θάνατο του Λορούσο, τα θωρακισμένα των καραμπινιέρων με τα πολυβόλα, που τα υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα οι μπολονιέζοι κομμουνιστές (…) πολλοί μετακινήθηκαν προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Πρώτη Γραμμή »  Και πάλι: «Εξάλλου ήμουν εγώ και ένα μέλος του κόμματος του Napolitano, ο Ugo Pecchioli που οργανώσαμε μια επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου για να μετατρέψουμε τους κόκκινους τρομοκράτες σε κοινούς εγκληματίες. Ο Pecchioli, ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, οργανωτής της Gladio Rossa, ασχολήθηκε πολύ με αυτά τα πράγματα. Μας είχε παραδώσει τα ονόματα εκείνων που δεν είχαν ανανεώσει την κάρτα μέλους του PCI (πιθανούς νεοσύλλεκτους [στην ένοπλη πάλη]). Και χάρη σε αυτόν, διεισδύσαμε νεαρούς του ΚΚΙ στην αυτονομία που έκαναν τότε για εμάς τους κατασκόπους ».

Μέχρι σήμερα, από το πρώην κομμουνιστικό κόμμα δεν υπήρξε καμία ένδειξη μετάνοιας σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Φυσικά, à la guerre comme à la guerre. Μπροστά στην εμβάθυνση και την επέκταση της βίας, από την δική του οπτική, το PCI θεμιτά πίστευε ότι ο πρωταρχικός εχθρός που θα έπρεπε να νικήσει. με οποιοδήποτε μέσο, ήταν εκείνο το ανώμαλο κίνημα του 77, ο πολλαπλασιασμός των ένοπλων και παράνομων ομάδων .  Αλλά στη βάση αυτού του εκφυλισμού και εκείνης της ανάπτυξης υπήρχαν και τα σφάλματα και οι πολιτικές μυωπίες του ΚΚI, και γενικά μια ιδέα της αυταρχικής και με πολιτική αποκλεισμού δημοκρατίας, που επίσης θεωρητικοποιήθηκε από το ίδιο κόμμα με τις παρεμβάσεις του Asor Rosa σχετικά με τις »δύο κοινωνίες», που στην Μπολόνια ήρθαν αντιμέτωπες: η« οργανωμένη εργατική τάξη », οι εγγυημένοι, αφενός, και οι νεαροί προλετάριοι, οι επισφαλείς, οι άνεργοι, τα νέα κινήματα, αφετέρου.

3. Ο Ίντρο Μοντανέλι, Indro Montanelli γράφει – στην δική του Ιστορία της Ιταλίας – στην προσπάθεια να βρεθεί ένας λόγος για τη δολοφονία που εντυπωσίασε περισσότερο την κοινή γνώμη, εκείνη του δικαστή Emilio Alessandrini: «Και πάλι διαβασμένες με τη μεγαλύτερη δυνατή προθυμία να καταλάβουμε, αν όχι να δικαιολογήσουμε, οι εξηγήσεις που έδωσαν οι δολοφόνοι που οδηγούσε ο Marco Donat Cattin για την εκτέλεση του Alessandrini παραμένουν βασανιστικές, στα όρια του παραληρήματος (…). Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν (…) τις έννοιες που ενέπνευσαν τους τρομοκράτες. Και είπαν ότι αυτοί υπάκουαν σε έναν κανόνα που πάντα σεβάστηκε ο αριστερός εξτρεμισμός: εκείνον του να θεωρούνται οι ρεφορμιστές, μεταρρυθμιστές, περισσότερο επικίνδυνοι των συντηρητικών, οι «κλειστοί» εχθροί πιο ύπουλοι των «ανοικτών», ο Moro χειρότερος από τον Scalfaro, ο Alessandrini χειρότερος από τον Sossi. Αυτός ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόστηκε στη συνέχεια στην «εκτέλεση» του Walter Tobagi ». Πόση αλήθεια υπάρχει στην ερμηνεία του δημοσιογράφου του Fucecchio;

Σίγουρα ο Montanelli έγραψε οξεία λόγια, πέρα από τα επίθετα. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους μαξιμαλιστές και τους μεταρρυθμιστές είναι μια ιστορική σταθερά. Σίγουρα αυτό δεν εφευρέθηκε από την Πρώτη Γραμμή. Δοσμένη από το 1921 του κομμουνιστικού συνεδρίου του Λιβόρνο, από τη ρωσική επανάσταση και ακόμη νωρίτερα από τις κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα και από την ίδια την γαλλική επανάσταση. Μια συχνά αιματηρή σύγκρουση, με θύματα όχι μόνο στη μία πλευρά, υπενθυμίζουμε για παράδειγμα τη δολοφονία της Rosa Luxembourg και του Karl Liebknecht και την σκληρή καταστολή των σπαρτακιστών από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στη Γερμανία των πρώτων δεκαετιών του Εικοστού αιώνα.
Αυτό, φυσικά, δεν δικαιολογεί τίποτα. Μα είναι η πολιτική ανθρωποκτονία ως τέτοια που είναι αποκλίνουσα μορφή πάλης. Μερικές φορές, ωστόσο, στην επακόλουθη ανάγνωση εκείνων των ετών, θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να υπάρχουν κάποιες κατανοητές δολοφονίες και άλλες τρελές και παράφρονες, ειδικά αυτές που αντιμετώπισαν οι ρεφορμιστές, ειδικότερα ο Alessandrini και ο Tobagi.
Όσο για όλα τα άλλα, και από αυτή την οπτική, εμείς οδηγήσαμε στις πιο ακραίες, τραγικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες μια σκέψη που είχαμε κληρονομήσει από τους πατέρες μας, δηλαδή από τα κομμουνιστικά κινήματα του Εικοστού αιώνα. Σύμφωνα με την οποία ο πιο ύπουλος και θανατηφόρος εχθρός κάθε επανάστασης είναι, ακριβώς, ο ρεφορμισμός. Από την άλλη, συμμετρικά και πολύ πριν από την ίδια την ύπαρξή μας, για το PCI, ο προνομιούχος εχθρός υπήρξε πάντα εκείνος στα αριστερά του: οι αναρχικοί και το POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο Bordigismο και οι Τροτσκιστές της κόκκινης Σημαίας κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, η ομάδα του «il manifesto» το ’68, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, η αυτόνομη αριστερά και τέλος η ένοπλη αριστερά στη δεκαετία του ’70.

Εκείνη τη στιγμή ο Αλεσσαντρίνι αντιπροσώπευε για εμάς το Κράτος, τη δικαιοσύνη που διαχειριζόταν τους νόμους έκτακτης ανάγκης, που είχε αποδεχθεί την «εκπροσώπηση» από την πολιτική για να αντιταχθεί στα κινήματα και να νικήσει τις ένοπλες οργανώσεις. Μια λειτουργία στην οποία η ιδεολογία του Κράτους ανακτήθηκε επίσης από την αριστερά ως αξία που έπρεπε να την υπερασπιστεί και όχι ως έκφραση της ισορροπίας δυνάμεων, της κυριαρχίας μιας πολιτικής πλευράς και μιας τάξης επί των άλλων.
Για την αριστερά στην κυβέρνηση, μετά την επιλογή του ιστορικού συμβιβασμού, το Κράτος των σφαγών είχε γίνει ένα φετίχ που έπρεπε να υιοθετηθεί, και όχι πλέον να ξεσκεπαστεί και να ανατραπεί. Οι δημοκρατικοί δικαστές, μερικοί από τους οποίους μέχρι πριν λίγο θεωρούνταν «πέμπτος πυλώνας και πέμπτη φάλαγγα» της επανάστασης μέσα στα θεσμικά όργανα, τώρα στα ίδια θεσμικά όργανα μέσα έθεταν υποψηφιότητα να γίνουν επιστύλια, ένα προηγμένο τμήμα που εξασφάλιζε νέα αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα σε έναν μηχανισμό αυταρχικής εξουσίας , από πάντα αφιερωμένο στην υπεράσπιση των προνομίων της αστικής τάξης, για να εγγυάται την ατιμωρησία στην αστυνομία και τους μηχανισμούς που προήγαγαν και διαχειρίζονταν τη «στρατηγική της έντασης». Και εξασφάλιζαν τη γνώση των κινημάτων, κατέχοντας τους πολιτιστικούς «κώδικες» αυτών.
Σήμερα πιστεύω ότι η ανάλυση μας εκείνων των χρόνων ήταν λάθος, αλλά δεν ξέρω αν ήταν «στα πρόθυρα του παραληρήματος», όπως έγραψε ο Montanelli. Φυσικά ήταν ανάλογη με εκείνη πολλών άλλων κομματιών του αριστερού χώρου εκείνης της εποχής, ακόμη και τομέων της Magistratura Democratica, δηλαδή του ίδιου ρεύματος στο οποίο ανήκε ο Alessandrini.

