ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σημάδια, ασπίδες, χαρταετοί και άλλα ευρήματα. Lorenzo Bortoli 1952-1979

του Gioacchino Toni

cover bortoliRoberto Silver Silvestri, Segni, scudi, aquiloni e altri reperti. Lorenzo Bortoli 1952-1979, eBook, 77 σελίδες, κατεβάστε δωρεάνscaricabile gratuitamente online

Το βιβλίο που δημιούργησε ο Roberto Silvestri έχει το αξίωμα να θυμίζει τον φίλο Lorenzo Bortoli που χάθηκε τραγικά, ανακατασκευάζοντας την αλληλοεπικάλυψη των προσωπικών γεγονότων με εκείνα ενός μη αδιάφορου μέρους μιας γενιάς που, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ακόμη και σε »μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη και θανάσιμη ανία», ένιωσε αρχικά την επείγουσα ανάγκη να αισθανθεί επιτέλους ζωντανή και, στη συνέχεια, προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο.
Ο τόμος γεννιέται από την ιδέα του Silvestri να θυμάται τον φίλο μέσα από τους πίνακες ζωγραφικής, τα σκίτσα και τα σχέδια που άφησε σε φίλους, φίλες και συγγενείς, στη συνέχεια, προχωρώντας στα έργα του Bortoli προστέθηκε άλλο χρήσιμο υλικό για την ανασυγκρότηση της περιόδου μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του τέλους της δεκαετίας του ’70, όπου οι Silvestri και Bortoli, μαζί με άλλους, μοιράστηκαν την ιδέα να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Η μνήμη εκείνης της δεκαετίας, η οποία είναι το υπόβαθρο των γεγονότων που αναφέρθηκαν, εναλλάσσει τις αναμνήσεις της θαμπής, γκρίζας, βαρετής και θανατηφόρας βενετικής επαρχίας σε θραύσματα μιας σειράς ατομικών και συλλογικών προσπαθειών να την ζήσουν και να την μεταμορφώσουν με τρόπο τέτοιο ώστε να αξίζει να γίνεται αυτό έχοντας ψηλά το κεφάλι.

Η ιστορία είναι εκείνη του Lorenzo Bortoli, καλλιτέχνη, αγωνιστή και εργάτη, ο οποίος πέθανε αυτοκτονώντας, στη φυλακή της Βερόνα στις 19 Ιουνίου 1979. Ο Bortoli συνελήφθη, μαζί με άλλους, σε σχέση με την ακούσια έκρηξη που έλαβε χώρα στις 11 απριλίου 1979, σε ένα διαμέρισμα στη Thiene, στην επαρχία της Vicenza, την ώρα που τρεις στρατευμένοι στις ενετικές πολιτικές κολεκτίβες προετοίμαζαν μια βόμβα. Ο Bortoli προέκυπτε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και η σύντροφος του Maria Antonietta Berna έχασε τη ζωή της στην έκρηξη. Πριν από εκείνη την 19η ιουνίου 1979 ο Lorenzo προσπάθησε να αυτοκτονήσει στη φυλακή δυο φορές καταναλώνοντας φάρμακα αλλά δεν του χορηγήθηκε νοσηλεία, όπως ζήτησε επανειλημμένα το κολέγιο της υπεράσπισης και προέτρεψαν διάφορες τοπικές συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές.

Αποσπάσματα

Κάναμε τα πάντα για να γίνουμε καλύτεροι από αυτό που ήμασταν. Αυτό μπορεί να ειπωθεί για το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς μας, σε μια εποχή που θέλαμε, και μάλιστα φαινόταν δυνατόν, να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο

bortoli 002μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη ζωή και μια θανατηφόρα ανία / αντιδράσεις, μεταλλάξεις που ακριβώς η αιώνια απαγόρευση κυκλοφορίας της περιοχής ήταν σε θέση να παρακινήσει και να αναπτυχθεί σε τέτοιες απροσδόκητες μορφές που δεν επαναλαμβάνονται / Cesare Pavese / Italo Calvino / Εγχειρίδιο νεαρών μαρμότων / Σχέδιο γραμμής και επιφάνεια του Kandinsky / Jean Paul Sartre / Steinbeck / Siddhartha / Carrà / Morandi / Paul Klee / Bruno Munari / Osvaldo Licini / Rothko, Burri e tutto l’Informale / τα Μανιφέστα του Surrealismo / Alberto Giacometti / ζωγραφιές με χρώμα θαμπό και υπόβαθρο λειασμένο / Schio / εμείς οι έφηβοι / γιορτές, συζήτηση, ζωγραφική, συλλογιστική / η επείγουσα ανάγκη για μια ριζοσπαστική αλλαγή / η κοινωνική καταπίεση / η μουσική / Η μουσική πάνω απ’ όλα / Who, Rolling Stones, Kinks, Beach Boys, Hendrix / τα πρώτα album του Joe Cocker, των Cream, της Julie Driscoll με Brian Auger & The Trinity / των New Trolls (εκείνα δίχως ωράριο δίχως σημαία, με τους στίχους του Fabrizio de André) / Doors, Rory Gallagher, οι Traffic / Abbey Road των Beatles / Είχαμε ανάγκη, πεινούσαμε για μουσική / οι ηχώ εκείνης της περιόδου, στην Ιταλία και πάνω απ’ όλα στην επαρχία, έφταναν καθυστερημένα και πολύ ρευστές / Ήταν ταινίες όπως Woodstock ή “Pink Floyd a Pompei”, η μοναδική »εναλλακτική» επιτρεπτή που έφτανε στην Schio / η ξεθωριασμένη οπτική της Swingin’ London στο Blow up του Antonioni / το Cineforum της Thiene / Φράουλες και αίμα, Harold και Maude, Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, Easy Rider / o χρόνος που σαρώνονταν από τον κόσμο της κανονικής εργασίας στα εργοστάσια / εγγυημένη χρήση των γραφείων / σπάνιοι οι χώροι οι αφιερωμένοι στον πολιτισμό, σχεδόν πάντα ζοφερό όσο και θεσμικό / στις περιφερειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σχηματίζονταν τα πρώτα  “συγκροτήματα” (ή “συγκροτηματάκια”), όπως αποκαλούνταν / νοικιάζονται, οι πρώτες κιθάρες / οι πρόβες γίνονταν από τους Salesiani / μια κωμόπολη όπως ήταν εκείνη την εποχή η Schio, τόσο καθωσπρέπει και με το έντονο ηθικίστικο αποτύπωμα τυπικό του καθολικού- εργατικού Βένετο (όπου πράγματα γίνονταν έτσι κι αλλιώς, ίσως λίγα, αλλά στα κρυφά) / ο μονσινιόρ της βάρδιας αισθάνθηκε την υποχρέωση να εκφράσει δημόσια ανησυχία και αποδοκιμασία, προειδοποιώντας έτσι τους γονείς και αποτρέποντας  τα νεαρά απερίσκεπτα κορίτσια από το να συχνάζουν σε μέρη τόσο επικίνδυνα / Jackson Pollock και l’Action Painting / Rauschenberg και η Pop Art / Εν τω μεταξύ, σε όλη την Ιταλία, τα πανεπιστήμια και τα σχολεία ήταν σε αναταραχή, οι καταλήψεις / πολιτικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες / τα διάφορα πολιτικά κόμματα αποκαλούμενα “φιλοκινεζικά” / κόκκινα βιβλιαράκια / στοιχεία με πολιτικά της πολιτικής ομάδας της ασφάλειας / η απόρριψη κάθε ρεβιζιονισμού τυπικού της θεσμικής αριστεράς / στοίβες βιβλία και σύντομοι έρωτες για τον Πόε και για τους »γοτθικούς» συγγραφείς, η επιστημονική φαντασία / Lovecraft / Ray Bradbury / Burroughs / Alexander Trocchi / η “επιστήμη των επινοημένων λύσεων” /Snoopy, το περιοδικό Linus, λίγο Alan Ford / Ήταν επίσης τα χρόνια κατά τα οποία πολλοί νέοι  “το έσκαγαν απ’ το σπίτι” / υποφέροντας σχετικά με το στενόχωρο περιβάλλον της επαρχίας / είχε αφήσει ένα σημείωμα και έφυγε / οι καραμπινιέροι / η φωτογραφία / εργασίες επάνω στο μασονίτη / το καρβουνάκι / Γεωμετρικά προφίλ / ξεπλυμένα ακρυλικά χρώματα / Lucio Fontana / Spazialismo / λίγες φωτογραφίες, τόσο των πινάκων του όσο και του studio / σειρά υδατογραφιών / οι αφαιρέσεις / εκείνο το διαμέρισμα ανάμεσα σ’ ένα πήγαινε έλα από κόσμο, τραπέζια, καμβάδες, χρώματα και σκίτσα, ανάμεσα σε συζητήσεις, καλαμπούρια και τα πρώτα σπέσιαλ τσιγάρα, / οι Ekseption / Deep Purple και Led Zeppelin / Genesis, ELP, Yes και όμορφη κομπανία / οι King Crimson του Robert Fripp και οι Van Der Graaf Generator / τα πρώτα μακριά μαλλιά, και η Schio, όπως άλλοι τόποι της επαρχίας,  “ήταν ένα μέρος στο οποίο εάν τα είχες έτσι, ούτε σ’ ένα μπαρ να μπεις και να ζητήσεις να πιεις μπορούσες, γιατί αρνούνταν να σε σερβίρουν, κι εάν διαμαρτυρόσουν, καλούσαν τους καραμπινιέρους που έφταναν γρήγορα και σε μετέφεραν στο στρατόπεδο” / Εμάς ενδιέφερε κυρίως να πειραματιστούμε / θέλαμε να ήμαστε μαζί / πνευματική περιέργεια / προσπάθεια να καταλάβουμε κάθε τι, μέσα κι έξω, και να τ’ αλλάξουμε / υπερβολές και παιδικότητα, ζήλος, οπορτουνισμοί, αυτοτραυματικές παρεκκλίσεις / Παρά τις καταστροφές / Καμιά τοξική καθοδική μυθολογία / ελαιογραφία / οι διαδρομές του πινέλου παίρνουν μια συνοχή απτή / οι αποχρώσεις, εκτός από ειδικές εξαιρέσεις, θερμαίνονται και ανάβουν/ κίτρινες, ώχρα, κόκκινες με διαφορετικές διαβαθμίσεις, και σπάνια, μερικές ροζ / Στυλιζαρισμένες αναμνήσεις, καταγραφές περιγραμμάτων των βουνών, σύννεφα, προφίλ και επαναπροσδιορισμός ανθρώπινων τροχιών, λόφοι και ορίζοντες / μακρά απογεύματα / απογεύματα τραβηγμένα μέχρι νύχτα / το μουσικό θέμα του Zabriskie Point / διάστημα/παρατεταμένο χρονικό διάστημα του παιχνιδιού, αρπαγμένο από το ρολόι της παραγωγής και του μάρκετινγκ της παράστασης / κάποιος ασυνήθιστος συνδυασμός χρωμάτων / για να χτιστεί μια αυθεντική και ήρεμη σχέση με τους άλλους / το μακρύ, απίστευτο, παλτό από «ασημωμένο δέρμα συνθετικού λύκου» / τα φυλλάδια έπρεπε να τυπωθούν στο Trento και να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Schio πάνω στην ώρα για να διανεμηθούν στην πρώτη βάρδια στη Lanerossi της Piovene / το άνοιγμα των πρώτων γραφείων της Lotta Continua / η LC έφτασε στο σημείο να έχει γραφεία στη Schio, στην Thiene, ακόμη και στην Vicenza, πόλη που θεωρούνταν όχι πρωτεύουσα, αλλά περιφέρεια μιας επαρχίας που είχε τα προπύργια της στις εργατικές ζώνες και επομένως την πρωτεύουσα της, ακριβώς στη Schio / η διάλυση της LC / η ίδρυση της αυτόνομης ομάδας εργάτες φοιτητές. Δεν επρόκειτο όμως για την αυτονομία με το “A κεφαλαίο”, αλλά για εκείνη ακόμη κόρη του ιστορικού εργατισμού, αν και διασχίζεται επίσης από τις επιρροές-μολύνσεις του Parco Lambro και στη συνέχεια των γεγονότων του ‘77 / ο διάλογος επάνω στον ένοπλο αγώνα-ναι, ένοπλη πάλη-όχι / η ρήξη ανάμεσα στις δυο ψυχές /

bortoli 001η απαγωγή του Μόρο και, για τους βορειοανατολικούς ειδικότερα ιταλούς, υπήρξαν τα γεγονότα της 7ης απριλίου του ’79. Τον οκτώβριο του 1973, ο Enzo σχεδίασε, τύπωσε με δικά του έξοδα, μια αφίσα που έστειλε στη συνέχεια σε μια εκατοστή ζωγράφων, ιδιοκτητών γκαλερί και κριτικούς τέχνης / Το σχέδιο, το οποίο είναι η σταθερά της ζωγραφικής μου, αποτελεί το μέσο με το οποίο προτείνω να λειτουργήσει μια ενέργεια για την ανάκτηση αξιών που μοιάζουν, αν όχι νεκρές, να έχουν ατροφήσει / Η πινελιά είναι ευρεία, παχιά, γεμάτη, οι χρωματικές περιοχές είναι πυκνές και συμπαγείς, τα χρώματα χρησιμοποιούνται μόνο σε ζεστές αποχρώσεις / θέλω να κάνω μια ειλικρινή ζωγραφιά, μια συμπαγή και ζωηρή ζωγραφική / να δημιουργήσουμε μια γαλήνια και πνευματικά αυθεντική σχέση με τους άλλους / Jefferson Airplane, Grateful Dead, Quicksilver / Frank Zappa / Tangerine Dream και οι γερμανοί “κοσμικοί” του Krautrock / Miles Davis di Bitches Brew / AlterAlter, Re Nudo, Moebius, Η μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας του Hugo Pratt / το Manifesto, Lotta Continua, Potere Operaio, Senza Tregua, Controinformazione, και πιο μπροστά τα βιβλία του Castaneda, οι Καταστασιακοί και οι Puzz του Max Capa / αρχίσαμε να εξετάζουμε την πολιτική δέσμευση με ένα διαφορετικό βλέμμα, σαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στην πραγματικότητα / ξεφεύγοντας από ένα ένταλμα σύλληψης / John Coltrane / Kashmir και Srinagar, Amsterdam, το Μεξικό ή η Ινδία και Vladivostok / Corto Maltese του Pratt, και Alack Sinner του Muñoz και Sampayo ήταν οι χάρτινοι ήρωες στους οποίους ταυτοποιούμασταν, αλλά επίσης ακολουθούσαμε από κοντά τους πολυάριθμους εργατικούς αγώνες που δημιουργούσαν αναταραχές στην περιοχή και τα λίγα, αλλά ισχυρά φοιτητικά κινήματα που κάθε τόσο αναστάτωναν και ταρακουνούσαν την Thiene και την Schio / κίνημα για την μείωση του κόστους των μεταφορών / από την μια πλευρά οι φίλοι και σύντροφοι με τους οποίους μοιραζόμουν τις στιγμές του  “ελεύθερου χρόνου” και που αρνούνταν να μπουν σε μια οργάνωση “κλασσική”, από την άλλη, η συναρπαστική για μένα στράτευση, που μέσω της παρέμβασης μπροστά στα εργοστάσια, της εργατικής έρευνας που αναπτύξαμε και της ανάδυσης του φεμινισμού στην έδρα της LC στην Schio, μου αποκάλυπταν και με έκαναν να αγγίζω από κοντά άλλους κόσμους / “να ξαναπάρουμε την πόλη” / η έννοια της “άμεσης δράσης” / ακριβώς η έννοια της «επανοικειοποίησης» που ήδη άρχιζε να κυκλοφορεί, ενεργοποίησε τη δυναμική που μας οδήγησε να αφήσουμε την LC και να ιδρύσουμε την πρώτη Αυτόνομη Κολεκτίβα / στο εργοστάσιο εισέρχονταν πλέον μια γενιά που αρνούνταν να υπομείνει μια τόσο σαρωτική ζωή, που ήθελε να ζήσει διαφορετικά, άμεσα, χωρίς να περιμένει ένα μακρινό και αβέβαιο μέλλον ή τη μυθική «χ» ημέρα της επανάστασης / Η τοπική εργατική τάξη, πάνω από το 60% του πληθυσμού (αρχικά αποτελούμενη από αγρότες/αγρότισσες που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια), τώρα ενσωμάτωνε πρώην σπουδαστές, ή νέους οι οποίοι, έστω και αν δεν ήταν μορφωμένοι ήταν πολιτιστικά πλούσιοι και καθόλου παραιτημένοι / Και αν υπάρχει μια θεμελιώδης διδασκαλία που έχουν εκφράσει οι αγώνες των εργατών, είναι ακριβώς αυτό: η έννοια του συλλογικού / ένας χαρούμενος και εκρηκτικός θυμός, τόσο κοινωνικός όσο και προσωπικός / Στα έργα αυτής της περιόδου, που κυμαίνεται από το 1972 έως το 1974, μια πάντα επαναλαμβανόμενη μορφή είναι αυτή της «ασπίδας» / Μετά την αναχώρησή του για το Belluno, ο Lorenzo μείωσε τη δραστηριότητά του σε μικρά σχέδια και σκίτσα με μελάνι και υδατογραφία, πολύχρωμα, με τα οποία δημιούργησε καρτ-ποστάλ για να στείλει στους φίλους / Εν τω μεταξύ η Schio, μια παραδοσιακά εργατική πόλη, άλλαζε. Η ομάδα της Lotta Continua που από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν κινητήρια δύναμη των αγώνων της περιοχής του alto vicentino μπήκε σε κρίση και σε εθνικό επίπεδο διαλύθηκε / η συμβίωση (φιλική ή ουδέτερη, αλλά όχι μαφιόζικη) «ψυχεδελικών», «τοξικών» και «πολιτικών» / η Ολλανδία, Amsterdam, με τους Provos, οι πρωτοοικολογικές διεκδικήσεις των λευκών ποδηλάτων / Κάποιοι άλλοι ανέβαιναν λίγο περισσότερο, μέχρι την Κοπεγχάγη / ιούνιος του 1976, υπήρξε το τελευταίο πάρκο Lambro και έκλεισε την εποχή των ποπ φεστιβάλ, με την επιβολή των Ινδιάνων μητροπολιτάνων και του φεμινιστικού κινήματος ξέσπασαν οι εσωτερικές αντιφάσεις, μεταξύ των διαφόρων ψυχών του κινήματος / Το ’77, υπήρξαν τα γεγονότα της Μπολόνια, τα μονοπάτια του Radio Alice και του A/traverso / από την σχετικά αβλαβή χρήση των ελαφρών ναρκωτικών γκρεμιστήκαμε πολύ γρήγορα σε πολύ πιο θανατηφόρα τοπία, και οι πλατείες γέμισαν με ηρωίνη και διακινητές / Αυτοκαταστροφισμός, αφέλεια και εξτρεμισμός, σίγουρα, αλλά όχι μόνο αυτό / ηρωίνη στις πλατείες / bortoli 008παρεισφρύουν προβοκάτορες / μασκαρεμένες εκτελέσεις / το ενδιαφέρον για κάθε ουσία της ψυχεδελικής πλευράς είχε από καιρό εκτροχιαστεί σε βαρύτερες καταστάσεις / δεν ήταν μάλλον εύπεπτο να τραβηχτείς προς τα έξω, ο καθένας για λογαριασμό του / Στις αρχές του 1977 ο Lorenzo μετακόμισε στη Thiene / προς το τέλος του ίδιου χρόνου άρχισε να συζεί με την Antonietta / από την αντίληψη ότι η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν ήταν πλέον αρκετή για να γεμίσει και να χρωματίσει τη ζωή του, στην απόφαση να μην περιοριστεί σε διερμηνεία, μόνο, της πραγματικότητας, ή να την ζει ξεχωριστά μέσα από το φίλτρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας / Η ανάγκη να παρέμβει με συγκεκριμένο τρόπο στο κοινωνικό, η θέληση να συμμετέχει άμεσα σε όσα συμβαίνουν γύρω του, έγινε επείγουσα / Αυτού του ρεύματος, αυτής της αλληλοσύνδεσης ανθρώπων και περιστάσεων που στόχευαν στην αλλαγή, ο Lorenzo ήταν μέρος τόσο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, όσο και όσον αφορά την συμμετοχή στο vicentino κίνημα της δεκαετίας του ’70/ Ήταν αυθόρμητη η άρνησή του για οποιαδήποτε ηλίθια υποκρισία και κατάχρηση εξουσίας. Η φυσική αποστροφή του προς τις μιζέριες των θεσμικών μηχανισμών και των αστυνομικών οργάνων, προς τις ηλιθιότητες της κοινοβουλευτικής πολιτικής / Σε αυτή την ενστικτώδη του τάση, ο Lorenzo πλαισίωσε την υποστήριξη στο «κίνημα» της εποχής και, στην πράξη τη συνεργασία με την αυτονομία vicentina / Σε αυτούς που βρήκαν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης και στη συνέχεια του θανάτου του Lorenzo, και γενικότερα σε σχέση με τη χρήση της δύναμης από την πλευρά του κινήματος των χρόνων ’70, φθάνει να θυμόμαστε ότι στην ίδια αιχμηρή εποχή οι διαδηλωτές σκοτώνονταν από τις αστυνομικές επιθέσεις και εφόδους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, και πως οι βόμβες που εξερράγησαν σε τράπεζες, πλατείες, αμαξοστοιχίες, (και όχι για σκοπούς διαμαρτυρίας, αλλά απλώς για να εξαπλώσουν τον τρόμο και για να θανατώσουν), ήταν εκείνες οι «μαύρες» των νεοφασιστών, οι οποίοι υποστηρίζονταν και οργανώνονταν από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες στην υπηρεσία των «συμμάχων» ΗΠΑ, και προστατεύονταν από τομείς του κοινοβουλίου / Το χειμώνα μεταξύ του ’77 και του ’78, ο Λόρεντζο έφτιαξε, με αυτοσχέδιο τρόπο, δώδεκα πολύχρωμα και πρωτότυπα έργα με μελάνι και ακουαρέλα, στα οποία βρήκε τον τρόπο να αναδείξει την παλιά του προτίμηση για τους πίνακες του Osvaldo Licini / το σχέδιο μετατρέπονταν σε ιπτάμενους χαρταετούς, χτισμένους σε φόντα φωτεινών χρωμάτων τοποθετημένα σε τρίγωνα που τρέχουν μεταξύ τους δεμένα με περιπλανώμενα νήματα που αναπτύσσονται και συστέλλονται στο διάστημα / ο Lorenzo πέρασε να με χαιρετήσει, το χειμώνα του 1978, στο δωμάτιο που ζούσα προσωρινά στην Πάντοβα, και ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε / Μετά η έκρηξη του σπιτιού του στη Thiene, η απόλυτη επιφύλαξη, ο σκεπτικισμός σχετικά με ότι είχε συμβεί, και η φρίκη για τη συνέχεια της υπόθεσης. Δεν προκαλεί έκπληξη, αντιθέτως, η έλλειψη ανθρωπιάς, η σκληρότητα που χρησιμοποίησαν οι καραμπινιέροι και οι δικαστές εναντίον του Lorenzo, και εναντίον των συγγενών και των συντρόφων / Καμία έκπληξη για τις διαστρεβλώσεις των δημοσιογράφων ( il Giornale di Vicenza στην πρώτη σειρά) και για τον οπορτουνισμό των πολιτικών που ασχολήθηκαν με εκείνα τα γεγονότα. Ο επίλογος, για όσους ήταν φίλοι του, παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Και εξακολουθεί να υπάρχει πόνος ενθυμούμενοι αυτόν /

TAGGED WITH →  •  •  •  •  • •  •  •  • 

https://www.carmillaonline.com/2016/01/12/segni-scudi-aquiloni-altri-reperti-lorenzo-bortoli-1952-1979/

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…ή 19

Πρώτη Γραμμή

milano5

από την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια :

Prima Linea (PL) η Πρώτη Γραμμή [ΠΓ] ήταν μια ένοπλη οργάνωση της άκρας αριστεράς της Ιταλίας κομουνιστικής μήτρας. αρχικά εξωκοινοβουλευτική νόμιμη πολιτική ένωση, που εξήλθε από τον Συνεχή Αγώνα,  da Lotta Continua, στα στελέχη της σχεδόν αμέσως ωρίμασε η επιλογή της ένοπλης πάλης.

