ιστορία, storia

Brigate Rosse, μια ιστορία μέσα στην εργατική βία των χρόνων εβδομήντα – una storia interna alla violenza operaia degli anni 70

Posted on maggio 20, 2017, μάϊος 20, 2017

Από το blog Campagna di primavera ανακαλούμε αυτή την κριτική του Ugo Maria Tassinari στον τόμο “Brigate rosse, από τα εργοστάσια στην εκστρατεία της άνοιξης”

Είναι ένα φιλόδοξο σχέδιο: ο τόμος που παρουσίασε ένας από τους συγγραφείς, στον αυτοδιαχειριζόμενο χώρο των φοιτητών της Αρχιτεκτονικής στη Νάπολη στις 18 μαΐου του τρέχοντος έτους, είναι ο πρώτος μιας τριλογίας που έχει ως στόχο να είναι το οριστικό έργο για την ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Φιλοδοξία που δεν είναι εξωπραγματική: επειδή η ομάδα έχει τα προσόντα, την ποιότητα και είναι καλά εξοπλισμένη. Ο Marco Clementi, ερευνητής της Ιστορίας της ανατολικής Ευρώπης στο Arcavacata, έχει ήδη δημοσιεύσει εργασίες σχετικά με την «τρέλα του Μόρο» και την «ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών».  Η Elena Santalena διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Grenoble-Alpes, όπου συνεργάζεται με το Laboratoire Universitaire Histoire Cultures Italie Εurope. Μελετά τα χρόνια της εξέγερσης στην Ιταλία, το θέμα των φυλακών, τα ένοπλα κινήματα και διαμαρτυρίας. Ο Paolo Persichetti είναι πρώην ταξιαρχίτης της τελευταίας γενιάς: η καταδίκη του για τις οργανώσεις Br-UCC και η έκδοση του από τη Γαλλία ( μοναδική περίπτωση περισσότερο παρά σπάνια), έχουν καταστείλει μια πολλά υποσχόμενη ακαδημαϊκή καριέρα στο Παρίσι 8. Οι τρεις έχουν συνδυάσει με σύνεση προφορικές πηγές (με αποκλειστικές συνεντεύξεις με μερικούς από τους ηγέτες της κυριότερης ιταλικής ένοπλης ομάδας) και αρχειακές εργασίες (με σχολαστική εξέταση από τα πολλά έγγραφα της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών που αποχαρακτηρίστηκαν πρόσφατα) και κάνοντας με αυτόν τον τρόπο να μιλήσουν «φύλακες και ληστές» κατάφεραν να μας δώσουν πίσω μια ισχυρή από κοινού άποψη.
Από αυτή την έντονη δραστηριότητα αναδύεται ένα ενδιαφέρον γεγονός: οι αναλύσεις και οι ερευνητικές υποθέσεις που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία σε πραγματικό χρόνο σε μια εποχή που η αστυνομία, οι δυνάμεις της τάξης δεν μπορούσαν να επικαλεστούν, να επωφεληθούν της βοήθειας ούτε πληροφοριοδοτών (ο μοναδικός, ο γραφικός αδελφός Mitra-Πολυβόλο, κάηκε για να συλληφθούν οι Curcio και Franceschini ), ούτε μετανοούντων επιδεικνύουν μια ικανότητα γνώσης και κατανόησης σημαντικά υψηλότερη των αποτελεσμάτων που ελήφθησαν στον αγωνιστικό χώρο και για τις τρέχουσες ιδέες γύρω από την ποιότητα της δικής μας intelligence
Το κύριο πλεονέκτημα του πρώτου τόμου, ο οποίος καλύπτει τα έτη από το 1970 στο 1978, από την γέννηση στην ακμή της απαγωγής Μόρο, όμως, είναι άλλο. Μέσα από μια ακριβή ανακατασκευή της θεωρητικής επεξεργασίας και της μαχητικής πρακτικής των πρώτων ερυθρών Ταξιαρχιών επιστρέφεται στο φαινόμενο η αληθινή του πραγματικότητα: δηλαδή, το ότι δεν υπήρξε μια εγκληματική συμμορία ή ένα φάντασμα που κινούσε μια κάποια ξένη δύναμη ή σκοτεινή αλλά μια οργάνωση που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στην κοινωνική σύγκρουση των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα, όταν η εργατική βία στα εργοστάσια, οι ξυλοδαρμοί των επιστατών και των απεργοσπαστών και το σαμποτάρισμα της παραγωγής, ήταν πράγματα διαδεδομένα και καθημερινά. Σε αντίθεση με τις άλλες επαναστατικές ομάδες, που επεκτείνουν τους αγώνες από τις γειτονιές στις φυλακές, από τους στρατώνες στο ψυχιατρεία, οι ερυθρές Ταξιαρχίες επικεντρώνουν τα πρώτα χρόνια τις δραστηριότητες τους στα εργοστάσια του βιομηχανικού τριγώνου. Στη συνέχεια, «με την αποτυχία των εμπειριών των πολιτικών εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που γεννήθηκαν στην διετία 1968-1969, ο ένοπλος αγώνας έγινε, στα μέσα της δεκαετίας του Εβδομήντα, μια επιλογή που κατέκτησε μεγάλα τμήματα του κινήματος. Οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρξαν, απλά, μέρος εκείνης της διαδικασίας”.

Brigate Rosse, una storia interna alla violenza operaia degli anni 70

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συμβουλές [ή όχι] για τις αγορές σας: Έτρεχα σκεπτόμενος την Anna, του Pasquale Abatangelo – Consigli (o sconsigli) per gli acquisti: Correvo pensando ad Anna, di Pasquale Abatangelo

Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα

Μέσα από την κοπριά των πολλών δήθεν απομνημονευμάτων για τη δεκαετία του Εβδομήντα, συμβαίνει σε κάποιο σημείο να ξεθάψουμε το πιο όμορφο λουλούδι. Είναι η ειλικρινής και τραγική ζωή του Pasquale Abatangelo που μας επιστρέφει, μας δίνει πίσω την έννοια και την σημασία μιας συλλογικής ιστορίας που θάφτηκε από την μνησίκακη ιστορία των νικητών, της δεξιάς και της αριστεράς. Εδώ και πάρα πολύ καιρό έχουν αλλάξει το όνομα στα πράγματα, αλλά παραμένει άγρια αληθινός ο στίχος της Gertrude Stein, Γερτρούδης Στάιν: ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο. Αυτή η αυτοβιογραφία επιστρέφει νόημα σε ένα όνομα που πλέον έχει στραγγιστεί από υλικά νοήματα, από φυσικές έννοιες και σημασίες : τον κομμουνισμό. Η ζωή του Abatangelo Pasquale είναι ο ιταλικός κομμουνισμός των χρόνων Εβδομήντα. Η ζωή του ως συνεκδοχή μιας γενιάς επαναστατών αγωνιστών οι οποίοι, στερημένοι από τα πάντα, εκτός από την πειθαρχία και την αυτοθυσία τους, βρέθηκαν σε θέση να βάλουν το φόβο στην εξουσία, μπόρεσαν να κάνουν την εξουσία να φοβηθεί. Είναι αυτό ένα προνόμιο που πλήρωσαν ακριβά: πολλοί δεν άντεξαν, άλλοι διατήρησαν την αξιοπρέπειά τους ανέπαφη. Ο Pasquale ήταν ένας από αυτούς.

Η ζωή του Pasquale περικλείει συμβολικά την αίσθηση και το νόημα της μακράς δεκαετίας των ταξικών αγώνων στην Ιταλία ανάμεσα στο 1968 και το τέλος της δεκαετίας του Εβδομήντα. Μια ζωή ανθρώπων που δεν τους έδιναν μεγάλη σημασία, ζωή ανθρώπων δίχως αξία, και ήταν πολλές εκείνη την εποχή, απ’ το σχολείο σε αυτό του δρόμου, την πρώτη ληστεία, στη φυλακή. Αλλά η αναγέννηση στον κομμουνισμό έγινε μέσα σε εκείνη την συλλογική ιστορία που συγκλόνισε τις μοίρες μιας γενιάς. Ο απολιτικός Pasquale έπρεπε να λογαριαστεί με την επαναστατική επείγουσα ανάγκη, με τον επαναστατικό χαρακτήρα μιας γενιάς που σάρωσε τα ατομικά πεπρωμένα: «Εδώ δημιουργήθηκαν οι βάσεις, τα θεμέλια της ιταλικής ιδιαιτερότητας. Και στη Γαλλία, και στη Γερμανία, στην Αγγλία, στις ΗΠΑ το Εξήντα οκτώ βρήκε τις λέξεις για να κατανοήσει, να περιγράψει και να απορρίψει στο σύνολο τους τους θεσμούς . Αλλά μόνο στην Ιταλία δημιουργήθηκε μια equal δυναμική, ομότιμη, οριζόντια και οσμωτική ανάμεσα στους ποινικούς και τους επαναστάτες. Χρόνια αργότερα, στα βιβλία φιλοσοφίας βρήκα τις σωστές λέξεις για να περιγράψω την σημασία αυτής της συνάντησης: αμοιβαία αναγνώριση «. Η αμοιβαία αναγνώριση στην οποίαν αναφέρεται ο Pasquale δεν είναι «μόνο» μεταξύ των κοινών κρατουμένων και των πολιτικών αγωνιστών, μαχητών. Είναι εκείνη ανάμεσα σε ένα κομμάτι των κατώτερων τάξεων και των επαναστατικών πρωτοποριών. Αυτή είναι η σχέση που εξηγεί την μη φυσιολογική διάρκεια και την σκληρότητα της μάχης, της σύγκρουσης που έσυρε την χώρα σε έναν αληθινό εμφύλιο πόλεμο – αν και “χαμηλής έντασης”. Αυτή είναι η ιταλική ιδιαιτερότητα, η οποία επέτρεψε την δημιουργία ενός μαζικού επαναστατικού κινήματος και, ταυτόχρονα, την ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα:«Οι νέοι αμφισβητίες που διαμαρτύρονταν και κατέληγαν στη φυλακή συνέβαλαν στη διεύρυνση των πολιτικών και πολιτιστικών οριζόντων των πρωτοποριών του κινήματος των κρατουμένων. Αλλά και οι ληστές και οι κλέφτες εμπλούτιζαν τις πολιτικές και ανθρώπινες αποσκευές των αγωνιστών της άκρας αριστεράς. Η επιρροή αναπτύσσονταν και στις δύο κατευθύνσεις. Οι κατάδικοι ιδιοποιούνταν την κουλτούρα και την πολιτική εμπειρία των εξηνταοκτάρηδων, που ήταν απαραίτητες για να δώσουν νόημα σε μια συλλογική αναταραχή, σε εκείνο το τίναγμα και ξέσπασμα που διαφορετικά θα προορίζονταν να πυρποληθεί και να καεί μέσα σε ένα είδος jaquerie. Οι εξωκοινοβουλευτικοί, στο μεγαλύτερο τους μέρος μικροαστικής κοινωνικής προέλευσης, κατάπιναν με γρήγορες γουλιές την συγκεκριμένη γνώση των κρατουμένων, φρούτο και αποτέλεσμα των όξινων εμπειριών που βίωναν στα περιθώρια της κοινωνίας».

Αλλά μέσα σε αυτή τη συλλογική ιστορία περιλαμβάνεται η συγκεκριμένη ιστορία του Pasquale, κατανοητή μόνο αν τοποθετηθεί μέσα στη δεκαετία του Εβδομήντα, αλλά – ταυτόχρονα – πλήρως αντάξια των εξαιρετικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου. Ο Pasquale συνελήφθη την τελευταία και οριστική φορά το 1974. πολιτικοποιείται μέσα σε λίγο χρόνο, ιδρύει μαζί με άλλους συντρόφους τους Nap της Φλωρεντίας, τους ένοπλους προλεταριακούς Πυρήνες, και κατά τη διάρκεια μιας προλεταριακής απαλλοτρίωσης που έληξε με τραγικό τρόπο συλλαμβάνεται και φυλακίζεται μέχρι το 1993 για να βγει με αναστολή, στην οποίαν ακολούθησαν άλλα δέκα χρόνια ημιελευθερίας και επιτηρημένης ελευθερίας. Είκοσι χρόνια συνεχούς κράτησης στις ειδικές φυλακές, είκοσι χρόνια εξεγέρσεων, ταξικών αγώνων στο εσωτερικό των κατασταλτικών δομών, ξυλοδαρμών που υπέστη, τους οποίους, όταν ήταν δυνατόν, ανταπέδιδε, είκοσι χρόνια εγκλεισμού δίχως καμιά θυματοποίηση από πλευράς του. Δεν υπήρχαν περιθώρια για κλαψούρισμα κατά τη διάρκεια της πάλης των τάξεων, αλλά είναι ένα πράγμα να το λέμε ή και μόνο να το «σκεπτόμαστε» με ψυχραιμία, ένα άλλο είναι να το ασκούμε για είκοσι ολόκληρα ατέλειωτα χρόνια, μακριά από αυτούς που αγαπάμε, από την κανονική ζωή, ή ακόμα και από την στράτευση σε συνθήκες ελευθερίας. Ο κομμουνισμός στην Ιταλία και στη δεκαετία του Εβδομήντα σήμαινε και αυτό: όχι μόνο «την μετατροπή» ενός προλετάριου σε πειθαρχημένο επαναστάτη αγωνιστή της ταξικής πάλης, αλλά το άνοιγμα του κόσμου της «κουλτούρας» σε όσους πάντα αρνούνταν τους ταξικούς μηχανισμούς της: «Τα βιβλία μου έδωσαν αυτοπεποίθηση, παραδίδοντας μου αλήθειες που ποτέ δεν θα ξεχάσω σε όλη μου την ζωή σαν κομμουνιστή αγωνιστή. Αλλά με δίδαξαν, επίσης, ότι το να μισώ δεν έφτανε, και ήταν εύκολο να το παραδεχτώ αν ο κόσμος που έπρεπε να κληρονομήσουμε ήταν αυτός του Fabrizio del Dongo ή του Pierre Bezuchov, πιο δύσκολο γίνονταν αν η ανάγνωση διακόπτονταν από τις κραυγές που έρχονταν από τους διαδρόμους, σε εκείνη την σκατένια φυλακή όπου το να χτυπούν τους κρατούμενους ήταν σαν να παίζουν tresette, στα χαρτιά». Ο αντάρτης Abatangelo, ο εξεγερμένος, ήταν μια μηχανή που κατασκευάστηκε από την κοινωνία για να μισεί. Η φυλακή ήταν ο τόπος όπου αυτό το μίσος πολλαπλασίαζε τη δύναμή του και κυλούσε στις φλέβες των κρατουμένων. Αλλά η αναγέννηση στον κομμουνισμό συνεπάγονταν επίσης την αμφισβήτηση της εξεγερμένης φύσης των: το ταξικό μίσος ήταν η πηγή, το ελατήριο, που δεν μπορούσε να παρακαμφθεί, αλλά η επαναστατική μαχητικότητα τους δεν θα μπορούσε να επιλυθεί μόνο μες το μίσος, έχοντας σαν ποινή την επιστροφή στην εξεγερτικότητα ως αυτοσκοπό, από την οποίαν όμως είχαν απομακρυνθεί, με δυσκολία, και είχαν χειραφετηθεί με ριζοσπαστικό τρόπο. Κι εδώ: εύκολο να το γράψεις, πολύ δύσκολο να το κάνεις μέσα στο κύκλωμα των ειδικών φυλακών, όπου η εκμηδένιση της προσωπικότητας σου ήταν ο πρώτος στόχος της καταστολής. Ακόμη περισσότερο: εύκολο για κάποιον «πολιτικό» ο οποίος γρήγορα μορφώθηκε από τις σκληρότητες της φυλακής, πολύ λιγότερο για έναν εξεγερμένο προλετάριο που πολιτικοποιήθηκε αργότερα, ακριβώς σε εκείνη τη φυλακή που ευνοούσε την κακία και το μίσος σαν τον μοναδικό υπαρξιακό ορίζοντα.
Αλλά η «δύναμη» του βιβλίου είναι κάπου αλλού και όχι στην απλή επίκληση της προσωπικής εμπειρίας, που είναι έτσι κι αλλιώς σημαντική, και σε πολλά χωρία, συγκινητική ακριβώς λόγω της ειλικρίνειας που είναι απαλλαγμένη από κάθε προσπάθεια μεταθανάτιας νομιμοποίησης. Το βιβλίο δεν είναι μόνο μνήμη και μαρτυρίες, αλλά και πολιτική ανάλυση. Δεν έχει υποβιβαστεί σε αντικείμενο απλής απομνημόνευσης, που είναι από μόνη της εργασία αξιοπρεπής, αλλά κατά κάποιο τρόπο «ήσσονος σημασίας». Οι μνήμες του Pasquale, οι αναμνήσεις του, συνυφασμένες διαπλέκονται με τον πολιτικό στοχασμό για τον ένοπλο αγώνα, για το τέλος του, σχετικά με τους πιθανούς δρόμους τους οποίους δεν μπόρεσε να ακολουθήσει με αποτέλεσμα το τέλος του κομμουνισμού στην Ιταλία νοούμενου σαν το πραγματικό κίνημα που ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη, την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων : «Οι BR ουδέποτε υπήρξαν ένα «σύμβολο», ένα εμπορικό σήμα, όπως λέγετε σήμερα. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν ένα οργανωμένο σώμα ανδρών και γυναικών που είχαν δώσει βάθος στις ενέργειές τους μαχόμενοι, και που έσβησε κάνοντας τον ένοπλο αγώνα, διότι, στις στρατηγικές και τακτικές επιλογές, δεν κατάφερε να κοιτάξει πέρα από το κοινωνικό κύκλο αγώνων που το είχε παράξει σαν πολιτική και στρατιωτική πρωτοπορία ».