Όντος, μια κρίση ανησυχίας σχετικά με τον νέο και αυξανόμενο ρόλο του δικαστικού σώματος, την ευθυγράμμισή του στο χτύπημα των αγώνων και του κινήματος πίσω από την ομπρέλα της έκτακτης ανάγκης και της υπεράσπισης της τάξης, την πολιτισμική μετατόπιση της αριστεράς που την οδήγησε να »γίνεται Κράτος», δεν ήταν μόνο δική μας. Δική μας και αδικαιολόγητη υπήρξε η μετάφραση μιας πολιτικής αξιολόγησης σε μια απάνθρωπη πρακτική, όπως είναι – πάντα – εκείνη της πολιτικής ανθρωποκτονίας. Αλλά η δική μας ήταν μια ανάγνωση και μια πολιτική καταγγελία παρόμοιες, για παράδειγμα, με εκείνη που είχαν ξεκινήσει είκοσι δικαστές της Magistratura Democratica, του Δημοκρατικού Δικαστικού Σώματος, με ένα έγγραφο με την ευκαιρία της διάσκεψης κατά της καταστολής της Μπολόνια το 1977: «Για άλλη μια φορά είναι στην επικαιρότητα το ζήτημα της καταστολής και της συμπεριφοράς του Κράτους. Μια απάντηση στα ερωτηματικά που είχαν προτείνει για το θέμα αυτό δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την βαθιά πολιτική αλλαγή που είχε επικυρώσει επίσημα η συμφωνία των έξι μερών [τον ιούλιο του 1977 τα κόμματα DC, PCI, PSI, PSDI, PLI και PRI είχαν εγκρίνει μια πρόταση κατεύθυνσης για το κυβερνητικό πρόγραμμα, · μετά την κυβέρνηση της «μη εμπιστοσύνης» και την προεδρία της Camera που ανατέθηκε στον κομμουνιστή Pietro Ingrao, ως εκ τούτου η συμμετοχή του PCI στον τομέα της κυβέρνησης αυξάνονταν, σημείωση δική μου]. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται μια βαθιά διαδικασία φτωχοποίησης εκείνων των ιδεολογικών εργαλείων που στο παρελθόν είχαν επιτρέψει στην εργατική τάξη να εμποδίσει τις πιο μαζικές επιθέσεις εναντίον της αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα, χθες προσδιορίζονταν με σαφήνεια το ακριβές ταξικό σημάδι στη διαχείριση της στρατηγικής έντασης. Σήμερα, τα επεισόδια εκείνης της ίδιας στρατηγικής που συνεχίζουν να τροφοδοτούνται, αποδίδονται γενικά στη δράση ενός σκοτεινού εχθρού όλων των τάξεων ή στην ύφανση συνομωσιών που εισάγονται από το εξωτερικό, παραβλέποντας να προσδιορίσουν την πολιτική μήτρα τους.  Την καταγγελία του ρόλου που έπαιξαν οι διάφοροι μηχανισμοί του κράτους στην επίθεση επικάλυψε η μη κριτική έννοια θεσμών των οποίων το σημάδι είναι έτσι κι αλλιώς δημοκρατικό ακόμα και όταν η εσωτερική δομή, οι μέθοδοι διαχείρισης, η αδυναμία ανοίγματος σε έναν λαϊκό έλεγχο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ». Κατηγορηματικά λόγια, αδιαμφισβήτητα, όχι αντίθετα από τα δικά μας.

4. Τι σκεφτήκατε όταν στις 16 μαρτίου 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν τον Aldo Moro;

Σε αντίθεση με άλλους, δεν γοητεύτηκα από τη «ισχύ». Επίσης επειδή, για λογαριασμό της PL, είχα σχέσεις με τα ηγετικά στελέχη των BR και μια σχετική γνώση των ορίων τους. Αλλά οι επιφυλάξεις μου ήταν πάνω από όλα πολιτικές. Εκείνη η δράση, με όλο το ειδικό βάρος της, ταρακούνησε με δύναμη το κίνημα, το έθετε μπροστά σε μια αναγκαστική επιλογή: να αποδεχτεί το νέο επίπεδο σύγκρουσης, τρομερά υψηλό, ή να κάνει πίσω, ν’ αδειάσει. Από την ταξιαρχίτικη άποψη, εκείνη ήταν μια συνεπής επιχείρηση, γραμμική με την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους και την ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας: εκείνη ενός κομμουνιστικού κόμματος, συγκεντρωτικού και εξωτερικού των κινημάτων, που καθοδηγεί τις μάζες και αποφασίζει χρόνους και στρατηγικές, στην περίπτωση εκείνη, ένα άλμα από την ένοπλη προπαγάνδα που μέχρι τότε ασκούσε στη νέα φάση της επίθεσης στην «καρδιά του Κράτους». Από τη δική μας σκοπιά, ήταν ένα στρατηγικό λάθος, ένα άλμα στο σκοτάδι και το κενό. Σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απ’ το κεφάλι μας να απαγάγουμε τον Μόρο. Όχι τόσο για τη στρατιωτική δυσκολία και όχι μόνο για την κάθετη ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης και των επακόλουθων δυσκολιών που αυτό συνεπαγόταν για τα κινήματα. Ένας από τους μεγάλους αρχιτέκτονες της απαγωγής Moro, και ένας από τους λίγους ταξιαρχίτες που αντιτάχθηκαν στη εκτέλεση του, ο Morucci, το αναγνώρισε, ο οποίος σε ένα από τα βιβλία του έγραψε: «Αν οι BR χρησιμοποιούσαν την τρομοκρατία για πολιτικούς σκοπούς, η Prima Linea την χρησιμοποιούσε πιστεύοντας ότι με εκείνη άνοιγε χώρους, αφαιρώντας εμπόδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής σύγκρουσης […]. Εκείνη της Prima Linea ήταν μια τρομοκρατία σε αρμονία με τα φαινόμενα απόγνωσης εκείνων των ετών, σε αντίθεση με εκείνη των BR, η οποία έλκυε την αρχική ώθηση της από τις μούμιες του Κρεμλίνου. Και μόνο σε εκείνες έριχναν ματιές για να έχουν την βουβή επιδοκιμασία τους. Εκείνοι της Prima Linea, οι οποίοι επίσης σκότωναν οπουδήποτε, το να απαγάγουν τον Moro και να εισέλθουν με αυτό τον τρόπο στην ιστορία, δεν θα το είχαν σκεφτεί ποτέ ούτε κατά διάνοια ».
Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό, τι λέει ο Morucci, η PL τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη να «σκοτώνει παντού». Θα αρχίσει να το πράττει αργότερα, σύντομα στη συνέχεια, και αυτό θα γίνεται σε μικρότερο βαθμό από τις BR, επειδή παρασύρθηκε από το επίπεδο της σύγκρουσης που προκάλεσαν αυτές με την απαγωγή και τη δολοφονία του Moro. Ωστόσο, παραμένει αλήθεια ότι μια τέτοια δράση αποκλείονταν πλήρως από τα σχέδιά μας και από την οπτική μας, ας πούμε δηλαδή «οριζόντια» και όχι κάθετη οπτική της σύγκρουσης [που δεν προέρχονταν δηλαδή από τα επάνω, από την κορυφή, την ηγεσία] , που αποσκοπούσε να αναμετρηθεί με την διακλάδωση του αντιτιθέμενου κοινωνικού μπλοκ και όχι με μια ανύπαρκτη » καρδιά του Κράτους «, με τις διάχυτες εξουσίες, όχι με ένα μονολιθικό και εξίσου εξωπραγματικό και παρωχημένο χειμερινό Ανάκτορο. Που ήθελε να διεκδικήσει και να διακηρύξει απελευθερωμένους χώρους, αντιεξουσίας, όχι να αναλάβει την εξουσία.

5. Ποιοι είναι οι λόγοι, αν υπάρχουν, που έφεραν την αποτυχία, την ήττα της αριστερής τρομοκρατίας;

Είναι πολλοί και αλληλένδετοι. Αυτοί είναι κατά το μάλλον ή ήττον οι ίδιοι που οδήγησαν στην κρίση της αριστεράς στο σύνολό της, στις άπειρες παραλλαγές της, και στην εκκένωση του ρόλου της εργατικής τάξης και εκείνου που αποκαλούσαμε κοινωνικό εργάτη. Υπήρξαν διάφοροι τρόποι και οι τόποι, θέσεις, με διαφορετικές ευθύνες. Αλλά οι χρόνοι, οι αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν σχετικά κοινοί, με τη συμβολική, ισχυρή, που άφησε εποχή ήττα των εργατών της FIAT τον οκτώβριο του 1980
Εκείνη ήταν η αναπαράσταση του τέλους, όπως πάντα η ιστορία είναι διαδικαστική, μα  δύναται να συμπιεσθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αλλά η ιστορία, πράγματι, είχε προχωρήσει χωρίς μας. Μας είχε εκτοπίσει και μπερδέψει και τελικά μας παρέδωσε σε μια σκληρή ήττα. Αυτό ισχύει για εμάς, όπως και για ολόκληρη την αριστερά και για την ταξική σύνθεση που είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και της δεκαετίας του ’70.
Η εργατική τάξη και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν χτυπήθηκαν, δεν νικήθηκαν χάρη στους τρομοκράτες, όπως υποστήριζε το ΚΚI, αλλά από την αναδιάρθρωση που είχε ξεκινήσει από καιρό. Με την αυτοματοποίηση της παραγωγής και με την υπέρβαση των γραμμών παραγωγής και της γραμμής συναρμολόγησης, ισχυρό όργανο πειθαρχίας και διοίκησης, αλλά ταυτόχρονα ένα ευάλωτο σημείο της παραγωγής, όπως είχαν τονίσει οι αγώνες. Τώρα θα υπήρχαν τα παραγωγικά νησιά, το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να περάσει χρειάστηκε μια εργατική ήττα, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας.
Στο σύνολο της ομάδας FIAT, οι 212.000 εργάτες το 1980 μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, φτάνοντας τους 129.000 το 1986. Η αιμορραγία των εργαζομένων στον τομέα των αυτοκινήτων ήταν εξίσου δραστική: από τους 102.508 εργαζόμενους και υπαλλήλους που το 1979 αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό της FIAT Auto στο Πιεμόντε το 1984 μόνο 55.398 παρέμειναν. Ο κύκλος εργασιών διπλασιάστηκε, η παραγωγικότητα αυξήθηκε, η σύγκρουση πέθανε, το συνδικάτο επέστρεψε σχεδόν στην εποχή του Valletta: το 1985 μόνο κάτι περισσότερο από έναν εργαζόμενο στους δέκα καταγράφηκε εγγεγραμμένος. Και είναι η ιστορία του σήμερα.