γεννήθηκε το φθινόπωρο του  1976 και επίσημα διαρθρώθηκε την επόμενη χρονιά, την άνοιξη, σαν τρομοκρατική οργάνωση, η Prima Linea θα είναι η δεύτερη στην Italia μόνο πίσω από της Ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse,  σε νούμερο προσώπων που χτυπήθηκαν  (39 από τους οποίους οι 16 σκοτώθηκαν), σε ένοπλες επιχειρήσεις (101 επιθέσεις για τις οποίες ανέλαβε την ευθύνη) και σε αριθμό μελών.

το όνομα εμπνεύστηκαν από τις ομάδες περιφρούρησης των κινημάτων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που, στα χρόνια του εβδομήντα, τοποθετούνταν στην κεφαλή των πορειών καταλαμβάνοντας, ακριβώς, την πρώτη γραμμή.

Ευρετήριο

 

§Ιστορία

§1974-1976: η προέλευση

οι ρίζες της οργάνωσης  Prima Linea αναζητούνται στην ιταλική ιστορική περίοδο που, στα δεύτερα μισά των χρόνων εβδομήντα, βλέπει μια μεγάλη ανάπτυξη του αποκαλούμενου ένοπλου κόμματος.

ανάμεσα στην άνοιξη και το φθινόπωρο του  1974, μέσα στις τάξεις του Συνεχή Αγώνα, Lotta continua, προκαλείται μια ρήξη με συνέπεια την διάσπαση από μέρους κάποιων αγωνιστών, που στο μεγαλύτερο μέρος τους ανήκουν στο ρεύμα και στην φράξια  alla corrente e alla frazione[1], δηλαδή σε δυο από τις κυριότερες ομαδοποιήσεις που, αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από στελέχη της ομάδας περιφρούρησης της ομάδας και ήταν ιδιαίτερα ριζωμένες MilanoTorinoNapoli  και στην Brianza, ασκούν κριτική στην υπερβολικά διανοουμενίστικη γραμμή της οργάνωσης υπέρ μιας επαναστατικής προοπτικής και πρωτοβουλίας περισσότερο παρεμβατικής. μια πρόσκληση που μεταφράζεται στην πρόταση συμμετοχής στην ένοπλη πάλη η οποία, όμως, αμέσως απορρίπτεται από την ηγετική ομάδα του ΣΑ, LC, γεγονός που επέφερε λοιπόν στην αναπόφευκτη ρήξη.[2]

αφού λοιπόν βρίσκεται έξω από την Lotta continua, το 1975, η ομάδα ξεκινά να σφίγγει δεσμούς με άλλους αγωνιστές που προέρχονταν από τις γραμμές ενός άλλου σχηματισμού της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, την Εργατική Εξουσία,  sinistra extraparlamentare,Potere operaio, συνδεδεμένου με την εμπειρία του περιοδικού Senza Tregua, Δίχως Ανακωχή, που είχε ρίζες στο εργοστάσιο και στον χώρο του αποκαλούμενου μαχητικού αντιφασισμού, antifascismo militante.[1]

το φθινόπωρο του 1976, μετά από δυο συναντήσεις που προώθησε η ηγετική ομάδα του περιοδικού και έλαβαν χώρα, αντιστοίχως, σε  Salò και Stresa, έχουμε εκ νέου διασπορά που θα φέρει σε πολυδιάσπαση εκείνης της εμπειρίας και στον σχηματισμό τριών νέων οργανώσεων : τις κομουνιστικές επαναστατικές Επιτροπές, τις μαχητικές κομουνιστικές Μονάδες και, ακριβώς, της Πρώτη Γραμμή –  i Comitati comunisti rivoluzionari, le Unità comuniste combattenti e, appunto, Prima Linea.[2]

ιδρυτικός στόχος της  PL είναι εκείνος του να αντιπροσωπεύει την πρωτοπορία των προλεταριακών μαζών και του κινήματος του ’77, movimento del ‘77, παραμένοντας μέρος των ιδίων και δίχως να μετασχηματιστεί σε μια ελίτ μαχητών, élite di combattenti: ένας τρόπος, αυτός, καταδίκης του ιδεολογικού δογματισμού των ερυθρών Ταξιαρχιών,  delle Brigate Rosse, παρότι υποστήριζαν τις δράσεις τους και συμμετείχαν στις επιχειρήσεις ανταρτοπόλεμου ενάντια στο ιταλικό κράτος.[3]

στρατιωτικά, οι απαρχές του σχηματισμού, χαρακτηρίζονται από μια οπτική εκτελεστική στο εσωτερικό των εργοστασίων, με δράσεις ένοπλες (raid των προλεταριακών περιπολιών) που συνίστανται στον τραυματισμό των επιστατών και εταιρικών διευθυντών,[4] ένας τρόπος που σαν στόχο έχει »πάνω από την αρπαγή της εξουσίας, μια προοδευτική διάλυση της εξουσίας» – «più che una presa di potere, una progressiva dissoluzione del potere»[3]

αρχικά αποτελούμενη κυρίως από εργάτες και φοιτητές, της πρώτης ομάδας της  PL στελέχη ήταν οι: Sergio SegioSusanna Ronconi (ex BR), Roberto RossoRoberto SandaloMarco Donat CattinEnrico BaglioniSergio D’EliaEnrico GalmozziBruno La Ronga, Giulia Borelli, Silviera Russo, Diego Forastieri, Maurice Bignami, Michele Viscardi, Fabrizio Giai.[3]

§1976-1977: οι πρώτες ενέργειες

« Prima Linea non è un nuovo nucleo combattente comunista, ma l’aggregazione di vari nuclei guerriglieri che finora hanno agito con sigle diverse »
(Volantino di rivendicazione del 30 novembre 1976[5])»η Πρώτη Γραμμή δεν είναι ένας νέος κομουνιστικός μαχητικός πυρήνας, αλλά η συνάθροιση διάφορων αντάρτικων πυρήνων που μέχρι στιγμής έδρασαν κάτω από διαφορετικές ονομασίες»

από φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης της 30ης νοεμβρίου 1976

το 1976 ήταν το έτος των πρώτων ένοπλων δράσεων της ομάδας. όπως έγραφαν όμως στο φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης που διένειμαν με ευκαιρία την πρώτη στρατιωτική πράξη της ομάδας, δηλαδή την εισβολή στα γραφεία των Διευθυντών της Fiat , nella sede dei Dirigenti Fiat στο Torino, del 30 novembre 1976, στις 30 νοεμβρίου ’76, στην αρχή η ονομασία Πρώτη Γραμμή , Prima Linea (ονομασία που, στις προθέσεις του κινήματος, βασίζονταν στις ομάδες περιφρούρησης που χρησιμοποιούνταν στην διάρκεια των διαδηλώσεων στην πλατεία, που τοποθετούνταν στην κεφαλή, στην πρώτη γραμμή, ακριβώς, για την προστασία της πορείας , del corteo[6]) δεν χρησιμοποιήθηκε αμέσως, λόγω της πίστης στις ιδρυτικές αρχές του κινήματος που αυτο-παρουσιάζεται σαν ένωση πολλών ονομασιών της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

η πρώτη εκτέλεση που χαρακτηρίζει την ομάδα της  Prima Linea ήταν εκείνη του Enrico Pedenovi, περιφερειακού συμβούλου του φασιστικού κινήματος Movimento Sociale Italiano, που σκοτώθηκε στις 29 απριλίου  1976 στο Milano, με ευκαιρία την πρώτη επέτειο του θανάτου του νεοφασίστα αγωνιστή  Sergio Ramelli.[7]

όπως ήδη είπαμε για την εκτέλεση δεν ανέλαβε την ευθύνη η ομάδα, που είχε αρχικά αποφασίσει να μην υπογράφει τις δράσεις της, κυρίως στην περίπτωση των εκτελέσεων. στο δικαστήριο, όμως, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενάντια στην Prima Linea του 1984, la Corte d’assise di Milano , η μιλανέζικη Έδρα αναγνώρισε στους  Enrico GalmozziBruno La Ronga και Giovanni Stefan (όλοι στελέχη της ΠΓ) τους φυσικούς εκτελεστές του θανάτου, αποφασίζοντας δυο καταδίκες σε ισόβια και μια σε 27 χρόνια κάθειρξης gli .[8]

ένα τέταρτο μέλος της οργάνωσης, ο Piero del Giudice, δέχτηκε ποινή σε 28 χρόνια νια συνεργία ηθική στον φόνο, που σχεδιάστηκε σαν εκδίκηση, για τον θάνατο ενός νεαρού αγωνιστή της αριστεράς, του Gaetano Amoroso, που σκοτώθηκε στην διάρκεια επίθεσης, από μέρους νεοφασιστών, στις 27 απριλίου  1976. La Corte di cassazione , στο Εφετείο μετατράπηκε η απόφαση, εν μέρη, μειώνοντας σε 29 χρόνια τα ισόβια του  La Ronga και αθωώνοντας τον  Del Giudice.[9]

το πρωινό της 12ης μαρτίου  1977, ένα commando της PL, σκοτώνει στο Torino  τον Giuseppe Ciottabrigadiere di Pubblica Sicurezza, ταξίαρχο της αστυνομίας 29 χρόνων.  την ώρα που ήταν έτοιμος να πάρει το αυτοκίνητό του, για να πάει στην δουλειά του, τρία άτομα τον πλησίασαν και τον εκτέλεσαν με τρεις πυροβολισμούς. [10] και για αυτή την εκτέλεση, της οποίας την ευθύνη ανέλαβε εκείνη την περίοδο η οργάνωση ‘μαχητικές κομουνιστικές Ταξιαρχίες,  Brigate comuniste combattenti, αναγνωρίστηκε ένοχος στην συνέχεια ο Enrico Galmozzi.[11]

αν και οι πρώτες επιχειρήσεις της ομάδας χρονολογούνται τον προηγούμενο χρόνο, η επίσημη πράξη γέννησης της καταχωρείται αργότερα, τον απρίλη του 1977, με το πρώτο συνέδριο της οργάνωσης στο San Michele a Torri, στα περίχωρα της Φλωρεντίας, Firenze, και με την σύσταση μιας εθνικής διοίκησης, comando nazionale στην οποίαν παίρνουν μέρος, δίπλα στην μιλανέζικη ομάδα, οι αντιπροσωπείες από το  BergamoTorinoFirenze και Napoli. εδώ καθορίζονται και οι δυο βασικές ιδρυτικές αρχές της νεογέννητης οργάνωσης : «l’univocità politico-militare del quadro d’organizzazione»[1], δηλαδή η »πολιτική-στρατιωτική μοναδικότητα του στελέχους της οργάνωσης», οπότε και η σύμπτωση ανάμεσα στους πολιτικούς και στρατιωτικούς ρόλους και τις πρακτικές, και στην συνέχεια η  «bipolarità», η »διπολικότητα», δηλαδή η ύπαρξη δυο επιπέδων, ένα εσωτερικό στα μαζικά κινήματα, [οι Ομάδες και οι Περιπολίες],  (le Squadre o le Ronde) και κεντρικό που δρα τόσο σε τοπικό όσο και εθνικό επίπεδο, οργανικά και τα δυο για να »κλείσουν τo κενό που έχει ανοίξει ανάμεσα στην μαχητική οργάνωση και την προλεταριακή μαχητικότητα»,  «chiudere la forbice che si è aperta tra organizzazione combattente e combattimento proletario»[2]

ένα οργανωτικό μοντέλο, εκείνο της Πρώτης Γραμμής, που προέβλεπε δίπλα σε μια δομή κεντρική (il Comando Nazionale), της Εθνική Διοίκηση, ολόκληρη μια σειρά μεμονωμένων πυρήνων με μια κάποια αυτονομία που εξασφάλιζαν την σύνδεση με το Κίνημα,  Movimento[6] σε διαφοροποίηση από τις ερυθρές Ταξιαρχίες,  Brigate Rosse, στη συνέχεια, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο μαχητής της  Prima Linea υιοθετούσε την παρανομία, διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο την παρουσία του στους τόπους δουλειάς και στα κινήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς,  sinistra extraparlamentare, με σκοπό να αποτρέψει την απομόνωση και να διατηρήσει την διαρκή του διασύνδεση με την βάση. την ίδια στιγμή, με τον ίδιο τρόπο, η ομάδα χρειάζονταν βάσεις και στρατιωτικές αποθήκες, φυλάσσοντας έγγραφα και όπλα στα ίδια τα σπίτια των μαχητών,  dei militanti.[3]

το 1977 οι ενέργειες της ομάδας αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται : πρόκειται κυρίως για δράσεις πρόκλησης ζημιών, για επιθέσεις, τραυματισμούς, ληστείες χρηματοδότησης. στις 19 μαίου μαχητές της ΠΓ βάζουν φωτιά στις αποθήκες της  Sit Siemens και της Magneti Marelli στο Milano.

στις 20 ιουνίου 1977 στο Milano, τραυματίζουν στα πόδια τον διευθυντή της  Sit-SiemensGiuseppe D’Ambrosio,[12]   ενώ τρεις μέρες αργότερα, στις 23 ιουνίου, μια ομάδα φωτιάς χτυπά τον  Giancarlo Niccolai, ηγετικό στέλεχος της Χριστιανικής Δημοκρατίας,  Democrazia Cristiana της Pistoia. οι τρεις πυροβολισμοί που του έριξαν με το P38 τους, του προκάλεσαν ρήξη και στα δυο του μηριαία οστά.[13]

το 1977 είναι επίσης η χρονιά των πρώτων συλλήψεων και των πρώτων πεσόντων στο κίνημα.[14] στις 19 ιουλίου, στην Tradate (VA), στην διάρκεια ληστείας σε οπλοπωλείο σκοτώνεται, από τον ιδιοκτήτη, ο μαχητής  Romano Tognini (όνομα μάχης Valerio από τον οποίον θα πάρει τον τίτλο του μια μιλανέζικη ομάδα φωτιάς). τέσσερις ημέρες μετά (23 ιουλίου), με μια επίθεση ενάντια στο κατάστημα του οπλοποιού, η ομάδα θέλησε να εκδικηθεί στο όνομά της τον πεσόντα μαχητή.[4]

παράλληλα με τις επιχειρήσεις του, το κίνημα αρχίζει να μεγαλώνει από την αριθμητική άποψη και, από τους περίπου εκατό αρχικούς μαχητές, με τα τέλη του χρόνου μπορεί να υπολογίζει στους δυο χιλιάδες οπλισμένους ανθρώπους.[14]

§1978-1979: η ακμή του ένοπλου αγώνα

η διετία 19781979 αποδεικνύεται καίριας σημασίας για την οργάνωση, μια αναζωπύρωση της ένοπλης δράσης η οποία σε αυτά τα χρόνια φτάνει στο απόγειό της με τις πιο γνωστές επιχειρήσεις της ομάδας.

οι πρώτοι μήνες του 1978 είναι επίσης εκείνοι της συνένωσης , »για να ομογενοποιηθεί η γραμμή», «per omogeneizzare la linea» con le Formazioni comuniste combattenti di Corrado Alunni e di Marco Barbone, με τους κομουνιστικούς μαχητικούς Σχηματισμούς, και σε συνέχεια της οποίας δόθηκε ζωή στην ενοποιημένη εθνική Διοίκηση, Comando nazionale unificatoοι δυο ομάδες θα συνεχίσουν εν πάση περιπτώσει να δρουν ξεχωριστά, όμως με μια κοινή στρατηγική και αναλαμβάνοντας την ευθύνη από κοινού  (σαν FCC-PL) ολόκληρη μια σειρά από επιθέσεις ενάντια στις δυνάμεις της τάξης.[14]

στις 20 ιανουαρίου 1978, στην διάρκεια μιας επιχείρησης που σαν σκοπό είχε την απόδραση κάποιων φυλακισμένων από την φυλακή Μουράτε της Φλωρεντίας,  carcere delle Murate di Firenze, η ομάδα των ανταρτών της ΠΓ έγινε αντιληπτή από ένα περιπολικό της αστυνομίας. ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί στην διάρκεια των οποίων σκοτώθηκε ο αστυνομικός  Fausto Dionisi, ενώ ο άλλος αστυνομικός, Dario Atzeni, που χτυπήθηκε από τέσσερις σφαίρες στην βουβωνική χώρα, θα σωθεί ύστερα από χειρουργική επέμβαση.[15]

10 μαίου, στο Milano, ο διευθυντής της  Montedison, Francesco Giacomazzi, τραυματίζεται στα πόδια στη διάρκεια ενέδρας. αυτού του επεισοδίου θα ακολουθήσουν άλλα, πάντα μέσα στο  1978, που προορίζονταν να χτυπήσουν/τραυματίσουν πολιτικά σύμβολα όπως και των δυνάμεων της τάξης : στις 11 του επόμενου μαίου, πάντα στο Milano, τραυματίζεται ο γενικός διοικητής της  Chemical Bank, Mario Astarita; ο αστυνομικός της αντιτρομοκρατικής  Digos Roberto Demartini (Torino, 17 μαίου); ο ασφαλιστής  Salvatore Russo (Torino, 19 ιουλίου); ο γιατρός της μιλανέζικης φυλακής,  carcere di San Vittore, Mario Marchetti (Milano, 13 νοεμβρίου).[16]

στις 11 οκτωβρίου του ίδιου έτους εκτελείται ο  Alfredo Paolella, καθηγητής πανεπιστημίου εγκληματικής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νάπολι,  all’Università di Napoli και τεχνικός παρατηρητής στην φυλακή του Pozzuoli. μια ομάδα αποτελούμενη από τρεις άνδρες και μια γυναίκα πυροβολεί για να σκοτώσει τον  Paolella ο οποίος, αφού τον βρήκαν εννέα χτυπήματα, όλα σε ζωτικά όργανα, πεθαίνει επί τόπου.[15]

την 1η του δεκέμβρη του  1978[17], σε μια ενέδρα, σε συνέχεια μιας συζήτησης που έλαβε χώρα σε ένα μπαρ του Μιλάνο, κοντά στην  Porta Romana, τρεις πολίτες (Domenico Bornazzini, Carlo Lombardi e Piero Magri) χτυπιούνται θανάσιμα από δυο μέλη της Prima Linea. στη διάρκεια της έρευνας που έλαβαν χώρα πριν από την δίκη, προέκυψε πως τα τρία θύματα χτυπήθηκαν λόγω μιας πολιτικής λογομαχίας με τους κατηγορούμενους, που τελικά καταδικάστηκαν.[18]

Emilio Alessandrini, ο δικαστής που εκτελέστηκε από την  Prima Linea το 1979

το πρωινό της 19ης ιανουαρίου 1979 σκοτώνεται ο αστυνομικός  Giuseppe Lorusso στο Torino. κάτω από το σπίτι του τον περιμένει η ομάδα φωτιάς που αποτελείται από τους  Maurice BignamiBruno La RongaFabrizio Giai και Silveria Russo, όλοι ευρισκόμενοι επάνω σε ένα κόκκινο  128 . δέκα σφαίρες βρίσκουν στο κεφάλι τον Lorusso, στο αριστερό μπράτσο, στον θώρακα, στην κοιλιά και ο αστυνομικός πεθαίνει επί τόπου.[15]

ένα από τα σημεία καμπής στην ιστορία του γκρουπ ήταν η εκτέλεση του  Emilio Alessandrinisostituto Procuratore della Repubblica di Milano, εισαγγελέα στο Μιλάνο, που κατηγορήθηκε από τους αντάρτες πως ήταν ρουφιάνος, «essere una spia” και τον σκότωσαν στο Milano στις 29 ιανουαρίου 1979[2], μια ομάδα της  PL που αποτελούνταν από τους Sergio Segio και Marco Donat Cattin (οι οποίοι πυροβόλησαν τον δικαστικό ), υποστηριζόμενοι από τους  Michele Viscardi, Umberto Mazzola και Bruno Russo Palombi. οι δυο έριξαν πολλά χτυπήματα με πιστόλια και ο δικαστικός πεθαίνει αμέσως επί τόπου.[19]   Alessandrini, που οδηγούσε αρκετές δικογραφίες και έρευνες γύρω από την »τρομοκρατία» (ανάμεσα στις οποίες και εκείνη για την  Prima Linea), δέχτηκε την επίθεση ενώ, στο τιμόνι του αυτοκινήτου του, ήταν σταματημένος σε ένα φανάρι της λεωφόρου  Umbria. για την επίθεση η ευθύνη ανελήφθη με τηλεφώνημα στην εφημερίδα  La Repubblica.