Όπως έχουμε πει πολλές φορές, η δεκαετία του Ογδόντα – νοούμενη ως γενικευμένη απομάκρυνση της κοινωνίας από την πολιτική, τα χρόνια Ογδόντα νοούμενα σαν οριστική εξαφάνιση του κομμουνισμού ως ορίζοντα των ταξικών αγώνων στη χώρα – δεν ήταν αναπόφευκτα στην Ιταλία. Παρά την σκληρότητα και την μεγάλη διάρκεια της σύγκρουσης που έλαβε χώρα την προηγούμενη δεκαετία, ήταν δυνατές πολιτικές εξελίξεις σε θέση να αλλάξουν τις μορφές πάλης, χωρίς να εγκαταλειφθεί η ουσία. Αλλού – σε συνθήκες και περιπτώσεις παρόμοιες που σημαδεύτηκαν από την κατασταλτική βία – αυτό το βήμα έγινε, αυτό το πέρασμα, συσσωρεύοντας στα ανταγωνιστικά κινήματα μια σχέση ανάμεσα στις ανάγκες επιβίωσης και στις αντικαπιταλιστικές πολιτικές στρατηγικές. Αν και έγινε αναρροή όσον αφορά τον στόχο, διατηρήθηκε ένας δεσμός, ιστορικός και ιδανικός. Στην Ιταλία όχι. Στην Ιταλία,  όπως γράψαμε σε άλλη ευκαιρία, in un’altra occasione, «με τη δεκαετία του Εβδομήντα εξαφανίζεται ο κομμουνισμός, δηλαδή η δυνατότητα να οργανώνονται ταξικοί αγώνες για την δύναμη, την ενέργεια που περιέχουν, σίγουρα με τις μορφές και τα νέα περιεχόμενα που απαιτεί και επιβάλει η επικαιρότητα, μια εναλλακτική πολιτική στον καπιταλισμό, και να ξέρουν, να είναι σε θέση μέσα από αυτήν να οικοδoμήσουν, να καθιερώσουν σχέσεις με την πλειοψηφία του ιταλικού προλεταριάτου. Αυτός που ήταν σε θέση να το κάνει (όπως το κίνημα που οδήγησε στην Γένοβα), το έκανε σε βάρος του ίδιου του κομμουνισμού, με το να συρρικνώνεται σε έναν ριζοσπαστικό ρεφορμισμό α-κομμουνιστικό και διεκδικιστικό. Εκείνοι που παρέμειναν κομμουνιστές, δεν ήταν πλέον σε θέση να υφαίνουν την πολιτική τους εμπειρία με αυτήν της πλειοψηφίας (οπότε και της συναίνεσης) του εθνικού προλεταριάτου, έχοντας συρρικνωθεί στην κατάσταση υπαρξιακής μειοψηφίας από την οποία δεν ξέρουν πώς να εξέλθουν (τόσο στις συγκρουσιαστικές εκδόσεις της όσο και σε εκείνες τις μικρο-κομματικές) ».

Είναι πάλι ο Pasquale που το εντοπίζει με τον καλύτερο τρόπο και με τις κατάλληλες λέξεις σε ένα από τα τελευταία βήματα του βιβλίου: «Ο ένοπλος αγώνας γεννήθηκε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, συγκυρία. Ενσάρκωνε μια πολιτική πρόκληση που προϋπέθετε μια κοινωνία διαποτισμένη με κομμουνισμό και μια ισχυρή ριζοσπαστικοποίηση των μαζών. Αυτές οι προϋποθέσεις, αυτές οι συνθήκες είχαν εξαφανιστεί. Να τις επανενεργοποιήσουμε ήταν ένα καθήκον. Αλλά δεν μπορούσαμε να υποκαταστήσουμε μια παρόμοια δουλειά με τη χρήση μεμονωμένων δράσεων, δεν έπρεπε, σε μιαν Ιταλία όπου, αν μη τι άλλο, το πρόβλημα ήταν πως χρειάζονταν μια νέα μαρξιστική παιδεία, εκπαίδευση των κινημάτων, χρειάζονταν ένας νέος μαρξιστικός αλφαβητισμός των κινημάτων που, σε γενικές γραμμές, δήλωναν πως ήταν κατά της παγκοσμιοποίησης».

Είναι από εδώ πού θα πρέπει σήμερα να ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή. Είναι αυτός ο τρόπος, το νόημα του προβληματισμού, της σκέψης, του στοχασμού που πρέπει να κινηθεί εκ νέου μέσα στα ιταλικά αντικαπιταλιστικά κινήματα. Να επανενεργοποιηθεί ένας κύκλος ταξικών αγώνων που να μπορούν να συνδεθούν με τις αναγκαιότητες του προλεταριάτου, σε θέση να δημιουργήσει μαζί του και να καθιερώσει μια γλώσσα και συμπεριφορές ενιαίες και κοινές, αλλά – ταυτόχρονα – να μην θυσιάζει στο βωμό αυτής της σχέσης τον κομμουνισμό. Είναι ένας προβληματισμός, μια παρατήρηση ωστόσο, την οποίον πολλοί από τους συντρόφους του Pasquale έκαναν στη δεκαετία του Ενενήντα, ένα σχόλιο που δεν εισακούστηκε από ένα κίνημα αποπλανημένο από τις μεταμοντέρνες σειρήνες του τέλους της ιστορίας. Λάθεψαν κατ΄αρχάς οι ερυθρές Ταξιαρχίες, που δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν ενιαίο ένα σκεπτικό και επιχείρημα που χάθηκε μέσα στα ρυάκια του κατακερματισμού που πήγαν να συναντήσουν στη δεκαετία του Ογδόντα. Έκανε λάθος ένα κίνημα που εγκατέλειψε κάθε επαναστατική στρατηγική, εν και μέσα στο δίκαιο καθήκον να συνεχίσει να παραμένει γαντζωμένο με οποιοδήποτε μέσο απαραίτητο στα ζωντανά ρεύματα μιας κοινωνίας που βρίσκονταν στη φάση της προοδευτικής διάσπασης προς τον ατομικισμό. Όμως, η συλλογιστική που προτείνει ο Pasquale μας φαίνεται να αντέχει πλήρως, και γι αυτό σας μεταφέρουμε ένα μεγάλο απόσπασμα:

«Αν σκοτώνω τον Biagi και τον D’Antona χωρίς κανένα κοινωνικό υπόβαθρο, μόνο και μόνο επειδή ο πόλεμος μακράς διάρκειας θα πρέπει να έχει κάποιες αναλαμπές κάθε δέκα με δεκαπέντε χρόνια μέσα στην έρημο της ιστορίας, αναλαμβάνω τις ευθύνες. Αν πηγαίνω στη Γένοβα για να τους αμφισβητήσω, να διαμαρτυρηθώ ενάντια στους G8 με ένα happening που, μπροστά στην αγριότητα της αστυνομίας, αφήνει πίσω του μόνο απογοήτευση και θυματοποίηση, αποδέχομαι την ευθύνη. Αυτό είναι το παιχνίδι που παίζουμε, όταν προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Το να είσαι συνεπής είναι σημαντικό. Όντες επαναστάτες, όμως, σημαίνει κάτι περισσότερο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αυταπάτες όσον αφορά τον εχθρό. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε την ταπεινότητα να ξεκινήσουμε από το τέλος, ξανά από την αρχή, από τα κάτω, όταν οι ήττες έχουν αποκόψει τις πρωτοπορίες από τις μάζες. Σημαίνει να κατανοήσουμε ότι δεν μπορούμε πάντα να είμαστε συμπαθείς και πως, αν η αντίφαση μεταξύ των μέσων και των σκοπών του αγώνα πάντα ανθίζει μέσα στην ιστορία, πρέπει να υπάρχει ένας λόγος. Στρατηγική και τακτική, λέγαμε κάποτε. Είναι λόγια που τα αναιρέσαμε πάρα πολύ σύντομα. Λόγια που δοκίμασα να στρώσω επάνω στα κρεβάτια της διαμαρτυρίας, της αμφισβήτησης, και που πρέπει να τα συμπεριλάβουμε και πάλι στον λόγο μας, αν θέλουμε να επανέλθουμε, για να φοβίσουμε ξανά την εξουσία».

Αυτό το βιβλίο είναι ένα επίκαιρο θέμα, είναι ένα επίκαιρο αντικείμενο. Δεν είναι μια μουσειακή διεκδίκηση-ανάληψη ευθύνης μιας πολιτικής εμπειρίας, κι ας ήταν εξαιρετική. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, οι εξομολογήσεις ενός επαναστάτη, σημαντικές ακριβώς επειδή δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να είναι τέτoιες ρητώς. Το μόνο μειονέκτημα είναι η πιθανή απουσία του ίδιου του βιβλίου από τα μεγάλα κυκλώματα της διανομής βιβλίων. Με αυτή την έννοια, θα πρέπει να είναι καθήκον των συντρόφων να βγάλουν από την αφάνεια αυτό το έργο, μέσα στην οποίαν, δυστυχώς, θα μπορούσε να υποβιβαστεί χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη και προώθηση. Θα ήταν μια χαμένη ευκαιρία.

Δύσκολο να «προβούμε σε απολογισμό» της μεγάλης επιχειρηματολογίας του Pasquale Abatangelo. Θα δανειστούμε τα λόγια του, που κάνουμε δικά μας σε όλες τις αποχρώσεις τους, γιατί κατά κάποιο τρόπο καθοδηγούν το σκεπτικό των επαναστατών κάθε ηλικίας και εποχής: «Πώς μπορούμε να κερδίσουμε; Αυτό δεν είναι εύκολο. Το πρώτο πράγμα είναι να εγκαταλείψουμε τις αυταπάτες. Το δεύτερο είναι να καταλάβουμε ότι πρέπει να οργανωθούμε. Οι αντάρτες, οι επαναστάτες, οι εξεγερμένοι χρειάζονται λίγο χρόνο για να κατανοήσουν αυτά τα πράγματα. Προσκολλούνται σε όνειρα προσωπικής αντεκδίκησης. Περιφρονούν την πειθαρχία, γιατί νομίζουν ότι είναι ένα σημάδι αδυναμίας. Αλλά κάτω από ορισμένες συνθήκες, ένας εξεγερμένος μπορεί να γίνει επαναστάτης. Είναι ήδη μια νίκη. Όχι επειδή κάποιος, ένας φοιτητής ή ένας εργαζόμενος, τον έβαλε μέσα σε ένα καθαρό και τακτοποιημένο σπίτι. Αλλά επειδή ο θυμός του έχει βρει έναν ορίζοντα. Και αυτός ο ορίζοντας γίνεται τη ζωή του». Επιπλέον, όπως τελειώνει ο Pasquale, « οι ιστορίες σαν τις δικές μου πάντα ξεκινούν και πάλι». Είναι η ομορφιά και η τραγωδία του κομμουνισμού.

 

1944 letture totali 276 letture oggi

ιστορία, storia

27 μαρτίου 1978: ο Μόρο και οι εΤ. Σκέψεις από το κίνημα – 27 marzo 1978: Moro e le Br. Riflessioni dal movimento

Στις 16 μαρτίου 1978, οι ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν ξεκινήσει ένα νέο κύκλο επιθέσεων ενάντια στο Κράτος και ένοπλης προπαγάνδας,δηλαδή τη λεγόμενη «εκστρατεία της άνοιξης», εκείνη που θα παραμείνει η πιο συγκλονιστική δράση τους, η απαγωγή του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών Άλντο Μόρο. Από την απαγωγή μέχρι την εκτέλεση του Moro είχαν περάσει 55 ημέρες, κατά τις οποίες στην πολιτική συζήτηση, μέσα και έξω από τους Θεσμούς, οι αναλύσεις, οι υποθέσεις και τα σχόλια ήταν τα πιο ποικιλόμορφα.