6. Δεν βρίσκατε περίεργο ότι εκείνη τη στιγμή, δίπλα στα παιδιά των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών τάξεων, παιδιά της πιο εξέχουσας «αστικής τάξης» όπως ο Marco Donat Cattin ή ο Paolo Morandini εισήλθαν στις τρομοκρατικές οργανώσεις;

Φαίνεται αδύνατο, ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν ένας υπο-προλετάριος. Θα έλεγα ότι σε κάθε εποχή και χώρα σχεδόν πάντα οι ανταρτοπόλεμοι και οι επαναστατικές προσπάθειες είδαν ως προεξέχοντες ανθρώπους από τις εύπορες κοινωνικές τάξεις, το οποίο είναι κατανοητό, καθώς οι πιο μορφωμένοι και λιγότερο επηρεάσιμοι από τον οικονομικό εκβιασμό έχουν προφανώς μεγαλύτερες δυνατότητες να αναπτύξουν ριζοσπαστικές ρήξεις και κριτική νοημοσύνη, έχοντας μεγαλύτερο πολιτιστικό σχηματισμό και εκπαίδευση. Σε αποτυχημένες επαναστάσεις και ανταρτοπόλεμους, είναι προφανώς και κατά μέσο όρο και εκείνοι που έχουν μια ακόμη ευκαιρία ζωής. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν μη τι άλλο μαρτυρεί επίσης την ανάγκη για ριζική αλλαγή με την έννοια μιας μεγαλύτερης κοινωνικής ισότητας.
Τούτου λεχθέντος, μου φαίνεται χυδαία η δημοσιογραφική εικόνα των «τρομοκρατών παιδιών του μπαμπά». Τα στατιστικά στοιχεία για τις οργανώσεις αυτές δίνουν μια ουσιαστικά διαφορετική εικόνα. Για την PL, δικάστηκαν 923 μαχητές (συμπεριλαμβανομένων 201 γυναικών, το 65% ηλικίας μεταξύ 20 και 30 χρόνων, 83 με λιγότερα από 20 χρόνια). Το 21,3% είχε μεσαία μόρφωση, 25,6% υψηλότερη, το 21,7% είχε πανεπιστημιακές σπουδές. Οι πιο αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ήταν οι εργάτες (18,1%), οι φοιτητές (18,3%), οι υπάλληλοι (6,7%), οι άνεργοι (6,1%), οι εκπαιδευτικοί (4,3% ] οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες (4,4%). Οι επαγγελματίες ήταν μόνο το 2,6%. Ο εργατικός χαρακτήρας των BR είναι ακόμη πιο έντονος. Από τους 911 μαχητές στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε αυτή την οργάνωση, το 23,5% ήταν εργάτες, το 8,9% υπάλληλοι, το 12,2% φοιτητές, το 5,8% εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, το 3,9% εκπαιδευτικοί, το 2,9% άνεργοι και μόνο το 3,8% επαγγελματίες.

7. Ποια είναι η εντύπωση που έχετε, ειδικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ιστορίας, να βλέπετε ανθρώπους όπως ο Marco Barbone (ο εκτελεστής του Walter Tobagi, εκδ.) – και όπως αυτού και πολλών άλλων – που χάρη στον νόμο για τη μετάνοια έχουν αποκατασταθεί κοινωνικά χωρίς να εκτίσουν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ποινή;

Πάντα έκρινα αρνητικά την επιλογή της δικαστικής συνεργασίας, η οποία εξευγενίστηκε με το όνομα της «μετάνοιας» από τους δικαστές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όχι μόνο εξ αιτίας ενός ηθικού προβλήματος, ως ρήξη των ανθρώπινων και συναισθηματικών δεσμών, πριν από τα οργανωτικά, και έκφραση της «κανιβαλιστικής» λογικής του mors tua vita mea, ο θάνατος σου η ζωή μου. Αλλά και επειδή η επιλογή αυτή, η οποία εξερράγη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανταποκρίνονταν σε μια λογική που ήταν ακόμα και παράδοξα «στρατιωτική» και απλώς κατασταλτική, με αποτέλεσμα να αναβάλει την αντίθετη της, εκείνη που επέλεγε να συνεχίσουν οι μαχητές να κρατούν τα όπλα ακόμη και παρά την προφανή ήττα. Και ενώ θα ήταν ένα είδος «πολιτικής λύσης» ο δρόμος που θα μπορούσε να σταματήσει για πάντα και ολοκληρωτικά τα όπλα. Τα πιο διαυγή στελέχη της τότε κριτικής αριστεράς, όπως η Rossana Rossanda, το κατάλαβαν τέλεια, η οποία έγραψε: «Οι πιο ευάλωτοι υποστηρικτές παρέμειναν στην οπτική του »πολέμου», μετακομίζοντας προς την άλλη πλευρά, ως ενεργοί μετανοούμενοι, συνεργάτες της αστυνομίας, ως τέτοιοι βοήθησαν στην ανακάλυψη γιαφκών και διοικήσεων, οδήγησαν επίσης σε απαράδεκτες επιχειρήσεις όπως αυτές της οδού Fracchia. Αλλά αυτή η μετάβασή τους στη προδοσία, στην καταγγελία, θα είχε αντιθέτως ανασυγκροτήσει τις μαχόμενες οργανώσεις (…) αν αυτές δεν είχαν πλέον αποδυναμωθεί από την πολιτική κρίση του σχεδίου τους ».
Ή μορφές υψηλού ηθικού και πνευματικού προφίλ, όπως ο πατέρας David Turoldo: «Τι να πούμε για ένα κράτος που βασίζει την ασφάλειά του στην καταγγελία και την προδοσία και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον διαχωρισμό, ο οποίος αντιθέτως σημαίνει ακριβώς νέα συνείδηση και συνεργασία για» κατανόηση «; Στην πραγματικότητα, ο μετανιωμένος δεν λέει γιατί το έκανε, λέει μόνο ποιος ήταν εκεί. Αντίθετα, ο διαχωρισμένος δεν λέει ποιος ήταν εκεί, αλλά λέει γιατί το έκανε. Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο για ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Φυσικά αν θέλει να «καταλάβει» και να επωφεληθεί από αυτό, και ίσως να αλλάξει ».

Αυτό είναι το σημείο: τότε το κράτος, και ακόμη αργότερα, απλώς ήθελε να κερδίσει, θάβοντας μερικές χιλιάδες ανθρώπους στη φυλακή. Δεν τον ενδιέφερε να πείσει, ως εκ τούτου «να καταλάβει» τα γιατί και να επεξεργαστεί πραγματικά και να ξεπεράσει εκείνη την πληγή. Για το λόγο αυτό, αν και σε μικρότερη κλίμακα, τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν νέες προσπάθειες για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα. Όλες οι πληγές που δεν γιατρεύτηκαν προορίζονται να μολυνθούν.

Φυσικά, και εδώ, όπως και σε όλες τις «κατηγορίες» μεταξύ των λεγόμενων «μετανιωμένων», μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι με καλή την πίστη, που συνεργάστηκαν με την αγνή πρόθεση να περιορίσουν τους νεκρούς, και άλλοι αντιθέτως που ευνόησαν μόνο τη δική τους άνεση και ατιμωρησία, όπως ο Ρομπέρτο Σάνταλο, Roberto Sandalο ο οποίος συνέχισε να δρα μέχρι σήμερα με παράνομο τρόπο, με έναν ρόλο προβοκάτσιας στην πιθανή υπηρεσία κάποιου υπόκοσμου της αστυνομίας ή μυστικής υπηρεσίας.
Άλλοι, όπως ο Barbone ή ο ίδιος ο Donat Cattin, παρά την ατιμωρησία που εξασφάλισαν, έλαβαν αντ ‘αυτού από τη ζωή ένα περιπαικτικό και οδυνηρό πεπρωμένο.

Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η μόνη ποινή και αντιστάθμιση που μπορεί να υπάρξει είναι αυτές της φυλακής. Παρόλο που εγώ εξέτισα την πολύ μεγαλύτερη ποινή απ’ όλους τους συντρόφους μου της PL, παρά το ότι ευθύνονταν και καταδικάστηκαν για τα ίδια αδικήματα, δεν έχω καμία δυσαρέσκεια προς κανέναν, συμπεριλαμβανομένων των «pentiti, μετανιωμένων». Είχα την εμπειρία και την ευκαιρία να καταλάβω ότι η φυλακή δεν είναι φάρμακο, μάλλον είναι συχνά η ασθένεια και ότι οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν και βελτιώνονται όχι χάρη στην κράτηση, αλλά παρά το γεγονός αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν την εύχομαι πραγματικά σε κανέναν.