στις 28 φεβρουαρίου του 1979, στη διάρκεια ανταλλαγής πυρών στο bar dell’Angelo, που βρίσκεται στην  Piazza Stampalia, στο Torino, δυο μαχητές της Prima Linea σκοτώνονται από αστυνομικούς, που κάλεσε στο μπαρ ένας επιχειρηματίας. ο θάνατος των δυο ανταρτών,  dei due pielliniMatteo Caggegi και Barbara Azzaroni[20], αντιστοίχως των  29 και 20 χρόνων, που αιφνιδίασαν οι δυο αστυνομικοί στο bar dell’Angelo που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από μια βάση της  Prima Linea, ξεκινά μια σειρά από αντίποινα άλλο τόσο αιματηρά ενάντια στις δυνάμεις της τάξης.[2]

τα αντίποινα της ομάδας δεν αργούν και, στις 9 μαρτίου που ακολουθεί, ένα commando της Prima Linea αποτελούμενο από τους Bignami, La Ronga, Silveria Russo, Giai και Giancarlo Scotoni, πάντα στο Torino, επιτίθεται σε περιπολικό της αστυνομίας σε μιαν ενέδρα σε τοπική κάβα της  Via Millio. στην διάρκεια της ένοπλης μάχης, χάνει ατυχώς την ζωή του ένας νεαρός περαστικός,  Emanuele Iurilli.[3] η εκδίκηση, La vendetta, για τα συμβάντα στο  bar dell’Angelo, ολοκληρώνεται στις 18 ιουλίου: ο Carmine Civitate, ιδιοκτήτης του καταστήματος και που θεωρούνταν υπεύθυνος της αναγνώρισης των δυο ανταρτών, σκοτώνεται από μια ομάδα φωτιάς που αποτελούνταν από τους  Bignami και Donat-Cattin οι οποίοι, μαζί με τους Giai, Viscardi και Roberto Sandalo που καλύπτουν από το εξωτερικό, μπαίνουν στο μπαρ και εκτελούν τον Civitate.[21]στην  διάρκεια της δίκης θα προκύψει πως ο επιχειρηματίας είχε αποκτήσει το μπαρ μόνο μετά τον θάνατο των δυο ανταρτών οπότε δεν ήταν αυτός που είχε ειδοποιήσει την αστυνομία.[15]

στις 13 ιουλίου, στη διάρκεια ληστείας στην  Cassa di Risparmio στο Druento (Torino), σκοτώνεται ο τροχονόμος  Bartolomeo Mana, που την φυλούσε άοπλος. η ομάδα φωτιάς που τον εκτέλεσε με χτύπημα στο κεφάλι από κοντινή απόσταση, αποτελούνταν από τους  Marco Donat-Cattin, Francesco Giuffrida, Vito Biancorosso και Roberto Sandalo (ο οποίος και πυροβόλησε με αποτέλεσμα τον θάνατο του ανδρός )[22]

η ανύψωση του επιπέδου σύγκρουσης, και η απομάκρυνση από το εργατικό κίνημα, δημιουργεί εκ των πραγμάτων την πρώτη διάσπαση στο εσωτερικό του κινήματος. τον σεπτέμβρη του 1979, όντως, λαμβάνει χώρα μια συνάντηση της οργάνωσης στην Bordighera (Imperia)[23] στην οποίαν εμφανίζεται μια αντίθεση ανάμεσα στις δυο ιστορικές ψυχές της ΠΓ: εκείνοι που ήθελαν να διατηρήσουν ένα ρίζωμα στα κινήματα και εκείνοι που αντιθέτως ήθελαν να ριζοσπαστικοποιήσουν την σύγκρουση και να προκαλέσουν μιαν επίθεση ακόμη πιο αποφασιστική στους θεσμούς. εξ αιτίας αυτών των αντιθέσεων, κάποια μέλη, άφησαν την οργάνωση, θεωρώντας πως οι πολιτικές συγκυρίες και οι κατασταλτικές δράσεις ανάγκαζαν εκ των πραγμάτων σε μια στρατηγική οπισθοχώρηση και σε μια στάση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.[2]

όμως οι ένοπλες δράσεις δεν φαίνεται να ελαττώνονται. στο μέτωπο των εργατικών αγώνων, στις 21 σεπτεμβρίου 1979, σκοτώνεται στο Torino ο διευθυντής Fiat Carlo Ghiglieno, υπεύθυνος του τμήματος στρατηγικού Σχεδιασμού: εκτελείται με 7 χτυπήματα από πιστόλι  38 special, από μια ομάδα 4 ατόμων που τον πλησιάζει την ώρα που ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο, για να πάει στην εργασία του και τον χτυπά θανάσιμα.[24]

τον νοέμβρη, ο αρραβώνας με τις Formazioni comuniste combattenti, έχει ήδη τελειώσει: αν και η λογική του ένοπλου αγώνα είναι όντως παρόμοια, οι διαφορές που έχουν να κάνουν με της σχέση με τις Brigate Rosse και γύρω από την διαχείριση της παρανομίας οδηγούν στον χωρισμό των δρόμων για τα δυο κινήματα.[14]

στις 11 δεκεμβρίου, ένας πυρήνας της Πρώτης Γραμμής εισβάλλει στο εσωτερικό της Σχολής εκπαίδευσης επιχειρηματιών, Scuola di formazione aziendale[25] καταλαμβάνοντάς την στρατιωτικά για 45 λεπτά: αφού συγκέντρωσαν φοιτητές και καθηγητές στο αμφιθέατρο της σχολής, οι αντάρτες διαβάζουν μια διακήρυξη στους παρόντες και, στην συνέχεια, σε ένα διπλανό δωμάτιο, στήνουν στον τοίχο πέντε καθηγητές και πέντε φοιτητές γαμποποιώντας τον καθένα με δυο χτυπήματα από το πιστόλι.[3]

το 1979 κλείνει με τον θάνατο ενός ακτιβιστή της PL. Στις 14 δεκεμβρίου, στην Rivoli(Torino)[4], η αστυνομία αιφνιδιάζει έναν πυρήνα της ΠΓ την ώρα που ετοιμάζει επίθεση στο εργοστάσιο μεταλλουργίας  Elgat. στην διάρκεια της μάχης, κατά την οποίαν τραυματίζονται ο ταξίαρχος Massimo Osnaghi και ο αστυνομικός Giovanni Serra, σκοτώνεται ο μαχητής  Roberto Pautasso, 21 χρόνων.[26]

§1980-1981: οι μετανιωμένοι και η πτώση

μέσα στο 1980, η ομάδα εγκαινιάζει επίσημα την ρωμαϊκή της εμπειρία, απαραίτητη σε εκείνη την λογική εξάπλωσης γεωγραφικής, που υπαγορεύεται από ανάγκες επιμελητείας λόγω της εντατικοποίησης της κατασταλτικής δράσης, όπως επίσης και για την εξάπλωση του πολιτικού μηνύματος του κινήματος. το νέο έτος βλέπει να υπερισχύει, στην εσωτερική διαλεκτική της ομάδας, την ριζοσπαστική πλευρά της  PL και τις θέσεις που υποστηρίζουν την ριζοσπαστικοποίηση της σύγκρουσης η οποία, μέσα στον μήνα ιανουάριο, στο Συνέδριο του κινήματος στην Morbegno, θα κατοχυρωθεί στην συνέχεια ως κυρίαρχη κίνηση.[2]από αυτό τον προβληματισμό στην συνέχεια θα ωριμάσει, σύντομα, η επιχείρηση ενάντια στον  Guido Galli, δικαστικό και καθηγητή Εκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνο Στατάλε, magistrato e docente di Criminologia all’Università Statale di Milano.[4]

στις 5 φεβρουαρίου 1980 σκοτώνεται στην Monza, ο Paolo Poletti, υπεύθυνος παραγωγής στην  ICMESA του Seveso, την εταιρεία που ήταν υπεύθυνη για το τοξικό σύννεφο διοξίνης, που δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 1976,  nube tossica di diossina, nell’estate del 1976. ο Paoletti σκοτώνεται στις  8.15 το πρωί, την ώρα που πηγαίνει στην δουλειά του, με τρία χτυπήματα από πιστόλι που του ρίχνει ένας αντάρτης, ο οποίος στην συνέχεια απομακρύνεται με ένα  Fiat 128 μεταλλικού γκρι χρώματος μαζί με έναν ακόμη άνδρα και μια γυναίκα.[15] η ανάληψη της ευθύνης για την εκτέλεση έγινε μετά από λίγο με ένα σύντομο τηλεφώνημα στο μιλανέζικο παράρτημα του πρακτορείουANSAκαλημέρα δεσποινίς ήμαστε από την Πρώτη Γραμμή και αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τον θάνατο του  Paolo Paoletti, που έγινε σήμερα το πρωί στην Monza. θα ακολουθήσειανακοίνωση»[27]

στις 19 μαρτίου 1980 στο Milano, εκτελείται ο δικαστικός και εγκληματολόγος  Guido Galli, από μια ομάδα φωτιάς της  Prima Linea μέρος της οποίας ήταν οι  Sergio Segio, Maurice Bignami, Michele Viscardi. χτυπημένος στην αρχή στην πλάτη, πέφτει στην γη, και οι αντάρτες τον αποτελειώνουν με δυο σφαίρες στον αυχένα. για εκτέλεση, που γίνεται στην αίθουσα  309 (που σήμερα είναι αφιερωμένη στην μνήμη του) dell’Università degli Studi di Milano, στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνο, λίγο μετά τις  17,εκείνη την ίδια ημέρα, αναλαμβάνεται η ευθύνη στην Ansa με μια ανακοίνωση υπογεγραμμένη Πρώτη Γραμμή – Πυρήνας Φωτιάς Βαλέριο Τονίνι, Prima Linea – Nucleo di fuoco Valerio Tognini.[28]   

« ο Galli ανήκει στο ρεφορμιστικό και εγγυητικό τμήμα του δικαστικού σώματος, που ασχολείται σε πρώτο πρόσωπο στην μάχη για να χτιστεί από την αρχή το γραφείο εκπαίδευσης στο Μιλάνο σαν κέντρο αποτελεσματικής δικαστικής εργασίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες  αναδιάρθρωσης, νέου καταμερισμού εργασίας του δικαστικού σώματοςappartiene  »
(Volantino di rivendicazione omicidio Galli[29])  Φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης της εκτέλεσης Γκάλλι

μέσα στο 1980, στην διάρκεια μαχών εξ αιτίας ληστειών για χρηματοδότηση και επιχειρήσεων αφοπλισμού από πλευράς μαχητών piellinni, σκοτώνονται οι καραμπινιέροι, i carabinieri Antonio Chionna (3 ιουνίου), Ippolito CortellessaPietro Cuzzoli (11 αυγούστου) και Filippo Giuseppe (28 νοεμβρίου).[15]

πάντα στο 1980, η οργάνωση διασχίζεται, εκτός από εσωτερικές διαφωνίες, και από τις πρώτες διασπάσεις και αποστασίες. όμως το 1980 είναι, κυρίως, η χρονιά των πρώτων εσωτερικών στην ομάδα μεταμελειών που σημειώνουν ένα σημείο δίχως επιστροφή προς το τέλος του κινήματος. θα είναι, όντως, κυρίως οι ομολογίες των διάφορων Sandalo (τον απρίλη), Donat-Cattin (τον μάη) και Viscardi (τον νοέμβρη) που συμβάλουν στο κύμα συλλήψεων οι οποίες, εκ των πραγμάτων, θα σημειώσουν την διάλυση και την εξάρθρωση του σχηματισμού.

γι αυτόν τον λόγο, το καλοκαίρι εκείνου του χρόνου, λαμβάνουν χώρα δυο Συνέδρια της οργάνωσης (στο Rimini και στην Senigallia) σαν αποτέλεσμα της εσωτερικής συζήτησης και του προβληματισμού για τα πιθανά αντισταθμιστικά μέτρα που έπρεπε να παρθούν και στην οποίαν, το θεμελιώδες πολιτικό ζήτημα, ήταν ο προβληματισμός για την δυνατότητα συνέχισης του ένοπλου αγώνα, υπό το φως της κατασταλτικής σκλήρυνσης και της αύξησης του φαινομένου της μετάνοιας,  del pentitismo.[2]

μέσα σε αυτό το κλίμα υποψίας προς εν δυνάμει πληροφοριοδότες ή αισθήματα μετάνοιας αγωνιστών της οργάνωσης είναι που, στις 7 φεβρουαρίου 1980, η PL αποφασίζει να χτυπήσει ένα στέλεχός της, τον William Waccher, εμπλεκόμενο στην έρευνα για την εκτέλεση  Alessandrini που κατηγορείται σαν πληροφοριοδότης και πως έδωσε αποκαλύψεις στους ερευνητές.[4]

στις 29 απριλίου, στην διάρκεια εφόδου των δυνάμεων της τάξης, συλλαμβάνεται ο  Roberto Sandalo,  από τα κορυφαία στελέχη της ηγετικής ομάδας ο οποίος, έναν μήνα μετά την σύλληψή του, ξεκινά μια διαδρομή συνεργασίας με τους ερευνητές, αποδεχόμενος ανάμεσα στα άλλα την συμμετοχή του στις εκτελέσεις  Ghiglieno, Civitate e Mana.[30]οι ομολογίες του, μαζί με εκείνες του Michele Viscardi, επέτρεψαν στους αστυνομικούς να συλλάβουν, τον δεκέμβρη του  1980, 165 μέλη της PL (που στην πραγματικότητα σχεδόν εκμηδενίζεται) και να γνωρίσουν ονόματα και στελέχη της οργάνωσης όπως, για παράδειγμα, εκείνο του  Marco Donat Cattin, γιου του Carlo, ήδη εξέχοντος στελέχους της Χριστιανικής Δημοκρατίας,  Democrazia Cristiana και εκείνη την εποχή υπουργού Εργασίας και αναπληρωτή γραμματέα του κόμματος, ministro del Lavoro , e vicesegretario del suo partito.[3]

όπως αποκαλύπτεται στα έγγραφα της κοινοβουλευτικής επιτροπής έρευνας (στην συνεδρίαση της 29ης μαίου 1980), που αφορούν στην μαρτυρία του  Carlo Donat Cattin, στις 24 απριλίου, λίγο πριν την σύλληψή του, ο Sandalo συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό, Francesco Cossiga ο οποίος, ύστερα από αίτημα του συναδέλφου του στο κόμμα, είχε τεθεί στα ίχνη του φυγόδικου γιού του .[31]οι ομολογίες του Sandalo διασταυρώθηκαν λοιπόν με εκείνες του  Patrizio Peci, διοικητή της φάλαγγας των ερυθρών Ταξιαρχιών του Τορίνο, capo colonna delle Brigate Rosse di Torino, ο οποίος είχε συλληφθεί προηγουμένως στις 19 φεβρουαρίου και ο οποίος, την δεύτερη ημέρα της ανακρίσεώς του (στις 2 απριλίου), επιβεβαίωσε πως είχε μάθει πως ο  Marco Donat Cattin είναι μαχητής της PL.[31]

στις 5 μαίου 1980, εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης για τον Marco Donat Cattin για »συμμετοχή και οργάνωσης ένοπλης ομάδας με το όνομα Πρώτη Γραμμή», per «partecipazione e organizzazione di banda armata denominata Prima Linea«.[32] την ίδια ημέρα κατά την οποίαν η είδηση παρουσιάζεται από τις εφημερίδες, και πριν ακόμη συλληφθεί, ο  Donat Cattin καταφέρνει όμως να το σκάσει στην Γαλλία, in Francia. η φυγή του υπήρξε αντικείμενο σκληρής διαμάχης στον πολιτικό κόσμο που συμπεριέλαβε τον πατέρα του και τον τότε πρωθυπουργό Κοσίγγα, il padre e l’allora presidente del ConsiglioFrancesco Cossiga, ο οποίος κατηγορήθηκε πως πληροφόρησε προληπτικά τον Carlo Donat Cattin όσον αφορά τις έρευνες για τον γιο του και πως μάλιστα τον διευκόλυνε στην φυγή του στο εξωτερικό. riguardo alle indagini sul figlio e di averne addirittura agevolato la fuga all’estero. οι μετέπειτα έρευνες δεν έδειξαν καμία ευθύνη από πλευράς Cossiga.[33]

στις 20 δεκεμβρίου 1980 ο  Marco Donat Cattin τελικά εντοπίζεται και συλλαμβάνεται στο Παρίσι,  a Parigi και στην συνέχεια εκδίδεται στην Ιταλία, τον φεβρουάριο του  1981. λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 5 δεκεμβρίου, 95 μαχητές που παίρνουν μέρος στην Prima Linea διώκονται για ένοπλη ομάδα, χάρη στις αποκαλύψεις του μετανιωμένου  Roberto Sandalo: ανάμεσα στους κατηγορούμενους φιγουράρουν οι Roberto RossoSusanna RonconiMarco Donat Cattin e Maurizio Bignami.[34]

το 1981 στο Barzio, στην επαρχεία του Κόμο, provincia di Como, λαμβάνει χώρα ένα νέο Συνέδριο,una nuova Conferenza της Οργάνωσης που αποφασίζει την διάλυση της Prima Linea και την γέννηση ενός νέου οργανωτικού πόλου, e la nascita del nuovo Polo Organizzato,[2] ένα δίκτυο  προστασίας για τους μαχητές οι οποίοι αναζητούνται. στα δεύτερα μισά του ιδίου έτους, ενώ οι επιζήσαντες ατομικά συγκλίνουν στις ερυθρές Ταξιαρχίες,  nelle Brigate Rosse, τα πιο γνωστά στελέχη, που βρίσκονται ακόμα ελεύθερα, καταφέρνουν να ανασυνταχθούν σε δυο ομάδες: i Nuclei comunisti combattenti, κομουνιστικοί μαχητικοί Πυρήνες οδηγούμενοι από τον  Sergio Segio, και οι οργανωμένοι κομουνιστές για την προλεταριακή απελευθέρωση,  Comunisti organizzati per la liberazione proletaria, ένας σχηματισμός που είχε για σκοπό την απελευθέρωση των κρατουμένων για ένοπλη μπάντα και για πολιτικά αδικήματα γενικότερα, οδηγούμενοι από την  Giulia Borelli.[3]

§1982-1983: η διάλυση

στις 3 ιανουαρίου 1982, ο Segio, και άλλοι μαχητές, καταφέρνουν ν’ ανοίξουν ένα πέρασμα στον περιμετρικό τοίχο της φυλακής στο Rovigo και να ελευθερώσουν την συντρόφισσά του, Susanna Ronconi, η οποία δραπετεύει μαζί με 3 άλλες φυλακισμένες της  Prima Linea. στην διάρκεια της έκρηξης, όμως, σκοτώνεται ένας περαστικός, ο Angelo Furlan.[15]

στην διάρκεια της δίκης της Prima Linea στην Firenze, το 1983,  η απόφαση αυτοδιάλυσης ανακοινώνεται επίσημα. η απόφαση είχε επικυρωθεί σε Συνέδριο εσωτερικό της οργάνωσης που είχε γίνει στην φυλακή του  Torino της άνοιξη-καλοκαίρι 1983, και που στην συνέχεια επεξηγήθηκε σε ένα μακρύ μανιφέστο με τίτλο »Είναι πως έχετε έναν καταραμένο τοίχο στο κεφάλι σας», “Sarà che avete nella testa un maledetto muro” (noto anche come Il Muro), [γνωστό και ως ο Τοίχος], στο οποίο θεσπίζεται η παραίτηση στα όπλα.[2]στο έγγραφο, με το οποίο οι μαχητές παίρνουν  αποστάσεις τόσο από την ταξιαρχίτικη ορθοδοξία όσο και από τα φαινόμενα διάστασης των πρώτων μετανιωμένων, αναδύεται η λήψη απόστασης από την ένοπλη πάλη και, ταυτοχρόνως, η συνέχιση της πολιτικής δέσμευσης διαμέσου άλλων εργαλείων, »συγκρουσιακής διαμεσολάβησης», di «mediazione conflittuale«.