 

moro2

Στις 25 Μαρτίου, βρέθηκε η δεύτερη ανακοίνωση των BR, και τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 29 μαρτίου, η τρίτη. Τα συνθήματα και οι στόχοι ήταν περισσότερο ή λιγότερο οι ίδιοι με τις επακόλουθες ανακοινώσεις: να χτυπηθεί το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών (SIM), να οργανωθεί το Επιθετικό Κίνημα Προλεταριακής Αντίστασης και να χτιστεί το μαχόμενο κομμουνιστικό Κόμμα, οδηγώντας τον πόλεμο της επαναστατικής τάξης. Βρίσκει χώρο, στο κάτω μέρος του ανακοινωθέντος n. 2, ένας χαιρετισμός στους συντρόφους Fausto και Iaio συντρόφους, που σκοτώθηκαν στο Μιλάνο δύο ημέρες μετά την απαγωγή Μόρο.

Μέσα στο κίνημα πολλοί αμφισβήτησαν, αναρωτήθηκαν και εκφράστηκαν, μίλησαν για το τι συνέβαινε, μίλησαν σχετικά με τις συνέπειες της ενέργειας των ταξιαρχιτών σε σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, τους αγώνες των εργαζομένων και των φοιτητών, σχετικά με τις διαφορές μεταξύ του «ένοπλου κόμματος» και του «ένοπλου κινήματος».

Στο νούμερο 27 – 28 του απριλίου 1978, στο περιοδικό Rosso, μεταφέρεται η απομαγνητοφώνηση ορισμένων τμημάτων μιας συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στο Radio Sherwood (όταν ήταν ακόμη Radio Sherwood …) το ίδιο βράδυ της απαγωγής Μόρο. Η σαφήνεια των παρεμβάσεων μαρτυρεί την διαύγεια με την οποία το κίνημα ήταν σε θέση να προσδιορίσει άμεσα τα κρίσιμα ζητήματα που συνδέονται με τον ταξιαρχίτικο σχεδιασμό, τα όρια και τους κινδύνους του. Ας παραθέσουμε δύο σημαντικά αποσπάσματα:

Το νέο στοιχείο που προκύπτει από το σημερινό γεγονός και που ασκεί το σύνθημα «να φέρουμε την επίθεση στην καρδιά του κράτους», αλλά που απομακρύνει ακόμα περισσότερο την πολιτική και τη θεωρία των BR από το κίνημα, είναι η μεταφορά σε ένα διαφορετικό επίπεδο, η σχέση μεταξύ της ένοπλης οργάνωσης και του Κράτους. Ο Moro και η σημερινή πολιτική τάξη, ως έκφραση που πραγματοποιήθηκε της ανασύνθεσης της κυριαρχίας, δέχονται χτύπημα από τις ΕΤ. […] Οι ΕΤ αναλαμβάνουν πλήρως, ακόμη και εντός των ορίων της διαμόρφωσης και της εκπροσώπησης τους, την κατάσταση λειτουργίας του εργατικού Κράτους που μάχεται με γενναιότητα εναντίον του καπιταλιστικού Κράτους. […] Στο καπιταλιστικό κράτος αντιπαραθέτουν το Αντικράτος. Η σχέση μεταξύ κόμματος και κινήματος, μεταξύ πρωτοποριών και κινήματος αντιμετωπίζεται και ασκείται με όρους εγχειριδίου χρήσης, είναι η λενινιστική θεωρητική ως «νεκρή γνώση» και όχι η ζωντανή λενινιστική ανάγνωση (αυτή που μετράει στην προκειμένη περίπτωση). Έτσι, η νοημοσύνη, η στρατηγική, η πρόβλεψη, η λενινιστική φαντασία είναι όλη μέσα στο κόμμα και έξω από την τάξη.

Αυτή η επιχείρηση φέρνει σε ριζική κρίση τη σχέση ανάμεσα στο ένοπλο κίνημα και το «ένοπλο κόμμα». Αυτή η κρίση θα αναγκάσει το κίνημα να αντιμετωπίσει αποφασιστικά το πρόβλημα, το οποίο πολύ συχνά έχει υποτιμήσει. Δηλαδή το πρόβλημα της ύπαρξης μέσα του μιας οργάνωσης που θέτει τον εαυτό της εντελώς εκτός των χρόνων ανάπτυξης και αυτο-οργάνωσης του κινήματος, και που ενώ θέτει ως έδαφος σύγκρισης και αντιπαράθεσης το επίπεδο του ένοπλου αγώνα και του «εμφυλίου πολέμου» , το προτείνει ως μια ανάλυση της πολιτικής φάσης, και της τακτικής και της στρατηγικής της οργάνωσης, εντελώς διαφορετικής από εκείνη που έχει κάνει δική του το κίνημα, κλειστή σε οποιαδήποτε διαλεκτική αντιπαράθεση με αυτή την τελευταία. […] Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ του κινήματος και του κόμματος έχει ως εξής: το κίνημα, ή μάλλον οι οργανωμένες κινήσεις του, σε κάθε άλμα που επιχειρούν, κάθε φορά που αναγκάζονται να επιχειρήσουν σε πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο γνωρίζουν πολύ καλά και προσέχουν αυτά τα βήματα να συνδέονται πραγματικά και με ακρίβεια με το πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο που έχει επιτευχθεί συνολικά. Οι BR αντιθέτως αγνοούν αυτό το πρόβλημα, ή τουλάχιστον το υποβαθμίζουν και το υποτιμούν βαριά, θεωρώντας δεδομένη την συνέχιση των τρεχόντων επιπέδων του κινήματος. Στην πραγματικότητα, σήμερα υπάρχει μια πραγματική κρίση του κινήματος. Μια κρίση που μπορεί και πρέπει να έχει, να βρει διεξόδους προς τα εμπρός, και υψηλότερες.

 

 

Pubblicato in STORIA di CLASSE,  Δημοσιεύτηκε στην ΤΑΞΙΚΉ ΙΣΤΟΡΊΑ
ιστορία, storia

18 φεβρουαρίου 1975: ο Curcio δραπετεύει από την φυλακή Casale Monferrato

Το απόγευμα της 18ης φεβρουαρίου του 1975 ο Renato Curcio δραπετεύει υποβοηθούμενος από τη φυλακή του Casale Monferrato, όπου ήταν κρατούμενος για περίπου τρεις μήνες.

 

alt
Ο Curcio συνελήφθη στις 8 σεπτεμβρίου 1974 στο Pinerolo με τον Alberto Franceschini, μετά από μια συνάντηση-παγίδα με τον Silvano Girotto, που αποκαλούνταν Frate-Mitra, Αδελφός-Πολυβόλο, που οργανώθηκε από τον Carlo Alberto Dalla Chiesa.
Ο Franceschini συνέχεια μεταφέρθηκε στις φυλακές του Cuneo, όπου είχε προσπαθήσει να διαφύγει δύο μήνες αργότερα, βοηθούμενος από τους συντρόφους που βρίσκονταν έξω από την φυλακή, ο Curcio, αντιθέτως, είχαν μεταφερθεί πρώτα στη Νοβάρα και έπειτα στο Casale Monferrato, δομή με λίγες τροφίμους όπου νόμιζαν ότι θα ήταν πιο εύκολο να τον προσέχουν.
Για πάνω από δύο μήνες οι ταξιαρχίτες είχαν μελετήσει το σχέδιο για την απόδραση: το εξωτερικό και το εσωτερικό της φυλακής, τη θέση των καλωδίων του τηλεφώνου και κυρίως τους δρόμους και τα δρομάκια για να ξεφύγουν μετά τη επιχείρηση, και να καταφέρουν να φθάσουν, αποφεύγοντας τα μπλοκ της αστυνομίας, την Λιγουρία. Λίγες μέρες πριν από την απελευθέρωση της Curcio είχαν επίσης κλαπεί μια ντουζίνα αυτοκίνητα επειδή στον δρόμο από τον οποίον είχε αποφασιστεί να διαφύγουν υπήρχε μια ισόπεδη διάβαση που θα ήταν κλειστή κατά το χρόνο διαφυγής, γι ‘αυτό ήταν αναγκαίο να διασχίσουν τις γραμμές με τα πόδια και να ανέβουν σε άλλα αυτοκίνητα.

 

Στην προπαρασκευαστική συνάντηση της επιχείρησης μερικοί ταξιαρχίτες, συμπεριλαμβανομένου του Mario Moretti, είχαν δηλώσει ότι είναι αντίθετοι, υποστηρίζοντας ότι η επίθεση θα είχε ξεκινήσει έναν πόλεμο μεταξύ μηχανισμών, μεταξύ του Κράτους και των BR, πόλεμο που δεν είχε ένα κοινωνικό υποκείμενο αναφοράς. Η πλειοψηφία, που θα επικρατήσει τελικά, δήλωνε ωστόσο ότι η αναφορά γίνονταν για την εργατική τάξη, διότι η πραγματική λειτουργία της φυλακής είναι να αποτρέπει αυτούς που ακόμα δεν έχουν παρανομήσει, και ο στόχος, με μια τέτοια ενέργεια ήταν η κατεδάφιση αυτής της αποτροπής.

Η δράση λαμβάνει χώρα το απόγευμα της τρίτης, ημέρα επισκεπτηρίου στη φυλακή, την προηγούμενη ημέρα οι ταξιαρχίτες είχαν προειδοποιήσει τον Curcio για την άφιξή τους με ένα τηλεγράφημα που έλεγε «το πακέτο έρχεται». Στις 16:15 περίπου, δύο αυτοκίνητα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν την επόμενη μέρα στην εφημερίδα «La Stampa», σταματούν κοντά στη φυλακή, στη Via Leardi. Κατεβαίνουν ένας άνδρας και μια γυναίκα, που προσδιορίζεται αργότερα στην Margherita Cagol.

Η γυναίκα χτυπά το κουδούνι αναγγέλλοντας πως πρέπει να παραδώσει ένα πακέτο, όταν ο δεσμοφύλακας άνοιξε την πόρτα βρίσκεται μπροστά σε ένα πολυβόλο κολλημένο στο στομάχι του. Αμέσως μετά φθάνουν άλλοι τρεις άντρες, με μια σκάλα, που κόβουν τις τηλεφωνικές γραμμές στα τρία μέτρα ύψος. Η φρουρά αναγκάστηκε να καλέσει τον λοχαγό τον οποίον αναγκάζουν να ανοίξει όλες τις πόρτες μέχρι το κελί του Curcio. Ο διευθυντής και οι ανθρωποφύλακες, στη συνέχεια, κλειδώνονται σε ένα κελί, τα κλειδιά ρίχνονται στο πεζοδρόμιο μπροστά από τη φυλακή. Οι ταξιαρχίτες φεύγουν, αφήνοντας το πακέτο μέσα στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Οι αστυνομικοί στη συνέχεια θα περιμένουν την ομάδα απενεργοποίησης βομβών για να το ανοίξουν και θα το βρουν γεμάτο παλιόχαρτα. Το Υπουργείο Εσωτερικών θα ανοίξει έρευνα για να διαπιστωθούν ευθύνες. Η απάντηση του Κράτους θα είναι η δημιουργία των φυλακών ειδικών προδιαγραφών και υψίστης ασφάλειας για τους πολιτικούς κρατούμενους και η διάδοση του λεγόμενου νόμου Reale.

Για τους ταξιαρχίτες αντ ‘αυτού θα τεθεί το πρόβλημα της αναχρηματοδότησης. Στις 4 ιουνίου θα απαχθεί, για το λόγο αυτό, ο βιομήχανος Gancia στο Canelli, στην επαρχία του Asti. Την επόμενη ημέρα μια περίπολος των καραμπινιέρων θα προσπαθήσει να εισέλθει στο αγρόκτημα, που έμοιαζε εγκαταλειμμένο, όπου βρίσκονταν ο όμηρος. Στην μάχη που θα ακολουθήσει θα τραυματιστεί πρώτα και στη συνέχεια θα σκοτωθεί η Margherita Cagol.

 

αυτονομία, autonomia

14 μαίου 1977: Μιλάνο, μια »ήρεμη» ανταλλαγή πυροβολισμών – 14 maggio 1977: Milano, una sparatoria «tranquilla»

Milano, 12 μαίου 1977; την ώρα που οι ειδικές δυνάμεις του Υπουργού Εσωτερικών Κοσσίγκα που έχουν παρεισφρήσει πυροβολούν τους διαδηλωτές στην Piazza Navona και σκοτώνουν 14 maggio

την Giorgiana Masi, ο εισαγγελέας Luigi De Liguori διατάζει την σύλληψη κάποιων προσώπων, μεταξύ των οποίων δυο γνωστούς δικηγόρους της Κόκκινης Βοήθειας,  di Soccorso Rosso, τους Giovanni (Nanni) Cappelli και Sergio Spazzali. Η ποιο σοβαρή κατηγορία εις βάρος τους είναι εκείνη της προώθησης ανατρεπτικής ένωσης. Οι ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και οι συλλογικότητες του χώρου της αυτονομίας συγκαλούν για το απόγευμα της 14 μαίου μια διαδήλωση ενάντια στην καταστολή.

 

To πρωινό της 14ης μαίου, οι τέσσερις  υπεύθυνοι των ομάδων περιφρούρησης των διαφόρων ψυχών της μιλανέζικης Αυτονομίας συναντιούνται στο Πανεπιστήμιο Statale για να αξιολογήσουν την κατάσταση και να αποφασίσουν τις δράσεις στην πλατεία και τον δρόμο. Είναι οι Pietro Mancini (Piero), Raffaele Ventura (Coz) και Maurizio Gibertini (Gibo) για την ομάδα που συναθροίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso», ο Oreste Scalzone για τις ομάδες που ήταν κοντά στην Εργατική Εξουσία, per i gruppi vicini a Potere Operaio, ο Andrea Bellini για την κολλεκτίβα «Casoretto» και τέλος μια αντιπροσωπεία του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος. Αποφασίζουν για μια σκληρή πορεία, που σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή θα αποσπαστεί από τις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (με την Προλεταριακή Δημοκρατία,Democrazia Proletaria στην κεφαλή) για να συνεχίσει τον δρόμο της γύρω από τις φυλακές του San Vittore για να μεταφέρει την αλληλεγγύη στους συλληφθέντες πριν δυο ημέρες δικηγόρους . Μια πορεία »σκληρή», αυτό ναι, μα που δεν είχε προκαθοριστεί να καταλήξει σε ένοπλη μάχη με την αστυνομία, ούτε κάποια άλλη προβοκάτσια. Καθόλου molotov, ούτε σιδερόβεργες, καθόλου σφεντόνες ούτε πέτρες, τίποτα. Με τις πρώτες φασαρίες θα εγκαταλείπονταν η πορεία, αυτή ήταν η συμφωνία.