8. Στην Ιταλία υπάρχει μια συγκεκριμένη περιοχή αμφισβητητών της δεκαετίας του 70, περισσότερο ή λιγότερο επιθετικών,οι οποίοι σήμερα κάθονται άνετα στις έδρες της εξουσίας. Για να αναφέρουμε μόνο λίγους: οι Marco Boato, Luigi Manconi, Paolo Cento και Marco Rizzo είναι και υπήρξαν επί μακρόν βουλευτές, ο Gianfranco Miccichè είναι επί του παρόντος υφυπουργός, ο Paolo Liguori, ο Giampiero Mughini και ο Toni Capuozzo υψηλόβαθμα στελέχη της Mediaset, για να μην μιλήσουμε για τον Adriano Sofri, ο οποίος από εκλεπτυσμένος πολιτικός επιστήμονας πέρασε στο σημείο να κατηγορείται ως αποστολέας δολοφονίας. Και αυτά τα ονόματα είναι μόνο μέρος του χώρου της Lotta Continua. Είναι πιθανό να υπάρχει ένα λόμπι, ίσως βασισμένο στον εκβιασμό, που ενώνει αυτούς τους ανθρώπους ακόμα και σήμερα;

Αυτοί οι άνθρωποι, όσο γνωστοί και αντιπροσωπευτικοί κι αν είναι, είναι ένα απειροελάχιστο μέρος των κινημάτων της εποχής. Δεν πιστεύω ότι είναι ένα λόμπι, παρόλο που πολλοί από αυτούς επέλεξαν να αφαιρέσουν αυτό το είδος μνήμης και εμπειρίας από το νου τους και να αρνούνται την εγγύτητα και συνάφεια. Άλλοι, όπως ο Luigi Manconi, το έχουν διερευνήσει, ακόμη και αυτοκριτικά, μέσω βιβλίων και μαρτυριών. Φυσικά, εμείς οι μαχητές τώρα είμαστε και μας παρουσιάζουν ως παιδιά κανενός, όταν αντιθέτως PL γεννιέται ουσιαστικά στα γραφεία της LC και οι BR σε εκείνα του PCI, για να χωρίσουν αμέσως οι δρόμοι τους στη συνέχεια .  Ή μάλιστα οι χθεσινοί εξτρεμιστές να ισχυρίζονται ότι μια λειτουργία συγκράτησης της μιλιταριστικής τάσης να οφείλεται σε αυτούς την στιγμή που αυτή ήταν έργο δικό μας. Εδώ μου φαίνεται πιο ειλικρινής για μένα η λογική του Erri De Luca, επίσης της Lotta Continua: «Ο ένοπλος αγώνας, σε σύγκριση με αυτόν που κάναμε εμείς, ήταν διαφορετικός μόνο επειδή οι άλλοι έκαναν εκείνη τη δραστηριότητα μόνη μορφή πολιτικής έκφρασης. Για εμάς εκείνο ήταν απλά ένα καταραμένο αξεσουάρ του μεγάλου δημόσιου πολιτικού αγώνα ». Και η ανάμνηση του για τα όπλα που βρίσκονταν στην κατοχή της Lotta Continua: «Απ’ ότι ξέρω εκείνοι που τα είχαν τα πέρασαν στις μαχόμενες ομάδες. Εάν κλείσεις μια εφημερίδα την τυπογραφία την περνάς σε εκείνους που θέλουν να φτιάξουν μιαν άλλη. Τα όπλα τα περνάς σε εκείνους που θέλουν να πυροβολούν.».

https://www.micciacorta.it/2015/09/le-interviste-del-buon-caffe-sergio-segio/

ιστορία, storia

“Ήμασταν αντάρτες, όχι τρομοκράτες»: συνέντευξη στον Sergio Segio

Μια συνέντευξη του »Ελεύθερου Προμηθέα», “Prometeo Libero” στον Segio, μια ευκαιρία να εμβαθύνουμε μια εποχή της ιστορίας μας από μια οπτική που δεν δημοσιεύεται πλατιά, συχνά γνωστή με επιφανειακό τρόπο και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της

 

Είναι ένας άνδρας που ξεχωρίζει, έχει κάτι παραπάνω από εξήντα χρόνια και ασχολείται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις κοινωνικές ανισότητες. Αν ένα 15χρονο αγόρι τον ακούσει να μιλάει, θα πίστευε ότι ο Sergio Segio είναι μακροχρόνιος πανεπιστημιακός καθηγητής. Δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ο Segio πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή και ήταν ο στρατιωτικός διοικητής μιας ακρο αριστερής ένοπλης οργάνωσης: Prima Linea. Μια ομάδα πρωταγωνίστρια στα « χρόνια του Μολυβιού» της βίας και των ανθρωποκτονιών εναντίον πανεπιστημιακών καθηγητών, δικαστών και αστυνομικών. Μετά από περισσότερα από 20 χρόνια φυλάκισης, ο Segio είναι ελεύθερος από το 2004 και εκτός από την εθελοντική εργασία έχει συνεργαστεί με διάφορες εθνικές εφημερίδες και εδώ και κάποιο χρόνο διευθύνει το περιοδικό Global Rights. Αυτή η συνέντευξη – την οποία μας παραχώρησε ευγενικά ο Σέτζιο και η οποία έλαβε χώρα έμμεσα, με την υποβολή γραπτών ερωτήσεων και τη γραπτή παρουσίαση των απαντήσεων – δεν γεννήθηκε ως απολογία για τον ένοπλο αγώνα ή ως αποκατάσταση της εικόνας ενός αμφιλεγόμενου προσώπου. Αλλά ως πρόσχημα για να εμβαθύνει μια εποχή της ιστορίας μας από μια άποψη που δεν κυκλοφορεί συχνά, συχνά γνωστή επιφανειακά και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της.

 

unnamed
Ο Sergio Segio απεικονίζεται από τον Livio Patriarca για το Prometeo Libero

 

Segio, η τρομοκρατική ομάδα που ιδρύσατε, η Prima Linea, σε έξι χρόνια (1976-1983) πραγματοποίησε 23 φόνους. Μεταξύ των διαφόρων αιτιών για τύψεις, ποια είναι τα πράγματα που σας έκαναν να μετανιώσετε περισσότερο;

“Στην εισαγωγή, μου φαίνεται αναγκαίο να επισημάνω ότι η Prima Linea ήταν αριστερή οργάνωση μάχης. Η τρομοκρατία είναι ιστορικά, αλλά και «τεχνικά», ένα άλλο πράγμα. Στην ιταλική περίπτωση, τρομοκρατικές ήταν οι πολυάριθμες, ατιμώρητες, σφαγές που έχουν εκτρέψει την ιστορία της χώρας. Καταλαβαίνω ότι έχει εισέλθει στην κοινή γλώσσα, αλλά αυτό δεν είναι μόνο μια απλούστευση: είναι μια πραγματική σημασιολογική απάτη. Και κοιτάξτε πως δεν το λέω εγώ: στη συνέχεια, το αναγνώρισε ένας από τους κυριότερους και πιο αποφασισμένους αντιπάλους που είχαμε εκείνα τα χρόνια, ο Francesco Cossiga, τότε υπουργός Εσωτερικών και αργότερα τον Αρχηγός του Κράτους. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δήλωσε «Είμαστε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση, επηρέαζαν τους εργάτες θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες». Και πάλι: «Ξαναδιαβάζοντας τους τώρα, με δεδομένο ότι υπήρξαν έξι με επτά χιλιάδες άνθρωποι που κατέληξαν στη φυλακή για μικρότερες ή μεγαλύτερες περιόδους, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Μόρο είχε δίκιο: αντιμετωπίζαμε, βρισκόμασταν μπροστά σε μια μεγάλη έκρηξη ανατρεπτική, μπροστά σε μια μεγάλη εξέγερση. Όχι τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία έχει μιαν αναρχική μήτρα που επικεντρώνεται στην αξία επίδειξης μιας επίθεσης ή μιας σφαγής. Η αριστερή εξέγερση δεν έκανε ποτέ σφαγές. Ήμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση ανατρεπτική, με μιαν εξέγερση. Σε ένα πολιτικό φαινόμενο. Σε ένα κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας της Χώρας».

Όσον αφορά την ουσία του ερωτήματος, είναι πάντοτε δύσκολο, ειδικά για μένα, να μεταφράσω την περίοδο εκείνη σε λογιστική καταγραφή των θυμάτων, η οποία είναι πιθανόν να καταστεί στείρα. Όμως, μιας και με ρωτάτε, μου φαίνεται απαραίτητο να εξηγήσω ότι οι δραματικοί αριθμοί εκείνων των ετών, καθώς και ολόκληρης της υπόλοιπης ιστορικής περιόδου, πρέπει να ενθυμούνται και να αναλύονται με μια πληρότητα των πληροφοριών, η οποία δεν πρέπει να είναι απούσα όπως αντιθέτως συχνά συμβαίνει. 128 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τις αριστερές ένοπλες οργανώσεις, εκ των οποίων 74 από τις BR (58%), 20 από την PL (15,6%), οι υπόλοιποι 34 από 19 διαφορετικά ακρωνύμια. Εάν στα θύματα που αποδίδονται άμεσα στην Πρώτη Γραμμή προστεθούν αυτά των ομάδων που συνδέονται με αυτήν, φθάνουμε όντως συνολικά στα 23. Από αυτούς τους θανάτους, 11 δεν είναι προμελετημένοι, δηλαδή συνέβησαν ατυχώς κατά κύριο λόγο στη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με τις δυνάμεις επιβολής του νόμου, συγκρούσεις στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν και 5 μαχητές. Συνολικά οι μαχητές των διαφόρων ένοπλων οργανώσεων που σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις της τάξης υπήρξαν 36. Ίσως οι τυχαίοι θάνατοι είναι αυτοί που βαραίνουν και στοιχίζουν περισσότερο, λόγω της τρομερής, αλλά όχι λιγότερο υπεύθυνης, τυχαιότητας. Γι αυτό σήμερα είμαι βαθιά πεπεισμένος για τα λόγια του ποιητή John Donne: «Ο θάνατος οποιουδήποτε ανθρώπου με μειώνει, επειδή εγώ είμαι μέρος της ανθρωπότητας». Οποιουδήποτε ανθρώπου, ανεξάρτητα από το επάγγελμά του, την ιδεολογία, την κοινωνική κατάσταση. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε και το σύστημα που τον κυβερνά καθημερινά μας θέτουν μπροστά, αντιθέτως, με μια συνεχή σφαγή που αγανακτεί λίγους και για την οποία κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος. Μόνο ένα παράδειγμα φθάνει, από τa πολλά πιθανά: από το 2000 μέχρι σήμερα είναι τουλάχιστον 60.000 οι άνδρες, οι γυναίκες και παιδιά που πέθαναν, ως επί το πλείστον πνίγηκαν στη Μεσόγειο, σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόλεμο, την πείνα και τις διώξεις. Κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος, ούτε καν κατηγορείται ούτε διώκεται για αυτόν τον πραγματικό πόλεμο, κι όμως αυτός προκαλείται σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές και οικονομικές επιλογές που λαμβάνονται από κυβερνήσεις και μεμονωμένους ανθρώπους και όχι από θεία θέληση.