« η παρτίδα που παίζεται είναι η ικανοποιητική ανάκτηση μιας επαναστατικής διαδικασίας τελικά απηλλαγμένης από κάθε ολοκληρωτική υπόθεση που θα πτωχοποιεί τον τεράστιο πλούτο και την πολυπλοκότητα των ανταγωνιστικών πρακτικών. πρέπει να αντιληφθούμε την βαθιά επιθυμία ελευθερίας, των προσωπικών και συλλογικών ελευθεριών που διατρέχει το σώμα της κοινωνίας και, οπότε, να συνδεθούμε με εκείνα τα κινήματα που διεισδύουν, διασχίζουν, τέμνουν το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας,  μεταφέροντας επίσης στο εσωτερικό του ριζοσπαστική κριτική, αλληλεπιδρώντας μαζί του για να επιβάλλοντας  εκ νέου τροποποιήσεις ή αποσπώντας νίκες. […] είναι η περίπτωση μεγάλων δημοφιλών επιλογών σε θέματα κοινωνικών ελευθεριών και ανθρωπίνων ανθρώπινων πεπρωμένων, διαζύγιο, εκτρώσεις, πυρηνικοί σταθμοί, κλπ. »
(από το ντοκουμέντο »ο Τοίχος», ιούνιος 1983 – Dal documento “Il Muro”, giugno 1983[35])

στην ιστορία της, η Prima Linea ήταν παρούσα κυρίως σε CalabriaCampaniaEmilia-RomagnaLazioLombardiaPiemontePugliaToscana και Veneto και, στην δραστηριότητά της, ενεπλάκησαν  923 άνθρωποι.[2]

§γεγονότα που ακολούθησαν

στις 21 φεβρουαρίου 1987 (ακολουθώντας αυτό που είχαν ήδη κάνει οι Sergio D’Elia και Maurice Bignami) Federico Alfieri, Gianfranco Mattacchini, Adriano Roccazzella, Rosaria Roppoli, Paolo Zambianchi, Roberto Rosso, Liviana Tosi, Susanna Ronconi, Sergio Segio, Paolo Cornaglia, κρατούμενοι στην φυλακή του  Torino και καταδικασμένοι για αδικήματα σχετικά  με την ιδιότητα του μέλους τρομοκρατικής ομάδας, γράφονται στο ριζοσπαστικό κόμμα,  si iscrivono al partito radicale[36] φέροντας εις γνώσιν τα ιδεολογικά κίνητρα με μια μακρά επεξηγηματική επιστολή γύρω από το θέμα :  Le regole del gioco e la democrazia., »οι κανόνες του παιχνιδιού και η δημοκρατία». το κείμενο διακηρύσσει την εγκατάλειψη λανθασμένων επιλογών τόσο στις μεθόδους που είχαν χρησιμοποιηθεί όσο και στις οπτικές που είχαν επιλεγεί για την ανάλυση της ιταλικής πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης εκείνου του καιρού.

« όταν, πριν λίγο χρόνο, επιλέξαμε και ζητήσαμε την εγγραφή στο ριζοσπαστικό Κόμμα, το κάναμε ζητώντας την δεύτερη ταυτότητα, παρά το ότι δεν κατέχαμε την πρώτη. με αυτό θέλαμε να υπογραμμίσουμε την σύνεση, τις αμφιβολίες, ίσως και την συστολή μας, με την οποίαν πλησιάζουμε στο δύσκολο πρόβλημα των κανόνων του παιχνιδιού, της δημοκρατίας. πρόβλημα δύσκολο όχι μόνο για εμάς που το πλησιάζουμε αυτή την στιγμή σαν νεοφώτιστοι, έχοντας ανατρέψει τις παρελθούσες οπτικές  […] εμείς δεν έχουμε να δώσουμε μεγάλους ορισμούς; έχουμε μόνο την ζωντανή ανάμνηση μιας εποχής που μόλις ολοκληρώθηκε, τελειώνοντας σαν τραγωδία  […] θέλουμε λοιπόν η πρώτη ταυτότητα να εκφράζει τις αμηχανίες μας και τις δυσκολίες μας στο να πλησιάσουμε τα μεγάλα θέματα τα οποία ο παρόν χρόνος θέτει; με την δεύτερη ταυτότητα, που κοιτάζει προς το μέλλον, διακινδυνεύουμε, παραθέτουμε την διάθεσή μας για συμμετοχή και για συνάντηση στα πολλά επίπεδα που η πραγματικότητα αυτής της χώρας όπως και η διακρατική προσφέρουν με την ριζοσπαστικότητα που διαπερνά τις καταστάσεις . »
(Notizie Radicali n· 62 del 18 marzo 1987[37]), Ριζοσπαστικά Νέα

την πρώτη μαίου 1987 η αντάρτικη οργάνωση επίσημα κηρύσσεται διαλυμένη παραδίδοντας τον εαυτό της στο Διακρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα,  consegnandosi nelle mani del Partito Radicale Transnazionale

ο Sergio Segio, ένας από τους  leader, αφού έχει εκτίσει ποινή 22 χρόνων, εργάζεται για την αποκατάσταση μειονεκτούντων της κοινωνίας συνεργαζόμενος σε αυτό με τον πατέρα, donLuigi Ciotti.[38]  έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα γύρω από τις θεματικές της φυλακής και το 2005 βγήκε το βιβλίο του «Miccia Corta«, που μιλά για την ιστορία της  PL.

ο Marco Donat-Cattin, ελεύθερος από τον μάιο του 1987, πέθανε στις 18 ιουνίου  1988, στον αυτοκινητόδρομο  Serenissima, κοντά στα διόδια της Verona sud, αφού τον παρέσυρε αυτοκίνητο την ώρα που, έχοντας κατέβει από το δικό του, προειδοποιούσε τα αυτοκίνητα που διέρχονταν να κόψουν ταχύτητα για να αποφύγουν ένα ατύχημα στο οποίο και αυτός ο ίδιος είχε ελαφρά εμπλακεί.[39]

στις 10 απριλίου 2008 ο Roberto Sandalo συνελήφθη από τους Καραμπινιέρους της  ROS και τους αστυνομικούς της  DIGOS του Milano μετά από παραγγελία σύλληψης που είχε σχέση με επιθέσεις στα τζαμιά και στα πολιτιστικά ισλαμικά κέντρα του Μιλάνο που συνέβησαν τους μήνες που προηγήθηκαν.[40]

ο Sergio D’Elia, στις πολιτικές εκλογές του απριλίου 2006 εκλέχθηκε βουλευτής στην Camera dei deputati για την Rosa nel Pugno και στην συνέχεια ορίστηκε σαν γραμματέας στην Προεδρία της Κάμερας, ed è in seguito stato nominato segretario alla Presidenza della Camera. είναι Γραμματέας της ριζοσπαστικής ένωσης  Nessuno Tocchi Caino, [σε ελεύθερη μετάφραση Κανείς να μην αγγίξει τον Κάιν], που ιδρύθηκε το 1993, με στόχο να καταργηθεί η ποινή του θανάτου. είναι επίσης μη βίαιος ακτιβιστής , un attivista nonviolento ενάντια στα βασανιστήρια, contro la tortura , e in difesa dei diritti umani in Italia e nel mondo, υπερασπιζόμενος τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ιταλία και σε όλον τον κόσμο.

§Esponenti di Prima Linea, κάποιοι από τους μαχητές

§Filmografia, ταινία

  • «La prima linea«, του Renato De Maria, film που βγήκε στις αίθουσες το 2009 και είναι ελεύθερα εμπνευσμένο από το βιβλίο »Κοντό Φυτίλι»του  Sergio Segio, «Miccia Corta»[41]

§Note, σημειώσεις

  1. ^ a b c Agasso, 2013, p. 18
  2. ^ a b c d e f g h i j k Prima linea: lo spontaneismo armato comunista su Arianna Editrice.
  3. ^ a b c d e f g h Movimentismo e militarismo. Prima Linea anima armata del ‘68 su Gnosis.
  4. ^ a b c d e Breve storia di Prima Linea su Settantasette.
  5. ^ Relazione della Commissione Parlamentare sul Terrorismo in Archivio ‘900
  6. ^ a b Agasso, 2013, p. 19
  7. ^ Schede/1976/Enrico Pedenovi su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  8. ^ Il delitto Pedenovi su Blog di Ugo Maria Tassinari.
  9. ^ È stato vittima di pazzi criminali Dopo i delitti sciavano al Sestriere su Archivio ‘900.
  10. ^ Schede/1977/Giuseppe Ciotta su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  11. ^ L’ex terrorista su Facebook: nella mia vita solo danni su il Corriere della Sera.
  12. ^ Caduti a Milano e in Lombardia per fatti di eversione e terrorismo tra il 1969 e il 1982 su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  13. ^ Giancarlo Niccolai insignito della medaglia d’onore su il Tirreno.
  14. ^ a b c d Agasso, 2013, p. 36
  15. ^ a b c d e f g Cronologia di Prima Linea su Renatadurando.com.
  16. ^ Galli, 2007, p. 139
  17. ^ Omicidio di Domenico Bornazzini, Carlo Lombardi e Piero Magri, 1º dicembre 1978 su Rete degli archivi.
  18. ^ Schede/1978/Domenico Bornazzini su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  19. ^ Agasso, 2007, p. 130
  20. ^ Galli, 2007, p. 145
  21. ^ Galli, 2007, p. 150
  22. ^ Ex terrorista confessa omicidio di un agente: reato prescritto in Il Corriere della Sera.
  23. ^ Agasso, 2013, p. 37
  24. ^ Cinquant’anni di bombe, terrorismo e violenza politica – 1979 su Aivit.
  25. ^ di Torino
  26. ^ Galli, 2007, p.158
  27. ^ 1980: il terrorismo in Brianza su Associazione culturale Storia&Territorio.
  28. ^ L’uccisione del giudice Guido Galli in il Fatto Quotidiano.
  29. ^ Cronologia di Prima Linea in «Renatadurando.com»
  30. ^ Biografia di Roberto Sandalo su il Corriere della Sera.
  31. ^ a b L’affare Donat Cattin su Fondazione Italiani.
  32. ^ AaVv, 1992, p. 906
  33. ^ Cossiga, Donat-Cattin e la rivelazione sul figlio terrorista in Il Corriere della Sera.
  34. ^ AaVv, 1992, p. 942
  35. ^ La Storia di Sergio D’Elia in Nessuno tocchi Caino
  36. ^ Notizie Radicali n· 62 del 18 marzo 1987 su Radio Radicale.
  37. ^ Notizie Radicali del 18 marzo 1987 in Radio Radicale
  38. ^ Sergio Segio. Militante politico su Archivio ‘900.[1]
  39. ^ Fermatevi fermatevi è un’auto l’ha falciato in la Repubblica.[2]
  40. ^ Attentati a moschee e centri islamici arrestato Sandalo (ex Prima Linea) in la Repubblica.[3]
  41. ^ Scamarcio e Mezzogiorno armati attraversano le strade di Adria in Il Resto del Carlino.[4]

§Bibliografia, βιβλιογραφία

ο τσάμικος

αυτονομία, autonomia

Aldo Bonomi: Η ΑΝΤΙΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ.

Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μια συζήτηση επάνω στη δεκαετία του 70 χωρίς να λάβουμε υπόψη ότι, στην ιστορική στιγμή της ρήξης, μια σειρά συντρόφων κατέληξαν στην πεποίθηση ότι το να ασχοληθούν με την επικοινωνία ήταν στην πραγματικότητα και περιείχε μέσα της ένα καθήκον, μια αποστολή. Αυτό σήμαινε να επικοινωνείς ένα φαντασιακό, να κάνεις προπαγάνδα μέσα στις διεργασίες μετασχηματισμού που ελάμβανε χώρα. Φυσικά το έργο αυτό νομιμοποιούνταν από μια κοινωνική πραγματικότητα που εκείνα τα χρόνια αποσκοπούσε ουσιαστικά να τινάξει στον αέρα τον μηχανισμό επιλογής και πρόσβασης στην εξουσία που κατείχαν οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί των κομμάτων. Αυτό ήταν το θεμέλιο σχέδιο σε σχέση με το οποίο αρχίσαμε να παράγουμε πληροφορία. Ένα σχέδιο πολυμορφικής έκρηξης γλωσσών και συμπεριφορών που προσπαθούσε να ανατινάξει το επίπεδο διαμεσολάβησης, να επικοινωνήσει τις δικές του εμπειρίες απορρίπτοντας τον μηχανισμό της ανάθεσης.

La strage di stato. Controinchiesta

Ήταν ζήτημα οικειοποίησης της επικοινωνίας για να επικοινωνήσουμε ανάγκες, επιθυμίες και πάνω απ ‘όλα επιθυμίες για μετασχηματισμό. Ο μηχανισμός επικοινωνίας που διαμορφώθηκε εκείνη την εποχή συνδέθηκε με ένα πολιτικό σχέδιο που στόχευε να κάνει τους πάντες να μετρούν άμεσα ως υποκείμενα. Εάν δεν ληφθεί υπόψη αυτή η εικόνα δεν γίνεται κατανοητό το πλήθος των φωνών, δεν γίνεται κατανοητή η ακραία κατάτμηση, ο διαχωρισμός σε τομείς περιοδικών που γεννήθηκαν μετά το 1973. Η γλώσσα της αντιπληροφόρησης δεν είναι η μόνη γλώσσα, είναι μία από τις πολλές γλώσσες και διαμορφώνεται κυρίως ως απάντηση απέναντι στη βαρβαρότητα της εξουσίας. Ο μηχανισμός της αντιπληροφόρησης είναι καταρχήν ένας μηχανισμός που βασίζεται στην αυτοανάθεση. Αυτό σημαίνει ότι σε σχέση με τη διαδικασία μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη απαιτείται εξουσία και παραβλέπονται οι θεσμικοί χώροι όπου θα έπρεπε να αναφερθεί η ανάθεση. Αρχίζουμε να κάνουμε αντιπληροφόρηση (και η αντιπληροφόρηση προέρχεται από το δραματικό και τραγικό πρόβλημα των φασιστικών σφαγών) με έναν μηχανισμό που είναι ουσιαστικά: να αναγνωρίσουμε τους εχθρούς, να πούμε ποιοι είναι, απομυθοποιώντας τις ασχήμιες τους, τις κακοποιήσεις, δηλαδή καταγγέλλοντας για παράδειγμα τη συμπαιγνία μεταξύ κράτους και φασιστών, καταγγέλλοντας τα κακώς κείμενα, φωνάζοντας την αλήθεια σε αντίθεση και μέσα στην ευρύτερη πολιτική εκστρατεία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Το βιβλίο «η σφαγή του κράτους» που γεννήθηκε από αυτοανάθεση από μια ομάδα ρωμαίων και μιλανέζων συντρόφων, είναι μια εμβληματική στιγμή αυτού του τρόπου τοποθέτησης.Το βιβλίο αυτό θα χρησιμοποιηθεί από όλους τους πολιτικούς οργανισμούς που υποστηρίζουν μια επιθυμία για μετασχηματισμό. από τους εξωκοινοβουλευτικούς πολιτικούς οργανισμούς αλλά και από το PCI και το P.S.I. Φθάνει να πάμε να ξαναδούμε τις σελίδες της »l’Unità» και του»Avanti!» του 1969.70, και συνειδητοποιούμε ότι τα περισσότερα από τα άρθρα που ασχολούνται με τις φασιστικές σφαγές έχουν ως σημείο αναφοράς μια στιγμή πολιτιστικής παραγωγής και πληροφόρησης εκτός του μηχανισμού των κομμάτων. Δεν είναι μόνο αυτό το βιβλίο: οι οργανισμοί αντιπληροφόρησης διαδίδονται σε όλη τη διάρκεια αυτής της διετούς περιόδου σε ολόκληρη την Ιταλία, παράγοντας διαφορετική πληροφορία κατά της εξουσίας, κατά ανεπίσημο τρόπο, όχι συγκεντρωποιημένο. Η αντιπληροφόρηση σε αυτή την φάση έχει ως αντικείμενο τον εχθρό: αυτό είναι ένα γεγονός πολύ σημαντικό, διότι το να έχεις ως αντικείμενο έναν εχθρό είναι ένα ενοποιητικό γεγονός.
Σχετική εικόνα
Με βάση αυτό, έκαναν αντιπληροφόρηση δημοκρατικοί δημοσιογράφοι που έγραφαν στην «Unità» στην «Avanti!», στην «Il Giorno», μαζί με συντρόφους που θα εισέλθουν στη συνέχεια στις συντακτικές ομάδες περιοδικών όπως η «Controinformazione». Το περιοδικό «Controinformazione» είδε μαζί, κατά τη γέννησή του, ανθρώπους που στη συνέχεια κατέληξαν στη φυλακή, και πολύ συχνά συνέβη ότι οι δικαστές που τους ανέκριναν είχαν επίσης κάνει πριν από χρόνια αντιπληροφόρηση και αυτοί. Και χάρη σε αυτή την πολιτιστική ανταλλαγή, μια σειρά δικαστών μπόρεσε να αποκτήσει μια κατάλληλη κουλτούρα για να ασκήσει στη συνέχεια έναν πολύ ακριβή και βαθύτατο κατασταλτικό μηχανισμό. Στην ιστορία της αντιπληροφόρησης εμφανίζεται το πρόβλημα της αντίφασης της αλήθειας σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο ενοποιητικός μηχανισμός ήταν ο μηχανισμός της αλήθειας: διεξάγονταν έρευνες επάνω στον εχθρό, μεταδίδονταν στο κίνημα μετασχηματισμού, δίνοντάς του στόχους, συνθήματα. Ο μηχανισμός αυτός ραγίζει σε μια συγκεκριμένη στιγμή, όταν σε κάποιο σημείο δεν μπορεί πλέον να ειπωθεί η αλήθεια
La «banda» 22 ottobre
Υπάρχει μια ιστορική στιγμή στην Ιταλία, στην οποία περιοχές του κινήματος κάνουν ριζοσπαστικές επιλογές, σε σχέση με τις οποίες ο μηχανισμός της αλήθειας είναι ένας μηχανισμός που δεν λειτουργεί πλέον. Όταν συμβαίνει η ληστεία της «Banda 22 ottobre» (που ορίζεται ως «συμμορία, banda» από τα επίσημα όργανα τύπου), λαμβάνει χώρα μια εμφανής διάσπαση: η «δημοκρατική» συνιστώσα στο εσωτερικό της δραστηριότητας αντιπληροφόρησης δημιουργεί ένα υποθετικό φασιστικό παρελθόν του Mario Rossi, διότι μόνο με μια τέτοια εξήγηση θα μπορούσε να στηριχθεί ο μηχανισμός της αλήθειας που διατηρούσε όλους μαζί. Ενώ οι αγωνιστές που αναφέρονται στα κινήματα μετασχηματισμού που βρίσκονται σε εξέλιξη γνωρίζουν πολύ καλά ότι η ληστεία της «Banda 22ottobre» είναι μια στιγμή μετάβασης, ένα άλμα προς μια πολιτική διαδικασία άλλου είδους.
Η κατάσταση κατακρημνίζεται όταν το πτώμα του Giangiacomo Feltrinelli βρίσκεται στις Segrate κάτω από ένα πυλώνα υψηλής τάσης Από την μια πλευρά μπερδεύεται η Cia γιατί αλλιώς δεν γίνονταν κατανοητό τι συνέβη ενώ από την άλλη η «Potere Operaio» βγαίνει με τον τίτλο: «Ένας επαναστάτης έπεσε». Και εκεί εμφανίζεται στο έπακρο πως η αντίφαση της αλήθειας τινάχθηκε στον αέρα.
Αποτέλεσμα εικόνας για Potere Operaio "Un Rivoluzionario è caduto"
Ο μηχανισμός της αντιπληροφόρησης από εκείνη τη στιγμή δεν είναι πλέον ένας ενοποιητικός μηχανισμός, αλλά μάλλον προκαλεί διαχωρισμό. Μετά το 1973 ο μηχανισμός της επικοινωνίας παίρνει μια άλλη πορεία, η αντιπληροφόρηση επίσης. Τα έτη που πηγαίνουν από το 1973 στο 1975 είναι χρόνια στα οποία στο πλαίσιο του κινήματος μετασχηματισμού η μαρξιστική-λενινιστική θέση γίνεται πολιτισμικά ηγεμονική, και ως εκ τούτου ο μηχανισμός της επικοινωνίας γίνεται η ζώνη μετάδοσης των μικρομορφών κόμματος, που παράγουν μόνο ιδεολογικές βεβαιότητες για τους αγωνιστές τους. Είναι η φάση στην οποία γεννιούνται οι εφημερίδες οργανώσεων: «Lotta Continua», «Potere Operaio», «Il quotidiano dei lavoratori» κλπ. Αυτό που χαρακτηρίζει αυτές τις εφημερίδες δεν είναι η αυτοανάθεση, αλλά ένας ακριβής μηχανισμός που επικοινωνεί ένα άκαμπτο φαντασιακό της επανάστασης: Για τρία χρόνια το πρόβλημα γίνεται: «Τι υπάρχει πίσω από τη γωνία;» και η απάντηση είναι ότι πίσω από τη γωνία υπάρχει η βεβαιότητα της επανάστασης. Με το »Κόμμα του Μιραφιόρι» τίθεται από ένα μεγάλο μεγάλο μέρος του κινήματος μετασχηματισμού, το πρόβλημα της εξουσίας, το πρόβλημα της ριζοσπαστικοποίησης στο μέγιστο των επιλογών για την κατάκτηση της.
Αποτέλεσμα εικόνας για controinformazione rivista anni 70
Εδώ τίθεται η σχέση ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και την επικοινωνία. Ο ένοπλος αγώνας είναι η πιο ριζοσπαστική μορφή της επικοινωνίας μιας και αυτή αρνείται νομιμοποίηση σε όλα τα εργαλεία δημιουργίας συναίνεσης, και θέλει να αποκτήσει μέσα από μια στιγμή ισχύος, εκείνο που δεν πιστεύει ότι μπορεί να αποκτήσει διαμέσου λειτουργιών οικοδόμησης της συναίνεσης. Εντούτοις, ανάμεσα στην περιοχή του ένοπλου αγώνα και τον χώρο της αντιπληροφόρησης υπάρχει σίγουρα μια σχέση, μια συνοχή, που δεν σημαίνει ότι αυτή η τελευταία είναι εσωτερική στη διαδικασία του ένοπλου αγώνα. Η φάση στην οποία γεννιέται το περιοδικό «Controinformazione» είναι, όπως έλεγα, η φάση κατά την οποία ξεσπά το πρόβλημα της αντίφασης της αλήθειας, αντίφαση που ξεσπάει σχεδόν αμέσως στο συντακτικό προσωπικό, που αποτελείται από μια ομάδα αγωνιστών που αναφέρονται στη διαδικασία μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη , και από μια ομάδα που έχει διαμορφωθεί μέσα στην κλασσική εμπειρία της αντιπληροφόρησης.
Σχετική εικόνα
Μετά το πρώτο νούμερο η δεύτερη συνιστώσα αποχωρεί.Υπήρχαν διαφορετικές πολιτικές θέσεις σχετικά με το ρόλο της αντιπληροφόρησης. Υπήρχαν όσοι πίστευαν ότι η αντιπληροφόρηση θα έπρεπε να έχει ως τελικό στόχο την αλλαγή των θεσμικών μηχανισμών και εκείνοι που αντιθέτως πίστευαν ότι η αντιπληροφόρηση θα πρέπει να είναι συναφής με τους ριζοσπαστικούς ταξικούς μηχανισμούς που είχαν καθιερωθεί εκείνα τα χρόνια.Η αντίφαση της αλήθειας διασχίζει οριζόντια το κίνημα μετασχηματισμού σε αυτή την περίοδο όπως περνά μέσα από όλες τις πολιτικές δυνάμεις.Η στάση απέναντι στον ένοπλο αγώνα γίνεται, σε όλη αυτή τη φάση, ένας μηχανισμός γειτνίασης, έτσι ώστε αντιπληροφόρηση ουσιαστικά σημαίνει να μιλάμε για τον ένοπλο αγώνα: υπάρχει μια συνιστώσα του τεράστιου κινήματος μετασχηματισμού που έχει κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση και ως εκ τούτου είναι σωστό να μιλήσουμε για αυτό, να δημοσιεύονται τα ντοκουμέντα και να προσπαθούμε να κατανοήσουμε αυτή τη διαδικασία. Η επιλογή της γειτνίασης της εμπειρίας του ένοπλου αγώνα θα οδηγήσει την αντιπληροφόρηση να ασχοληθεί με το σύμπαν της φυλακής.
Σχετική εικόνα
Ακολουθώντας το μονοπάτι εκείνων που έκαναν την πιο ριζοσπαστική επιλογή και κατέληξαν στη φυλακή, ερχόμαστε να ανακαλύψουμε το σύμπαν των φυλακών. Στα χρόνια 1975-76 αρχίζουμε να καταπιανόμαστε με αυτό το πρόβλημα, και
η αντιπληροφόρηση γίνεται καταγγελία σε αυτό το έδαφος. Ο κίνδυνος υπήρξε τότε εκείνος να μειωθεί ένα πολύ περίπλοκο κίνημα, το οποίο είχε μέσα του πολλές δυνατότητες, σε μια κουλτούρα γκέτο. Στη συνέχεια, το κίνημα του ’77 υπήρξε μια πολύ υψηλή στιγμή πολιτικής και πολιτιστικής παραγωγής. Ήταν θέμα αναγνώρισης της ποικιλομορφίας της πολυμορφίας των γλωσσών, οι οποίες στο σύνολο τους έτειναν να σπάσουν τον μηχανισμό της εκχώρησης-ανάθεσης εξουσίας που ήταν εγγενής στη γραφειοκρατική δομή των κομμάτων. Αλλά το τραγικό λάθος που διαπράχθηκε ήταν το να υποστηριχθούν στιγμές μείωσης, ελάττωσης της πολυπλοκότητας σε σχέση με τη στιγμή της διεύρυνσης.Η αντιπληροφόρηση από το ’77 και μετά γίνεται μέσο κάμψης, πτώσης, δεν αντιλαμβάνεται και δεν περιλαμβάνει πλέον την πολυπλοκότητα του πραγματικού κινήματος που βρίσκεται μπροστά της.
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