 

To προηγούμενο βράδυ, όμως, και η ένοπλη συνιστώσα της συλλογικότητας Romana-Vittoria, που εκπροσωπούνταν από τους  Marco Barbone, Enrico Pasini Gatti, Giuseppe Memeo, Marco Ferrandi, Luca Colombo και Giancarlo De Silvestri συναντιέται για να καθορίσει το σχέδιο για την διαδήλωση της επομένης ημέρας. Πρέπει να προκαλέσει την αστυνομία κοντά στην San Vittore, για να διαλύσει την πορεία και να την ενώσει ξανά στην ζώνη της Porta Genova, όπου και να την προφυλάξει στρατιωτικά όσο το δυνατόν για περισσότερο χρόνο. Η κολλεκτίβα Romana-Vittoria θα ανοίξει την πορεία.

 

 

Η πορεία ξεκινά στις 16,45 από την piazza Santo Stefano, οι διαδηλωτές ξεπερνούν τις 10.000. Στην διασταύρωση via San Vittore-Via Olona ο κορμός της αυτονομίας, γύρω στους 1000 διαδηλωτές, εγκαταλείπει τον κύριο κορμό όπως είχε προαποφασιστεί. Ξεκινούν ευθύς τα συνθήματα: «Da San Vittore all’Ucciardone, un solo grido: evasione», «Carabiniere, sbirro maledetto, te l’accendiamo noi la fiamma sul berretto» – »Από την San Vittore μέχρι την Ucciardone, μια και μόνη κραυγή: απόδραση», »Καραμπινιέρο, μπάτσε καταραμένο, εμείς θα ανάψουμε την φλόγα που έχεις στον μπερέ σου».

Σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή η φάλαγγα της αστυνομίας (μέχρι τότε στέκονταν πολύ μακριά από την πορεία) του τρίτου τμήματος ταχείας ανάπτυξης παρατάσσεται με πλήρη εξοπλισμό [μια σειρά από ασπίδες, και μια δεύτερη με εκτοξευτές δακρυγόνων) στη γωνία μεταξύ της Via Olona και της οδού De Amicis. Μετά από μια σύντομη διαβούλευση, η ένοπλη ομάδα της Romana- Vittoria αποφασίζει να επιτεθεί, και εύκολα παρακάμπτει τα κορδόνια συγκράτησης που είχαν επικεφαλής τον Bellini και Scalzone, που συνειδητοποιούσαν τι επρόκειτο να συμβεί.

 

Υψώνεται μια απότομη κραυγή: «Ρομάνα έξω!» ακολουθούμενη από μια επόμενη: «Πυρ!». Μέσα σε ένα μόνο λεπτό οι Ferrandi, Memeo, Poodle, Pasini Gatti, De Silvestri και Colombo, στους οποίους στέκονταν κοντά μερικοί μαθητές του Cattaneo οπλισμένοι με βόμβες μολότοφ, από την συλλογικότητα της Viale Puglie και από τη συλλογικότητα Barona ξεκινούν μια βίαιη ένοπλη μάχη με τις δυνάμεις της τάξης, κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίζεται θανατηφόρα ο υποταξίαρχος Custra. Δύο ακόμη καραμπινιέροι τραυματίστηκαν ελαφρά, ενώ ένας περαστικός, ο Marzio Golinelli, χάνει ένα μάτι και ένας άλλος περαστικός, η Patrizia Roveri, τραυματίζεται όχι σοβαρά στο κεφάλι.

 

Η οδός De Amicis επισκιάζεται από τον καπνό των δακρυγόνων, των μολότοφ και του τρόλεϊ 96 που έχει παραδοθεί στη φωτιά. Όλοι όσοι βρίσκονταν στον δρόμο καταφτάνουν τρέχοντας στην οδό Carducci διάδρομο όπου κάποιοι διαδηλωτές αυτοσχεδιάζουν ένα οδόφραγμα με οικοδομικό υλικό ενός εργοτάξιου .

Το βράδυ της 14ης στο σπίτι του Κολόμπο συγκεντρώνονται μερικά από τα ηγετικά στελέχη του Rosso για να συνεννοηθούν με τους Ferrandi, Poodle, Memeo, Pasini, Κολόμπο και De Silvestri. Η είδηση ότι ο αξιωματικός Custra είναι κλινικά νεκρός διαδόθηκε από τις ραδιοφωνικές ειδήσεις και μέσω των τηλεοπτικών ειδήσεων. Τα ηγετικά στελέχη του Κόκκινου είναι πρόθυμα να παρέχουν τα χρήματα και τα πλαστά έγγραφα για την προληπτική απομάκρυνση των Pasini Gatti, Ferrandi και τρειών μαθητών του Cattaneo. Γεννιέται τότε μια βίαιη αντιπαράθεση ανάμεσα στον Mancini, που ήταν πολύ κριτικός σε σχέση με τη δράση της Ρομάνα-Victoria, και του Alunni, που αντιθέτως αναλαμβάνει την άμυνα αυτών. Ως αποτέλεσμα αυτού και άλλων προσωπικών διαφωνιών, τον Ιούλιο οι Alunni, Μαρόκκο, Ricciardi, Μπαρμπόνε, Κολόμπο, De Silvestri θα δώσουν ζωή, μαζί με άλλους και άλλες αγωνίστριες, στους Κομμουνιστικούς Μαχόμενους Σχηματισμούς. Αργότερα, ο Ferrandi θα εισέλθει στην Πρώτη Γραμμή, ο Memeo στους ένοπλες Προλετάριοους για τον Κομμουνισμό, τέλος ο Pasini Gatti στην Ταξιαρχία Antonio Lo Muscio.

Κατά τη διάρκεια της δίκης για τα γεγονότα της 14ης Μαΐου, οι κατηγορούμενοι Ferrandi, Barbone και Pasini Gatti θα παρουσιαστούν με το προφίλ, που έχουν ήδη αναλάβει κατά τη στιγμή της σύλληψης, των λεγόμενων «μετανιωμένων».

 

Δημοσιεύουμε παρακάτω μερικές φωτογραφίες της 14ης Μαίου 1977 που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και δημοσιεύτηκαν στον τόμο «Ιστορία μιας φωτογραφίας» από τον Sergio Bianchi, που δημοσιεύτηκε από τον οίκο Derive Approdi.

 

GALLERIA IMMAGINI

  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!

το βιβλίο:

 
Το κίνημα του ’77 είναι αυτό που έχει διαγραφεί περισσότερο και το πιο «καταραμένο» μεταξύ των στιγμών της ταξικής σύγκρουσης αυτής της χώρας, ίσως ακριβώς γιατί ήταν το πιο βίαιο και το πιο επικίνδυνο. Το να ανακατασκευάσουμε την ιστορία του σημαίνει πως πρέπει να καθαρίσουμε το έδαφος από την παραχάραξη, από τις εύκολες ανακατασκευές, έργο των μεγάλων κομμάτων ή των μικρών ομάδων, από την ιδεολογία της μετάνοιας, από τον αθωωτισμό, από τον σοσιαλδημοκρατικό εξορκισμό πρώτα και τον φιλελεύθερο δημοκρατικό στην συνέχεια.

Οι τεχνικές της προφορικής ιστορίας μας επιτρέπουν να πραγματοποιήσουμε την πρώτη εργασία της ιστοριογραφίας: να καθορίσουμε τις μαρτυρίες, να αποκαταστήσουμε την πολυφωνία της πραγματικότητας. Η αλήθεια ηχεί σε μεγάλο βαθμό αξίωση, ανάληψη ευθύνης. Αυτό δεν σημαίνει να πούμε «στοπ» στη σκέψη σε σχέση με την φωτογραφία της στιγμής που χάθηκε, αλλά να αποκαταστήσουμε το νόημα στις πράξεις των μερών που μάχονταν. Όλων των πλευρών, εάν είναι δυνατόν.

Από την πλευρά του κινήματος, ως εκ τούτου έχουμε ακούσει: τον Vincenzo Miliucci, ιστορική φυσιογνωμία της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας, τον Mario Moretti, από τα κύρια ηγετικά στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τον Oreste Scalzone, γνωστότατο εκφραστή του κινήματος, τον Raoul Mordant, εξ ονόματος της «Ομάδας των 11», τον Enzo Modugno, θεωρητικό της αυτονομίας, τον Tano D’Amico, φωτογράφο όλων των διαδηλώσεων και της «ζωής του Κινήματος», κ.λπ.
Ως εχθρός, ο γερουσιαστής. Φραντσέσκο Κοσσίγκα, γιατί τότε ήταν υπουργός Εσωτερικών και σήμερα μάρτυρας όχι μυστικοπαθής. Και στην συνέχεια ένα μεγάλο αριθμό των «συντρόφων της βάσης» – μητροπολιτικών ινδιάνων και φεμινιστριών, σκληρών της αυτονομίας, ημι-παράνομων των BR – οι οποίοι διέτρεξαν οποίος στη συνέχεια τροχιές ζωής ποικιλόμορφες, αλλά των οποίων τα λόγια συχνά φωτίζουν όλους τους τόπους που αφέθηκαν στη σκιά από τις ανακατασκευές των ηγετών.
A quiet shoot-outA quotation to explain the title:«What’s going on?»
«Well, the police didn’t want to let us pass, so we went round – there
wasn’t a real clash.»
«But they’re shooting…»
«Yeah, but they’re just firing at the wall, the same as us. Really it’s
all quiet… it’s a quiet shoot-out.»

http://existingactually.blogspot.com/2005/06/meme-i_07.html

ιστορία, storia

PRIMA LINEA Πρώτη Γραμμή

Ιστορικά στοιχεία PRIMA LINEA

Οι απαρχές, η καταγωγή

Στην διάρκεια των χρόνων Εβδομήντα στην Ιταλία βαθαίνει η κοινωνική και πολιτική σύγκρουση. Στην διάχυτη θέληση ριζικού μετασχηματισμού, σε κομουνιστική κατεύθυνση, της κοινωνίας, κάποιοι τομείς του Κράτους απαντούν με την τρομοκρατία της στρατηγικής της έντασης. Βόμβες και απειλές πραξικοπήματος εμφανώς αποσταθεροποιητικές, που στοχεύουν στην πραγματικότητα να σταθεροποιήσουν μιαν εξουσία που έχανε την αξιοπιστία της στα μάτια μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, το Κκι, που προχωρά δυνατά στις δημοτικές εκλογές του 1975 αυξάνοντας εντυπωσιακά τα ποσοστά του και ακόμη περισσότερο στις πολιτικές του 1976, απογοητεύει  τις προσδοκίες μιας πλευράς των εκλογέων του, η οποία θεωρεί μια προδοσία τον ιστορικό συμβιβασμό, την πολιτική εθνικής αλληλεγγύης και την υπεράσπιση των αστικών θεσμών, τις εκκλήσεις για θυσίες και την λιτότητα.

Μέσα στα ίδια χρόνια πολλαπλασιάζονται στον κόσμο οι νικηφόρες εκβάσεις των ανταρτοπολέμων, των κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης ενάντια στην αποικιοκρατία, ενώ το δραματικό πραξικόπημα στην Χιλή του 1973 σε μεγάλο μέρος της επαναστατικής αριστεράς μοιάζει σαν μια επιβεβαίωση της αδυναμίας μιας ειρηνικής οδού για την κατάκτηση της εξουσίας από πλευράς των λαϊκών μαζών.

Μέσα στα δεύτερα μισά της δεκαετίας λαμβάνει χώρα η οριστική διάλυση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων. Η  Lotta continua διαλύεται με ανεπίσημο τρόπο το φθινόπωρο του 1976. Ένας αριθμός όλο και μεγαλύτερος νέων πείθεται πως η χρήση του ένοπλου αγώνα είναι απαραίτητη για να συγκεκριμενοποιηθεί και πραγματοποιηθεί εκείνη η επιθετική προέλαση η οποία, τα προηγούμενα χρόνια, υπήρξε κληρονομιά όλης της πιο ριζοσπαστικής αριστεράς, και εκφράζονταν μέσα από την σκληρότητα των συνθημάτων που φωνάζοντας στις πορείες.   Εάν οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate rosse εκφράζουν το παράδειγμα της συγκεντρωτικής οργάνωσης, που έχει σκοπό να οικοδομήσει ένα κόμμα σε συνέχεια με την μαρξιστική λενινιστική θεωρία και την πράξη, σε συνέχεια με την ιστορία του διεθνούς κομουνιστικού κινήματος, άλλα τμήματα υποστηρίζουν την υπόθεση ενός διάχυτου ανταρτοπόλεμου σε στενή επαφή με τους μαζικούς αγώνες. Όχι το ένοπλο κόμμα, συνεπώς, μα το ένοπλο κίνημα. Επισφαλείς, δίχως σπίτι, εργαζόμενοι τους οποίους η αναδιάρθρωση απέβαλε από τους παραγωγικούς κύκλους, νέοι γκετοποιημένοι στις hinterland των πόλεων που διεκδικούν τις ανάγκες τους. Ο «κοινωνικός εργάτης» σύμφωνα με την θεωρία του Toni Negri, o οποίος αμφισβητεί έντονα και τίθεται αντιμέτωπος στην συμμαχία Dc-Pci, των χριστιανοδημοκρατών με τους κομουνιστές δηλαδή, σε σημείο να συγκρούεται, ακόμη και σωματικά στις πλατείες, με τις ιστορικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος.

Γεννιέται κατ’ αυτό τον τρόπο ένας χώρος που σχηματίζεται από αγωνιστές που φεύγουν από την Lotta continua σε διάφορες δόσεις μέσα στο 1974, μετά την «στροφή προς  την νομιμοφροσύνη» του προηγούμενου χρόνου, με την οποίαν η ομάδα αποκηρύσσει τις εκκλήσεις στην επαναστατική βία ενάντια στο  Κράτος. Σε αυτούς συνενώνονται ορφανά της διαλυμένης εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οι οποίοι συγκλίνουν στην εργατική Αυτονομία, Autonomia operaia, η οποία γίνεται ένα είδος καταφυγίου των πιο ριζοσπαστικών θέσεων. Εργοστασιακές επιτροπές, Επιτροπές του τριτογενούς τομέα, των συνοικιών, οι οποίες θεωριτικοποιούν τον μαζικό εξοπλισμό και λαμβάνουν μέρος σε ευρέως διαδεδομένες πρακτικές μάχης. Μέσα σε αυτή την συγκυρία δημιουργούνται οι κομουνιστικές Επιτροπές για την εργατική Εξουσία, i Comitati comunisti per il Potere operaio και, το 1975, ο χώρος και το περιοδικό »Χωρίς ανακωχή»,  «Senza tregua», που συνενώνει αυτούς που πήραν μέρος στο Εξήντα οκτώ και στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, μα και νεότατους που πλησιάζουν στην πολιτική, που έλκονται μερικές φορές από τον μύθο της προδομένης Αντίστασης. Αυτός ο χώρος εκφράζεται με ένα διπλό επίπεδο, νόμιμο και παράνομο. Ενώ στην εφημερίδα διεξάγεται η συζήτηση για τον μαζικό εξοπλισμό,εργατικών πολιτοφυλακών, μιας διαδρομής προλεταριακής οργάνωσης μέσα σε ένα πλαίσιο εμφυλίου πολέμου μακράς διάρκειας, υπάρχουν καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, δράσεις αυτοχρηματοδότησης, εισβολές στις ενώσεις των βιομηχάνων, τραυματισμοί διοικητικών στελεχών εργοστασίων.