Αλλά για να παραμείνουμε στη δεκαετία του Εβδομήντα, ίσως θα ήταν απαραίτητο να συνοδεύσουμε τον αριθμό που αναφέρατε, με άλλους που κανείς δεν αναφέρει ποτέ. Για παράδειγμα, εκείνους που λένε ότι το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας από το 1969 έως το 1973 ήταν έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975. Ή ότι ο μεγαλύτερος αριθμός θυμάτων ήταν αποτέλεσμα των σφαγών, των οποίων η ευθύνη είναι ιστορικά αλλά και δικαστικά επιβεβαιωμένη πως ανήκε στις φασιστικές οργανώσεις που καλύπτονταν και υποστηρίζονταν από κρατικούς μηχανισμούς. Από το 1969 έως το 1984, η Ιταλία αιματοκυλίστηκε από οκτώ σφαγές που είχαν ως αποτέλεσμα 149 θανάτους, 688 τραυματίες. Ή, ακόμη, κανείς δεν θυμάται ούτε καν αγανακτεί με το γεγονός ότι υπήρξαν αρκετές εκατοντάδες θύματα από τις δυνάμεις επιβολής της τάξης, σε μεγάλο βαθμό επρόκειτο για ανυπεράσπιστους διαδηλωτές, εργάτες σε απεργία, φοιτητές σε αγώνα, απλούς περαστικούς. Για παράδειγμα, ο Νόμος Reale για τη δημόσια τάξη του 1975, επικεφαλής ολόκληρης της νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης, που αύξησε τους όρους της προληπτικής κράτησης, επέτρεπε στην αστυνομία να κρατεί για 96 ώρες χωρίς την επικύρωση από δικαστή και επέτρεπε τη χρήση πυροβόλων όπλων από τις δυνάμεις της τάξης, όχι μόνο με την παρουσία βίας ή αντίστασης, αυτός ο νόμος είχε ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 254 νεκρούς και 371 τραυματίες: συχνά απλούς περαστικούς και πολίτες χτυπημένους κατά τη διάρκεια αστυνομικών ελέγχων ή σε σημεία ελέγχου.

Μόνο κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του εβδομήντα ξεκινά σταδιακά μια οργανωμένη βία εκ μέρους των αριστερών ομάδων. Φυσικά αυτό δεν δικαιολογεί τίποτα ή κανέναν: η άσκηση βίας, και ακόμη περισσότερο αν είναι ανεπανόρθωτη, όπως η αφαίρεση της ζωής ενός άλλου ανθρώπου, είναι επίσης μια υποκειμενική επιλογή, η οποία συνεπώς συνεπάγεται ευθύνη. Ωστόσο, η Ιστορία έχει έναν διαδικαστικό χαρακτήρα και δυναμικές αλληλεπίδρασης: εάν διαγράψετε το πριν, θα έχετε ένα μετά δυσνόητο και αντικειμενικά παραποιημένο.

Μιλώντας για αυτά τα επώδυνα γεγονότα σε απόσταση σαράντα ετών έχει νόημα μόνο αν η πρόθεση είναι ακριβώς να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε, να ξανακτίσουμε με ειλικρίνεια και πληρότητα, με τιμιότητα, όχι μόνο να στιγματίζουμε, και επί πλέον σε μονή κατεύθυνση, όπως αντιθέτως γίνεται επί το πλείστον.”

Ποιες ιδεολογικές μάχες, που διεξήχθησαν στη δεκαετία του ’70, εξακολουθείτε να διεκδικείτε ακόμη και σήμερα Sergio Segio, στις αρχές του 2018;

“Εγώ και οι περισσότεροι από τους συντρόφους μου της εποχής δεν γεννηθήκαμε με τα πιστόλια στο χέρι, ούτε με προσωπική τάση να ασκούμε βία. Αν μη τι άλλο, το αντίθετο, δεδομένου ότι ως νεαρός φοιτητής μου συνέβη πολλές φορές, όπως σε χιλιάδες άλλους, να με σταματήσουν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, να με οδηγήσουν στο στρατόπεδο ή στο αστυνομικό τμήμα και να πέσω θύμα ξυλοδαρμών και βιαιοτήτων. Μεγαλώσαμε μέσα στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της εποχής. Στα εργοστάσια, στα σχολεία, στα γραφεία, στις γειτονιές. Στους αγώνες για το σπίτι, για τη βελτίωση της εργατικής κατάστασης, που ήταν υποδουλωμένη στη γραμμή συναρμολόγησης, ή για να εναντιωθούμε σε ένα σχολείο που θεωρείτο ταξικό, λειτουργικό για να διαιωνίζει την κοινωνική διαίρεση. Στους αγώνες ενάντια στον αναζωπυρωμένο φασισμό και τον αυταρχισμό της κρατικής μηχανής, που εκείνη την εποχή εμπλέκονταν αρκετές φορές σε προσπάθειες πραξικοπήματος, σε συνωμοσίες για την εγκαθίδρυση στην Ιταλία στρατιωτικής δικτατορίας, όπως είχε συμβεί στην Ελλάδα και όπως ήταν εκείνη την εποχή στην Ισπανία και τη Πορτογαλία.

Και εδώ, αν η προσπάθεια είναι εκείνη να κατανοήσουμε, πρέπει να θυμόμαστε ότι ακόμη στην ιταλική δεκαετία του ’60 και του ’70, 62 από τους 64 νομάρχες πρώτης τάξης προέρχονταν από τις τάξεις της διαχείρισης του Κράτους στο καθεστώς του Μουσολίνι όπως επίσης όλοι οι 241 αντινομάρχες, οι 135 κομισάριοι της αστυνομίας και οι 139 αναπληρωτές κομισάριοι. Ή να θυμάστε ότι ο στρατηγός των καραμπινιέρων Giovanni De Lorenzo, ο οποίος κατά τη δεκαετία του ’60 ήταν επικεφαλής της στρατιωτικής μυστικής υπηρεσίας και μετά Αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιταλικού Στρατού, οδηγούσε εκείνα τα χρόνια διαδηλώσεις της λεγόμενης «σιωπηλής πλειοψηφίας», που αποτελείτο κυρίως από μοναρχικούς και φασίστες, όπου φώναζαν: «Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη», ή «Αρκετά με τους οίκους ανοχής, θέλουμε τους συνταγματάρχες». Ή να πάμε να ξαναδιαβάσουμε τις εκτιμήσεις του Giovanni Pellegrino, ο οποίος για πολλά χρόνια προήδρευσε μια κοινοβουλευτική εξεταστική Επιτροπή για την τρομοκρατία και τις σφαγές στην Ιταλία: «Κατά την περίοδο του 68 -74 τομείς του πολιτικού κόσμου, θεσμικοί μηχανισμοί, ομάδες και κινήματα της ριζοσπαστικής δεξιάς επεξεργάστηκαν και έθεσαν σε εφαρμογή μια στρατηγική έντασης (…) · σε αυτή τη στρατηγική αποδόθηκαν απόπειρες πραξικοπήματος (…) τρεις μεγάλες σφαγές ατιμώρητες κατά την περίοδο 69-74 (…) · οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας, ακόμα και μετά το 1974, υπήρξαν δράστες δραστηριοτήτων οδήγησης προς εσφαλμένη κατεύθυνση και κάλυψης όσον αφορά στοιχεία της ριζοσπαστικής δεξιάς που προσδιορίστηκαν ως πιθανοί δράστες γεγονότων σφαγής».

Πριν να γίνουν οργανωμένη και ένοπλη βία, τέλος πάντων, οι αγώνες μου και οι αγώνες μας υπήρξαν αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη, για τα δικαιώματα των εργαζομένων, για πραγματική δημοκρατία, ενάντια σε μια αυταρχική και καταπιεστική κοινωνία και ενάντια στους κινδύνους στρατιωτικού πραξικοπήματος και φασιστικού. Αξίες και πρακτικές που δεν είχαν μόνο ιδεολογικό περιεχόμενο, αλλά αν μη τι άλλο ιδανικών και κοινωνικό και ακόμη και σήμερα, υπό συνθήκες και χρόνους που έχουν αλλάξει, αισθάνομαι σαν δικές μου.

Εκ των υστέρων, η εκτίμηση είναι ότι η στρατηγική της έντασης και οι σφαγές που πραγματοποιήθηκαν από Κρατικούς τομείς εργάστηκαν, εκτροχιάζοντας ένα μέρος των μεγάλων κινημάτων εκείνων των ετών (εγώ ήμουν μέλος της εξωκοινοβουλευτικής ομάδας της Lotta Continua) κατά μήκος της ολισθηρής πλαγιάς των όπλων. Μια στρατηγική που αποσκοπούσε στην αποσταθεροποίηση για την αποσταθεροποίηση και, πάνω απ ‘όλα, να νικήσει το ισχυρό εργατικό κίνημα εκείνων των αρχών της δεκαετίας του ’70, το οποίο αμφισβήτησε όχι μόνο την εκμετάλλευση στο εργοστάσιο, αλλά και το ίδιο το σύστημα της εξουσίας. Για να καταλάβουμε το κλίμα της εποχής, το οποίο εμείς αντιλαμβανόμασταν ως προ-επαναστατικό, πρέπει να θυμόμαστε, για παράδειγμα, την κατάληψη της FIAT το 1973.  Ή το κίνημα του ’77, του οποίου πιο άμεσα ήταν μέρος η Prima Linea, όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εξέφραζαν έναν ριζοσπαστικό ανταγωνισμό και γενικευμένη διαθεσιμότητα για αντιπαράθεση, για σύγκρουση, σε μαζικές διαδηλώσεις συχνά οπλισμένες.