Lucia Martini e Oreste Scalzone: ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΕΝΟΠΛΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΛΑΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το «Εξήντα οκτώ των εργατών» είναι ο θρίαμβος της μη αναγώγιμης ζωής στην οικονομία, στους κανόνες της συμβατότητας. Είναι εκεί που ξεκινά η εμφάνιση μιας απαίτησης για κοινωνικό μετασχηματισμό σε πολύ υψηλό επίπεδο, χωρίς να δίνεται διέξοδος. Τότε, οι κουλτούρες του κινήματος «θέλουμε τα πάντα» ήταν το αίτημα όλης της εξουσίας, της εξουσίας και της δύναμης να μετασχηματιστεί ριζικά η ζωή της κοινωνίας και των ατόμων.

Σχετική εικόνα

Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι ο αγώνας για την εξουσία είναι μια παγίδα που οδηγεί στον σοσιαλισμό, δηλαδή σε έναν τρόπο κρατικής παραγωγής (καπιταλιστικό κρατικό), που αρνείται την απαίτηση για κομμουνιστική απελευθέρωση που υπάρχει μέσα στους αγώνες.Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι το μέγιστο της επανάστασης που είναι ιστορικά δυνατή ήταν εκείνη, εκείνη η υπέροχη αταξία κάτω από τον ουρανό, εκείνη η εργατική και προλεταριακή εξουσία σαν δύναμη άρνησης και απόρριψης. Αλλά τότε ψάχναμε το σημείο μη επιστροφής, ζητούσαμε την διέξοδο μιας εξουσίας ακόμη και εξωτερικής, τυπικής.

Σχετική εικόνα

Καμιά μεταρρυθμιστική πολιτική μετάφραση ελάχιστα επαρκής όλου αυτού υπήρξε.Ο «ένοπλοςαγώνας» ήταν επομένως η επιδίωξη, η συνέχιση – παρεξηγημένη – αυτής της τροχιάς. Όχι πως ήθελαν όλοι τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά «όλοι» προκαθόρισαν τις πολιτιστικές και πραγματικές του προϋποθέσεις. Και κάποιοι – όχι λίγοι – υπέστησαν τις συνέπειες. Και επάνω σε αυτό το πρόβλημα της «διεξόδου» έχει το αποτελείωμα της η εξωκοινοβουλευτική εμπειρία. Σε κάποιο σημείο, υπήρχαν είτε το P.C.I. και το συνδικάτο, ή οι ερυθρές Ταξιαρχίες. Στη μέση, η κρίση, που βιώθηκε με διαύγεια, της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, ή η ανεύθυνη λεκτική δημαγωγία των άλλων ομάδων. Κ.Κ.Ι. και συνδικάτο πήγαν στην κρίσιμη καμπή του Eur, στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, δηλαδή στο «να γίνουν κράτος». Σε πολλούς, δεν έμεινε παρά η πολιτική διαμαρτυρία του «ένοπλουαγώνα» . Παρανοημένη διέξοδος, γιατί; Επειδή η ριζοσπαστική κριτική της πολιτικής δεν είχε καταναλωθεί, Της πολιτικής ακόμη και στη μορφή της «επαναστατικής έκτακτης ανάγκης». Της πολιτικής και σαν θεωρίας των σταδίων μετάβασης.

Σχετική εικόνα

Της πολιτικής και σαν μια θεωρία του ημικράτους. Της πολιτικής και σαν ακολουθία: ρήξη της μηχανής του κράτους / εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου / μετάβαση στο σοσιαλισμό / σοσιαλιστική μετάβαση.Μετά την πετρελαϊκή κρίση και τον καπιταλιστικό ελιγμό που επάνω σε αυτήν νευρώνεται, ξεκινά η αντεπανάσταση. Μια επανάσταση από τα πάνω που, στα σημεία κλειδιά, όπως η Fiat, θα θέσει επικεφαλής το μετατεϊλοριστικό εργοστάσιο της αυτοματοποίησης. Ο εργατικός εξτρεμισμός εμπλέκεται σε έναν αγώνα για να αντισταθεί μέχρι θανάτου ενάντια στην αναδιάρθρωση. Θεωρούμε ότι ο αγώνας αυτός είναι στρατηγικά υπολειμματικός και χάνει, οδηγείται στον φετιχισμό των ριζοσπαστικών μορφών δράσης, αλλά στείρου αμυντικού περιεχομένου. Παρόλα αυτά, υπάρχει η σκέψη ότι εκεί μπορεί να διαμορφωθεί μια επαναστατική εργατική τάξη η οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να επανακαταρτίσει ποιοτικά τα περιεχόμενα της. Το πολικό αστέρι αυτής της διαδικασίας οργάνωσής μας – οι κομμουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία – είναι η Magneti Marelli του Sesto San Giovanni. Αξίζει να διηγηθούμε κάποιες στιγμές ιστορίας.

Το 1976, μετά έναν σκληρό αγώνα ενάντια στην αναδιάρθρωση που είδε την εισβολή των γραφείων της διοίκησης, τέσσερα μέλη της Επιτροπής απολύονται από την εταιρεία. Ξεκινά ένας αγώνας αντοχής μεταξύ των εργατών και της διοίκησης.Κάθε πρωί, οι τέσσερις απολυμένοι σύντροφοι μεταφέρονται μέσα, στο εργοστάσιο, από μια πορεία που σχηματίζεται στην είσοδο.Ταυτόχρονα, υπάρχει η συζήτηση για τη διαφορά στο δικαστήριο εργασίας. Σε κάθε βαθμό κρίσης, η ετυμηγορία αλλάζει: διατάγματα επαναπρόσληψης και επιβεβαιώσεις της απόλυσης αλληλοδιαδέχονται.Οι τέσσερις σύντροφοι, ωστόσο, συνεχίζουν να εισέρχονται κάθε μέρα μεταφερόμενοι από την πορεία. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, οι τέσσερις σύντροφοι συλλαμβάνονται στη Valgrande ενώ ασκούνται στα όπλα. Η Επιτροπή «διαχειρίζεται» τη συζήτηση για τη σύλληψή τους, διανέμοντας ένα φυλλάδιο σε ένα συλλαλητήριο του Trentin στην Piazza Castello στο Μιλάνο. Λέει, το φυλλάδιο, πως τα στρώματα της μικρής και μεσαίας εμπορικής μπουρζουαζίας οπλίζονται, ότι τα αφεντικά διαθέτουν τα δικά τους ιδιωτικά ένοπλα σώματα, και ότι ως εκ τούτου είναι νόμιμο να κάνουν το ίδιο οι εργάτες. Κατά τη συζήτηση για την υπόθεση της εργασίας, το δικαστήριο δέχεται κανονική εισβολή από εργατικές πορείες. Υπάρχουν συγκρούσεις με τους καραμπινιέρους στο εσωτερικό του δικαστηρίου, ενώ στην ποινική διαδικασία για την υπόθεση με τα όπλα η αίθουσα είναι γεμάτη από συντρόφους που φωνάζουν συνθήματα αλληλεγγύης. Λίγο μετά τη δίκη πραγματοποιούνται στο εργοστάσιο οι εκλογές για το συμβούλιο των εκπροσώπων. Ο Enrico Baglioni, ένας από τους απολυμένους και συνελήφθησαν στην Valgrande είναι μεταξύ των πρώτων εκλεγμένων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Enrico Baglioni, anni 70

Η διαμάχη για τις απολύσεις θα συνεχιστεί, και μετά την απελευθέρωση των συντρόφων, έως ότου η εταιρεία πληρώσει για να αποδεχτούν την απόλυση – που είχε ήδη δηλωθεί εκτελεστική από την τελευταίo βαθμό του εργατικού Δικαστηρίου – 25 εκατομμύρια στον καθένα, τα οποία θα δωρηθούν για την κατασκευή ενός νηπιαγωγείου για τα παιδιά των εργατριών. Μέσα στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική εμπειρία. Ήταν ο λόγος, η συζήτηση επάνω στα «εργατικά διατάγματα», επάνω στην ικανότητα ενός δικτύου επαναστατικών ταξικών πρωτοποριών να εκφράσουν την αντιεξουσία τους στην επικράτεια, σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Η μείωση του χρόνου εργασίας και ο κοινωνικός μισθός, το εγγυημένο εισόδημα για όλους όπως και το δικαίωμα στη ζωή: με δεδομένους αυτούς τους δύο άξονες αξιώσεων το ζήτημα ήταν να γίνουν μέρος στις μορφές του αγώνα. Αγώνας ενάντια στον τρόπο με τον οποίον διοικούνταν η επιχείρηση, ενάντια στην πειθαρχία του εργοστασίου, την αύξηση της παραγωγικότητας, ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, των τιμολογίων, των ενοικίων.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia organizzata

Είναι κάτι διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο πικρό από το «τα θέλουμε όλα» του ’69: πρόκειται για την επιβεβαίωση ενός είδους νέας «citoyenneté», μιας νέας ‘ιθαγένειας’, η εισαγωγή μη αναστρέψιμων τροποποιήσεων στην κοινωνική κατάσταση των πραγμάτων. Όταν, το ’76, μια ένοπλη ομάδα επιδράμει στην είσοδο του εργοστασίου και πυροβολεί στα πόδια τον αρχηγό των «φρουρών», Matteo Palmieri, η Επιτροπή μποϊκοτάρει την ώρα απεργίας για διαμαρτυρία που καλέστηκε από τα συνδικάτα. «Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα λεπτό απεργίας για τον επικεφαλής των φρουρών», γράφει το φυλλάδιο της Επιτροπής.

Αλλά η Magneti είναι η αιχμή ενός πολύ μεγαλύτερου και βαθύτερου παγόβουνου.Tο Μιλάνο τοy 1977 του νεαρού προλεταριάτου της επισφαλούς πνευματικής εργασίας και της ανεργίας προκαταβλήθηκε από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, από τις καταλήψεις των σπιτιών, από τις ελεύθερες εισόδους στον κινηματογράφο, από τα «riots» στα σούπερ μάρκετ. Το μιλανέζικο ’77 θα είναι μάλλον η στιγμή έκφρασης και έκρηξης μιας «σπαρτακιστικής» εργατικής αριστεράς. Με την ευκαιρία της γενικής απεργίας της 18ης μαρτίου, μια εργατική πορεία παρελαύνει στην πλευρά της πλατείας Duomo και στη συνέχεια ξεδιπλώνει την «πολεμική διαδρομή» της που θα πλήξει πολλούς «στόχους», από το κτίριο της διοίκησης της Marelli στα γραφεία μιας επιχείρησης (της Bassani Ticino) που εκμεταλλεύεται το χαμηλόμισθο έργο των κρατουμένων της φυλακής San Vittore. Είναι στα τέλη του ’77, που αρχίζει την έξοδος από το εργοστάσιο.

Μας έρχεται να σκεφτούμε τους αμερικανούς επαναστατικούς συνδικαλιστές που περιγράφονται στον «Δυναμίτη», in»Dynamite» του Adamich. Ευρισκόμενοι σε αναστολή από την εργασία, απολυμένοι, σε cassa integrazione [α], τα εργατικά »στελέχη» αρχίζουν να εγκαταλείπουν το εργοστάσιο. Ξεκινούν οι αυτοαπολύσεις. Εμφανίζεται μια εξαιρετική όσμωση μεταξύ αυτών των υποκειμένων και των άλλων στρωμάτων που αποτελούν την πολυμορφική και πρωτεϊκή μορφή του κοινωνικού εργάτη. Και οι τυπικές οργανώσεις διαλύονται. Δίπλα στου πολλούς αγωνιστές που συγκεντρώνονται μέσα στην Πρώτη γραμμή- in Prima linea, στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή σε άλλες ομάδες μάχης, δίπλα σε εκείνους που αγωνίζονται στα Συντονιστικά της εργατικής αντίθεσης, nei Coordinamenti dell’opposizione operaia ή στις επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές,Comitati comunisti rivoluzionari ή στις εργατικές πολιτικές Κολεκτίβες,nei Collettivi politici operai – οργανωμένη Αυτονομία – υπάρχουν πολλοί που δίνουν ζωή σε μικρές συγγενείς συσσωματώσεις. Δημιουργούνται μικρές ομάδες «μαχόμενης αυτοσυνείδησης». Η απώλεια της συλλογικής πολιτικής διάστασης σπρώχνει σε μια πρακτική άμεσης αυτοαξιολόγησης.

image

Δεν υπάρχει διαδικασία «ποινικοποίησης» αυτών των ανθρώπων, αλλά μια ακύρωση, μια αδυναμία διάκρισης των συνόρων μεταξύ επαναστατικής πολιτικής δράσης και παραβατικής δράσης, εκτός νόμου, ατομικής ή μικρής ομαδικής δράσης. Λιγάκι σαν τους αναρχικούςτης ομάδας Bonnot, σαν τους wobbly επιζήσαντες μετά την Κρίση, σαν τους αμερικανούς επαναστάτες συνδικαλιστές στην δεκαετία του 1930, οι ομάδες αυτές πιστεύουν ότι θα εκμηδενίσουν τη διάκριση ανάμεσα στην «απαλλοτρίωση» και τη «ληστεία». Το νεφέλωμα αυτών των συγγενών μικροοργανισμών θα κρατήσει τη σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

image

a] cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών

αυτονομία, autonomia

ΟΙ ΒΕΝΕΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΟΛΕΚΤΙΒΕΣ (36).

Σχετική εικόνα

Όλα τα κινήματα που διέτρεξαν τα ιταλικά «μακρά χρόνια εβδομήντα» έχουν βιώσει τη δική τους ουσιώδη εδαφική ιδιαιτερότητα. Η συγκυρία, το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαφορετικά ανταγωνιστικά υποκείμενα βρέθηκαν να ενεργούν σημάδεψε αποφασιστικά τις εμπειρίες και τις διαδρομές τους. Αυτή η θεώρηση είναι ακόμη πιο αληθινή αν ληφθεί υπόψη η εμπειρία που έχει παραχθεί στο Βένετο, με έναν άξονα που μετατοπίστηκε στο πετροχημικό βιομηχανικό χώρο του Porto Marghera μεταξύ 1967 και 1973 και με έναν άξονα που μετακινήθηκε στην πόλη της Πάντοβα μεταξύ 1974 και 1979. Σημαντικά γεγονότα τόσο ώστε να προσελκύσουν – σε σχέση με την πολιτική δικαστική επιχείρηση της 7ης απριλίου – το νοσηρό ενδιαφέρον των μεγάλων ονομάτων του έντυπου τύπου, κοινωνιολόγων και διανοουμένων και να αξίζουν, μέσα στην «ιταλική ανωμαλία» του μεγάλου Εξήντα Οκτώ, τον χαρακτηρισμό μιας επιπλέον «βενετικής ανωμαλίας».