Τον οκτώβρη του 1976 στο Salò, στην επαρχία της Brescia, στο εσωτερικό της «Senza Tregua» λαμβάνει χώρα εκείνο που ονομάστηκε »πραξικόπημα από τους λοχίες», «golpe dei sergenti». Τα μεσαία στελέχη, που προέρχονταν από την Lotta continua, αναλαμβάνουν την ομάδα εκδιώκοντας τους «διανοούμενους», πρώην του Potere operaio, που διευθύνουν το περιοδικό. Μετά από μια περίοδο αναστολής, οι δημοσιεύσεις αρχίζουν ξανά σαν «Δεύτερη σειρά».

Στο περιβάλλον των στρατευμένων που εκδιώχτηκαν σχηματίζονται οι μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, le Unità comuniste combattenti (Ucc) και οι επαναστατικές κομουνιστικές Επιτροπές, Comitati comunisti rivoluzionari (Cocori).

Η γέννηση

Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ένα ακριβές σημείο για το ξεκίνημα της οργάνωσης. Η επονομασία Prima linea εμφανίζεται στις 30 νοεμβρίου 1976 στην ανάληψη ευθύνης της εισβολής στο Torino στην έδρα της Ένωσης διευθυντικών στελεχών απ’ όπου παίρνουν μαζί τους οι εισβολείς τα αρχεία του συνδέσμου. Στο φυλλάδιο μεταξύ άλλων διαβάζουμε: η Prima linea δεν είναι ένας καινούργιος μαχόμενος κομουνιστικός πυρήνας, μα η συνένωση διάφορων αντάρτικων πυρήνων οι οποίοι μέχρι σήμερα έχουν δράσει κάτω από διάφορες ονομασίες.  η Prima linea δεν είναι η απόρροια άλλων ένοπλων οργανώσεων όπως οι Br και οι Nap. Η μοναδική διεύθυνση που αναγνωρίζουμε είναι οι εσωτερικές [στα εργοστάσια] πορείες, οι άγριες απεργίες, τα σαμποτάζ, οι αχρηστεύσεις των εχθρικών πρακτόρων, η αυθόρμητη ευφορία, η extraπαράνομη συγκρουσιακή κατάσταση.

Το ενεργό στρατευμένο σώμα στα προηγούμενα χρόνια με διάφορες επονομασίες είναι εκείνο που έχει σημείο αναφοράς την «Senza Tregua». Ανάμεσα στο 1976 και το 1977 διάφορα μέλη της μελλοντικής πολιτικής-στρατιωτικής κορυφής της οργάνωσης καταλήγουν προσωρινά στην φυλακή. Σε αυτή την φάση, που στην συνέχεια ονομάστηκε pre-Prima linea, της αποδόθηκε, μεταξύ άλλων, η θανάσιμη ενέδρα στον επαρχιακό σύμβουλο του φασιστικού Msi Enrico Pedenovi, in risposta all’omicidio da parte dei neofascisti di Gaetano Amoroso, il 27 aprile 1976 στο Milano. Μια επιχείρηση που απολαμβάνει την συναίνεση μεγάλου τομέα της επαναστατικής αριστεράς.

η Prima linea συστήνεται επίσημα σε ένα συνέδριο στο San Michele a Torri, κοντά στο Scandicci, τον απρίλη του 1977. Παίρνουν μέρος μια τριανταριά αντιπρόσωποι από το Milano, Bergamo, Torino, Firenze, Napoli. Ο προαγωγός πυρήνας προέρχεται σε μεγάλο μέρος από το Sesto San Giovanni. Oνομάζονταν το Στάλινγκραντ της Ιταλίας.Πρώτα για όσα είχε συνεισφέρει στην Αντίσταση, μετά στους εργατικούς αγώνες. Δυνατές είναι οι πραγματικότητες από το Μπέργκαμο και το Τορίνο. Ένα Καταστατικό 31 άρθρων ανακοινώνει τις αρχές εκείνης που ορίζεται μια «εθελοντική οργάνωση μαχητών για τον κομουνισμό». Χαρακτηρίζονταν από δυο ξεχωριστά επίπεδα. Το πρώτο είναι ένα δίκτυο υποστήριξης και ώθησης στις παράνομες συμπεριφορές και στην προλεταριακή μάχη, αποτελούμενο από Ronde και Squadre, Περιπολίες και Ομάδες, οι οποίες λαμβάνουν διάφορες επωνυμίες (Squadre armate proletarie, territoriali, operaie – ένοπλες προλεταριακές Ομάδες, εδαφικές, εργατικές) και πραγματοποιούν σαμποτάζ, πυρπολήσεις, απαλλοτριώσεις, επιθέσεις σε επικεφαλής τμημάτων στα εργοστάσια. Το δεύτερο είναι μια δομή συγκεντρωτική στης οποίας την κεφαλή υπάρχει μια εθνική Διοίκηση, un Comando nazionale, η οποία πρέπει να δίνει αναφορά για τις δραστηριότητες της στην Διάσκεψη της οργάνωσης.

Το ξεκίνημα, στο κίνημα

η Prima linea κινεί τα πρώτα βήματα της μέσα σε μια διαδρομή συνδεδεμένη με το ανομοιογενές κίνημα του Εβδομήντα επτά, στοχεύοντας να ανυψώσει τα επίπεδα σύγκρουσης. Ήδη στο όνομα προσδιορίζονται αυτά τα χαρακτηριστικά.Η οργάνωση θέλει να βρίσκεται στην κορυφή της ριζοσπαστικής κριτικής του συστήματος. Η πρώτη γραμμή είναι όντως εκείνη των ομάδων περιφρούρησης στις πορείες. Σε ένα ντοκουμέντο με ημερομηνία 1977 διαβάζουμε: Οι ημέρες του μάρτη υπήρξαν ένα μεγάλο μάθημα: από αντικειμενικές συνθήκες που τυποποιούσαν ανάγκες και χαρακτήρες πολιτικούς του προλεταριάτου περάσαμε στον μαζικό αγώνα ενάντια στο Κράτος. Σε αυτόν κατέστησαν σαφείς οι διαφορετικές πολιτικές υποθέσεις και παραδοχές που ζουν μέσα στον επαναστατικό χώρο μεταξύ των μαχομένων οργανώσεων. […] To πολιτικό ζήτημα και η ανάγκη που αναπτύχθηκε αυτούς τους μήνες, η αναζήτηση ξεκάθαρων απαντήσεων, ενός διαυγούς σχεδιασμού προοπτικής και οργάνωσης, επιβάλει να να διαρρήξουμε όλες τις επί μέρους αντιλήψεις: από την αυτόνομη μέχρι την ένοπλη, να εξαπολύσουμε την πολιτική μάχη, να ελέγξουμε ξανά και να συγκρίνουμε πολιτικές προτάσεις με την επαναστατική ένταση που ζει μέσα στο προλεταριάτο και στην εργατική τάξη.

Την άνοιξη του 1977 το κλίμα στην Ιταλία είναι αυτό. Το επίπεδο της βίας στις πλατείες πολύ υψηλό. Οι διαδηλωτές χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα κι έχουμε πεσόντες και από τις δυο πλευρές. Στις 11 μαρτίου στην Bologna δολοφονείται από έναν καραμπινιέρο ο Francesco Lorusso, στρατευμένος στην Lotta continua. Την επόμενη ημέρα στην Roma και στην Bologna ξεσπούν σκληρές συγκρούσεις. Τις ίδιες ώρες στο Torino σκοτώνεται σε αντίποινα ο ταξίαρχος του πολιτικού Γραφείου της Ασφάλειας Giuseppe Ciotta. Σύντροφοι, δεν είναι πλέον καιρός για παραδειγματικές ενέργειες και προπαγάνδας. Η κήρυξη πολέμου του Κράτους πρέπει να γίνει αποδεκτή. Στο επίπεδο του πολέμου που εξελίσσεται πρέπει να επαληθευθούν σήμερα, αμέσως, οι μαχόμενοι σχηματισμοί: αυτός που απομακρύνει από αυτή την πρακτική την δική του οργάνωση δεν έχει δικαίωμα λόγου μέσα στον μαχόμενο χώρο. Η αξίωση είναι των μαχόμενων κομουνιστικών Ταξιαρχιών, του χώρου της Πρώτης Γραμμής –  Brigate comuniste combattenti, area Prima linea. Στις 21 απριλίου στην Roma και στις 14 μαίου στο Milano στην διάρκεια πορειών σκοτώνονται δυο αστυνομικοί. Στις 12 μαίου στη Roma σκοτώνεται μια διαδηλώτρια, η Giorgiana Masi, χτυπημένη από αστυνομικούς με πολιτικά. Το φθινόπωρο αρχίζει η ύφεση του κινήματος. Πολλοί νέοι αρχίζουν να δίνουν τροφή στις γραμμές των ένοπλων οργανώσεων. Στην αρχή η Pl δρα κυρίως μέσα σε μια οπτική υποστήριξης του αγώνα στα εργοστάσια και στην προλεταριακή μάχη, με πυρπολήσεις, τραυματισμούς τμηματαρχών και διευθυντών, μα πραγματοποιεί δράσεις και μέσα στον κοινωνικό χώρο, ενάντια στην μαύρη εργασία και την ακρίβεια, και με επιθέσεις στην Χριστιανοδημοκρατία και στις δυνάμεις της αστυνομίας. Οι αγωνιστές και μαχητές, μεταξύ των οποίων και πολλοί νεότατοι, συχνά κινούνται μέσα σε διπλή ζωή. Είναι παράνομοι κατά τα μισά, με ένα πεδίο πολιτικής απασχόλησης δημόσιο και ένα παράνομο. Δεν έχουν βάσεις, φυλάγουν τα όπλα στο σπίτι και τα επιδεικνύουν στις πορείες.

Η ένοπλη πάλη θεωρείται παροδική, αναστρέψιμη, μια αναγκαιότητα κάποιες ιστορικές στιγμές για να προκληθούν οι μάζες σε μιαν επίθεση για να προσβάλουν τις διάφορες διαρθρώσεις της καπιταλιστικής διοίκησης. Θεωρείται θεμελιώδης μια άμεση σχέση μεταξύ μαζών και οργάνωσης, ώστε μέσα στην τάξη να αναπτυχθεί παράλληλα ο διάλογος επάνω στην μαχόμενη προλεταριακή οργάνωση και επάνω στο κόμμα […]. Η διαδικασία χτισίματος του προλεταριακού στρατού σε μια χώρα προωθημένου καπιταλισμού  περνά μέσα από την πλέξη μεταξύ μαχόμενης οργάνωσης και οργάνων εξουσίας της τάξης.

Ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση

Σύμφωνα με την Prima linea το Κράτος δεν έχει μια μόνο «καρδιά». Ο στόχος συνεπώς δεν είναι εκείνος της κατάκτησης της εξουσίας, μα μια προοδευτική του αποδιάρθρωση και διάλυση και η δημιουργία μιας ριζωμένης και διάχυτης  αντιεξουσίας. Το 1977 η οργάνωση γράφει: Εάν το Κράτος αντιπροσωπεύει την κεντρική ανάληψη της ρύθμισης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, κάθε πράγμα είναι μέρος του Κράτους, όλη η κοινωνική ζωή γίνεται Κράτος, βίαιη διαχείριση των αναγκών του κεφαλαίου. Η κοινωνικοποίηση της διοίκησης είναι η πηγή της νομιμοποίησης για την ίδια την διοίκηση. […] Η εργατική τάξη αρχίζει ακριβώς σε αυτούς τους μήνες να εκφράζει αγώνες προσανατολισμένους ρητώς ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση κι ενάντια στην παραγωγή σαν εργαλείο διοίκησης. […] Αυτό το πολιτικό άλμα είναι θεμελιώδες διότι επιτρέπει μια γενίκευση των πολιτικών ενδείξεων και κατευθύνσεων μάχης, πρωτοβουλίας αγώνα, από την μαχόμενη οργάνωση στο προλετάριο στέλεχος που μάχεται και στα όργανα του αγώνα των μαζών.

Τα μέλη της Pl παραβαίνουν συχνά τους κανόνες ενός παράνομου σχηματισμού. Κάποιες είναι ομάδες φίλων που συναντιούνται στις ταβέρνες με τις οικογένειες, βλέπουν τους εαυτούς τους και αυτοχαρακτηρίζονται σαν τους επαναστάτες εκτός νόμου των ταινιών western, έτσι ώστε να αυτοαποκαλούνται Mucchio selvaggio, wild Bunch, άγριο Κοπάδι. Τον ιούλιο του 1977 βρίσκονται στην θέση να λογαριαστούν με το πρώτο πένθος. o Romano Tognini δέχεται χτύπημα θανατηφόρο στην διάρκεια απαλλοτρίωσης ενός οπλοπωλείου στην Tradate, που στην συνέχεια θα υποστεί μεγάλες ζημιές με εκρηκτικά για αντίποινα.

Στις 2 δεκεμβρίου 1977 μια Squadra, που υποστηρίζονταν από την Pl, τραυματίζει μέσα στο studio του τον «ηλεκτρολόγο του Collegno», τον γιατρό του φρενοκομείου, ο οποίος είχε μείνει ατιμώρητος, παρά το ότι είχε καταδικαστεί για τα βασανιστήρια στα οποία είχε υποβάλει τους τροφίμους, τους έγκλειστους. Πολλοί χειροκροτούν την πράξη.