Πολλοί, ειδικά σήμερα, θα μπορούσαν να σκεφτούν ότι βλέπαμε τις πυγολαμπίδες για φανάρια, ότι η παρόρμηση για επανάσταση ήταν απλώς τρέλα μας, λαχτάρα, παραφροσύνη. Αλλά θα ήταν αρκετό να διαβάσετε αυτό που γράφτηκε από μια πηγή σίγουρα μη ύποπτη για συμπάθεια προς τον εξτρεμισμό, όπως ο πρώην πρεσβευτής Sergio Romano, όταν σχετικά με τις ΗΠΑ, μίλησε ρητά για μια κατάσταση προ-επαναστατική : «Μεταξύ του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 60 και της αρχής της δεκαετία του ’70 η Αμερική βρίσκονταν από πολλές απόψεις σε μια προ-επαναστατική κατάσταση. Ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε προκαλέσει πολυάριθμες εξεγέρσεις της νεολαίας. Οι πανεπιστημιουπόλεις είχαν γίνει φυτώρια διαμαρτυρίας και εξέγερσης. Η Ουάσινγκτον διασχίζονταν από πορείες διαδηλωτών. Η αμερικανική σημαία και οι κάρτες κλήσης στα όπλα καίγονταν στον δημόσιο χώρο, σε κοινή θέα. Τα μαύρα γκέτο των μεγάλων πόλεων ήταν το σκηνικό εξεγέρσεων και λεηλασιών. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις και οι βίαιες διαδηλώσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη «. Επίσης, τα ίδια «συστατικά» ήταν παρόντα εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία, εμπλέκοντας και πείθοντας δεκάδες χιλιάδες νέους. Ένας τεράστιος χώρος τον οποίον το επόμενο πέρασμα στον ένοπλο αγώνα δεν αποστράγγισε, εάν είναι αληθινοί οι αριθμοί που υποδεικνύει η αμερικανική CIA σε ένα έγγραφο του απριλίου 1982, στον οποίο οι συμπαθούντες του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία υπολογίζονταν σε ένα εκατομμύριο, με μια δεξαμενή υποστήριξης και πιθανής στρατολόγησης που υπολογίζονταν στο 2% των εργατών σε εθνική βάση και μεταξύ των δέκα χιλιάδων στρατευμένων στο κίνημα της εργατικής Αυτονομίας.

Το λάθος της αξιολόγησής μας, αν μη τι άλλο, ήταν ότι παρερμηνεύσαμε θεωρώντας ένα ηλιοβασίλεμα για την αυγή, δηλαδή δεν κατανοήσαμε επαρκώς τον εξελισσόμενο μετασχηματισμό των καιρών, τη μετάβαση από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, και επομένως την ήττα της προηγούμενης ταξικής σύνθεσης , η οποία έγινε εμφανής σε όλους μόνο το 1980, με τη συμβολική πορεία των «σαράντα χιλιάδων» στη FIAT και το τέλος ενός ιστορικού κύκλου. Ένα σοβαρό λάθος, το οποίο προκάλεσε σοβαρές συνέπειες. Όμως, πρέπει να ειπωθεί, δεν ήταν μόνο δικό μας, αλλά αφορούσε ολόκληρη την αριστερά αυτής της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της κοινοβουλευτικής, σε όλες τις συνιστώσες και τις πτυχές, τις όψεις της.”

Μείνατε στη φυλακή για 24 χρόνια και για άλλα τόσα ασχοληθήκατε με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πορεία αποκατάστασης σε εσάς φαίνεται να έχει δουλέψει. Αλλά δεν φαίνεται να λειτουργεί πάντοτε, αντιθέτως. Γιατί;

“Το λέω πολύ απλά αλλά με πεποίθηση, σιγουριά και σαφήνεια: διότι παρά το ότι εγώ και όσοι έχουν ζήσει τη δική μου εμπειρία έχουμε διαπράξει αδικήματα, ακόμη και πολύ σοβαρά, δεν ήμασταν παρακινημένοι από εγκληματική ενέργεια, διάθεση. Μάλλον, όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω εδώ, από μια ώθηση – ή αν προτιμάτε μια επαναστατική ψευδαίσθηση -. Με τον τερματισμό αυτής η επανένταξη στην κοινωνία και στους κανόνες της ήταν ένα φυσικό γεγονός. Η φυλακή, και ειδικά η βίαιη με τις ειδικές ενότητες στις οποίες είχαμε εγκλειστεί επί μακρόν, έχει κάπως επιβραδύνει και μερικές φορές παρεμποδίσει αυτό το μονοπάτι. Η αποκατάσταση, αν αυτός είναι ο κατάλληλος όρος, συνέβη συχνά παρά τη φυλάκιση, όχι εξ αιτίας αυτής.

Σήμερα η φυλακή είναι γεμάτη από πολύ διαφορετικές φιγούρες, κυρίως ανθρώπους με προβλήματα ναρκωτικών, ξένους, άρρωστους. Θυμάμαι τα λόγια ενός δικαστή που, όταν κλήθηκε σε κορυφαίες θέσεις της σωφρονιστικής διοίκησης, πριν καιρό είπε: «Έφθασα νομίζοντας πως θα βρω την φυλακή γεμάτη εγκληματίες, ανακάλυψα πως είναι γεμάτη από φτωχούς».

Εδώ και καιρό, με το τέλος της προωθητικής ώθησης της μεταρρύθμισης Gozzini και της πολιτικής κουλτούρας που στέκονταν πίσω από αυτή και την είχαν καταστήσει δυνατή, η φυλακή φαίνεται να έχει εγκαταλείψει όλες τις φιλοδοξίες επανένταξης και τους σκοπούς αυτής, περιοριζόμενη να περιέχει αυξανόμενους αριθμούς αποκλεισμένων ατόμων, να ασκεί υποκατάστατα καθήκοντα και λειτουργίες σε σχέση με την απουσία κοινωνικών πολιτικών έξω από αυτήν αφενός, και αφετέρου, να σηματοδοθείται ως μια πραγματική κοινωνική εκδίκηση, ως απάντηση στην οργή που είναι διαδεδομένη στην κοινωνία όχι μόνο προς εκείνους που εγκληματούν αλλά προς τους αποκλεισμένους και τους φτωχούς γενικότερα.”

Πρέπει το 4bis να καταργηθεί ή έχει κάποιο λόγο να υπάρχει;

“Το 4bis είναι η νομική τυποποίηση της απόρριψης των επανενταξιακών λειτουργιών που αποδίδει το Σύνταγμα στην ποινή εγκλεισμού σε σχέση με ορισμένες κατηγορίες αδικημάτων και συνεπώς κρατουμένων. Επομένως, θα πρέπει να καταργηθεί, όπως και το 41bis και η ισόβια ποινή που λέγεται πως αποτελεί εμπόδιο, που συνιστούν τίποτα άλλο παρά μια νομιμοποιημένη μορφή βασανιστηρίων. Και οι δύο κανόνες είναι αποτέλεσμα της ίδιας λογικής έκτακτης ανάγκης που διέκρινε τη δικαστική και σωφρονιστική απάντηση στα ένοπλα φαινόμενα της δεκαετίας του ’70. Τότε υπήρξε η αδιάκριτη και εκτεταμένη χρήση των αδικημάτων που αναφέρονταν σε ενώσεις-οργανώσεις, της «ηθικής συνέργειας, συνενοχής», η δίχως φραγμούς χρήση των αποκαλούμενων μετανιωμένων, τα βασανιστήρια των συλληφθέντων, οι ειδικές φυλακές και το άρθρο 90. Σήμερα οι κανόνες έκτακτης ανάγκης έχουν ονόματα και στόχους διαφορετικούς, αλλά είναι ίδιο το τραύμα που παράγουν στο κράτος δικαίου και τη συνολική σκλήρυνση του σωφρονιστικού συστήματος.”

Σε ένα πρόσφατο συνέδριο αναφέρατε μια παλιά έρευνα της Rai για τις φυλακές, στην οποία ο απεσταλμένος – παρατηρώντας το εσωτερικό των φυλακών – δεν διαπίστωνε μεγάλο αριθμό εγκληματιών αλλά μεγάλο αριθμό φτωχών ανθρώπων. Από ποια ξένα συστήματα φυλακών μπορεί να εμπνευστεί η Ιταλία για να αποτρέψει οι φυλακές να παραμείνουν κοινωνικές χωματερές;

“Ναι, ο υπεύθυνος αυτής της έρευνας, αφού επισκέφθηκε μεγάλο αριθμό φυλακών, είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο τον δικαστή που ανέφερα προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι ο κρατούμενος πληθυσμός έμοιαζε με μια «αυλή των θαυμάτων», ότι τα πρόσωπα που συναντιόνταν εκεί «είναι τα ίδια με εκείνα των αθλίων του Βίκτωρα Ουγκό, των θαμμένων ζωντανών του Ντοστογιέφσκι». Ένας πληθυσμός που αποτελείτο από άτομα με χαμηλή εκπαίδευση, χωρίς εργασία, κυρίως από νότια προέλευση. Μια φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν από περίπου μισό αιώνα, αλλά εξαιρετικά, και ανησυχητικά, παρόμοια με την τρέχουσα. Σήμερα πρέπει να προστεθούν οι αλλοδαποί, οι οποίοι έφτασαν το 34% των κρατουμένων, αλλά ο κύριος λόγος για τον οποίο καταλήγουν στη φυλακή παραμένουν τα αδικήματα κατά της περιουσίας και η επικρατούσα κοινωνικοοικονομική σύνθεση παραμένει εκείνη της περιθωριοποίησης, του αποκλεισμού.