Και σε αυτή την περίπτωση αυτό που θέλουμε είναι να ξαναδώσουμε φωνή, κυρίως, και παρά τις δικαστικές ανακατασκευές, σε μια πληθώρα θεμάτων και εμπειριών που δύσκολα μπορούν να ανιχνευθούν σε ένα μοναδικό μονοπάτι και σε μια ομοιογενή κοινωνική ταξική σύνθεση. Αν πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν γύρω από την πρώτη εμπειρία αγώνα και οργάνωσης, που συνδέεται με την κοινωνική μορφή του εργάτη μάζα στα εργοστάσια της μεγάλης βιομηχανικής συγκέντρωσης του Μέστρε-Μαργκέρα μεταξύ των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα, δεν παραμένει σχεδόν καμία μαρτυρία – πέρα από τα πρακτικά της δίκης »7 απρίλη, Κορμός Veneto «- σε σχέση με τα επόμενα γεγονότα της Πάντοβα. Είναι τα χρόνια κατά τα οποία η Πάντοβα και η επαρχία της θα βρίσκονται στο επίκεντρο μιας μοναδικής διασταύρωσης ανάμεσα σε παραγωγικές ιδιαιτερότητες μιας περιοχής (που σημαδεύεται από την παρουσία της μικρής και μεσαίας βιομηχανίας, ήδη τότε έντονα αποκεντρωμένης στα εργαστήρια της μαύρης εργασίας, με μια πόλη όπου αποφασιστικός, από κάθε άποψη, ήταν και είναι ο ρόλος του πανεπιστημίου), μια ταξική σύνθεση στο δρόμο μιας βαθιάς μετατροπής και μια αυθεντική πρακτική της πολιτικής οργάνωσης και της «χρήσης της ισχύος, της δύναμης».
Σχετική εικόνα
Εδώ προσπαθούμε να εντοπίσουμε, να σκιαγραφήσουμε κάποιες αρχικές ενδείξεις, ξεκινώντας από την ultra υποκειμενική άποψη, «της δικής μας πλευράς», εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές των κινημάτων και των αγώνων αυτών των χρόνων, μέσα στην οργανωμένη εμπειρία των «πολιτικών κολεκτίβων», μια εμπειρία που γεννιέται το 1974 και στη συνέχεια θα ποινικοποιηθεί το ’79 από τον εισαγγελέα Pietro Calogero. Εάν υπάρχει ένα νήμα που συνδέει αυτή την εμπειρία με τον κύκλο των εργατικών αγώνων στη Marghera, αυτό μπορούμε να το εντοπίσουμε στην κοινή στράτευση πολλών από τους πρωταγωνιστές της στις τάξεις της ομάδας εργατική Εξουσία, η σημασία της οποίας σίγουρα δεν βρίσκεται στην οργανωτική συνέχεια που υποστηρίχθηκε τότε από το δικαστικό σώμα, όσο σε ένα είδος «αποτύπωσης-imprinting», στην απόκτηση μιας σειράς θεωρητικών-πρακτικών εργαλείων, αποφασιστικών για την ανάλυση και την παρέμβαση στην κοινωνική πραγματικότητα: μια ικανότητα να διαβαστεί, ουσιαστικά, η σύνδεση μεταξύ της κοινωνικής ταξικής σύνθεσης και αναγκών, μεταξύ αυτών και η ανάπτυξη διεκδικήσεων-αξιώσεων, μορφών αγώνα και οργάνωσης.
Σχετική εικόνα
Οι ρίζες της εμπειρίας των «κολεκτίβων» βυθίζονται – μεταξύ του Εξήντα οκτώ και του τέλους της εργατικής Εξουσίας – στον πρώτο μεγάλο περιφερειακό κύκλο κινητοποιήσεων στις μεταφορές (1970).
Ξεκινώντας από την εκτίμηση σύμφωνα με την οποίαν «ο χρόνος εργασίας, ο χρόνος εκμετάλλευσης δεν διαρκεί μόνο τις οκτώ ώρες της εναλλαγής στο εργοστάσιο, αλλά περιλαμβάνει τουλάχιστον, και τις δύο ώρες που χρειάζονται για να μετακινηθούν χιλιάδες χρήστες των μέσων μαζικής μεταφοράς από το σπίτι και αντίστροφα (για παράδειγμα από την Chioggia ή από το San Donato) προς τον χημικό πόλο, μες το ψύχος, πάνω σε έναν μεταφορέα της κακιάς ώρας, πληρώνοντας μια συνδρομή που είναι μια περαιτέρω κλοπή από το μισθό», οι αγώνες καλύπτουν με εκτεταμένο τρόπο όλη την περιοχή του Veneto. Η μορφή της οργάνωσης είναι αυτή των «επιτροπών γραμμής», ζητούν βελτιώσεις στην υπηρεσία, περισσότερες κούρσες με λιγότερο κόσμο, και να σταματήσουν οι αυξήσεις της τιμής του εισιτηρίου, παλεύουν αποκλείοντας τους μεταφορείς και αρνούμενοι να πληρώσουν τις αυξήσεις. Επάνω σε αυτό το έδαφος εμφανίζεται μια μεγάλη κοινωνική ανασύνθεση από προλεταριακές φιγούρες, κυρίως μαθητών και φοιτητών, τόσο εκείνων που κυκλοφορούν γύρω από τη Βενετία, όσο και εκείνων που παρακολουθούν τα τεχνικά και εμπορικά ινστιτούτα της Πάντοβα.
Σχετική εικόνα
Να δώσει ζωή στις «κολεκτίβες» της Padova θα είναι η πολύ νέα γενιά των μεσαίων στελεχών της εργατικής Εξουσίας, η οποία – κατά τη στιγμή της κρίσης και του τέλους της ομάδας – θα θέσει το πρόβλημα του τρόπου προώθησης στην περιοχή της μιας συνολικής πολιτικής παρέμβασης, προσαρμοσμένης στην πολυπλοκότητα του κοινωνικού. Χωρίς να θέλουμε να επιστρέψουμε στους λόγους της διάλυσης του P.O., πρέπει να υπογραμμίσουμε πως, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν, αυτοί οι νεαροί αγωνιστές κατάφεραν να πιάσουν ελάχιστα, και όχι από κακή βούληση, τις διαφορετικές θέσεις και επιλογές που αντιτίθεντο μέσα στα «υψηλά κλιμάκια» της οργάνωσης. «Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε – λένε – τι θα σήμαινε για εμάς η επιλογή των αυτόνομων συνελεύσεων εργοστασίων: ήμασταν σχεδόν όλοι φοιτητές και δεν πιστεύαμε ότι ήταν λογικό να περιοριστούμε στο ρόλο των »υποστηρικτών» των εργατικών αγώνων». Στην επαρχία της Πάντοβα η μόνη σημαντική πραγματικότητα, όπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70 εμφανίζονταν αυτόνομοι εργατικοί αγώνες που αναπαράγουν, σε κλίμακα, αιτήματα και συμπεριφορές των μεγάλων εργοστασίων, είναι η Bassa, με τη μεταλλουργία Utita di Este: μέσα σε μερικούς μήνες η εργατική ανυποταξία και η συνεχής παρέμβαση της Επιτροπής εργατών-φοιτητών ανατρέπουν την κατάσταση ενός εργοστασίου που ήταν το φέουδο του φασιστικού συνδικάτου Cisnal.
Maria Antonietta Berna, militant of the Venetian Political Collective for Worker’s Power killed in action April 11th 1979.
Maria Antonietta Berna, militant of the Venetian Political Collective for Worker’s Power killed in action April 11th 1979.
Αγωνίζονται για ισχυρές ισόρροπες μισθολογικές αυξήσεις για όλους, για την κατάργηση των προνομίων και των κατηγοριών, η εργατική απόρριψη απέναντι στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας είναι πλειοψηφική και διαδεδομένη: είναι η δολιοφθορά, το σαμποτάζ των μηχανών, καθώς και πρακτικές μάχης είναι οι πικετοφορίες και οι πορείες στους εσωτερικούς χώρους που «βουρτσίζουν» τα γραφεία της διοίκησης. Στην πλειοψηφία θα υπάρξουν και οι αγωνιστές της εργατικής Επιτροπής που θα εκλεγούν στο συμβούλιο του εργοστασίου, και οι πρωτοπορίες της Utita θα διαδραματίσουν έναν σημαντικό ρόλο πρότασης και οδηγού στις συντονιστικές συναντήσεις των CdF, των εργοστασιακών συμβουλίων, με τη διάδοση μορφών αγώνα όπως διαρθρωμένες απεργίες, απεργίες σκακιέρας, ή άγριες απεργίες a gatto selvaggio, απροειδοποίητες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες πολιτικές απολύσεις θα καταγραφούν εδώ στην Utita το 1973. Η κατάσταση των εργοστασίων στη βιομηχανική περιοχή της Πάντοβα είναι διαφορετική, όπου, παρά την σποραδική παρουσία αυτόνομων εργατικών μορφών οργάνωσης, ο έλεγχος επάνω σε μια σύνθεση που εξακολουθεί να είναι πολύ » επαγγελματική » θα παραμείνει σταθερά στα χέρια του PCI και του συνδικάτου. Μετά το συνέδριο της Rosolina (Ιούλιος 1973) που επικυρώνει την ρήξη της εργατικής Εξουσίας, οι «μεσαίοι» padovani θα συνεχίσουν να υπογράφουν με αυτό το ακρωνύμιο για λίγους ακόμη μήνες: τον ιανουάριο του ’74 αναλαμβάνουν ένα ταξίδι στην Ιταλία για να κατανοήσουν καλύτερα τι έχει απομείνει από την «ομάδα» που τώρα βρίσκεται πλέον να παραπαίει στις υπόλοιπες καταστάσεις. Από τότε, η επιλογή θα είναι να ευνοηθεί το κοινωνικό ρίζωμα στην περιοχή τους, εκείνη του Βένετο όπου, χάρη στους αγώνες επί των μεταφορών, αρχίζουν να ανακαλύπτουν πως πρόκειται για «ομοιογενή ζώνη» .Επιλογή που τους οδηγεί, μέσα στο ίδιο ’74, να εγκαταλείψουν την εβδομαδιαία συνάντηση του «ακτίφ» του P.O. που δεν κατέληγε κάπου, και να ιδρύσουν, πολύ απλά, συλλογικότητες που να παρεμβαίνουν απευθείας στις γειτονιές και στα χωριά, όπου το πρώτο αγωνιστικό δίκτυο θα είναι ακριβώς εκείνο που αποτελούσαν οι φοιτητές που εμπόδιζαν τους ταχυμεταφορείς.
«Στην Πάδοβα – θυμούνται οι συνεντευξιαζόμενοι – τότε κυριαρχούσαν οι «ομαδούλες» της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Υπήρχε μια ιστορική παράδοση μ.λ. και όταν μιλούσαμε για την απόρριψη της μισθωτής εργασίας γίνονταν έξω φρενών. Ήμασταν μειοψηφίες, αλλά αισθανόμασταν κάτι άλλο σε σχέση με τις «ομάδες» […] δεν είχαμε μια ταυτότητα, επειδή η θεωρητική αναφορά μας ήταν ο εργάτης μάζα αλλά εδώ δεν υπήρχε […] έπρεπε να επινοήσουμε τα πάντα από το α έως το ω και ίσως ήμασταν, χωρίς το γνωρίζουμε, οι πρόδρομοι μιας νέας φιγούρας που εμφανίζονταν σε σχέση με το κοινωνικό σώμα.» Αλλά ποια είναι λοιπόν τα χαρακτηριστικά στοιχεία, από κοινωνική άποψη, της ιδιαιτερότητας της Πάντοβα; Ο ρόλος της πόλης στο παραγωγικό και αστικό «πολυκεντρικό» σύστημα της περιοχής ήταν εκείνος της πρωτεύουσας του τριτογενή τομέα, των υπηρεσιών, ιδίως στον πιστωτικό και χρηματοπιστωτικό τομέα. Στην επαρχία ήδη τότε κυριαρχούσε το μικρομεσαίο εργοστάσιο και το εργαστήριο της μαύρης εργασίας [αλλά με πολλές διαφορές σε σύγκριση με την δικτυωτή τυπολογία της σημερινής επιχείρησης), όπου οι επιταχυνόμενες διαδικασίες εκσυγχρονισμού συνυπήρχαν με την αρχαϊκή βία των σχέσεων εκμετάλλευσης, αρπάζοντας χέρια από την ιστορικά πολύ φτωχή ύπαιθρο, η οποία είχε εκκενωθεί από τη μετανάστευση από τα τέλη της δεκαετίας του ’50Padova, «λευκή» πόλη που κυριαρχείται από την εκκλησία σύμφωνα με τα πιο διεδεδομένα στερεότυπα (το μάιο του ’74 στο δημοψήφισμα τα ναι στην κατάργηση του διαζυγίου πήραν το 55,9%) συνυπάρχει με ένα αρχαίο πανεπιστήμιο που κυριαρχείται από άκαμπτες και αδιαπέραστες ιεραρχίες, αλλά με σχολές σε θυελλώδη ανάπτυξη (οι εγγραφόμενοι στο ακαδημαϊκό έτος 1973-74 είναι 47 χιλιάδες, δηλαδή έξι χιλιάδες περισσότεροι από ό, τι το προηγούμενο έτος), όπου κάνει την εμφάνιση της μια νέα φοιτητική σύνθεση καρπός της μαζικής πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έντονη εισροή, ιδιαίτερα στην ψυχολογία, φοιτητών προερχόμενων από το Νότο.
grashow
Εδώ το ινστιτούτο πολιτικών επιστημών αποτελεί μια επιπλέον ανωμαλία, μια μοναδική εμπειρία για τον πλούτο της κριτικής και ανατρεπτικής θεωρητικής παραγωγής, διεξάγονται δεκάδες σεμινάρια και έρευνες διεθνούς σημασίας, σε μια σχέση όσμωσης με τους κοινωνικούς αγώνες. Αλλά μέχρι το 1975 , το πανεπιστήμιο, ιδιαίτερα η σχολή της νομολογίας, είναι επίσης ένας χώρος όπου οι φασίστες περιφέρονται ατιμώρητοι: εδώ κάνουν τις πρώτες πρόβες τους ο Freda με τους συντρόφους τους (η βόμβα ενάντια στο στούντιο του καθηγητή Opocher, πρύτανη και πρώην παρτιζάνου), μαζί με τον Massimiliano Fachini και άλλους που θα συμμετάσχουν στις συνωμοσίες του Τριαντάφυλλου των ανέμων, Rosa dei venti, θα έχουν άφθονη ακαδημαϊκή προστασία και από την αστυνομία, παρεμβαίνουν με όπλα στα χέρια για να διαλύουν εργατικές πικετοφορίες και φοιτητικές συνελεύσεις.Οι αντιφασιστικές κινητοποιήσεις της άνοιξης του ’75, και ειδικότερα οι πολύ σκληρές συγκρούσεις με την αστυνομία, οι οποία αναγκάζεται να υποχωρήσει κάτω από μια βροχή από κοκτέιλ molotov, με την ευκαιρία του συλλαλητηρίου του φασίστα Covelli, σηματοδοτούν μια καμπή, μια στροφή στην πόλη: για τους φασίστες εκεί δεν θα υπάρχει πλέον κανένας χώρος, ενώ οι «πολιτικές κολεκτίβες» θα γίνουν η ηγεμονική πραγματικότητα στην λεγόμενη εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Aναφέρουν στις μαρτυρίες τους οι αγωνιστές: «Για εμάς οι φασίστες ποτέ δεν αντιπροσώπευαν ένα στρατηγικό πρόβλημα […] λόγια σαν αυτά που μιλούσαν για «φασιστικοποίηση του κράτους» ή περί «fanfascismo» δεν ανήκαν ποτέ σε εμάς[…] κατακτώντας την ελευθερία κινήσεων εναντίον αυτών των συμμοριών από τραμπούκους, ξεκινήσαμε αντιθέτως να θέτουμε το ζήτημα της αντιεξουσίας στην περιοχή, της χρήσης της μαζικής δύναμης μα όχι μόνο, για να επιβεβαιώσουμε ένα δυϊσμό της εξουσίας […] «Κεντρικό θέμα σε αυτή εμπειρία εξακολουθεί να είναι η σχέση ανάμεσα στην ανάγνωση της κοινωνικής σύνθεσης και η υλικότητα, η σημαντικότητα των αναγκών που αυτή εκφράζει.
morti_12_aprile_79
Το 1975-76 αυξάνονται και αναπτύσσονται οι κολεκτίβες της Alta padovana οι οποίες παραδόξως θα είναι πρωταγωνιστές της «συνδικαλιστικοποίησης» δεκάδων εργοστασίων, μικρότερων ή μεγαλύτερων στην περιοχή, στις προλεταριακές γειτονιές της πόλης (Arcella, Mortise) η πρακτική της αυτομείωσης των λογιαριασμών τηλεφώνου και ηλεκτρισμού,Sip και Enel εξαπλώνεται, οι μαθητές της Επιτροπής interistituti συνεχίζουν μια πλέον πολυετή παράδοση αγώνων στις μεταφορές.Στην πανεπιστημιακή κοινότητα, η νέα φιγούρα του «προλετάριου σπουδαστή», όλο και περισσότερο παρούσα, καθορίζει – ξεκινώντας από το ρόλο «ερυθρής βάσης» του σπιτιού του φοιτητή Fusinato – κινητοποίηση γύρω από τα κόστη των κυλικείων και της στέγασης.Η πρακτική των «πολιτικών κολεκτίβων» βελτιώνει την πρωτοτυπία, την αυθεντικότητα αυτής της υποκειμενικής πορείας οργάνωσης με την προσπάθεια να διαβάζει με σύγχρονους λενινιστικούς όρους την κρίση της κλασικής μορφής κόμματος και των «ομάδων» της αποκαλούμενης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, επανεφεύροντας έτσι μια σχέση μεταξύ «μαζών και πρωτοπορίας» προσαρμοσμένης στη φάση: « θέλαμε να είμαστε – διηγούνται οι πρωταγωνιστές – συνολικά στελέχη, ολοκληρωμένα, υπό την έννοια ότι δεν έπρεπε να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ πολιτικού και στρατιωτικού, το χτίσιμο μαζικών προλεταριακών οργανισμών, αυτόνομων από κόμματα και συνδικάτα, που αγωνίζονταν για να επιβεβαιώσουν, να διακηρύξουν τις ανάγκες και η χρήση βίας, η πρακτική της αντιεξουσίας, πήγαιναν χέρι-χέρι «. Μεταξύ του 1975 και του 1979 θα σημειωθούν περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «μελετημένης χρήσης βίας» στο Βένετο, στις περισσότερες περιπτώσεις θα είναι σαμποτάζ και σοβαρές ζημιές σε ιδιοκτησίες φασιστών, χριστιανοδημοκρατών πολιτικών, αφεντικών και πανεπιστημιακών βαρώνων. Η εξάπλωση αυτών των πρακτικών »μαζικής παρανομίας», μεταξύ των άλλων πραγμάτων θα αποτελέσει για χρόνια το καλύτερο αντίδοτο απέναντι στην παρουσία των μαχόμενων οργανώσεων και του στρατηγικού σχεδίου ένοπλου αγώνα.
Σχετική εικόνα
Το 1976 άρχισε η παρέμβαση για τη μαύρη εργασία και στα εργαστήρια αποκεντρωμένης παραγωγής, τα συντονιστικά των εργατών οργανώνουν εκατοντάδες εργαζομένες και εργαζόμενους μέχρι τότε «βυθισμένους, χαμένους», η πιο διαδεδομένη μορφή αγώνα είναι αυτή της περιπολίας που επιβάλλει με το μπλοκάρισμα της παραγωγής τις εργατικές απαιτήσεις. Στις γειτονιές ξεκινά η μάχη ενάντια στο «carovita, στην καθημερινή ακρίβεια», ξεπηδούν μικρές αγορές με πολιτικό τίμημα και δίδονται οι πρώτες μορφές οικειοποίησης στα σούπερ μάρκετ με τη διανομή των αγαθών στους προλετάριους της ζώνης. Οι πρώτοι αγώνες κατά της επιλογής ξεκινούν στα ανώτερα σχολεία και στο πανεπιστήμιο, γεννιούνται «αυτοδιαχειριζόμενα σεμινάρια» για τα οποία επιβάλλεται η αναγνώριση και η απαλλαγή.
Το 1976 ανάβει τους πομπούς του Radio Sherwood, ένας από τους πρώτους ελεύθερους ραδιοφωνικούς σταθμούς στην Ιταλία. Το ’77 στην Πάδοβα δεν θα αντιπροσωπεύει την απροσδόκητη εισβολή ενός γεγονότος, αλλά μάλλον μια στιγμή περαιτέρω ενίσχυσης και ανάπτυξης μιας διαδρομής κινήματος σε μια εξέλιξη που έχει ήδη δει, τα προηγούμενα χρόνια, να αναπτύσσονται αμέτρητα πεδία μάχης.
Αποτέλεσμα εικόνας για Radio Sherwood, anni '70
αυτονομία, autonomia

Η ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ, Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ, [B.R.]