Παραμονή Χριστουγέννων η  Prima linea επιτίθεται στο σωφρονιστικό ίδρυμα Le Vallette που βρίσκονταν ακόμη υπό κατασκευή. Η φυλακή, η καταστολή, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων έχουν ρόλο κεντρικό σε όλη την ιστορία της ομάδας. Αποδράσεις για τις οποίες έγιναν απόπειρες, και άλλες με επιτυχή κατάληξη, τραυματισμοί και εκτελέσεις δικαστικών, τεχνικών, ανθρωποφυλάκων, εκρηκτικά ενάντια σε  φυλακές. Στις αρχές του  1978 δημιουργείται μια ενοποιημένη διοίκηση των δυο κυριότερων ένοπλων «movimentiste, κινηματικών » οργανώσεων, Prima linea και Formazioni comuniste combattenti (Fcc), μαχόμενοι κομουνιστικοί Σχηματισμοί, που γεννήθηκαν το καλοκαίρι του 1977 από μια διάσπαση των κομουνιστικών Ταξιαρχιών, Brigate comuniste, που δρούσαν στον παράνομο χώρο που σχηματίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso». Η εμπειρία διαρκεί λίγους μήνες, στη διάρκεια των οποίων διαπράττονται κάποιοι τραυματισμοί και μια στρατιωτική άσκηση στην Γαλλία που είχε οργανωθεί από τους βάσκους της Eta. Τον μάρτιο του ίδιου χρόνου, οι Brigate rosse απαγάγουν τον Aldo Moro. η Prima linea δεν επικροτεί την ενέργεια, δεν την εγκρίνει, την οποίαν θεωρεί ασύνδετη σχετικά με το  κίνημα και διαλυτική, διασπαστική, πως αποδιαρθρώνει το κίνημα καθώς και το Κράτος. Εκείνη την περίοδο ανυψώνει ωστόσο το δικό της επίπεδο στρατιωτικής σύγκρουσης, χάρη και σε μια προμήθεια βαρέων όπλων που προέρχονταν από τον Λίβανο.

Ανεβάζει τον πήχη

Στις 11 οκτωβρίου 1978 για πρώτη φορά η Pl αναλαμβάνει επίσημα την ευθύνη μιας εκτέλεσης. Το θύμα είναι ο Alfredo Paolella, καθηγητής εγκληματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Napoli, σύμβουλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με αποστολή την εγκληματολογική παρατήρηση στην φυλακή του Poggioreale.

Mα η δράση που δημιούργησε τον μεγαλύτερο θόρυβο θόρυβο έγινε στις 29 ιανουαρίου 1979, όταν στο Milano χτυπήθηκε θανατηφόρα ο Emilio Alessandrini. Είναι ένας δικαστικός που θεωρείται δημοκρατικός, έχει κατευθύνει προς τους νεοφασίστες τις έρευνες για την σφαγή της piazza Fontana, φέρνοντας στο φως τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών και τις θεσμικές συγκαλύψεις. Γαι την Prima linea ο Alessandrini αντιπροσωπεύει την αιχμή του δόρατος της αντεπανάστασης. Ανήκει στον τομέα δικαστικών που βρίσκονται μέσα σ εκείνη την αριστερά που  «έγινε Κράτος», διαχειρίζεται τους νόμους της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, της κατάστασης εξαίρεσης, εξορθολογίζει τους μηχανισμούς της δικαιοσύνης για να ξαναδώσει αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα στον μηχανισμό της εξουσίας. ο Alessandrini διερευνούσε τα κινήματα και τις ένοπλες οργανώσεις , έπρεπε να αναλάβει την διεύθυνση ενός τμήματος της Αντιτρομοκρατικής στο δικαστήριο του Μιλάνο, να πραγματοποιήσει μια τράπεζα δεδομένων και να συντονίσει μια έρευνα επάνω στην πολιτική βία. Είναι μια περίοδος μεγάλων ρήξεων μέσα στην αριστερά. Λίγες ημέρες νωρίτερα οι Brigate rosse έχουν χτυπήσει τον συνδικαλιστή του κομουνιστικού Κόμματος Guido Rossa. Πολλοί αγωνιστές νιώθουν αποπροσανατολισμένοι.

Το Pci, από την πλευρά του, συνεργάζεται δραστικά με το Κράτος, ακόμη και με την δική του ερευνητική εργασίας. Τον φεβρουάριο του 1979 στο Torino μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατικό που προκαλεί αμηχανία σε διάφορα περιβάλλοντα. η Prima linea αποφασίζει να δώσει μιαν απάντηση. Στις 28 φεβρουαρίου, μετά από μια σήμανση, οι σύντροφοι του κομάντο αιφνιδιάζονται μέσα σε ένα bar από κάποιους αστυνομικούς. Υπάρχει μια συμπλοκή, πυροβολισμοί, ριπές αυτομάτων. Σκοτώνονται δυο μαχητές, η Barbara Azzaroni και ο Matteo Caggegi. Στην κηδεία παίρνουν μέρος μεγάλα τμήματα του κινήματος. Η συγκίνηση είναι μεγάλη, όπως και η επιθυμία για εκδίκηση.

η Prima linea πραγματοποιεί δυο ενέργειες αντιποίνων. Στις 9 marzo μαρτίου στήνει μια ενέδρα σε ένα περιπολικό. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ατυχώς ένας νεαρός περαστικός. Στις 18 ιουλίου χτυπιέται ο ιδιοκτήτης του μπαρ Carmine Civitate, με βάση την λανθασμένη πεποίθηση πως ήταν ο υπεύθυνος της παρέμβασης της αστυνομίας.

Αυτή η τραγική αλυσίδα γεγονότων προκαλεί μια μακρά εσωτερική συζήτηση. Στην Διάσκεψη της οργάνωσης τον σεπτέμβρη του 1979, στην Bordighera, στην επαρχία της Imperia, αναπτύσσεται μια πολιτική μάχη ανάμεσα σε δυο θέσεις. Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν απαραίτητο να επιστρέψουν στις ρίζες τους, στο ρίζωμα μέσα στις ζωτικές περιοχές τους και να ασκήσουν τον διάχυτο πόλεμο και αυτούς αντιθέτως που θεωρούν πως πρέπει να αυξήσουν την ένταση της σύγκρουσης με τους θεσμικούς μηχανισμούς. O κόμπος δεν λύνεται. Αποφασίζεται μια οργανωτική αναδιάρθρωση, με την δημιουργία ενός εθνικού Εκτελεστικού, μα εμφανίζεται και μια πρώτη διάσπαση. Κάποιοι μαχητές,πεπεισμένοι πως η κατάσταση απαιτεί μια οπισθοχώρηση, στήνουν την ομάδα Για τον κομουνισμό, Per il comunismo. Σύντομα καταφεύγουν στο Παρίσι, όπου συλλαμβάνονται και εκδίδονται.

H οργάνωση εξαπολύει μια εκστρατεία επικεντρωμένη στο εργοστάσιο, αντικείμενο πολύ σκληρών αναδιαρθρώσεων. Το σύνθημα είναι Να χτυπήσουμε την διοίκηση της επιχείρησης,  Colpire il comando d’impresa. Τον σεπτέμβρη του 1979 η Prima linea σκοτώνει στο Torino τον Carlo Ghiglieno, μηχανικό υπεύθυνο του Τμήματος σχεδιασμού και πρόεδρο της Επιτροπής που οδηγεί τον κλάδο εφοδιασμού της Fiat. Σε απάντηση στις επανειλημμένες επιθέσεις που ασκούν οι διάφορες μαχόμενες ομάδες ενάντια σε διοικούντες και στην αλληλεγγύη της οποίας απολαμβάνουν μεταξύ των εργατών οι ένοπλες οργανώσεις, η εταιρεία υιοθετεί μα σκληρή γραμμή. Τον οκτώβρη, μετά από διαβουλεύσεις με τα συνδικάτα, απολύονται 61 operai, στους οποίους η εταιρεία προσάπτει μια συμπεριφορά «ανατρεπτική, eversivo». Η μαζική κινητοποίηση που επακολουθεί είναι δυναμική και αποφασιστική. Την επόμενη χρονιά η Fiat ανακοινώνει σχεδόν δεκαπέντε χιλιάδες απολύσεις, που στην συνέχεια μετατρέπονται σε cassa integrazione [απόλυση με ταμείο αρωγής, ή και μείωση του χρόνου εργασίας με παράλληλη μείωση αποδοχών, μάλλον αυτό που εμείς ονομάζουμε ‘διαθεσιμότητα’]για περίπου είκοσι τρεις χιλιάδες εργαζομένους.  Ύστερα από 35 ημέρες αγώνα, στις 14 οκτωβρίου γίνεται εκείνη που αποκαλέστηκε «πορεία των σαράντα χιλιάδων, marcia dei quarantamila». Υπάλληλοι Fiat, άσπροι γιακάδες, τμηματάρχες και στελέχη που ζητούν το τέλος των μπλόκων των εργοστασίων και τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην δουλειά. Το συνδικάτο αποδέχεται μια άνευ όρων παράδοση.

Στις 11 δεκεμβρίου 1979 μια ομάδα της Pl καταλαμβάνει στρατιωτικά στο Torino την Σχολή εταιρικής εκπαίδευσης της Fiat, όπου εκπαιδεύονται οι νέοι  manager. Σχεδόν διακόσιοι φοιτητές μαζεύονται στο auditorium, όπου ένας μαχητής εξηγεί πως το ινστιτούτο δέχτηκε επίθεση μιας και είναι κέντρο νευραλγικής σημασίας στον μηχανισμό διοίκησης της εταιρείας. Η εισβολή ολοκληρώνεται με τον τραυματισμό στις γάμπες πέντε καθηγητών, εκ των διοικητικών στελεχών του εργοστασίου Olivetti, και πέντε φοιτητών. Τρεις ημέρες μετά, στις 14 δεκεμβρίου 1979, ένας πυρήνας της οργάνωσης αιφνιδιάζεται την ώρα που ετοίμαζε μιαν επίθεση ενάντια σε ένα εργοστάσιο στο Rivoli. Στην μάχη που ακολουθεί οι καραμπινιέροι σκοτώνουν τον νεαρό μαχητή Roberto Pautasso.

Στις 5 φεβρουαρίου 1980, σε μιαν εκστρατεία για την ποιότητα ζωής και την υγεία, στην Monza εκτελείται ο μηχανικός Paolo Paoletti, που θεωρείται μεταξύ των υπευθύνων για την καταστροφή που συνέβη στο Seveso το 1976, όταν από την εταιρεία χημικών Icmesa ξέφυγε ένα νέφος διοξίνης υψηλής τοξικότητας.

Στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνεται ο δικαστής Guido Galli, καθηγητής, μέλος της επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την μεταρρύθμιση του ποινικού Κώδικα και συνεργάτη του Ινστιτούτου Πρόληψης και άμυνας. Ανήκει στην ρεφορμιστική συνιστώσα των μιλανέζων δικαστικών, που προσδιορίζεται σαν εργαλείο καταστολής του ανταγωνισμού. Συνεχίζεται η εκστρατεία των κομουνιστικών οργανώσεων για την αποδιοργάνωση της δικαστικής εξουσίας και μαζί με αυτήν του σχεδίου αναδιοργάνωσης των στοιχείων διοίκησης στην χώρα μας. […] Σκοπός είναι να παραχθεί μια παρέμβαση κατά την οποίαν το καπιταλιστικό στρατόπεδο να βγει από αυτή την φάση βαρέως αποδυναμωμένο, αποδιοργανωμένο και αποσταθεροποιημένο, κι επάνω σε αυτή την παρέμβαση να αναπτυχθεί με σταθερό τρόπο το επαναστατικό προλεταριακό στρατόπεδο.

Οι μετανιωμένοι και η κατάρρευση

Στις αρχές του 1980 η Prima linea βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να λογαριαστεί με τους καταδότες, ένα πρόβλημα που λίγο αργότερα θα συνεισφέρει με αποφασιστικό τρόπο στο γρήγορο τέλος της ομάδας. ο William Waccher, ένας νεαρός του δικτύου της οργάνωσης, τον οποίον ακολουθούσε ένα ένταλμα σύλληψης, παραδίδεται στους ερευνητές και συνεργάζεται με τους δικαστές. Ο ρόλος του και οι καταθέσεις του είναι οριακές, μα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει και το γεγονός μοιάζει απαράδεκτο. Χτυπιέται θανάσιμα από έναν πυρήνα του εθνικού Εκτελεστικού στις 7 φεβρουαρίου έξω από το Milano. Οι υποδείξεις του Waccher στις αρχές θα είχαν επιτρέψει την ταυτοποίηση του «comandante Alberto», δηλαδή του Marco Donat Cattin, μα θα παραμείνουν δίχως συνέπειες. Είναι ο Patrizio Peci, μετανιωμένος των Br, που αποκαλύπτει λίγο αργότερα την ταυτότητα του γιου του χριστιανοδημοκράτη σενατόρε, που καταφέρνει να το σκάσει στην Γαλλία. Οι πολεμικές που προκλήθηκαν από την υπόθεση αναγκάζουν τον ισχυρό πολιτικό άνδρα να παραιτηθεί από την θέση του αντιπροέδρου του κόμματος. Πάντα ο Peci δίδει και το όνομα του Roberto Sandalo ο οποίος, αμέσως με την σύλληψη του, ξεκινά μια ομολογία ποταμό. Κατηγορούμενος για διάφορες εκτελέσεις, ύστερα από δυο χρόνια στην φυλακή βγαίνει χάρη στο νόμο για τους μετανιωμένους, που εγκρίθηκε τον μάη του 1982. Συλλαμβάνεται εκ νέου το 2002 για ληστεία και το 2008 για επιθέσεις ενάντια σε τζαμιά και ισλαμικά πολιτιστικά κέντρα.

η Prima linea συνεχίζει τις δράσεις. Στις 2 μαίου 1980 τραυματίζεται βαριά ο Sergio Lenci, πανεπιστημιακός καθηγητής και αρχιτέκτων, δημιουργός του σχεδίου αναδιάρθρωσης της φυλακής της Rebibbia, που χαρακτηρίζεται «τεχνικός της μάχης ενάντια στον αστικό ανταρτοπόλεμο». Στις 26 ιουνίου πραγματοποιείται μια θεαματική πρωτοβουλία προπαγάνδας στο τρένο Susa-Torino, με την διανομή φυλλαδίων που υποκινούν στον ένοπλο αγώνα και τον εμφύλιο πόλεμο.

Τον αύγουστο του 1980 η ηγεσία της Πρώτης γραμμής συζητά για την νέα κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από τις αλυσιδωτές συλλήψεις και την ρήξη της εσωτερικής αλληλεγγύης, με την εξάπλωση της μάστιγας της μεταμέλειας. Δεν κατακτάται κάποια συμφωνία και λίγο αργότερα κάποιοι μαχητές βγαίνουν από την οργάνωση. Τον οκτώβρη συλλαμβάνεται ο Michele Viscardi. Αμέσως ξεκινά να μιλά συνοδεύοντας τους καραμπινιέρους γυρίζοντας όλη την Ιταλία. Μπαίνει σε κίνηση μια αλυσίδα που ταχύτατα οδηγεί στην διάλυση της οργάνωσης.

Τον απρίλιο του 1981 επικυρώνεται το ξεπέρασμα της Prima linea και ο σχηματισμός ενός οργανωμένου Πόλου, σημείου αναφοράς για τους μαχητές που αναζητούνται. Από τις στάχτες της οργάνωσης το 1981 γεννιούνται οι οργανωμένοι Κομουνιστές για την προλεταριακή απελευθέρωση, i Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) και ο Πυρήνας των κομουνιστών, Nucleo di comunisti που στήθηκε στα πόδια του από τον φυγόδικο Sergio Segio, τον «comandante Sirio».