Υπάρχουν χώρες των οποίων τα σωφρονιστικά συστήματα έχουν κάνει και κέρδισαν μεταρρυθμιστικά στοιχήματα, όπως η Ισλανδία. Αλλά επίσης και μερικές μεγαλύτερες χώρες, ίσως με αντιφάσεις, έχουν πολιτικές μεγαλύτερης ανοικτότητας και μεγαλύτερης προσοχής στα δικαιώματα των φυλακισμένων, νομίζω, για παράδειγμα, εκείνο που έχει να κάνει με την τρυφερότητα, τις προσωπικές σχέσεις ή την κατάργηση της αέναης τιμωρίας.

Μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η Ιταλία έχει ποινικές ιδιαιτερότητες, όπως αυτές των μαφιών. Νομίζω όμως ότι αυτό είναι ένα αδύναμο και απατηλό επιχείρημα, μια δικαιολογία, διότι, όπως είπε ο Leonardo Sciascia, ο οποίος γνώριζε καλά το φαινόμενο, οι μαφίες μάχονται με το κράτος δικαίου, όχι με τις τρομερές τιμωρίες. Η ισόβια κάθειρξη, όπως η θανατική ποινή, δεν αποτελεί πραγματικό αποτρεπτικό παράγοντα. Η σκληρή φυλακή οδηγεί σε μια βίαιη σπείρα όχι σε μια πραγματική κυβέρνηση των φυλακών.

Πριν από τα μοντέλα που πρέπει να ακολουθηθούν, και υπάρχουν, όμως χρειαζόμαστε μια διαφορετική κουλτούρα της τιμωρίας και της λειτουργίας της. Για να το θέσω όπως ο καρδινάλιος Martini, «πρέπει να προσπαθήσουμε να φανταστούμε και να δοκιμάσουμε εναλλακτικές λύσεις στην τιμωρία, όχι μόνο εναλλακτικές ποινές». Ενώ περιμένουμε τον Godot, δηλαδή μέχρι η πολιτική τάξη (δεξιά, κεντρώα και αριστερή) να βρει αυτό το θάρρος και αυτό το όραμα, θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να αρχίσουμε τουλάχιστον να καθιστούμε την ποινή εγκλεισμού ακραία λύση, παρά προτιμώμενη συντόμευση για κάθε είδος αδικήματος και αποκλίσεως, πράγμα που συμβαίνει τώρα.”

Ας μιλήσουμε λίγο για την πολιτική. Εάν ο Sergio Segio ήταν 20 ετών, τι είδους πολιτική δέσμευση θα είχε σήμερα; Θα ψηφίζατε για κάποιο συγκεκριμένο κόμμα;

“Κοιτάξτε, εγώ είχα ένα αριστερό imprinting, αποτύπωμα και συναισθηματική εκπαίδευση αριστερή και παραμένω πεπεισμένος ότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ισότητα είναι αξίες και στόχοι που είναι ουσιώδεις, απαραίτητοι, επιτακτικοί. Ποτέ δεν στρατεύτηκα ούτε ψήφισα κόμματα, αλλά κυρίως σε εξωκοινοβουλευτικά κινήματα και ομάδες. Είχα ενεργές συμπάθειες για το τελευταίο μεγάλο κίνημα που εκφράστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 σε ολόκληρο τον κόσμο και το οποίο καταστάλθηκε αιματηρά στη Γένοβα το 2001. Ένα κίνημα εναλλακτικό προς την παγκοσμιοποίηση που έπεται το τέλος του εικοστού αιώνα, το οποίο είχε τη φιλοδοξία να προσπαθήσει να αλλάξει τον κόσμο χωρίς να πάρει την εξουσία και το οποίο είχε σημαντικές και ακόμα τρέχουσες ιδέες γνώσεις και απόψεις. Αν και το κίνημα αυτό έχει διαλυθεί, οι λογικές του και η σοφία του είναι περισσότερο από ποτέ έγκυρες και εμφανείς και οι αναλύσεις του εξακολουθούν να αποτελούν μια δεξαμενή προτάσεων, οι οποίες στις Ηνωμένες Πολιτείες καταφέρνουν να μολύνουν θετικά το πρόγραμμα ενός υποψηφίου προέδρου όπως ο Bernie Sanders και στην Ισπανία εκείνο των Podemos, αλλά γενικότερα δεν κατάφεραν να αλλάξουν την πολιτική και να επηρεάσουν τις μεγάλες παγκόσμιες επιλογές. Αυτό δεν υπονομεύει τη σημασία του γεγονότος ότι οι ομάδες αυτές είχαν δίκιο, τα συνδικάτα αυτά, εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας των πολιτών που προειδοποιούσαν τότε για τους κινδύνους της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, για τους κινδύνους που συνδέονται με τη μεταβίβαση εξουσιών και προνομίων από τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια υπέρ οργανισμών χωρίς δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΠΟΕ. Που αντιτάχθηκαν πρώτα στον ίδιο τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και στη συνέχεια στη στρατιωτική παρέμβαση στο Ιράκ. Που κατήγγειλαν τα ιδιωτικά συμφέροντα των Τζορτζ Μπους, των Ντικ Τσένι και των Ντόναλντ Ράμσφελντ και τη συνενοχή του Τόνι Μπλερ στην εισβολή του Ιράκ, δημιουργώντας ψευδή στοιχεία για να μπορέσουν να το πράξουν, και που προκάλεσαν και θεωρητικοποίησαν έναν «ατελείωτο πόλεμο », του οποίου οι συνέπειες συνεχίζουν σήμερα να καταστρέφουν τη Μέση Ανατολή και να αποσταθεροποιούν ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές και έμμεσα την ίδια Ευρώπη, τον κύριο αποδέκτη των ροών μεταναστών που ξεφεύγουν από τους βομβαρδισμούς και τις σφαγές. Μόνο ο πόλεμος στη Συρία, που βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2011, έχει μέχρι στιγμής παράξει σχεδόν μισό εκατομμύριο νεκρούς, δύο εκατομμύρια τραυματίες, 12 εκατομμύρια πρόσφυγες. Η νεοαποικιοκρατία, τα στρατηγικά ενεργειακά συμφέροντα και οι δυτικές βιομηχανίες του πολέμου ευθύνονται για τα εκατομμύρια των θανάτων και τις δεκάδες εκατομμύρια προσφύγων που σημάδεψαν την αρχή του νέου αιώνα και συνεχίζουν χωρίς περιορισμούς ή επανεξέταση. Και χωρίς ακόμη περισσότερο εκείνο το παγκόσμιο κίνημα που είχε τη δύναμη και τη σαφήνεια να την καταγγείλει. Σήμερα μόνο η φωνή του Πάπα Φραγκίσκου παραμένει, με κύρος αλλά χωρίς πραγματικές συνέπειες στις πολιτικές επιλογές.

Παραμένω πεπεισμένος ότι, ειδικά σε αυτή την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, τα κοινοβούλια αποφασίζουν ελάχιστα. Μαζί με την ανάπτυξη της εξουσίας της χρηματοδότησης και των μεγάλων πολυεθνικών ομάδων, οι θεσμοί της νομοθετικής εξουσίας και της ίδιας της δημοκρατίας έχουν αδειάσει. Οι μεγάλες παγκόσμιες αποφάσεις λαμβάνονται στα διοικητικά συμβούλια αυτών των εταιρειών, corporationς και επηρεάζουν τη ζωή μας πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε κοινοβούλιο. Επιπλέον, αν πολλές πολυεθνικές και τράπεζες έχουν υψηλότερους προϋπολογισμούς από το ΑΕΠ των Κρατών, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιος διοικεί στον κόσμο. Το αμερικανικό γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ Walmart απασχολεί 2,2 εκατομμύρια ανθρώπους και έχει κύκλο εργασιών άνω των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως ολόκληρο το ΑΕΠ της Αργεντινής. Ο προϋπολογισμός της τράπεζας BNP-Paribas, σχεδόν 2.000 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι ισοδύναμος με το ΑΕΠ της χώρας στην οποία βρίσκεται, έχει έδρα, τη Γαλλία, την έκτη μεγαλύτερη οικονομία, κι όμως η BNP είναι «μόνο» η όγδοη τράπεζα στον κόσμο. Η κεφαλαιοποίηση γιγάντων όπως η Google και η Apple υπερβαίνουν το ΑΕΠ της Σουηδίας, της Πολωνίας ή της Νιγηρίας, που είναι η πολυπληθέστερη χώρα στην Αφρική, με 180 εκατομμύρια κατοίκους. Ολόκληροι τομείς ζωτικής σημασίας για την ανθρωπότητα, όπως εκείνος των τροφίμων και η αγροχημεία είναι στα χέρια και στην εξουσία λίγων εταιρειών. Τα τρία τέταρτα της αγοράς σπόρων ανήκουν μόνο σε δέκα πολυεθνικές εταιρείες, η αμερικανική Monsanto, από μόνη της, έχει πάνω από το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς. Όλα αυτά συμβάλλουν να κενωθούν οι ρόλοι και οι δυνατότητες των πολιτικών κομμάτων, και το βλέπουμε ως συνέπεια του αυξανόμενου λαϊκισμού και της όλο και πιο απειλητικής αύξησης των εθνικισμών.

Σε κάθε περίπτωση, για όσους προέρχονται από την ιστορία μου μετά την λήξη της ποινής φυλάκισης, συνεχίζεται μια άλλη ατελείωτη, ένα είδος κοινωνικής ισόβιας φυλάκισης και λόγου. Μεταξύ των πολιτικών δικαιωμάτων τα οποία στερούμαστε, υπάρχουν και πολιτικά, συνεπώς, ακόμη και αν ήθελα, δεν θα μπορούσα να ψηφίσω ούτε να με ψηφίσουν.

Το μόνο κόμμα στο οποίο έχω εγγραφεί ποτέ και με το οποίο διατηρώ σχέσεις και συμπάθεια είναι το ριζοσπαστικό κόμμα. Πρώτα απ ‘όλα σε αναγνώριση, δεδομένου ότι στη δεκαετία του Εβδομήντα και τη δεκαετία του Ογδόντα οι ριζοσπάστες ήταν από τους λίγους που κατήγγειλαν τα συχνότατα επεισόδια βασανιστηρίων κατά των συλληφθέντων μαχητών και τις συνθήκες κράτησης στις ειδικές φυλακές. Μια ευγνωμοσύνη όχι μόνο γενικά, αλλά και για την υποστήριξη και την εγγύτητα που μου εξέφρασαν με την ευκαιρία μιας μακράς απεργίας πείνας που είχαμε μαζί με την Susanna Ronconi για να διαμαρτυρηθούμε ενάντια σε απόφαση του προέδρου του δικαστηρίου επιτήρησης του Τορίνο. Μια απόφαση που άνοιξε μια σύγκρουση, και νομική, μεταξύ αυτού του δικαστή και της σωφρονιστικής διοίκησης, η οποία είχε κανονίσει και την δική μας πρόσβαση στην εργασία εκτός όπως ήδη είχε συμβεί για όλους τους άλλους πολιτικούς κρατούμενους του τμήματος μας, αλλά την οποία ο δικαστής μας απέρριπτε. Το γεγονός είναι ότι σε κάποια στιγμή η Susanna και εγώ αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε μια απεργία πείνας ενάντια σε μια αντικειμενικά αδικαιολόγητη διάκριση εναντίον μας (άποψη, κατά τα άλλα, από κοινού και υπογεγραμμένη από σημαντικές πολιτικές και νομικές προσωπικότητες, όπως ο πρώην δικαστής και στη συνέχεια πρόεδρος της Κάμερας Luciano Violante, ο μελλοντικός υπουργός Δικαιοσύνης Piero Fassino, ο γερουσιαστής Mario Gozzini, ο νομικός Neppi Modona και πολλοί άλλοι). Μια ολοκληρωτική και αποφασιστική απεργία, έτσι ώστε μετά από μόλις μία εβδομάδα είχαμε εισέλθει στο τμήμα bunker του νοσοκομείου Molinette στο Τορίνο. Μια απεργία την οποία δεν θέλαμε ως εκβιασμό αλλά ως μάχη που, αν και ξεκινώντας από την κατάστασή μας, έθετε ένα γενικότερο ζήτημα δικαίου. Ήταν μια αποφασιστικά απελπιστική κατάσταση. Ήμασταν πραγματικά αποφασισμένοι να κατακτήσουμε να μας αντιμετωπίζουν όπως τους άλλους, ή διαφορετικά να πεθάνουμε. Λοιπόν, και για να το κάνουμε σύντομο, ανάμεσα στους πολύ λίγους που μας υποστήριξαν σε αυτήν τη μάχη ζωής και θανάτου υπήρξε ολόκληρο το Ριζοσπαστικό Κόμμα και όλοι οι κοινοβουλευτικοί του, ο Marco Pannella επικεφαλής. Μέχρις ότου παρενέβη ο τότε υπουργός Giuliano Vassalli, ο δικαστής αναγκάστηκε να συμφωνήσει να επιτρέψει την εξωτερική εργασίας πρώτα για τη Susanna και κάποια στιγμή αργότερα και για μένα, αν και υπό την εποπτεία και τη συνεχή επαγρύπνηση των σωφρονιστικών αστυνομικών: εξωτερική εργασία υπό συνοδεία που απετέλεσε ένα περισσότερο μοναδικό γεγονός παρά σπάνιο στην ιταλική ιστορία των φυλακών.

Αλλά πέρα από τα προσωπικά γεγονότα και την ευγνωμοσύνη, στη συνέχεια και μαζί, υπάρχει για μένα η θεώρηση μιας βαθιάς συνέπειας τους και επίσης της θετικής τους ανωμαλίας, δεδομένου ότι είναι ένα «μη κόμμα» κόμμα, δεδομένου ότι έχει εδώ και καιρό επιλέξει να μην παρουσιάζεται στις εκλογές και να χαρακτηρίζεται από ένα διεθνικό σχέδιο. Πράγμα που εξισορροπεί την αποφασιστική απόσταση που νιώθω για τις νεοφιλελεύθερες θέσεις τους στα οικονομικά. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, διότι τα τελευταία χρόνια παρέμειναν η μόνη πολιτική δύναμη στρατευμένη στην υπεράσπιση του κράτους δικαίου και ενός προστατευτισμού που δεν είναι εναλλασσόμενο ρεύμα, καθώς και ενάντια στην ισόβια φυλάκιση και τη σκληρή φυλακή του 41bis.”

Εάν έπρεπε να ορίσετε με ένα επίθετο τους Renzi, Bersani, Berlusconi, Grillo και Salvini, ποιο θα χρησιμοποιούσατε για καθέναν από αυτούς;

“Πιστεύω ότι από τα όσα είπα μέχρι τώρα είναι σαφές ότι δεν έχω καμία εγγύτητα με καμία από τις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούνται από τα κόμματα, αν και για ορισμένα, που χαρακτηρίζονται από μια κουλτούρα μισαλλοδοξίας, κοινωνικού εγωισμού και ξενοφοβικών συμπεριφορών, αισθάνομαι μεγαλύτερη απόσταση. Τους μεμονωμένους ανθρώπους έχω συνηθίσει να μην εκφράζω κρίσεις, μιας και πολύ συχνά έχω κριθεί εγώ, για να μην πω πως έχω κριθεί με προκατάληψη ή με γελοιοποίησαν και με αντιμετώπισαν με περιφρόνηση δημόσια. Οι καιροί που ζούμε, δείχνουν ευκολία στις ομιλίες μίσους, προσβολής, σε κρίσεις λασπώδεις και λακωνικές στις οποίες νομίζω ότι πρέπει να αντιταχθούμε, σε όλα τα επίπεδα και απέναντι σε όλους.”

Ποια είναι τα πάθη του Segio – ακόμα και αυτά που σας δεσμεύουν λιγότερο – που κανείς δεν γνωρίζει στο μουσικό, κινηματογραφικό, αθλητικό μέτωπο ..;

“Νομίζω ότι αυτό ισχύει για πολλούς, αλλά αισθάνομαι και στην πραγματικότητα ανταγωνίζομαι συχνά με το χρόνο, ένα αγαθό που γίνεται όλο και πιο σπάνιο, δεδομένων των μορφών που επιτεύχθηκαν από την κοινωνική οργάνωση. Οι δραστηριότητές μου και η κοινωνική μου δέσμευση μου επιτρέπουν επομένως πολύ λίγα περιθώρια για να αφιερωθώ σε κάτι άλλο. Τον χρόνο που μπορώ να κερδίσω τον επενδύω στην ανάγνωση, ακούω αρκετή μουσική, στο βάθος, σιγανά ακόμα και όταν δουλεύω ή γράφω, δυστυχώς πηγαίνω πολύ σπάνια στον κινηματογράφο. Τα λογοτεχνικά, μουσικά και κινηματογραφικά μου γούστα παρέμειναν αρκετά πίσω στον περασμένο αιώνα. Ποτέ δεν έχω ενδιαφερθεί για τον αθλητισμό, πόσο μάλλον για το ποδόσφαιρο, το οποίο εξακολουθώ να θεωρώ ένα όπλο μαζικής απόσπασης της προσοχής, καθώς και πλέον μια επιχείρηση και όχι ένα παιχνίδι. Αλλά εδώ και μερικά χρόνια ασκώ τις κούρσες, συμμετέχοντας σε μαραθώνιους. Τούτου λεχθέντος, το κύριο πάθος μου παραμένει η πολιτική, με την έννοια που ελπίζω ότι μέχρι στιγμής έχω περιγράψει επαρκώς: δηλαδή, στην κοινωνική στράτευση και συμμετοχή.”

Πριν από λίγο καιρό, σε μια συνάντηση στην έδρα του Ριζοσπαστικού Κόμματος, ο Βαλέριο Φιοραβάντι, Valerio Fioravanti, καθόταν ακριβώς πίσω της. Τον χαιρετίσατε;

“Όχι, αλλά απλά επειδή δεν τον είδα. Σε εκείνη την περίπτωση χαιρέτισα την Francesca Mambro, με την οποία συμμερίζομαι την στράτευση και τις μάχες κατά της θανατικής ποινής και για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ένωση Nessuno Tocchi Caino, στην οποία είμαι μέλος της διοίκησης και με την οποία επίσης συνεργάζεται ο Valerio και η Francesca.

Μια μεγάλη και ευγενής φιγούρα, δυστυχώς έφυγε τον αύγουστο του 2016, η οποία υπήρξε επί μακρόν εποπτική δικαστής και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα επικεφαλής της σωφρονιστικής διοίκησης, ο Sandro Margara, έγραψε κάποτε ότι «η φυλακή δημιουργεί αθωότητα, μετατρέποντας και τον ένοχο σε θύμα «, μια βαθιά αλήθεια την οποίαν πάρα πολλοί δεν θέλουν να ακούσουν, ειδικά σε αυτούς τους καιρούς που έχουν γίνει κακοί . Νομίζω ότι η φυλακή δημιουργεί φυσικά συναισθήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης μεταξύ εκείνων που ζουν στην ίδια κατάσταση και ότι, ως εκ τούτου, ωθεί να ξεπεραστούν αποστάσεις και προλήψεις, προφυλάξεις ακόμη και μεταξύ «πρώην εχθρών”.”

Πηγή: GIACOMO DI STEFANO, PROMETEO LIBERO