Μετά το θάνατο του Feltrinelli, ένα μέρος των μαχητών των Gap εισρέει στις B.R. τώρα εντελώς παράνομες και χωρίς να έχουν, μετά το κλείσιμο της «Νέας Αντίστασης», «Nuova Resistenza»,μιας μορφής ημιπαράνομης εκπροσώπησης τους. Τον σεπτέμβρη ’71, για να κοινοποιούν τις αποφάσεις τους, κυκλοφορούν μια παράνομη μπροσούρα με την οποία παρουσιάζουν τον πρώτο από μια σειρά » θεωρητικών προβληματισμών » που θα προκύψουν τα επόμενα χρόνια. Σε αυτό το κείμενο, το οποίο έχει σχεδιαστεί ως αυτο-συνέντευξη, τα χαρακτηριστικά της οπισθοχώρησης, της παρακμής του δημοκρατικού συστήματος είναι έντονα τονισμένα και υπερβολικά καθορισμένα. Η πολιτική σκέψη των B.R. φαίνεται ότι έχει υποστεί μια ξαφνική και βαθιά επιτάχυνση: Αφεντικά και αστοί βυθίζονται σε μια ατμόσφαιρα έτους χίλια: η ιστορία στρέφει σελίδα και η επανάσταση είναι μια δύναμη της φύσης που χτυπά με δύναμη στις πόρτες .Η ιδεολογική αυτή επιτάχυνση επηρεάζεται βαθιά από το καταπιεστικό-κατασταλτικό κλίμα σε εξέλιξη και την εντύπωση που προκάλεσε το ανεπίσημο «πραξικόπημα» στη Γαλλία από τον De Gaulle. Το βασικό λάθος συνίσταται, πιθανώς, στην πίστη ότι «το προλεταριάτο, ως τάξη (ολόκληρο το προλεταριάτο και όχι μόνο οι προηγμένες περιπολίες – αν και μαζικές – αυτονομίας) ένιωθε αυτό το κλίμα καταστολής στον ίδιο βαθμό που το ένιωθαν οι κύκλοι της επαναστατικής αριστεράς που της καταστολής ήταν ο κύριος, μόνιμος, ασφυκτικός στόχος « (24).Αυτή η ανάλυση, όλη ιδεολογική, της σύνθεσης της τάξης, και η υποβάθμιση της ικανότητας απάντησης των εξουσιών, οδηγεί τις B.R. να εγκαταλείψουν την θεωρητικοποίηση των μακρών χρόνων που είχαν κάνει δικές τους από τις απαρχές. Παραδόξως, επαναλαμβάνει ξανά και ενισχύει τις ανησυχίες του Feltrinelli και των Gap σχετικά με το αναπόφευκτο της «αντιδραστικής στροφής». Στην προαναφερθείσα αυτο-συνέντευξη, στην ερώτηση: «Πιστεύετε λοιπόν σε μια επανέκδοση του φασισμού;» οι B.R. απαντούν: «Το πρόβλημα δεν πρέπει να τίθεται με αυτούς τους όρους […] Στη Γαλλία, το «πραξικόπημα» του De Gaulle και ο τρέχον «Γκωλικός φασισμός» ζουν κάτω από τον μανδύα της δημοκρατίας. Στο άμεσο χρονικό διάστημα αυτό είναι σίγουρα το λιγότερο ενοχλητικό μοντέλο. Όμως θα ήταν αφελές να ελπίζουμε σε μια μετριοπαθή σταθεροποίηση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης τη παρουσία ενός επαναστατικού μαχητικού κινήματος […].
Σχετική εικόνα
Είχαμε δύο δρόμους πέρα από το μεταρρυθμιστικό-ρεφορμιστικό μονοπάτι που απορρίψαμε μαζί με την επαναστατική αριστερά εδώ και αρκετά χρόνια: να επαναλάβουμε την ιστορική εμπειρία του εργατικού κινήματος σύμφωνα με την αναρχοσυνδικαλιστική ή την τρίτοδιεθνιστική εκδοχή, ή αντίστροφα να ενταχθούμε στην επαναστατική μητροπολιτική εμπειρία της σημερινής εποχής «(25).Συνεπώς οι B.R. σύμφωνα με την επιλογή αυτή, τοποθετούνται ως σημείο αναφοράς και συνάθροισης για το σχηματισμό του ένοπλου κόμματος: «που δεν πρέπει να νοείται ως ένοπλος βραχίονας ενός αφοπλισμένου μαζικού κινήματος, αλλά ως το υψηλότερο σημείο ενοποίησης. Δεν πρόκειται να δώσουμε το έναυσμα στον ένοπλο αγώνα, διότι αυτός, δυστυχώς, έχει ήδη ξεκινήσει μονομερώς από την μπουρζουαζία « (26).Φυσικά «χωρίς θεωρία καμία επανάσταση», και οι B.R. αναφέρονται στον «μαρξισμό-λενινισμό, την προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση, τη εμπειρία που βρίσκεται σε εξέλιξη των μητροπολιτικών αντάρτικων κινημάτων» (27).Έτσι, ξεκινά η μακρά περίοδος της «ένοπλης προπαγάνδας», μια μακρά σειρά υποδειγματικών ενεργειών, ειδικά κατά των «μικρών επικεφαλής»- «capetti» και των φασιστών, με σκοπό να κερδίσουν μαζικές προσχωρήσεις. Στην διάρκεια του 1972 και ενώ το πολιτικό κλίμα είναι το περισσότερο «καυτό» των τελευταίων τριών χρόνων, οι BR πραγματοποιούν την πρώτη πολιτική απαγωγή στην ιστορία της Ιταλίας: την απαγωγή του μηχανικού Idalgo Macchiarini, που αποκαλείται ως ένας από τα πιο μισητά στελέχη της Sit-Siemens στο Μιλάνο.
Αποτέλεσμα εικόνας για Idalgo Macchiarini
Η δράση τοποθετείται μέσα σε ένα κλίμα μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων. Τον ιανουάριο οι εργάτες είχαν μπλοκάρει το Porto Marghera για δύο ημέρες, τον φεβρουάριο άρχισε η δίκη της «Piazza Fontana» και αμέσως μετατράπηκε σε μια σκληρή πράξη κατηγορίας για τις «κρατικές παρεκτροπές και συνωμοσίες». Η σχολαστική δουλειά αντιπληροφόρησης, μαζί με τη μαζική εκστρατεία υπό το σύνθημα «Valpreda libero! »Λευτεριά στον Valpreda»! Η σφαγή είναι του κράτους «είχε κάνει να καταρρεύσει το κάστρο ψευδών που χτίστηκε από τα όργανα του κράτους και τους μηχανισμούς που καλύπτονταν από ορισμένους τομείς της δικαστικής εξουσίας.
Σχετική εικόνα
Στις 11 mαρτίου στο Μιλάνο, σε μια από τις πιο βίαιες διαδηλώσεις που θυμόμαστε, η πόλη »κρατιέται» για αρκετές ώρες από τους συντρόφους. Μια βίαιη επίθεση βασισμένη στα κοκτέιλ μόλοτοφ, «champagne molotov» εξαπολύεται κατά της εφημερίδας «Il Corriere della Sera» «Ο μηχανικός Macchiarini απαγάγεται, με τα πιστόλια στα χέρια, από ένα φορτηγάκι μέσα στο οποίο, για περίπου είκοσι λεπτά, θα υποβληθεί σε μια» πολιτική δίκη » πριν απελευθερωθεί. Οι Ε.Τ. στην ανακοίνωση της δράσης τους χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα με τους κρατικούς μηχανισμούς: «δίκη», «σύλληψη», «προσωρινή απελευθέρωση- αποφυλάκιση με εγγύηση «.
Σχετική εικόνα
Ασφαλώς, η χρήση αυτής της γλώσσας καθορίζεται επίσης από ένα στοιχείο ειρωνείας, αλλά αντιστοιχεί σε μια τάση που θα εντείνεται όλο και περισσότερο στην ένοπλη πρακτική. Η τάση να ενεργεί ως «αντικράτος», σαν αυταρχική και κάθετη οργάνωση, σαν »μορφή κόμμα» γραφειοκρατική και κάθετη που κατά την εξέλιξή της θα οδηγήσει στις «φυλακές του λαού», στην πρακτική της «δίκης- προλεταριακής δικαιοσύνης», μέχρι να φθάσει σε κανονικές «εκτελέσεις» ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της «απόλυτης παρανομίας στην οποία έχει καταλήξει», η οποία προβλέπει αυστηρούς κανόνες και σκληρούς υπάκουους μαχητές που εκτελούν χωρίς μεγάλη συζήτηση. Mια δυναμική αυτή που, με την πάροδο του χρόνου, θα κάνει όλο και περισσότερο τις B.R. να μοιάζουν με μια κατοπτρική αντανάκλαση του κράτους, και θα καταστήσει ολοένα και πιο δύσκολη την αποκρυπτογράφηση της από το κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, αυτή την πρώτη απαγωγή την βλέπουν με μεγάλη συμπάθεια οι εργατικές πρωτοπορίες, και επίσης ορισμένες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. Η «Potere Operaio» σε μια ανακοίνωση κάνει μια ουσιαστικά θετική ανάλυση: «Ένα εργατικό κομάντο πέρασε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ιταλικής εργατικής τάξης, σε μια απαγωγή. Εμείς σημειώνουμε μόνο ότι η υποδοχή αυτής της πράξης σε επίπεδο εργατικής τάξης, υπήρξε θετική. Το άλμα ποιότητας στη διαχείριση του αγώνα που αποδεικνύει αυτή η δράση υπήρξε θετική […].Φαίνεται ότι στην μιλανέζικη εργατική τάξη που βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο, στην πρωτοπορία του συνολικού κινήματος, η συσχέτιση μεταξύ μαζικής δράσης και πρωτοποριακής δράσης είναι πλέον ένα επίκτητο γεγονός […] «(28). Η ίδια η Lotta continua, που είχε εκφραστεί αρνητικά για τη δράση της Lainate, διαδίδει μια ανακοίνωση αλληλεγγύης: «Εμείς θεωρούμε ότι αυτή η δράση συντάσσεται με συνέπεια με τη γενική βούληση των μαζών να διεξάγουν τον ταξικό αγώνα και στο επίπεδο της βίας και της παρανομίας» (29).Ταυτόχρονα με την απαγωγή Macchiarini, ένα παρόμοιο επεισόδιο συμβαίνει και στη Γαλλία. Ο Robert Nogrette, διευθυντής της Renault, απαγάγεται στις 9 μαρτίου 1972 από την Nouvelle Resistance populaire, τον ένοπλο οργανισμό της διαλυμένης Gauche prolétarienne. Η απαγωγή τελειώνει αναίμακτα μετά από 48 ώρες και την υποδέχεται με ενθουσιασμό η «Lotta Continua» που με έναν τίτλο μισής σελίδας εκφράζεται ως εξής: «Η απαγωγή των διευθυντών της Sit-Siemens και της Renault:
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse
Η επαναστατική δικαιοσύνη αρχίζει να φοβίζει – Ζήτω μια επαναστατική δικαιοσύνη »(30). Μεταξύ του τέλους του 1972 και των αρχών του ’73 γύρω από το ΕΤ και του προβλήματος του «ένοπλου αυθορμητισμού» ανάβουν πολλές συζητήσεις, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γύρω από τις BR σχηματίζεται μια αύρα ρομαντισμού και διάχυτης συμπάθειας. Εντυπωσιάζει τους αγωνιστές, αλλά και τμήματα εργατών της βάσης, η εξειδίκευση τους επάνω στα προβλήματα του εργοστασίου, η «εργατική έρευνα» τους με γρήγορες και αποτελεσματικές μεθόδους, η περιορισμένη χρήση βίας (μέχρι τον ιούνιο του 1974, οι B.R. δεν θα εκτελέσουν ούτε μια θανατηφόρο ενέργεια, και σε εκείνη την περίπτωση – τον θάνατο δύο φασιστών στην Πάδοβα – θα κάνουν αυτοκριτική και θα την αποκαλέσουν «ατύχημα στην εργασία») και η γλώσσα που δεν έχει ακόμη γίνει δύσκολη και αινιγματική από την ιδεολογία. Το ’73 είναι επίσης το έτος του ριζώματος των B.R. στον εργατικό ιστό του Τορίνο. Απαγάγουν τον συνδικαλιστή Labate (της φασιστικής Cisnal) και του cav. Ettore Amerio, επικεφαλής του προσωπικού της Fiat. Και οι δύο απαγωγές είναι σημαντικές επειδή τοποθετούνται μέσα στο κλίμα σκληρής διαμάχης που φέρνει αντιμέτωπες τις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες στη διοίκηση της Fiat, μετά την ανακάλυψη εκτεταμένης τεκμηρίωσης που θα αποδεικνύει την επί πληρωμή συνενοχή αστυνομικών δυνάμεων και «φασιστών πρακτόρων» στο έργο του «φακελώματος» , ελέγχου και καταστολής των πρωτοποριών μέσα στο εργοστάσιο, που οργανώθηκε ακριβώς από τη Fiat. Η βάση των εργατών χαιρετίζει με διασκεδαστική ειρωνεία τη διάδοση των «πρακτικών» της «ανάκρισης» Amerio, και, μέσα στην απόλυτη αδιαφορία, αφήνει τον φασίστα συνδικαλιστή Labate αλυσοδεμένο σε ένα στύλο μπροστά από το Mirafiori, περιμένοντας την αστυνομία να τον απελευθερώσει.Η μεγάλη κατάληψη της Fiat του ’73, οι αγώνες του »κόμματος του Μιραφιόρι» ανακατεύουν ολόκληρο το πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς, προσδίδοντας ζωή από την μία στο σχέδιο της «οργανωμένης αυτονομίας», από την άλλη, στις Ε.Τ. σαν αυτόνομο και κομματιστικό πολιτικό σχέδιο, και όχι πλέον μόνο σαν πόλο αναφοράς και συσσωμάτωσης των ριζοσπαστικών τάσεων. Μια διαδικασία που δεν είναι ακόμη άμεσα ορατή, αλλά που θα εδραιωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

ΟΙ GAP ΚΑΙ Ο FELTRINELLI.

Σχετική εικόνα
Μεταξύ του τέλους του 1970 και των αρχών του ’71 υπήρξε μια σειρά βίαιων ενεργειών από παράνομες ομάδες που συχνά αναφέρονται στις BR. Υπάρχουν περισσότερο σκοτεινά ή προκλητικά επεισόδια που οι φασίστες και η αστυνομία προσπαθούν να τους αποδώσουν. Γενικότερα πρόκειται για επιθέσεις με «πλαστικό» που συνοδεύονται από φυλλάδια που εκθειάζουν τις BR. Αυτές όμως αποκηρύσσουν τη χρήση εκρηκτικών, όπως μπορούμε να υποθέσουμε από ένα έγγραφο τους: «είναι εύκολο να δούμε πώς η χρήση δυναμίτη γενικότερα έχει ως αποτέλεσμα να τρομάζει τις μάζες αδιακρίτως, όχι μόνο τον εχθρό, και προσφέρεται στις πιο διαφορετικές ερμηνείες από αριστερά και δεξιά, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την ευρεία χρήση του που έχει κάνει η αντίδραση ». Σχετικά με το θέμα των επιθέσεων με «πλαστικό» οι B.R. εκδίδουν ένα μεγάλο ανακοινωθέν στο οποίο η πρακτική αυτή ορίζεται ως σαφές φασιστικό αποτύπωμα και έμπνευση από την αστυνομία. Στο ίδιο ανακοινωθέν αναφέρεται η λογική των ενεργειών και των στόχων που ασκούνται: «Χτυπήσαμε στα εργοστάσια τις αποθήκες, τους υπηρέτες των αφεντικών, τους πιο μισούμενους από την εργατική τάξη όταν αυτό κρίθηκε απαραίτητο επειδή είχαν πληγεί σύντροφοι. »Χτυπήσαμε «φασίστες» διότι αυτοί είναι ο ένοπλος στρατός που σήμερα χρησιμοποιεί το κεφάλαιο ενάντια στους αγώνες των εργατών και την προλεταριακή απαίτηση για εξουσία. «Χτυπάμε πάντα » εχθρούς του λαού «και τους χτυπάμε πάντα μέσα σε τεράστια κινήματα αγώνα.» Αν από τη μία πλευρά είμαστε πεπεισμένοι ότι κανένας σύντροφος δεν θα πέσει στην παγίδα που θέτουν αυτές οι φασιστικές πράξεις, «υπογεγραμμένες» με τα αρχικά μας, από την άλλη πλευρά δίνουμε μια προειδοποίηση στις δυνάμεις της αντίδρασης: ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙΕΙ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΤΟΥ … ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟ! «Στους αστυνομικούς και τους φασίστες λέμε κάτι ξεκάθαρο: Δεν θα υπάρξει κανένα έλεος προς εσάς, η γροθιά της προλεταριακής δικαιοσύνης θα πέσει με τρομακτική δύναμη επάνω στον καθένα που σχεδιάζει, υφαίνει συνωμοσίες,δρα και εργάζεται ενάντια στα συμφέροντα εμάς των προλετάριων. ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗ ΔΡΑΣΗ. ΕΝΩΜΕΝΟ ΚΟΜΑΝΤΟ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ» (18). Άλλες δράσεις υπογεγραμμένες B.R. αντιθέτως γίνονται αποδεκτές. Είναι η περίπτωση μιας ομάδας που γεννήθηκε στη Ρώμη και που η εφημερίδα «Nuova Resistenza» θα ονομάσει «οι Β.R. της Ρώμης».
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse
Τα κύρια επεισόδια και οι ενέργειες αυτής της ομάδας, η οποία λειτουργεί μέχρι τα μέσα του 1971, συνδέονται όλες με επιθέσεις ενάντια στους φασίστες ή τα φασιστικά αρχηγεία (ιδιαίτερης σημασίας εκείνη ενάντια στον Junio Valerio Borghese που θα συμμετάσχει σε μια κάπως αλλόκοτη προσπάθεια »πραξικοπήματος «) και επίσης οι ισχυρισμοί τονίζονται έντονα από το πρόβλημα της αντιφασιστικής μάχης. Ακόμα και μέσα στην διαφορετικότητα των θέσεων, οι B.R. αποδέχονται επίσης τις δράσεις των Gap. Οι Gap εμφανίζονται πανηγυρικά στις 16 απριλίου 1970, μόλις τέσσερις μήνες μετά τη «σφαγή του κράτους», ενώ η χώρα κλονίζεται από τη διαμάχη και τις πολεμικές και οι φασιστικοί σχηματισμοί που «καλύπτονται» διαρκώς από την αστυνομία γίνονται όλο και πιο αλαζονικοί. Είναι 20,33 όταν μια φωνή παρεμβάλεται στο τηλεοπτικό κανάλι που μεταδίδει τις ειδήσεις. Στη Γένοβα, όπου θα λάβει χώρα η παρεμβολή, η εντύπωση είναι τεράστια. Στη συνέχεια θα υπάρξουν και άλλες »εκπομπές του λαού» και σε άλλες περιοχές (για παράδειγμα στο Τρέντο και το Μιλάνο). Οι ανακοινώσεις του Radio Gap δημοσιεύονται τόσο στο «Potere Operaio» (το οποίο εκδίδει επίσης εκείνες των BR) όσο και στη «NuovaResistenza» ». Η διαφορετική πολιτική προσέγγιση μεταξύ B.R. και Gap διευκρινίζεται σε αυτή την εφημερίδα. Οι Gap, πράγματι, ανάμεσα στα διάφορα ακρωνύμια που εμφανίζονται στην περίοδο αυτή, είναι το μόνο σχήμα, μαζί με τις B.R., μιας ορισμένης συνέπειας και πυκνότητας. Ξέρουν πώς να ξεφεύγουν από τις αστυνομικές έρευνες, προφανώς έχουν οικονομικά μέσα και πιέζουν και παροτρύνουν τόσο με τις ενέργειες τους όσο και με τις «πειρατικές» μεταδόσεις τον πολιτικό διάλογο (και η «Lotta Continua» δίδει πάντα μεγαλύτερη έμφαση στις πράξεις τους).Εκτός από τις μεταδόσεις, η δραστηριότητα των GAP συνίσταται κυρίως σε μια σειρά επιθέσεων σε κάποια κέντρα αστικής εξουσίας (αμερικανικά προξενεία, έδρα του P.S.U., εργοστάσια, αποθήκες Ignis, διυλιστήριο Garrone κ.λπ.). Από τις ανακοινώσεις τους μπορούμε να δούμε ότι η προσέγγισή τους είναι ουσιαστικά αμυντική και ακολουθεί τα πρότυπα του παρτιζάνικου αγώνα κατά τη διάρκεια της Αντίστασης: δεν είναι ένα αστικό αντάρτικο εκείνο που βλέπουν σε προοπτική, αλλά ένας κουβανέζικου τύπου ανταρτοπόλεμος σε ορεινές περιοχές, όπου μπορεί κανείς να υπερασπιστεί τον εαυτό του καλύτερα και επί μακρόν. Για τους Gap ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η υπόθεση ενός πραξικοπήματος της δεξιάς.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Στους αγωνιστές των Gap κάνει μεγάλη εντύπωση το επεισόδιο του επιχειρούμενου «πραξικοπήματος» της 7ης δεκεμβρίου 1970. Με την ευκαιρία αυτή, ο Junio Valerio Borghese (πρίγκιπας και πρώην φασίστας διοικητής της διαβόητης Decima MAS), επικεφαλής μιας ομάδας φασιστών συνωμoτών εισχώρησαν μέσα στο υπουργείο εσωτερικών για να το καταλάβουν. Έπρεπε να είναι η έναρξη για το πραξικόπημα. Αντ ‘αυτού, ξαφνικά, οι συνωμότες έλαβαν μια αντίθετη διαταγή. Κάτι σε υψηλό επίπεδο δεν έπρεπε να έχει λειτουργήσει. Σε μεταγενέστερες έρευνες, η «απόπειρα πραξικοπήματος» διασταυρώνεται με μια άλλη «συνωμοσία» της δεξιάς με το όνομα «Rosa dei venti», »Tριαντάφυλλο των ανέμων», η οποία περιλαμβάνει μερικούς σημαντικούς αξιωματικούς του στρατού και οδηγεί στη σύλληψη του στρατηγού Vito Miceli, ο οποίος υπήρξε ήδη επικεφαλής για τρία χρόνια του «Uspa, του Γραφείου ασφαλείας του ατλαντικού συμφώνου, και για τέσσερα χρόνια του Sid (της σημαντικότερης εθνικής μυστικής υπηρεσίας). Ιδιαίτερα σε αυτό το επεισόδιο επισημαίνονται οι διαφορές μεταξύ B.R. και Gap. Για τις B.R. το στρατιωτικό πραξικόπημα δεν θεωρείται άμεσος κίνδυνος και ο Βαλέριο Μποργκέζε θεωρείται ως το «δυάρι στην [χαρτοπαίγνιο] briscola». «Αυτό που αντιθέτως είναι πολύ σημαντικό, όμως, είναι η χρήση αυτών των ονείρων που έχουν σκοπό να κάνουν η κυβέρνηση και οι ρεβιζιονιστές: Η εργατική τάξη βρίσκεται πάντα στην επίθεση εδώ και τρία χρόνια. Η εξουσία έχει καταληφθεί από ανεπίλυτες δυσκολίες, και πρέπει να κρύβει στα μάτια των μαζών τη λέπρα που την αποδυναμώνει, την κατατρώει καθημερινά όλο και βαθύτερα, εφευρίσκει την όμορφη ιστορία του «μαύρου πρίγκιπα» (πραξικοπηματία) που πρέπει να πουλήσει στην κοινή γνώμη » (19). Για τις B.R., επιπλέον, οι ρεβιζιονιστές (P.C.I. και συνδικάτα) το χρησιμοποιούν για να ωθήσουν τις πρωτοπορίες της τάξης να αποδεχθούν το κοινοβουλευτικό παιχνίδι και να περιορίσουν τη θέλησή τους να πολεμήσουν. Η αξιολόγηση των GAP είναι διαφορετική: «Το πραξικόπημα είναι επικείμενο». Σε ένα έγγραφο που δημοσιεύεται από την «Potere operaio» και την «Lotta Continua» τονίζεται «ο αυξανόμενος ρόλος των στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους και των φασιστικών παραστρατιωτικών δυνάμεων [ …] μόνο μια διαρροή ειδήσεων επέτρεψε την τελευταία στιγμή να ματαιωθεί ένα προκαθορισμένο με σχολαστική φροντίδα πραξικόπημα […] από εκατοντάδες αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων, από τις ανώτερες και περιφερειακές διοικήσεις των καραμπινιέρων, από τους εκπροσώπους της οικονομίας και της ιταλικής καπιταλιστικής βιομηχανίας, καθώς και από εκπροσώπους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού «(20).
Σχετική εικόνα
Ακόμη και στην κρίση που πρέπει να δοθεί, ως λογική συνέπεια, στους ρεβιζιονιστές οι δύο οργανώσεις διαφέρουν. Σύμφωνα με τους GAP «και η παραδοσιακή αριστερά που εκπροσωπείται από το ΚΚΙ […] βλέπει καθημερινά με ανησυχία το πεδίο δράσης της ολοένα να στενεύει». Ως εκ τούτου, η έκκληση προς τους αγωνιστές του ΚΚΙ: «Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι όλοι αξιώνουν και απαιτούν μια πολιτική εκτενούς μετώπου εναντίον του φασισμού, κατά της καπιταλιστικής κυριαρχίας και κατά του ιμπεριαλισμού. […] Θέλουν οι σύντροφοι που είναι εγγεγραμμένοι στο P.C.I. να είναι μέρος αυτού του επαναστατικού και αντιφασιστικού μετώπου;» (21). Μέσα σε αυτό το σύντομο απόσπασμα αντηχούν ιστορικά θέματα του οργανωμένου εργατικού κινήματος: από τη στρατηγική του «ευρύτερου μετώπου» που διαμεσολαβείται από την Τρίτη Διεθνή, στην εγγενή αναγκαιότητα χρήσης του για την υπεράσπιση της δημοκρατίας όπως κατά τη διάρκεια της παρτιζάνικης Αντίστασης. Οι διαφορές με τις B.R. είναι βαθιές και αντικατοπτρίζουν επίσης την προσωπικότητα αυτού που αργότερα θα αποκαλυφθεί να είναι η κύρια ψυχή των Gap: Giangiacomo Feltrinelli. Ο Feltrinelli υπήρξε πρωταγωνιστής της πολιτιστικής συζήτησης από τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ο εκδοτικός οίκος του, τα βιβλιοπωλεία, ήταν ένα μεγάλο παράδειγμα πολιτιστικής και πολιτικής ανανέωσης της ιταλικής κοινωνίας. Από το 1950 ίδρυσε το Ινστιτούτο Feltrinelli για την ιστορία του εργατικού κινήματος: ένα γεγονός μεγάλης σημασίας που κάλυπτε ένα σοβαρό κενό στην κουλτούρα της μαρξιστικής αριστεράς. Εγγεγραμμένος στο PCI, ο Φελτρινέλλι απομακρύνθηκε προοδευτικά για να στρέψει την προσοχή του στους επαναστατικούς αγώνες του Τρίτου κόσμου. Τα «φυλλάδια των βιβλιοπωλείων Feltrinelli, οι μπροσούρες» ενημέρωναν για τους απελευθερωτικούς αγώνες με εξαιρετική επικαιρότητα, έγκαιρα, καθώς και για τους αγώνες των σπουδαστών που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ο Feltrinelli προσέγγιζε όλο και περισσότερο την επαναστατική αριστερά. Υποστήριξε τη διάσπαση του «Δρεπανιού σφυριού» (μια ομάδα 1500 μελών του PCI της περιοχής Sesto San Giovanni που θα έδινε στη συνέχεια ζωή στην Ένωση ιταλών κομουνιστών μαρξιστών-λενινιστών που αργότερα έγιναν Servire il popolo), αλλά κυρίως προσπάθησε να εντοπίσει στην ιστορία του PCI εκείνο το επαναστατικό αντιστασιακό σκέλος που ποτέ δεν έπαψε να σκέφτεται την κατάληψη της εξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Και μάλλον σε αυτό το μονοπάτι είναι που διασταυρώνεται με κάποια περιβάλλοντα πρώην παρτιζάνων, ειδικά στη Λιγουρία, όπου μπορούμε να υποθέσουμε ότι χτίστηκαν οι πρώτες βάσεις των Gap. Κατά τη διάρκεια του ’68, ο Feltrinelli εντατικοποίησε τα ταξίδια του στη Λατινική Αμερική για λόγους εκδοτικούς (είχε δημοσιεύσει τα έργα του Che Guevara και πολλών μεγάλων λατινοαμερικανών μυθιστοριογράφων), αλλά και να μεταφέρει συγκεκριμένη στήριξη, πραγματική, στα αντάρτικα που βρίσκονται σε εξέλιξη. Συνελήφθη στην Βολίβια και σε εκείνη την περίπτωση ακόμη και η προεδρία της δημοκρατίας κινείται για να επιτύχει την απελευθέρωσή του. Φίλος του Castro και του Régis Debray (ο οποίος ήταν με τον  Che στην Bolivia), ολοένα και περισσότερο πείθεται ότι η ιταλική αστική τάξη δεν είναι σε θέση να αντέξει την τρέχουσα κοινωνική σύγκρουση και ότι θα υποχρεωθεί (και εξαιτίας της τοποθέτησης της στο δυτικό στρατιωτικό στρατόπεδο) να καταφύγει σε αυταρχικές λύσεις: Είναι για τον Feltrinelli η φάση του »πραξικοπήματος και αντάρτικου πολέμου», παρουσιάζει τις ιδέες του σε μια σειρά εντύπων:« Ιταλία 1968: πολιτικός ανταρτοπόλεμος ». «Συνεχίζεται η απειλή ενός πραξικοπήματος», «Καλοκαίρι 1969″. Δημοσιεύει επίσης το «Αίμα των λιονταριών» του Edoard Marcel Simbu σχετικά με τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό, το οποίο περιέχει στο παράρτημα ένα αποτελεσματικό εγχειρίδιο αστικού ανταρτοπόλεμου, και το οποίο θα γίνει ένα είδος «cult book» του κινήματος.
Αποτέλεσμα εικόνας για Edouard Marcel Sumbu, Sangue dei leoni
Αυτή η συνεχής αναταραχή και προπαγάνδα σε επαναστατικά ζητήματα και πρακτικές τοποθετεί τον Feltrinelli στο στόχαστρο του συντηρητικού τύπου, ο οποίος δεν αφήνει την ευκαιρία να υπονοεί τη συνενοχή του με οτιδήποτε συμβαίνει. Επίσης, η αστυνομία και το δικαστικό σώμα αυξάνουν προοδευτικά τις έρευνες και τις ανακρίσεις εναντίον του. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Feltrinelli βρίσκεται όλο και περισσότερο στο εξωτερικό από ό, τι στην Ιταλία.
Σχετική εικόνα
Από διαφορετικά μέρη δίνει συνεντεύξεις και έγγραφα σε ιταλικά περιοδικά, στα οποία γνωστοποιεί τις επιλογές του. Στο περιοδικό «Compagni» εκθέτει μερικές από τις πολιτικές του σκέψεις: «Η αντιδραστική επίθεση μπορεί να σταματήσει μόνο με έναν αγώνα στον οποίο θα κατέβουν οι πρωτοπορίες του προλεταριάτου. Ενώ στο παρελθόν η παρέμβασή μου στην πολιτική ανέκαθεν διαμεσολαβούνταν από εκδοτική δραστηριότητα, από τώρα δεσμεύομαι για μια πιο άμεση παρέμβαση στην πορεία και την εξέλιξη των γεγονότων »(22). Το 1971 ο Feltrinelli ήταν ύποπτος συνέργειας στη δολοφονία του βολιβιανού προξένου στο Αμβούργο Roberto Quintanilla.
Quintanilla è il primo a sinistra
ο πρώτος από αριστερά
Ο πρώην επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας της Βολιβίας (ένας από τους υπεύθυνους για τη δολοφονία του Τσε) πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από μια γυναίκα που εγκατέλειψε το όπλο, ένα Colt Cobra 38, το οποίο αποδεικνύεται ότι ήταν ιδιοκτησία του Feltrinelli, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το είχε χάσει.
monika ertl
Monica Ertl
Στις 15 mαρτίου 1972 το πτώμα του Giangiacomo Feltrinelli βρέθηκε από έναν αγρότη κάτω από έναν στήλο υψηλής τάσης της Segrate, στα περίχωρα του Μιλάνο, με μερικά εκρηκτικά που δεν είχαν ακόμη πυροδοτηθεί δίπλα του. Ο θάνατος του Feltrinelli και οι εικασίες που τον συνοδεύουν σημαδεύουν ένα κρίσιμο επεισόδιο της συζήτηση εκείνων των χρόνων. Ξεκινάει να σπάει ο ιστός συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών, γεννιέται η παράνοια του «εσωτερικού εχθρού». Σε μια πρώτη φάση, οι «δημοκράτες» ερμηνεύουν το θάνατο του Feltrinelli ως ένα ακόμη επεισόδιο της «στρατηγικής της έντασης», σαν μια «δολοφονία του κράτους». Ανθίζουν οι υποθέσεις και οι αντιέρευνες. Ο δημοκρατικός χώρος και οι ίδιες οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες δεν αμφιβάλλουν ότι πρόκειται για προβοκάτσια. Η Potere operaio σπάει πρώτη τον πάγο των υποθέσεων και σε ένα νούμερο της εφημερίδας αποκαλύπτει την ένταξη του Feltrinelli στους Gap με το όνομα μάχης «διοικητής Osvaldo».Στους σχηματισμούς της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ο θάνατος του Feltrinelli ανάβει ξανά τη συζήτηση για τους παράνομους σχηματισμούς, και αν η Lotta continua υποστηρίζει από τις επιθέσεις την εργατική Εξουσία, η Avanguardia operaia βγαίνει, μαζί με άλλους δημοκρατικούς χώρους από την »εθνική Επιτροπή αγώνα κατά της κρατικής σφαγής», κατηγορώντας το Potere operaio και την Lotta continua ότι κάνουν μια »τρελή ανάλυση της ιταλικής κατάστασης και των καθηκόντων του κινήματος που τους οδηγεί να αντιμετωπίζουν σαν συντρόφους αυτούς των Gap και των BR ». Έξω από αυτές τις αντιπαραθέσεις, ο ιστός της συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών σπάει οριστικά, και ακόμη και μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών σχηματισμών γίνεται κομμάτια η αλληλεγγύη στη βάση που γεννήθηκε για να αποκαλύψει τα «μυστήρια του κράτους» μετά την Piazza Fontana. Οι αντιδράσεις μεταξύ των συντρόφων είναι δύο τύπων: η μία, της οργάνωσης, είναι εκείνη που θέλει να επιτείνει τις δημοκρατικές διατυπώσεις (συμμετοχή σε εκλογές, δημοψήφισμα κλπ.), η άλλη ατομική, αλλά πολύ εκτεταμένη, είναι εκείνη να κλείνονται οι αγωνιστές στον εαυτό τους ή να επιστρέφουν στα παραδοσιακά κόμματα, αρνούμενοι το παρελθόν τους στη μία ή την άλλη των περιπτώσεων.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που παρότι παραμένουν στις οργανώσεις ή τοποθετούνται στα περιθώρια αυτών, που τονίζουν ολοένα και περισσότερο την προσοχή προς τις παράνομες ένοπλες ομάδες, προκαλώντας έναν τεράστιο και υπόγειο διάλογο σχετικά με την εμφάνιση της ανάγκης για «ένοπλο αγώνα» που θα διαρκέσει πολύ καιρό, θρυμματίζοντας ολόκληρα τμήματα στη βάση των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων.