Οι δυο ομάδες περιορίζονται σε ληστείες χρηματοδότησης, σε δράσεις ενάντια στην καταστολή και για την απελευθέρωση των φυλακισμένων. Στις 3 ιανουαρίου 1982, συνεργαζόμενες, πραγματοποιούν μιαν επιχείρηση εντυπωσιακή. Ένα κομάντο οδηγούμενο από τονi Sergio Segio ελευθερώνει από την φυλακή του Rovigo τέσσερις κρατούμενες, μεταξύ των οποίων την σύντροφο του Susanna Ronconi. Από συγκοπή, πεθαίνει ατυχώς ένας περαστικός, ένας συνταξιούχος εγγεγραμμένος στο Pci. Λίγες μέρες μετά ο Lucio Di Giacomo, ένας από τους συμμετέχοντες στην απόδραση, σκοτώνεται σε μάχη με τους καραμπινιέρους. Ο Πυρήνας και οι Colp σύντομα διαμελίζονται από τις συλλήψεις.

Η διάλυση και ο διαχωρισμός, η διάσταση

Το 1982 ξεκινά η εποχή των maxiδικών. η Prima linea είναι η ένοπλη ιταλική οργάνωση με τον μεγαλύτερο αριθμό παραπεμφθέντων: 923, μεταξύ των οποίων 201 γυναίκες. στην Pl και στοις δομές με αυτήν συνδεδεμένες ανάγονται εκατοντάδες επιχειρήσεων. 23 με κατάληξη τον θάνατο, συνέπειες θανατηφόρες δηλαδή, εκτός από έναν αστυνομικό που σκοτώθηκε από μια ομάδα αποχωρησάντων. 11 είναι ακουσίως νεκροί, όχι εκ προμελέτης.

Το οριστικό κλείσιμο της εμπειρίας, μετά από μια διαδρομή συζητήσεων μεταξύ των φυλακισμένων μαχητών, ανακοινώνεται στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο Torino τον ιούνιο του 1983. Στο ντοκουμέντο Sarà che nella testa avete un maledetto muro, Θα είναι που στο κεφάλι σας έχετε έναν καταραμένο τοίχο, που γράφτηκε στην φυλακή Le Vallette και θεωρείται το τελευταίο της Prima linea, δηλώνεται δίχως πλέον καμία νομιμοποίηση η πρακτική του ένοπλου αγώνα για τον κομουνισμό στην Italia. Οπότε ασκείται κριτική στην διάσταση των κατηγορουμένων της 7 απρίλη, del 7 aprile που βρίσκονται έγκλειστοι στην φυλακής της Rebibbia, η οποία βασίζεται επάνω σε μιαν «κατάλυση της μνήμης, ablazione di memoria» και επάνω σε μιαν  «άρνηση της υπευθυνότητας» και «irriducibilismo continuista, [μη μεταμέλεια που οδηγεί στην συνέχιση…]» αυτού που δεν θεωρεί τελειωμένη την μαχόμενη εμπειρία.

Επισημοποιημένης της διάλυσης, σχεδόν όλοι οι πρώην μαχητές της Prima linea ξεκινούν την διαδρομή της διάστασης [διαχωρίζουν την θέση τους από  τον ένοπλο αγώνα], της κοινωνικής επανένταξης, της διαπραγμάτευσης με το  Κράτος, δημιουργώντας τις λεγόμενες Aree omogenee, τους ομοιογενείς Χώρους σε κάποια ανδρικά και γυναικεία τμήματα των μεγάλων μητροπολιτικών συγκροτημάτων εγκλεισμού. Θέσεις που συμβάλλουν στην διάρρηξη της αλληλεγγύης, ξεσκίζουν την κοινότητα των πολιτικών κρατουμένων, που εκείνα τα χρόνια υποβάλλονται σε σκληρές συνθήκες κράτησης με την εφαρμογή του άρθρου 90 της μεταρρύθμισης του 1975, η οποία είχε αναστείλει το φυσιολογικό καθεστώς φυλάκισης αφήνοντας χώρο σε απαγορεύσεις, περιορισμούς, συνομιλίες με τζάμια και ενδοεπικοινωνία. Οι διασπαστικές συνέπειες της διάστασης υπεισέρχονται μέσα σε ένα κλίμα που στις ειδικές φυλακές υψίστης ασφαλείας είχε ήδη καταστεί πολύ βαρύ εξ αιτίας του φαινομένου της μεταμέλειας και είχε οδηγήσει τον δεκέμβρη του 1981 και τον ιούλιο του 1982 στην εκτέλεση από πλευράς των φυλακισμένων του χώρου των ταξιαρχιτών του Giorgio Soldati, πρώην μαχητή της Pl, και του Br Ennio Di Rocco, που είχαν θεωρηθεί καταδότες. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών που διαχώρισαν την θέση τους και κρατουμένων που αρνούνται τον διάλογο με το Κράτος είναι σκληρή.

Και ένα μέρος της εξωτερικής στην φυλακή ανταγωνιστικής αριστεράς οδηγεί έναν δριμύ αγώνα ενάντια στην διάσταση, θεωρώντας πως πολεμά και εκκαθαρίζει όλον τον ταξικό αγώνα, πέρα από την μαχόμενη πρακτική. Για αντίθετους λόγους, λόγω δηλαδή της επιμονής και της εμμονής στον «τρομοκρατικό κίνδυνο, pericolo terrorista», μεγάλα τμήματα του Κράτους και του δικαστικού σώματος αντιτίθεται στην διάλυση του ποινικού και δικαστικού μηχανισμού της εξαίρεσης, της κατάστασης έκτακτης ανάγκης δηλαδή, του σκληρού καθεστώτος μεταχείρισης μέσα στις ειδικές φυλακές, και της εξάπλωσης για τους εν διαστάσει της νομοθεσίας επιβράβευσης που προβλέπονταν για τους μετανιωμένους.

Οι κρατούμενοι στους ομοιογενείς Χώρους συνεχίζουν τον διάλογο με τους θεσμούς, μέσα σε μια διαδρομή που αποκαλούν  «συγκρουσιακής-εμπόλεμης διαμεσολάβησης, mediazione conflittuale». Τον ιούνιο του 1984 η Prima linea παραδίδει τα όπλα που της είχαν απομείνει στον καρδινάλιο του Milano, Carlo Maria Martini, που είχε εμφανιστεί ανοιχτός στο θέμα της κοινωνικής συμφιλίωσης.

Το 1986 ψηφίζεται ο νόμος 663, που αποκαλείται Legge Gozzini, ο οποίος προβλέπει εναλλακτικά μέτρα στον εγκλεισμό εισάγοντας μια λογική βασισμένη στο διωνυμικό βραβείο-τιμωρία,  premio-punizione σε σχέση με την συμπεριφορά του έγκλειστου. Τον φεβρουάριο του 1987 έρχεται να αποδώσει καρπούς η μακρά διαδικασία του νόμου n. 34, που παραχωρεί εκπτώσεις στις ποινές σε αυτούς που διαχωρίζουν την θέση τους από την ένοπλη πάλη. Αυτοί οι δυο νόμοι, σε συνδυασμό, επιτρέπουν στους εν διαστάσει να αφήσουν προοδευτικά την φυλακή, ενώ οι φυλακισμένοι που αρνούνται κάθε μορφή διάστασης και πολιτικής λύσης, που αποκαλούνται αμετανόητοι «irriducibili, αμείωτοι», παραμένουν ακόμη επί μακρόν στις ειδικές φυλακές.

η Κάρτα είναι από το βιβλίο: Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Roma, DeriveApprodi 2015.

http://www.sebbenchesiamodonne.it/scheda-storica-prima-linea/

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – ε] μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • Aπολογούμενος στον ανακριτή μετά την σύλληψη του και την έκδοση που πραγματοποιήθηκε από την Γαλλία, ο Piperno δήλωνε πως οι συναντήσεις με τον on. Signorile έγιναν ύστερα από προτροπή του Dr. Zanetti, Διευθυντού του περιοδικού Espresso και διαμέσου του Dr. Mieli.
    Παρά την αμηχανία του να συναντηθεί με εκπροσώπους πολιτικών Κομμάτων, είχε αποδεχτεί το αίτημα.
    Η συνάντηση με τους  Signorile και Scialoia έγινε στο σπίτι του Zanetti σε μιαν περίοδο επόμενη της 24/4/78 (ημερομηνία κατά την οποίαν είχαν ήδη διαδοθεί οι ανακοινώσεις n° 7 και n° 8 με τις οποίες οι αντάρτες είχαν προωθήσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την απελευθέρωση του on. Moro προτείνοντας μια ανταλλαγή με δεκατρείς πολιτικούς κρατούμενους ήδη καταδικασμένους ή κατηγορούμενους για εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί για λύτρα.
    Ο σοσιαλιστής κοινοβουλευτικός παράγων, λέγοντας πως αυτή η πρόταση ήταν γι αυτόν απαράδεκτη, είχε ανεμίσει την υπόθεση της απελευθέρωσης μοναχά ενός κρατουμένου σε σοβαρή κατάσταση υγείας.  Είχε,  επιπλέον, αναφερθεί ο on. Signorile “στην πρωτοβουλία της Amnesty International και στο πρόβλημα των ειδικών φυλακών υψίστης ασφαλείας”, ρωτώντας την γνώμη του. Αυτός είχε απαντήσει πως ήταν πρωτοβουλίες αξιόλογες και πιθανές, πάντως, να ληφθούν υπ όψιν.
    Στην συνέχεια είχε δυο ακόμη συναντήσεις με τον αξ. Signorile, από δική του παρακίνηση. Στην τελευταία αυτών των συναντήσεων είχε πάρει μέρος “με δική του πρωτοβουλία” ο Pace.
    Σύμφωνα με αυτόν (απολογία στον ανακριτή 19/2/80) ήταν, αντιθέτως, ο Piperno που τον “παρακάλεσε” να παρέμβει στην συνάντηση που παρακινήθηκε από τονon. Signorile.

Αυτό έλαβε χώρα το πρωινό της ίδιας ημέρας της τυχαίας συνάντησης στην Piazza Navona με τον sen. Landolfi και της συνάντησης που ακολούθησε με τον Γραμματέα του P.S.I. αξ. Bettino Craxi
Σύμφωνα με αυτά που είπε ο Morucci (ανάκρ. 13/X/1986) ο Lanfranco Pace, μπήκε στις B.R. τον σεπτέμβρη/οκτώβρη 1977, και βγήκε εκεί γύρω στον επόμενο μήνα του δεκεμβρίου.
Εισήχθη στην αρχή σε μιαν “δομή διαλόγου”, μετά την αποτυχία του σχεδίου για ένα εθνικού χαρακτήρα περιοδικού, που θα απαντούσε στην ανάγκη να προσφερθεί μια θεωρητική επεξεργασία στα προβλήματα που ωρίμασαν τα τρία προηγούμενα χρόνια (από το ’74 στο ’77) εξ αιτίας της αλλαγής του πολιτικού ορίζοντα, δεδομένου ότι επρόκειτο να περάσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο ανάληψης υποχρεώσεων μέσα στην οργάνωση, είχε εμφανιστεί να μην δεσμεύεται στα καθήκοντα που του είχαν εμπιστευτεί, αγνοώντας τις συναντήσεις και τα ραντεβού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχαν κανονιστεί για λόγους, ας πούμε,  “ανάκαμψης” που θα παρατείνονταν μέχρι τον ιανουάριο του 1978.
Στην ο Pace, για το σύντομο διάστημα που στρατεύτηκε στις B.R., είχε δείξει πως θεωρούσε αυτές “μια μεταβλητή απολύτως ανεξάρτητη μέσα στο πλαίσιο του εθνικού κινήματος”. Μεταβλητή που “προωθούσε μια γραμμή ατελή”, δηλαδή αποκλειστικά “στρατιωτική”, εξωγενή “στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες” και στις νέες προβληματικές που είχαν ωριμάσει μέσα στο ’77.

Μέσα σε αυτή την κοινωνικο-πολιτική συγκυρία αναγνωρίζονταν από την μια  “ο ακραίος αυθορμητισμός των νεανικών διαδηλώσεων”; από την άλλη “η ακραία οργανωτική σύνθεση… της παράνομης ένοπλης ομάδας”. Για να γίνει η ανασύνθεση μέσα σε ένα ενωτικό πλαίσιο αυτό το άνοιγμα και για να συνδεθούν  “τα δυο κομμάτια του επαναστατικού κινήματος” δεν απέμενε παρά να ενσωματωθεί η ένοπλη πάλη στον ιστό των νέων κοινωνικών αναταραχών και συγκρούσεων. Για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου ο Pace είχε σκοπό να κινηθεί “μέσα από το κίνημα”; αυτός, ο Morucci, μέσα από τις B.R., θεωρώντας αυτό “μια υποχρεωτική επιλογή”.
Τόσο αυτός όσο και η Faranda βρέθηκαν, στην συνέχεια, σε πορεία αντιπαράθεσης με την οργάνωση λόγω του ότι είχαν επανειλημμένα προτείνει την αναγκαιότητα  ενός ένοπλου αγώνα βασισμένου όχι “επάνω στην σύγκρουση” ανάμεσα στις B.R. και το Κράτος, αλλά περισσότερο δεμένου “στα περιεχόμενα της σύγκρουσης που εκφράζονταν εκείνα τα χρόνια”.

Μετά την επιχείρηση Moro η ρήξη εξαπλώθηκε, εξ αιτίας επίσης της συζήτησης επάνω στην αναγκαιότητα να χτιστεί “ένα πλατύ μέτωπο, εκτενές, πυρήνων εν μέρει παρανόμων και εν μέρει μέσα στην κοινωνική συγκρουσιμότητα διαθέσιμων να “οδηγήσουν την πρακτική του ένοπλου αγώνα”.
Ήταν πρόθεση των δυο “διαφωνούντων” “να χρησιμοποιήσουν το όχημα του M.P.R.O. για να προκαλέσουν μια προσέγγιση των B.R. στον χώρο της συγκρουσιμότητας για την οποίαν μιλήσαμε και, συνεπώς, στην ανάλυση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων που εκφράζονταν εκείνα τα χρόνια”.
Από την στιγμή της κατάληξης της επιχείρησης Moro μέχρι την έξοδο των Morucci και Faranda από τις B.R. είχε, λοιπόν, αναπτυχθεί η δική τους  “πολιτική δυσφορία” που πριν είχε εκδηλωθεί “με όρους πολιτικής διαφωνίας”, στην συνέχεια σαν  “προσδιορισμός πολιτικού ανταγωνισμού”, “μιας εναλλακτικής γραμμής”, “της αναγκαιότητας μιας εναλλακτικής επεξεργασίας από εκείνην που προτείνονταν από την οργάνωση” (βλέπε κοινοβουλευτικά πρακτικά επιτροπής διερεύνησης για την σφαγή της via Fani, Doc. XXIII, n° 5, τόμ. X, σελ. 624 sgg.).

Σημαντικό, σχετικά με αυτά, το κείμενο ενός εγγράφου που βρέθηκε στην κατοικία του viale G. Cesare, όταν συνελήφθησαν οι Morucci και Faranda, με τίτλο “Η φάση, παρελθόν, παρόν και μέλλον, μια κριτική συνεισφορά, ” (rep. 2129), στο οποίο, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε:
“αυτή η αναγκαιότητα ανάγνωσης και αντίληψης… των προλεταριακών και εργατικών αγώνων” που θελήσαμε  “να αναπτύξουμε σε εσωτερικό επίπεδο και με την σωστή μέθοδο της συλλογικής συζήτησης και επεξεργασίας” στην διοίκηση της φάλαγγας,  “αντιθέτως, ερμηνεύτηκε με αυθαίρετο τρόπο σαν πολιτική γραμμή αντιτιθέμενη στην οργάνωση”. Από εδώ προέρχεται, και εξ αιτίας όλων αυτών “η καταδίκη” τους σαν “κλίκας  αποστατών”, η απομόνωση, ο περιορισμός, η ποινικοποίηση και η καταγγελία των δικών τους “μικροαστικών συμπεριφορών παρέκκλισης”, του  “ελιγμού” που “εδώ και πολύ καιρό διεξήγαγαν” και του “παιχνιδιού που διηύθηνε ο Scalzone ή ποιος ξέρει ποιος άλλος” που, θα είχε γράψει “το ντοκουμέντο” που είχε δώσει το έναυσμα στην διασπορά.
“Η υλοποίηση αυτής της μακάβριας ενορχήστρωσης είναι συνέπεια μιας κατασκευής ενός Κράτους “μέσα” στο Κράτος, χτισμένου με τρόπο πολύ προσεκτικά  “μελετημένο” ώστε να το κάνει να αναπτύσσεται εξίσου ηλίθιο.
Η κακιά πίστη της οργάνωσης όταν δηλώνει πως θα είχαμε “χτυπήσει” με τρόπο τελείως αναπάντεχο, αποδεικνύεται από το γεγονός πως την επομένη ημέρα από αυτήν που είχαμε εκθέσει πλήρως την θέση μας (κατόπιν εκφρασμένου αιτήματος της Διοίκησης της Ο.) θέση που ο σύντροφος του εκτελεστικού, που είχε την εντολή του “διερευνητικού πορίσματος” είχε αμέσως χαρακτηρίσει εκτός γραμμής ή της ιστορίας της οργάνωσης, δυο σύντροφοι της Διοίκησης της φάλαγγας βιάστηκαν να τρέξουν στο σπίτι μας λέγοντας πως  “για λόγους εγγύησης” και έλλειψης εμπιστοσύνης έπρεπε αμέσως να προχωρήσουν σε άμεση καταγραφή του υλικού που βρίσκονταν στην κατοχή μας και να μας μεταφέρουν αμέσως στον τόπο  “περιορισμού”.
Όμως ο “πολιτικός χώρος” μιας  “φυλακής του λαού” που επιφυλάσσονταν αυτή την φορά σε συντρόφους εκτός γραμμής” δεν μας φάνηκε ειλικρινά αρκετός για να ηγηθούμε του αγώνα μας. Προτιμούμε να αφήσουμε το μέτρο του “πολιτικού εκτοπισμού” στην Εισαγγελία, στον Νόμο Reale, στην Αστυνομία που εkφράζει τις οδηγίες.
Όσον αφορά εμάς, αναλάβαμε απέναντι στην “πολύ καινούργια”
αστυνομία του προλεταριάτου την ίδια συμπεριφορά που όλοι οι σύντροφοι που μάχονται στο  όνομα και για την κατάκτηση της ελευθερίας και του κομουνισμού,  από πάντα έχουν διατηρήσει απέναντι σε όλες τις αστυνομίες.
Και το δικαίωμα μας να συνεχίσουμε να μαχόμαστε δεν θα μας το αρνηθεί μια γραφειοκρατία νεοσταλινική που μπορεί αυθαίρετα να υπερηφανεύεται τον τίτλο του “κόμματος του προλεταριάτου” και προεικονίζει ένα καθεστώς μπροστά στο οποίο ο Καπιταλισμός και η  “ψεύτικη” δημοκρατία του αντιπροσωπεύουν έναν επίγειο παράδεισο.

Άλλο γεγονός που αποκαλύπτει αυτή την κακιά πίστη είναι πως  νωρίτερα ακόμη από εκείνη την έκθεση, σύντροφοι  της Διοίκησης της φάλαγγας είχαν ήδη δηλώσει μέσα στις δομές εργασίας πως θα είχαμε αποχωρήσει τρεις ή τέσσερις από  εμάς.
Ωστόσο, όντες επιφυλακτικοί απέναντι σε αυτούς που είχαν εκτοξεύσει παρόμοιες “συκοφαντίες ” ώστε να περάσουν σε απαράδεκτες συμπεριφορές  “όπως η σχιζοφρενική αποστεγανοποίηση όλων των αποχωρούντων συντρόφων”, “οι γενόμενες επισκέψεις κατ’ οίκον …από καταζητούμενους ή από άλλους που θα μπορούσαν σύντομα να γίνουν τέτοιοι”,το αίτημα “για στήριξη από το κίνημα (που εν τούτοις σταθερά την  αρνήθηκε)”, το να μιλούν “με συντρόφους που δεν ήταν της οργάνωσης” για την “φυγή, μετά κλοπής των δυο κακοποιών” – οι συγγραφείς της ανάλυσης διευκρίνιζαν πως, αν και  “σε εναλλακτική πολιτική θέση από εκείνη της Οργάνωσης”, δεν είχαν όμως περάσει σε πρόταση “καταστροφής της”, διότι “κάτι τέτοιο θα έφερνε μαζί του την απώλεια ενός βασικού σημείου αναφοράς για το χτίσιμο μιας ενωτικής Κομματικής διαδικασίας, γεγονός που θα άνοιγε διάπλατα τις πύλες σε αναρχικές συμπεριφορές  διασκορπισμού των δυνάμεων στην ενδημική και διασπασμένη διάχυση του ανταρτοπόλεμου”

Όμως, επιστρέφοντας στον Pace, ο Morucci δήλωνε
(ακρ. 15/X/86, σ.88) πως στην διάρκεια των 55 ημερών φυλάκισης του on. Moro, τον είχε συναντήσει σε ένα εστιατόριο στο Trastevere, όπου αυτός και η Adriana Faranda είχαν πάει για φαγητό.
Δεν επρόκειτο για μιαν “τυχαία συνάντηση”, διότι ο Pace τους είχε στήσει “καρτέρι” στην περιοχή ήδη από κάποιες ημέρες.Και δια τούτο αυτοί τον είχαν αποπάρει, δεδομένου πως οι προσπάθειες του να έρθει σε επαφή μαζί τους θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει την αστυνομία να τεθεί στα ίχνη τους, ιδίως δεδομένου ότι κάποιες ημέρες νωρίτερα είχε πέσει  “θύμα” μιας επιχείρησης της αστυνομίας μαζί με άλλα πρόσωπα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
ο Pace ήταν “περίεργος” να μάθε τις αληθινές προθέσεις των B.R. για την τύχη που θα είχε επιφυλαχθεί στον on. Moro, εξωτερικεύοντας με την ευκαιρία  “και τις ανησυχίες του Piperno” σχετικά με την κλίση που θα μπορούσε να πάρει η υπόθεση. Τους είχε, επίσης, πληροφορήσει πως είχε συναντήσει “κάποιους πολιτικούς παράγοντες” που ενδιαφέρονταν να έχουν διευκρινήσεις γύρω από το “ταξιαρχίτικο σύμπαν” και να αποκρυπτογραφήσουν το λεξιλόγιο και τα ανακοινωθέντα των B.R..
Αυτοί, απ’ την πλευρά  τους, είχαν περιοριστεί να εκδηλώσουν την γνώμη τους και δηλαδή πως υπήρχε ανάγκη “μιας πολιτικής εξαγγελίας” από πλευράς D.C., Κόμμα που οι B.R. προσδιόριζαν, εκείνη την εποχή, με το Κράτος.

Η ανησυχία του Piperno – σύμφωνα με τον Morucci – ήταν ουσιαστικά εκείνη, κοινή σε πολλούς, του να γίνει δυνατή η συνέχιση, ωστόσο, της επαναστατικής διαδικασίας; μέχρι του σημείου να είναι  ο ρόλος των B.R., αν και πολύ μακριά από τις ανάγκες του Κινήματος,  εκείνος που παράγει  “αποσταθεροποιητικά αποτελέσματα του πολιτικού σκηνικού”.
Ο Morucci είχε, λοιπόν, αναφέρει στον Moretti, εκπρόσωπο της αδιάλλακτης πτέρυγας της οργάνωσης, την συνάντηση που είχε με τον Pace. Αυτός, αν και δεν εμφανίστηκε να ταράζεται πολύ, δηλώνοντας την αντίθεση του σε  κάθε διαπραγμάτευση που δεν θα ήταν ξεκάθαρου χαρακτήρα, στον δημόσιο χώρο και σε κοινή θέα, είχε επαναλάβει πως ο μοναδικός επίσημος συνομιλητής των B.R. θα έπρεπε να είναι η D.C..
Επιβεβαίωνε ο Morucci όσα είχε καταθέσει στην Επιτροπή διερεύνησης για την σφαγή της οδού Fani (δείτε πρακτικά κοινοβουλευτικής Επιτροπής Doc. XXIII, n° 5, τόμος. X, σ.621) σχετικά με τις προθεσμίες της φάσης υλοποίησης της διαχείρισης της απαγωγής του Προέδρου της D.C..
Ουσιαστικά είχε αποφασιστεί να σφίξουν οι χρόνοι (εκτελώντας την ποινή του θανάτου στις εννέα μαίου αντί στις δέκα) γιατί υπήρξαν κάποια σημάδια ενός αρχόμενου “ανοίγματος της  D.C. απέναντι στους συνομιλητές της”; ενός ανοίγματος, εν τούτοις, άκρως γενικού χαρακτήρα και ανακριβούς και, ωστόσο, μη ικανοποιητικού.

Η απελευθέρωση, πράγματι, μοναχά ενός πολιτικού κρατουμένου θα είχε φέρει σε δύσκολη θέση της οργάνωση που θα μπορούσε να βρεθεί εκτεθειμένη στον κίνδυνο να αρνηθεί, σαν ανεπαρκές, το πιθανό αντάλλαγμα εις βάρος “ενός κομουνιστή αιχμαλώτου”. Περισσότερο από μια τυπική πράξη περιλαμβάνουσα την πολιτική αναγνώριση των B.R.σαν επίσημου συνομιλητή  του Κράτους, θα επρόκειτο για μια μονόπλευρη πρωτοβουλία του ίδιου του Κράτους με σκοπό την αναζήτηση μιας αναίμακτης επίλυσης της υπόθεσης  (β. ακ. 9/3/87, φ. 169).
Πάντως ο λόγος του on. Bartolomei στο Arezzo, το πλησίασμα εκείνων των ημερών στην οικογένεια Moro του sen. Fanfani, ο οποίος είχε εμφανιστεί “άκρως ευαισθητοποιημένος να προσπαθήσει έναν δρόμο, που δεν θα ήταν εκείνος σε κυβερνητικό επίπεδο”, όλα αυτά δίχως άλλο μπορούσαν να ερμηνευτούν σαν “σημάδια μιας πολιτικής συνομιλίας”, μα τόσο γενικού χαρακτήρα ώστε να μην θεωρείται άξια προσοχής για πρακτικούς λόγους. Αυτά τα σημάδια, όμως, θα ήταν αρκετά ώστε “βάλουν σε μπελάδες” το εκτελεστικό για τους λόγους που αναφέραμε προηγουμένως (φ. 166).
Δίχως να λάβουμε υπ όψιν πως, τότε, θα μπορούσαν να  “βρεθούν σε κατάσταση χειραγώγησης από την διαμεσολαβητική ικανότητα της D.C.”.
Πάντως, κατέληγε σε εκείνο το σημείο ο Morucci, η απόφαση του Εκτελεστικού να σκοτώσουν τον on. Moro τους είχε διαβιβαστεί από τις 3 ή 4 μαίου και από εκείνη την στιγμή η εκτέλεση είχε αναβληθεί από ημέρα σε ημέρα.

Εξηγούσε, επίσης, ο Morucci (ακ. 13/X/86) πως τόσο αυτός όσο και η Faranda είχαν ευθύς εξ αρχής εκδηλώσει την αντίθεση τους στην επιχείρηση Moro, θεωρώντας πως αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα πολύ σαφές χάσμα “μεταξύ της οργανωτικής παρέμβασης και της δυναμικής της κοινωνικής σύγκρουσης”. Με άλλα λόγια η οργάνωση δεν θα έπρεπε να  “οχυρωθεί” επάνω “σε μια θέση οργανωτικού κλεισίματος”; μα θα έπρεπε να προσπαθήσει “να διαχύσει τις οργανωτικές τις παρεμβάσεις μέσα στην δυναμική της κοινωνικής σύγκρουσης”.
Παρόλα αυτά, παρέμειναν μέσα στην οργάνωση, θεωρώντας πως μόνο από μέσα θα ήταν δυνατόν να καθορίσουν ή, τουλάχιστον, κάνουν μια προσπάθεια “μετριάσουν αυτή την πλήρη tangenzialità της γραμμής που θεσπίζονταν”, συνειδητοποιώντας τις εκρηκτικές συνέπειες τις οποίες τα γεγονότα που θα μπορούσαν να ξεπηδήσουν θα είχαν “στην εσωτερική δυναμική των κοινωνικών σχέσεων” της Χώρας (βλέπε πρακτικά κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την σφαγή της via Fani, Doc. XXIII, n°5, τομ. X, φ. 625).
Εφόσον η  “γραμμή” που υποστηρίζονταν από αυτούς επικρατούσε, το αποτέλεσμα θα ήταν μια ενδυνάμωση των αντιστοίχων θέσεων στους κόλπους των B.R. και εμμέσως –  σύμφωνα με τα λεγόμενα του Savasta (παρ. Ανακρ. Roma 9/2/1982) – εκείνων του Piperno και Pace, “που από τους άλλους θεωρούνταν οι αληθινοί δημιουργοί εκείνης της πολιτικής γραμμής”.

Συνεχίζεται…