 

Giangiacomo Feltrinelli: «ESTATE ’69» (ESTRATTO).

Είναι σκόπιμο να εξετασθούν – έστω και εν συντομία – οι λόγοι και τα κίνητρα που οδηγούν τις δεξιές δυνάμεις (μεγάλες ιταλικές επιχειρήσεις, στρατιωτικές και διεθνείς δυνάμεις) να επιβάλλουν μια δεξιά εξουσιαστική αλλαγή με μια κοινή πολιτική και στρατιωτική επιχείρηση. Ειλικρινά οι λόγοι που σπρώχνουν τις αντιδραστικές ομάδες σε αυτές τις επιλογές συμπίπτουν, εν μέρει, με την κριτική των υπερδομών του συστήματος που γίνεται από την αριστερά: η ριζοσπαστική αντιπολίτευση έγκειται στους επιδιωκόμενους σκοπούς αντίστοιχα. Οι δεξιές δυνάμεις, όταν επικρίνουν τις υπερδομές του συστήματος τείνουν να τις τροποποιούν για να τις καθιστούν πιο κατάλληλες στις δικές τους ανάγκες για εκμετάλλευση και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των δημόσιων και ιδιωτικών πραγμάτων. Αντιθέτως εμείς επιδιώκουμε να μεταφέρουμε την κριτική από την υπερδομή στην ίδια τη δομή, εμπλέκοντας ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα και προτρέποντας την ανατροπή και την κατάργησή του. Από την πλευρά των μεγάλων βιομηχανικών, πολιτικών και στρατιωτικών ομάδων, ιταλικών και διεθνών, οι λόγοι που στρατεύονται υπέρ του πραξικοπήματος είναι                     a) η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, της κυβέρνησης και της ιταλικής κομματικής οργάνωσης, κομματοκρατίας – η οποία εξακολουθεί να βασίζεται στο παλιό πελατειακό σύστημα – λειτουργία που έρχεται σε αντίθεση με τις ανάγκες μιας σύγχρονης ιταλικής και διεθνούς καπιταλιστικής βιομηχανίας. Μιλούν επομένως από πολλά μέρη – και ρητά αναφέρεται αυτό από τους συντάκτες του Progetto 80 του υπουργείου προϋπολογισμού – για απαξίωση των θεσμών (στο Σχέδιο 80, αφού εντοπίστηκε το θεμελιώδες εμπόδιο που αυτή αντιπροσωπεύει για την περαιτέρω καπιταλιστική ανάπτυξη, προχωρούν ωστόσο στην εκπόνηση μιας φανταστικής υπόθεσης καπιταλιστικής ανάπτυξης χωρίς να στέκονται να μας πουν για το πώς σκοπεύουν να ξεπεράσουν το εμπόδιο της «απαξίωσης» του κρατικού και κυβερνητικού μηχανισμού. Μήπως αυτό σημαίνει ότι το πραξικόπημα θεωρείται δεδομένο;)

Σχετική εικόνα

Και αυτή η απαξίωση του διοικητικού, νομικού και πολιτικού μηχανισμού του κράτους και του συστήματος διακυβέρνησης είναι ακόμη πιο σοβαρή λόγω του γεγονότος ότι όχι μόνο πραγματώνεται μέσα σε μια εξωφρενική βραδύτητα της νομοθετικής διαδικασίας, ακριβώς σε μια στιγμή κατά την οποίαν η ταχύτητα της νομοθετικής παρέμβασης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος, αλλά και μέσα σε μια προοδευτική πολιτική και οικονομική παράλυση του κράτους και των δημόσιων φορέων λόγω της επιπλοκής και της βραδύτητας της γραφειοκρατικής διαδικασίας, παράλυση που βαρύνει σοβαρά επί της κανονικής οικονομικής ανάπτυξης των επιχειρήσεων, είτε είναι ιδιωτικές ή δημόσιες. Τέλος, πρέπει να υπολογίσουμε πως υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια στις υψηλές στρατιωτικές σφαίρες λόγω της αβεβαιότητας της στρατιωτικής πολιτικής της ιταλικής κυβέρνησης και της ανεπάρκειας των πιστώσεων του υπουργείου άμυνας. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, σύμφωνα με την αριστερά, αυτή η «απαξίωση» δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποφευχθεί με τη δημιουργία μιας νέας, σύγχρονης και διεθνούς μορφής φασισμού στην Ιταλία: αυτή είναι μάλλον εγγενής στο σύστημα και ως εκ τούτου μπορεί να λυθεί μόνο με την εξάλειψη του κακού στη ρίζα του. Σήμερα για τη μεγάλη βιομηχανία και για τον διεθνή ιμπεριαλισμό, το σημερινό πολιτικό σύστημα, ανεξάρτητα από την κακή διαχείριση που έχει κάνει η χριστιανοδημοκρατία- DC, και από τα όρια, που ουσιαστικά είναι ταξικά, του Συντάγματος επί του οποίου βασίζεται, αποτελεί έναν στόχο εμπόδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού με αποικιοκρατικό στυλ που αναμένεται στην Ιταλία τα επόμενα χρόνια.      b) Η διαφαινόμενη – σε διεθνή κλίμακα – σοβαρή οικονομική κρίση που προκλήθηκε από τη συνύπαρξη δύο φαινομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από ένα προοδευτικό και γρήγορο πληθωρισμό και, ταυτόχρονα, από την εφαρμογή αντιπληθωριστικών μέτρων που καθορίζουν μια σχετική παράλυση και την ανακοπή της εξέλιξης της παραγωγικής διαδικασίας. Τα συμπτώματα αυτής της κρίσης είναι ήδη εμφανή στη διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά που κυριαρχείται από την κρίση του δολαρίου. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, η βιομηχανία δεν θέλει, προφανώς, να βρεθεί ανάμεσα στον άκμονα (δηλαδή, την ορμητική και γενικευμένη ανάπτυξη των εργατικών διεκδικήσεων που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να υπερπηδήσουν το καθαρά συνδικαλιστικό όριο για να αναλάβουν έναν πιο ξεκάθαρο πολιτικό χαρακτηρισμό) και την σφύρα που αντιπροσωπεύει, για μια χώρα που εξάγει το 25% του ακαθάριστου εθνικού της προϊόντος, μια οικονομική κρίση των Ηνωμένων Πολιτειών και των συνακόλουθων συνεπειών που θα είχε αυτή στο διεθνές εμπόριο.        c) Η αναζήτηση ενός τμήματος της D.C. και των σοσιαλιστών P.S.I. μιας νέας «πλειοψηφίας» που να περιλαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, το PCI, παραβιάζει συγκεκριμένες διεθνείς δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του ατλαντικού Συμφώνου και του ΝΑΤΟ, οπότε απαιτείται (όπως συνέβη στην Ελλάδα) ένα προληπτικό πραξικόπημα ή μια αυταρχική δεξιά στροφή.

Σχετική εικόνα
d) Τέλος, η αδυναμία να συγκρατηθούν με τις δυνάμεις και τους νόμους που είναι επί του παρόντος διαθέσιμες οι εργατικές, αγροτικές και φοιτητικές αξιώσεις και η δράση των πολιτικών ομάδων της άκρας αριστεράς. Αυτές οι αξιώσεις και οι αναταραχές όχι μόνο τείνουν να αλλάζουν την κατανομή του εισοδήματος μέσω των μισθολογικών αυξήσεων αλλά επηρεάζουν την ίδια την παραγωγικότητα των εργοστασίων τη στιγμή που ζητείται η αποδέσμευση των μισθών από την παραγωγικότητα, η μείωση των σφαγιαστικών ρυθμών εργασίας και η εβδομάδα των 40 ωρών. Υπό την έννοια αυτή, συμπτωματική είναι η άρνηση της Fiat να διαπραγματευτεί αυτά τα προβλήματα, η αδυναμία, παρά τη συνενοχή των ηγεσιών των συνδικάτων, να συγκρατηθούν αυτές οι διεκδικήσεις, και η συνεπακόλουθη στροφή προς τα δεξιά του μεγάλου μονοπωλίου του Τορίνο. Σε όσους αναρωτιούνται τι συμφέρον θα είχαν οι μεγάλες ιταλικές μονοπωλιακές ομάδες για μιαν αυταρχική στροφή προς τα δεξιά, απλά να θυμίσουμε τη φύση των εργατικών διεκδικήσεων που, επηρεάζοντας την παραγωγικότητα, «χτυπούν ακριβώς τις εταιρείες με υψηλότερο πάγιο κεφάλαιο«.                      
Συμπερασματικά: σε μια εποχή όπως η παρούσα που αντιμετωπίζει το φάσμα και την απειλή μιας διεθνούς χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, η ιταλική καπιταλιστική ανάπτυξη βρίσκει ένα εμπόδιο στην ανάπτυξή της τόσο στις υπερδομές του συστήματος όσο και στις διεκδικήσεις των εργατών. Η προσφυγή στο πραξικόπημα ή μια αυταρχική στροφή στα δεξιά θα ήταν συνεπώς εντελώς σύμφωνη με τις ανάγκες του συστήματος και την ανάγκη του να λύσει, για δικό του όφελος έστω και προσωρινά, τις πιο οξείες αντιφάσεις της στιγμής. Ευνοεί αυτό το σχέδιο και αυτές τις φιλοδοξίες η κολακευτική προοπτική να επιτευχθεί μια σημαντική επιτυχία.Αυτή η ελπίδα των δεξιών δυνάμεων υποστηρίζεται από την έλλειψη μιας επαναστατικής στρατηγικής στις καταπιεζόμενες και εκμεταλλευόμενες τάξεις, και στην ίδια την πολιτική του PCI, το οποίο έχει στρατευτεί στην αναζήτηση μιας «νέας (εφήμερης) πλειοψηφίας» και είναι διατεθειμένο, προκειμένου να επιτύχει αυτό τον στόχο, να αγνοήσει όχι μόνο την ουσιαστική αδυναμία της τρέχουσας ή της μελλοντικής κυβερνητικής δομής, αλλά ακόμη και τις ήδη προφανείς ύποπτες μανούβρες, τις συνωμοσίες και τους ελιγμούς εκείνων που προετοιμάζουν την δεξιά στροφή. Το PCI, προς το οποίο οι μάζες συχνά κοιτούν κάτω από την ώθηση μιας επαναστατικής παράδοσης ως ασφαλή οδηγό, εξακολουθεί να παραμελεί, και δεν έχει σημασία αν σκόπιμα ή όχι, να δημιουργήσει μια σωστή ανάλυση της κατάστασης και να αποκομίσει τα συνεπή συμπεράσματα.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Η ιστορία μας διδάσκει ότι δεν είναι με την συγκατάθεση ή αποφεύγοντας έναν αγώνα, που μοιάζει πλέον αναπόφευκτος, που αποτρέπουμε την αντιπαράθεση, την σύγκρουση: το μόνο αποτέλεσμα είναι ότι φθάνουμε εκεί απροετοίμαστοι. Μετά υπάρχουν και άλλα γενικά συμπτώματα της προσέγγισης ενός πραξικοπήματος ή μιας αυταρχικής ριζικής στροφής προς τα δεξιά. Συγκρίνοντας τις εμπειρίες των χωρών στις οποίες υπήρξαν πρόσφατα πραξικοπήματα ή αντιδραστικοί κλυδωνισμοί, ανατροπές, σημειώνουμε, γενικά, τις ακόλουθες «σταθερές»: 1) το σφυροκόπημα καταγγελιών περί αναρχίας στην οποία θα έπεφτε η χώρα και η βιομηχανική παραγωγή εξαιτίας της αναταραχής και των απαιτήσεων της εργασίας · 2) η γενικευμένη, εκτεταμένη καταγγελία της κρατικής κρίσης της ανεπάρκειας των κομμάτων, και της αχαλίνωτης διαφθοράς σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής · 3) το ξέσπασμα ενός σκανδάλου που περιβάλει έναν βουλευτή του δημοκρατικού κέντρου ή ανώτερους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού · 4) τη σύλληψη προσωπικοτήτων από τον κόσμο του πολιτισμού και της αριστερής εκδοτικής δραστηριότητας (δημοσιογράφοι, εκδότες) · 5) η ταυτόχρονη καταδίκη και σύλληψη εκατοντάδων ανθρώπων που κατά τη διάρκεια των προηγούμενων αναταραχών που σημειώθηκαν σε διαφορετικές εποχές, διακρίθηκαν για πολιτική μαχητικότητα. 6) η σύλληψη εκπροσώπων συνδικαλιστικών οργανώσεων, 7) η εντατικοποίηση των επιθέσεων εκ μέρους ακροδεξιών ομάδων εναντίον αριστερών οργανώσεων και προσωπικοτήτων 8) η διάλυση του κοινοβουλίου, αφού ορισμένοι τομείς του κοινοβουλευτικού κόσμου αρνήθηκαν να σεβαστούν την επίσημη κοινοβουλευτική εντολή. »Θα πρέπει να σημειωθεί, εν τω μεταξύ, ότι σήμερα στην Ιταλία αυτών των συμπτωμάτων, αυτών των γεγονότων, πολλά έχουν ήδη εμφανιστεί ή είναι σε πλήρη εκδήλωση, ενώ άλλα, και συγκεκριμένα η διάλυση του κοινοβουλίου, επαναλαμβάνονται ρητά στις συζητήσεις και στις φήμες που κυκλοφορούν στους επίσημους κύκλους«.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli