αυτονομία, autonomia

Gli autonomi

Finalmente la storia della mitica autonomia «padovana» raccontata dai suoi principali protagonisti

Una vicenda che prende avvio nell’autunno del 1974, dopo l’esaurimento dell’esperienza di Potere operaio. Un progetto fondato sui presupposti strategici di un forte radicamento territoriale, l’unità politico-militare della militanza e una direzione che poteva vantare una ricca e raffinata formazione teorico-culturale di provenienza operaista. Infatti, in quel laboratorio, che si poteva avvalere di un forte presenza in ambito universitario, di una radio (Sherwood) e di un periodico (Autonomia), furono elaborate inchieste e analisi sui processi della ristrutturazione produttiva in atto che coniarono il concetto della «fabbrica diffusa» produttrice dell’«operaio sociale», la figura del moderno precario destinato a occupare un ruolo centrale nei conflitti politici di classe. I Collettivi organizzarono in vaste aree della loro regione azioni politico-militari di massa contro fascisti, responsabili della gerarchia di fabbrica e della repressione potendo contare su una serie di sigle, ognuna corrispondente a un determinato livello d’organizzazione.
L’accumularsi di quelle pratiche sfociò nelle famose «notti dei fuochi»: decine di attacchi in contemporanea in varie città della regione. L’operazione repressiva del 7 aprile 1979, e quelle degli anni successivi, ebbero a mira la distruzione anche di quella specifica rete organizzativa e del suo progetto rivoluzionario, tra i più forti, consolidati e intelligenti della galassia autonoma.

—–

αυτονομία, autonomia

Ο ανταρτοπόλεμος του Portello και οι νύχτες φωτιάς στο Veneto, 1977

Memoria di Classe Ταξική Μνήμη
19 μαίου 1977 Padova

La guerriglia del Portello e le notti dei fuochi in Veneto

Τον φεβρουάριο του 1977 ξεκινούν οι «νύχτες φωτιάς» χαρακτηριστικές ενετικές ενέργειες που διεξάγονται από τις συλλογικότητες της αυτονομίας, ειδικότερα από τις Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες για την Εργατική Εξουσία (που προήλθαν στο βένετο από την διάλυση του Potere Operaio μετά το συνέδριο της Rosolina). Ολόκληρες ζώνες έκλειναν από οδοφράγματα (έτσι ώστε ολόκληρη η περιοχή της πόλης ήταν αδιαπέραστη) και στο εσωτερικό πραγματοποιούνταν πολλές άμεσες δράσεις, σαμποτάζ ή αυτομειώσεις, επιθέσεις εναντίον φυλακών, φασιστικών γραφείων, στρατώνων, κτηματομεσιτικών γραφείων. Οι νύχτες φωτιάς λάμβαναν χώρα ταυτόχρονα μεταξύ Rovigo, Padova, Vicenza, Venezia, Mestre, όπου η ενετική αυτονομία ήταν ισχυρότερη.

Στις 19 mαΐου 1977, οι αυτόνομοι παντοβάνοι έκλεισαν ολόκληρη την περιοχή Portello με δύο ομόκεντρους κύκλους οδοφραγμάτων (που δημιουργήθηκαν με την πυρπόληση δύο λεωφορείων) και για μια ημέρα υπήρξαν συγκρούσεις με την αστυνομία (ανταρτοπόλεμος του Portello ή μάχη του Portello), αποτέλεσμα: 70 πυροβολισμοί (από τους συντρόφους), 200 εκτοξευμένες κοκτέιλ molotov, 15 πυρπολημένα αυτοκίνητα, δύο κτηματομεσιτικά γραφεία χτυπήθηκαν, ένα κατάστημα τροφίμων λεηλατήθηκε.

Η Fusinato-Marzolo, κατειλημμένη και τότε, λειτούργησε ως κόκκινη βάση του κινήματος.

 

La guerriglia del Portello e le notti dei fuochi in Veneto, 1977

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

μιλά ο Salvatore Ricciardi στην κατάληψη Terra Incognita

Per Comp greci για τους έλληνες Συντρόφους

= ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ –

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις γειτονιές της Ρώμης που εκείνη την εποχή ήταν πολύ πολιτικοποιημένες και αριστερές: Garbatella και Testaccio, έγιναν σήμερα γειτονιές μικρής- μεσαίας αστικής τάξης και ψυχαγωγίας. Η γέννησή μου συνέπεσε με την αρχή εκείνης της σφαγής στην οποία το καθεστώς έριξε τη χώρα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Ένας πόλεμος, πέρα από μια μεγάλη σφαγή, είναι επίσης μια θύελλα κοινωνικής κινητικότητας. Φτωχοποιεί κάποιους και πλουτίζει άλλους. Όσοι πλουτίζουν είναι οι πιο έξυπνοι, εκείνοι που δεν έχουν ενδοιασμούς, αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κλέψουν από τους νεκρούς, να εκμεταλλευτούν την πείνα και τη δυστυχία των άλλων. Μετά από κάθε πόλεμο εμφανίζονται τα χειρότερα στοιχεία της ανθρωπότητας, εκείνοι που γίνονται η νέα άρχουσα τάξη χρήσιμη στην διατήρηση της καπιταλιστικής τάξης.

Στις γειτονιές ήταν συνεχείς οι βίαιες επιθέσεις από ιδιοκτήτες κτιρίων (επιχειρηματίες εργολάβοι) οι οποίοι, σε συνεργασία με τους διοικητικούς διαχειριστές της πόλης, έκλεβαν εκείνο τον λίγο πράσινο και ελεύθερο χώρο που υπήρχε.

Η παραμορφωμένη ανάπτυξη της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε μια μαζική μετανάστευση στη δεκαετία του ’51 -61: ο Νότος παρουσίαζε ένα αρνητικό δημογραφικό ισοζύγιο 1.700.000 μονάδων. Ο πληθυσμός στο νότο μειώνονταν. Ταυτόχρονα, η πόλη του Τορίνο αύξανε τον πληθυσμό της κατά 50% και η Fiat πολλαπλασίαζε τους υπαλλήλους της από 50.000 στη δεκαετία του ’50 σε 128.000 το 1968, σε 140.000 το ’69. Στη δεκαετία μεταξύ του ’52 και του ’62, περίπου 15.000.000 ιταλοί, περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, άλλαξαν διαμονή. Ποτέ δεν υπήρξε, μια τόσο μεγάλη κινητικότητα, στη χώρα.

= ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ –

Η δεκαετία του ’50 υπήρξαν χρόνια σκληρής κυβερνητικής καταπίεσης και από τους εργοδότες, η κυβέρνηση ήθελε να εξαλείψει την ταξική σύγκρουση, χτυπώντας τα αριστερά συνδικάτα (Cgil), τo KKI- PCI και το ΣΚΙ-PSI με κάθε δυνατό τρόπο.

Η πρώτη διαδήλωση στην οποία πήρα μέρος τους πρώτους μήνες των χρόνων Εξήντα ήταν κατά της κυβέρνησης Tambroni, όταν οι Χριστιανοδημοκράτες (DC) προσπάθησαν να «ανοιχτούν προς τα δεξιά», τους φασίστες και τους μοναρχικούς.

Πιθανότατα αυτά ήταν τα χαρτιά που έριχνε στο τραπέζι η DC για να πείσει τους σοσιαλιστές να εισέλθουν στον κυβερνητικό χώρο (κεντροαριστερή υπόθεση) τηρώντας ορισμένες προϋποθέσεις: βοήθεια στις επιχειρήσεις, πολιτικές στενότητας για τους προλετάριους και πίστη στον ατλαντισμό, διαφορετικά ήταν έτοιμη η συμμαχία με τους φασίστες και τους μοναρχικούς. Ίσως υπήρχε και το χεράκι του Βατικανού και του Λευκού Οίκου.

Ο Tambroni παρουσιάζεται στην βουλή για να εγκαταστήσει μια μειοψηφική κυβέρνηση με μόνη την DC, αλλά αποκτά τις ψήφους του Msi (κατά γενική ομολογία πρώην φασίστες). Ένταση στη χώρα, και οι φασίστες θέλουν να την καβαλήσουν διοργανώνοντας το συνέδριο του κόμματος στη Γένοβα, χρυσό μετάλλιο της αντίστασης, κόκκινη και εργατική πόλη. Το εργατικό Κέντρο καλεί σε απεργία και πορεία στις 30 ιουνίου η οποία ολοκληρώνεται με συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, με αυτή την τελευταία να τα βρίσκει σκούρα και τον διοικητή των ομάδων ταχείας επέμβασης-celere (ομάδες αστυνομικών που εκπαιδεύονται να εφορμούν στις διαδηλώσεις) να καταλήγει, heheheh, μέσα στα νερά του συντριβανιού της Piazza De Ferrari. Το Msi αναγκάζεται να ακυρώσει το συνέδριο.

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στην κυβέρνηση Tambroni. Στις 6 ιουλίου στη Ρώμη συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας η οποία μάλιστα επιτίθεται στην κεφαλή της πορείας που σχηματίστηκε από παρασημοφορημένους παρτιζάνους, την προηγούμενη ημέρα, στις 5 ιουλίου, η αστυνομία πυροβολεί στην Licata (Σικελία) και σκοτώνει τον Vincenzo Napoli, 25 χρόνων, τραυματίζοντας σοβαρά άλλους είκοσι τέσσερις διαδηλωτές. Στις 7 Ιουλίου, στο Reggio Emilia, η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 5 διαδηλωτές: τον Afro Tondelli (35χρονο εργάτη παρτιζάνο της 76° Sap), τον Lauro Farioli, 22 χρόνων, τον Marino Serri, 41 χρόνων [παρτιζάνο της 76ης Ταξιαρχίας], τον Ovidio Franchi (έναν 19χρονο εργάτη), τον Emilio Reverberi (39 ετών, εργάτη, είχε απολυθεί επειδή ήταν κομμουνιστής το 1951 από τις Officine Meccaniche Reggiane, παρτιζάνος στην 144η Ταξιαρχία).

Στο Palermo η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 4 άτομα, 40 τραυματίστηκαν, 300 προσήχθησαν: τον Francesco Vella (42 ετών, μάστορα οικοδόμο και οργανωτή των οικοδομικών συνδικάτων την ώρα που βοηθούσε ένα νεαρό), τον Giuseppe Malleo (16 ετών, οικοδόμο μαθητευόμενο, στρατευμένο στην κομμουνιστική νεολαία, πέθανε στις 29 δεκεμβρίου. Σκοτώνεται επίσης ο Andrea Gangitano, άνεργος 18χρονος χειρωνάκτης. Την Rosa Barbera 53 χρόνων βρίσκει μια σφαίρα την ώρα που έκλεινε τα παραθυρόφυλλα. Οι τραυματίες από πυροβόλα όπλα είναι 40. Στην Catania, ο Salvatore Novembre, 19 χρόνων, άνεργος, σφαγιάζεται από χτυπήματα γκλομπ στην πλατεία Stesicoro. Καταρρέει αιμόφυρτος στη γη. Ενώ χάνει τις αισθήσεις του ένας αστυνομικός τον πυροβολεί επανειλημμένα, σκόπιμα. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα τον μακελεύουν, μέχρι το σημείο να καταστεί αγνώριστος. Η αστυνομία εμποδίζει, με τα αυτόματα στα χέρια, όλους εκείνους που θέλουν να βοηθήσουν τον νεαρό ο οποίος, καθώς το αίμα απλώνεται επάνω στο πεζοδρόμιο, σβήνει αργά.

Κόστισε 11 νεκρούς, δεκάδες και δεκάδες τραυματιών, εκατοντάδες συλλήψεων αυτή η μανούβρα της Dc.

= PIAZZA STATUTO 1962  –

Τα υψηλότερα σημεία της επανάληψης της ταξικής σύγκρουσης έλαβαν χώρα στο Τορίνο τον ιούνιο του 1962 με 24ωρη εθνική απεργία που κήρυξαν τα τρία συνδικάτα Fiom, Fim, Uilm. Μετά από σχεδόν εννέα χρόνια εκφοβισμού του Valletta (προέδρου Fiat), οι εργάτες της Fiat «έσπασαν τον πάγο», όπως λένε εδώ, και κατέβηκαν σε απεργία με όλους τους άλλους μεταλλουργούς. Μεταρρυθμίζεται το εργατικό μέτωπο; Μεταρρυθμίζεται η εργατική ενότητα; Είναι μοναχά ανταρσία ή είναι και συνειδητοποίηση; Ο Valletta κλείνει τη Fiat για 48 ώρες στις 25 ιουνίου. Πρόκειται για ένα  lockout. O Valletta έχει καταλάβει ότι πρέπει να διακόψει την εργατική ανάκαμψη, πρέπει να ηρεμήσει την κατάσταση. Το κατάλαβε αυτό νωρίτερα και καλύτερα από το PCI και την Cgil. 26 ιουνίου, τώρα τα νέα είναι σαφέστερα: η Fiat έχει κλείσει και θα πληρώσει μόνο το έκτακτο των 27.000 λιρετών σε όλους. «Οι Agnelli και Valletta αποδρούν μπροστά στον αγώνα των εργατών», γράφει ένα άρθρο της «Unita». 27 ιουνίου, μια άλλη ημέρα απεργίας και πικετοφοριών μπροστά στη Fiat, στα μεσαία και μικρά εργοστάσια.

Στις 7 ιουλίου, η Fiom και η Fim κηρύττουν απεργία όλων των μεταλλουργών του Τορίνο. Έξω από το Mirafiori και τα άλλα εργοστάσια σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μετά τις πικετοφορίες, οι εργάτες μπλοκάρουν τις εισόδους, αναποδογύρισαν αυτοκίνητα και χτύπησαν μερικά ηγετικά στελέχη της διοίκησης χωρίς η αστυνομία να καταφέρει να ελέγξει την κατάσταση. Στη διάρκεια του πρωινού υπήρξε η φήμη ότι η Uil και η Sida, το «κίτρινο» εργοδοτικό συνδικάτο, είχαν φτάσει σε ξεχωριστή συμφωνία με τη διοίκηση της Fiat. Μετά από αυτό 7000 εργάτες, σε απόγνωση από αυτήν την είδηση, συγκεντρώθηκαν το απόγευμα στην πλατεία Statuto μπροστά στην έδρα της Uil. Για δύο ημέρες εκείνη η πλατεία υπήρξε θέατρο μιας εκπληκτικής σειράς συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: η πρώτοι, οπλισμένοι με σφεντόνες, ραβδιά και αλυσίδες. Βιτρίνες και παράθυρα σπασμένα, στοιχειώδη οδοφράγματα, τα κορδόνια της αστυνομίας δέχονται επανειλημμένες επιθέσεις, οι αστυνομικοί απαντούν εφορμώντας στα πλήθη με τα τζιπ, πνίγοντας την πλατεία με δακρυγόνα και χτυπώντας τους διαδηλωτές με τα κοντάκια των τουφεκιών. Οι συγκρούσεις παρατείνονται μέχρι αργά το βράδυ τόσο σάββατο 7 όσο δευτέρα 9 ιουλίου 1962. Χίλιοι διαδηλωτές συλλαμβάνονται από την αστυνομία και πολλοί μηνύονται.Οι εφημερίδες και ιδιαίτερα η «La Stampa» (εφημερίδα του Τορίνο) ξεσπούν ενάντια στους διαδηλωτές.

Τα συνδικάτα, το Psi και τo Pci, όλοι συμφώνησαν ότι οι συγκρούσεις υπήρξαν το αποτέλεσμα της δράσης «προβοκατόρων». Ο Diego Novelli, ο μελλοντικός κομμουνιστής δήμαρχος του Τορίνο, δήλωσε ότι πολλοί νεαροί είχαν λάβει 1500 λιρέτες και τσιγάρα για να δημιουργήσουν ταραχές στην πλατεία. Ωστόσο, όταν έφτασε η ημέρα της δίκης, ήταν δύσκολη η αποφυγή της ανησυχητικής αλήθειας: η συντριπτική πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στις ταραχές της piazza Statuto ήταν νεαροί εργάτες, εκ των οποίων τουλάχιστον οι μισοί ήταν νότιοι.       [Dario Lanzardo, La rivolta di Piazza Statuto- η εξέγερση της Πλατείας Statuto, 1979]

*Τα παιδιά του ιουλίου ’60 έφεραν το θυμό τους μέχρι μέσα στις θέσεις εργασίας τους, τώρα, το ’62, η ίδια γενιά έφερνε τον θυμό από το εργοστάσιο στους δρόμους. Ένα χρόνο αργότερα, τον οκτώβριο του ’63, η τάξη και η παραγωγή της Fiat ανατράπηκε από τις απεργίες των «αγριόγατων» – a «gatto selvaggio».

 

= Το πολιτικό σημείο αναφοράς μου υπήρξε η ομάδα και το περιοδικό «Quaderni Rossi» (Q.R.). που ιδρύθηκε το 1961, σύντροφοι και συντρόφισσες προερχόμενες από πολλές οργανώσεις (Cgil, Psi, Pci) και διάφορους άλλους χώρους προσχώρησαν σε αυτήν. Το ενδιαφέρον που τους ένωνε αφορούσε την ανάλυση της ταξικής πάλης στο εργοστάσιο και της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, καθώς και ο επείγον χαρακτήρας του προβληματισμού σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα του μαρξισμού, τα οποία μέχρι τότε παρέμεναν βαλσαμωμένα από τις μοσχοβίτικες προσεγγίσεις που έδιδαν προτεραιότητα στη βιομηχανική πρόοδο και την τεχνολογική ανάπτυξη. Αλλά η εργατική ανάκαμψη με τους αγώνες των αρχών της δεκαετίας του ’60 έδειχνε την δυσανεξία των εργαζομένων σε αυτά τα δόγματα. Ήταν ζήτημα διερεύνησης των μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας επί του εργατικού δυναμικού (ο Panzieri, ο κορυφαίος θεωρητικός του Q.R. την χαρακτηρίζει: » δεσποτισμό του κεφαλαίου»). Οι αναλύσεις παράγουν μεγαλύτερη σαφήνεια για το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης: το κεφάλαιο υποβάλλει την «τεχνολογική ορθολογικότητα» στα δικά του συμφέροντα για να ενισχύσει την κυριαρχία του σε βάρος της εργατικής δύναμης που μειώνεται όλο και περισσότερο σε δουλεία. Από εδώ, ξεκινά η προσπάθεια συνάντησης με την εργατική υποκειμενικότητα. Η εργατική έρευνα είναι το χρήσιμο εργαλείο για αυτή τη συνάντηση, σκοπός της οποίας είναι να εξακριβωθεί το πραγματικό επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων. Συνεπώς, πρέπει να διεξάγεται με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων ( συνέρευνα-conricerca) για τον προσδιορισμό των στόχων της πολιτικής παρέμβασης. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί ο εργατικός έλεγχος στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, είναι επομένως απαραίτητο να δημιουργηθούν τα εργατικά εργαλεία για την άσκηση αυτού του ελέγχου και είναι αμέσως σαφές ότι το συνδικάτο δεν είναι κατάλληλο για το έργο αυτό. Από την γέννηση του το συνδικάτο θεωρεί τη δομή του πάγιου κεφαλαίου ως «αντικειμενική» και «ορθολογική», αφιερώνεται να διορθώσει τις στρεβλώσεις και τις αδυναμίες του κεφαλαίου, πιέζοντας την κυβέρνηση να κατευθύνει τις επενδύσεις για να ανταμείψει τα υψηλότερα επίπεδα καπιταλιστικής ορθολογικότητας.

= Για τον Panzieri το καθήκον της επαναστατικής οργάνωσης είναι να επεξεργαστεί τη σοσιαλιστική στρατηγική, προϋπόθεση της οποίας είναι η εργατική απόρριψη της μισθωτής εργασίας την οποίαν αρχίζουν να ασκούν πρακτικά τομείς της εργατικής τάξης, επινοώντας νέες μορφές αγώνα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι να υποδείξει τις νέες κομμουνιστικές αξίες για τη μετατροπή της εργατικής συνείδησης. Μια διαδικασία μετασχηματισμού που δεν μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων από την οργάνωση αλλά καθορίζεται από το επίπεδο του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.

“Το επίπεδο της τάξης εκφράζεται όχι ως πρόοδος αλλά ως ρήξη, όχι ως «αποκάλυψη» της μασκαρεμένης ορθολογικότητας που είναι εγγενής στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ως χτίσιμο μιας ριζικά νέας ορθολογικότητας και αντίθετης προς την ορθολογικότητα που ασκείται από τον καπιταλισμό”.

[Raniero Panzieri, Sull’uso capitalistico delle macchine – Περί της καπιταλιστικής χρήσης των μηχανών 1961]

 

«Οι συνδικαλιστικές μάχες του ’62 και τα γεγονότα στην piazza Statuto έδειξαν ότι τα όνειρα μιας αρμονικής κοινωνικής ανάπτυξης που παράγεται από το «οικονομικό θαύμα» ήταν λαθεμένα. Αν από τη μία πλευρά η «έκρηξη» (επιταχυνόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη) ευνοούσε έναν μεγαλύτερο ατομικισμό και διευκόλυνε την αφομοίωση από πλευράς του προλεταριάτου των κυρίαρχων αστικών αξιών, από την άλλη ήταν η αιτία της συνάντησης των νότιων νεαρών με τους βόρειους εργάτες και την παράδοση της Αντίστασης. Αυτή η συνάντηση είχε εκρηκτικές συνέπειες, και έδειξε πως οι ανατρεπτικές παρορμήσεις των ιταλικών λαϊκών τάξεων ήταν μακράν από το να έχουν εξαφανιστεί». [Paul Ginsborg, Storia d’Italia dal dopoguerra a oggi – Ιστορία της Ιταλίας από μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα 2006]

 

= Η πρόσβαση-προσέγγιση των αναλύσεων εκείνης της περιόδου θα εξαπλωθεί παντού και θα αφορά σημαντικά ζητήματα όπως τη ΜΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ – στην πράξη αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν δυνατόν να πάρουμε τα καπιταλιστικά εργοστάσια και, γενικότερα, την παραγωγή έτσι όπως είναι, και να κάνουμε όλο αυτό εργαλείο για την ευημερία όλων και για ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο. Το εργοστάσιο, η τεχνολογία, οι μηχανές, η επιστήμη είναι λειτουργικές για να παράγουν κέρδη και εξουσία για τους κυρίους-τα αφεντικά και εργατική δουλεία. ΄Έτσι και το σχολείο και η έρευνα. Όλα θα πρέπει να μετατραπούν ριζικά.

Μια ανάλυση που θέτει στο κέντρο της ταξικής σύγκρουσης την παραγωγή που πρέπει να μετασχηματιστεί, δηλαδή την καρδιά του καπιταλισμού, πολύ περισσότερο από τη διανομή. Δεν έχει κανένα νόημα να συνεχίζουμε να παράγουμε όπλα, δηλητήρια και εργαλεία θανάτου και καταστροφής και στη συνέχεια να κατανείμουμε τα κέρδη πιο ομοιόμορφα μεταξύ των τάξεων. Αυτό σημαίνει αποδοχή υποταγής στο κεφάλαιο. Αυτή ήταν η λογική των ρεφορμιστικών κομμάτων.

 

= Η άλλη προσέγγιση είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ μιας και αυτό θεωρεί την καπιταλιστική δομή ένα αντικειμενικό γεγονός, μέσα στο οποίο θα πρέπει να επιτύχει έναν καλύτερο ρόλο, μια καλύτερη κατάσταση εργασίας. Και επίσης κριτική για την ακινησία των συνδικάτων και την λήψη αποφάσεων από την κορυφή προς τα κάτω. Οι εσωτερικές Επιτροπές, οι οποίες κατέστησαν «parlamentini-πολιτικοί οργανισμοί μειωμένης σημασίας» των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων, κρίνονταν ανεπαρκείς. Προτείναμε φιγούρες αντιπροσώπων παρόμοιες με τον «shop-stewart», τον «εκπρόσωπο της μονάδας» των αγγλικών εργοστασίων, αλλά με ευρύτερες, πιο πολιτικές εξουσίες. Ένας «εκπρόσωπος της μονάδας»- «delegato di reparto» που εκλέγεται απευθείας από τους εγγεγραμμένους και μη εγγεγραμμένους εργαζόμενους, «όλοι ψηφοφόροι και όλοι επιλέξιμοι», ο οποίος γίνονταν κομιστής των απαιτήσεων της βάσης όχι μόνο για τα προβλήματα της μονάδας, αλλά για όλα εκείνα του εργοστασίου, της κατηγορίας της εταιρείας και της κοινωνίας ως σύνολο, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Σε πολλά εργοστάσια οι αντιπρόσωποι εξαπλώθηκαν και οδήγησαν σε μια μεγάλη στράτευση-δέσμευση τομέων της τάξης και για την υποστήριξη στους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

 

*Εγώ μόλις τελείωσα τα 5 χρόνια στο βιομηχανικό τεχνικό Ινστιτούτο βρήκα εργασία σε ένα εργοτάξιο μιας μεγάλης εταιρείας που έχτιζε βιομηχανικά κτίρια. Εκείνα τα χρόνια, μόλις τελειώναμε το σχολείο πηγαίναμε αμέσως να δουλέψουμε. Στις εργοτάξιο εργαζόμασταν από δευτέρα έως σάββατο, και επίσης την κυριακή το πρωί. Έμεινα εκεί λίγο παραπάνω από δύο χρόνια και εκεί γνωρίστηκα με τις πρώτες μορφές εργατικού αγώνα, την απεργία και την πικετοφορία. Άφησα το εργοτάξιο για να πάω να δουλέψω στους Σιδηροδρόμους του κράτους, ένα πολύ πολιτικοποιημένο περιβάλλον συντρόφων και εκεί ασκούσα συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα. Το καλοκαίρι του ’71, με την αριστερή πτέρυγα της Cgil, πραγματοποιήσαμε συνελεύσεις σιδηροδρομικών για να ξεκινήσουμε μια μάχη σχετικά με το ωράριο εργασίας και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Το συνδικάτο στάθηκε αντίθετο, έτσι δημιουργήσαμε την Cub [επιτροπή βάσης] των σιδηροδρομικών της Roma Termini, η οποία επεκτάθηκε αμέσως στις άλλες σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις της Ρώμης και έγινε η Cub των σιδηροδρομικών της Ρώμης, αποκτώντας σημασία και χώρο στις εφημερίδες λόγω της απεργίας 48 ωρών που καλέστηκε από την Cub ξεκινώντας από τις 9 μ.μ. της 7ης αυγούστου. Η απεργία πέτυχε παρά την, αποτυχημένη, προσπάθεια να οργανωθεί απεργοσπαστισμός από τα λεγόμενα ενωσιακά συνδικάτα. Η γέννηση ενός σώματος «αυτοοργανωμένου» όπως η Cub, διεγείρει στην ρωμαϊκή πραγματικότητα τον σχηματισμό οργανισμών «αυτοοργανωμένων» σε εργατικές δομές όπως Νοσοκομειακών (Policlicico Umberto I), Enel [ενέργεια], Sip (τηλέφωνο), ρωμαϊκά Αεροδρόμια και πολλές άλλες ακόμη και στις γειτονιές.

= ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ – Η δεκαετία του 1960 ήταν γεμάτη αντιαποικιακούς αγώνες για εθνική απελευθέρωση – Κούβα 1958 – Αλγερία το 1962 και μεγάλο μέρος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Εκείνα τα χρόνια, οι εκμεταλλευόμενοι στις βιομηχανικές χώρες και οι καταπιεσμένοι από τις αποικισμένες περιοχές, οι τελευταίοι της γης, ξεκινούσαν μια ισχυρή πίεση, σε έκταση και βάθος μεταξύ των σημαντικότερων της σύγχρονης εποχής. Είχαν σταματήσει να υπομένουν στη σιωπή και, όπως προέτρεπαν τα πρώτα λόγια του ύμνου της Διεθνούς: «debout les damnés de la terre»- »ξεσηκωθείτε κολασμένοι της γης’‘, σηκώθηκαν στα πόδια τους, με χιλιάδες προβλήματα και αντιφάσεις, αλλά ήθελαν να οδηγηθούν προς την απελευθέρωσή τους, και μεγάλο μέρος των νέων γενεών των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμούσε να σταθεί στο πλάι τους, όχι μόνο με την αλληλεγγύη.

 

* Εμείς οι νέοι εκείνων των χρόνων ζούσαμε τα ζητήματα της εργασίας και τα διεθνή με τρόπο αλληλένδετο. Ένα σύνθημα που εξαπλώθηκε εκείνες τις μέρες ήταν το εξής: «Agnelli (ή ένας άλλος ιδιοκτήτης εταιρείας) έχεις το Βιετνάμ μες το συνεργείο «. Με αυτή την έννοια είχαμε αποδεχτεί το μήνυμα του «Τσε» «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna-Να δημιουργήσουμε δυο, τρία πολλά Βιετνάμ, αυτό είναι το σύνθημα!”

 

= Ο “Τσε”     Τι μπορούμε να προσθέσουμε που δεν έχει ήδη γραφτεί για τον Che;

Οι επιλογές της ζωής του μας σημάδεψαν όπως τα πολιτικά του μονοπάτια. Η δύναμη του Τσε ήταν ότι σφράγισε άρρηκτα τις επιλογές της ζωής με τα επαναστατικά του ιδανικά. Η συνέπεια υπήρξε το πιο συναρπαστικό στοιχείο της διδασκαλίας του, εκείνη που αγνοήθηκε περισσότερο από το πολιτικό περιβάλλον και της αριστεράς. Μπορούσαμε να ενθουσιαστούμε για μια περιπετειώδη ζωή, αλλά δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε πως αγνοούσαμε ότι εκείνη τη ζωή ο Τσε την είχε αφιερώσει σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που είχε εξηγήσει χίλιες φορές με χιλιάδες τρόπους, τα λόγια του δεν επέτρεπαν παρερμηνείες, δισταγμό, αναποφασιστικότητα:

Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με τον λαό του Βιετνάμ έχει την ίδια γεύση της πικρής ειρωνείας που είχε για τους μονομάχους του τσίρκου η προτροπή της πλέμπας, δεν μιλάμε να ευχόμαστε τη νίκη στο θύμα, αλλά να μοιραζόμαστε τη μοίρα του: να πάμε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη. […] Και οι αγώνες δεν θα είναι απλές μάχες στο δρόμο, πέτρες ενάντια σε δακρυγόνα, ούτε γενικές ειρηνικές απεργίες, ούτε θα είναι ο αγώνας ενός εξοργισμένου λαού που καταστρέφει τον κατασταλτικό μηχανισμό μέσα σε δύο ή τρεις μέρες, θα είναι ένας μακρύς, αιματηρός αγώνας […] Και ημών εκμεταλλευόμενων του κόσμου, ποια είναι η θέση μας, ποιο είναι το καθήκον μας; Τι πρέπει να κάνουμε; Να επιτεθούμε σκληρά, αδιάκοπα σε κάθε σημείο της αντιπαράθεσης, πρέπει να είναι η γενική τακτική των λαών. […] Από την άλλη οι αυτόχθονες μπουρζουαζίες έχουν χάσει κάθε ικανότητα να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό – εάν ποτέ την είχαν  – […] Δεν υπάρχουν άλλες αλλαγές να γίνουν: ή σοσιαλιστική επανάσταση ή μια καρικατούρα επανάστασης.

Η διαφορά μεταξύ της πρότασης του Τσε και της σκέψης που μας έρχονταν από το Κκι και τη Μόσχα ήταν τεράστια: ο Che παρότρυνε να έχουμε πάντα μια διεθνή ματιά, να εκτιμούμε ότι η σύγκρουση μεταξύ του ιμπεριαλισμού και των λαών σε μάχη ήταν ήδη σε εξέλιξη, ήταν πολύπλοκη και παγκόσμια. Ως εκ τούτου, για να συμμετάσχουμε στον αγώνα για την αλλαγή στις τύχες του κόσμου ήταν απαραίτητο να ανοίξουμε ένα αντάρτικο μέτωπο οπουδήποτε κι αν βρισκόμασταν, ακόμα κι αν οι συνθήκες για τη νίκη δεν ήταν βέβαιες-σίγουρες.

Ο Τσε πρότεινε ένα είδος αντάρτικης διεθνούς, όχι ένα συγκεντρωτικό κόμμα όπως η Τρίτη Διεθνής, αλλά μια διαφοροποιημένη και ισχυρά αλληλέγγυα περιοχή. Η Tricontinental θα έπρεπε να είναι ο πυρήνας εκείνου του είδους αντάρτικης διεθνούς, η οποία ξεκίνησε το ταξίδι της με το ραντεβού της Αβάνας από τις 3 έως τις 15 ιανουαρίου ’66, »τη Διάσκεψη Αλληλεγγύης των Λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής», και ξεκινούσε την Ospaaal (Οργάνωση Αλληλεγγύης των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής). Το μήνυμα του Τσε προς την Tricontinental: «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna!» δημοσιεύονταν στις 16 απριλίου του ’67. Εμφανίστηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ‘Tricontinental’ τον ιούλιο-αύγουστο του ’67 και έγινε, μετά από τη δολοφονία του δύο μήνες αργότερα, στις 9 οκτωβρίου, η πολιτική του διαθήκη.

Για λίγα χρόνια το περιοδικό, που εκδόθηκε στην Αβάνα σε τέσσερις γλώσσες: ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά (διανεμήθηκε στην Ευρώπη από τις εκδόσεις Maspero του Παρισιού και από το βιβλιοπωλείο Feltrinelli στο Μιλάνο), διαδραμάτισε αναντικατάστατο ρόλο πληροφόρησης για τους επαναστατικούς αγώνες και απελευθέρωσης στις τρεις ηπείρους, καθώς και καταγγελίας της στρατιωτικής επιθετικότητας και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρέμβασης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της Δυτικής Ευρώπης ενάντια στον Τρίτο κόσμο. Το μίσος ως παράγοντας πάλης, το αδιάλλακτο μίσος για τον εχθρό, που ωθεί τον άνθρωπο πέρα από τα φυσικά όρια και τον μετατρέπει σε μια αποτελεσματική, βίαιη, επιλεκτική και ψυχρή μηχανή για να σκοτώσει. Οι στρατιώτες μας πρέπει να είναι έτσι, ένας λαός χωρίς μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει επί ενός βίαιου εχθρού. [Τσε, δημιουργήστε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ]

 

* Πολύ δημοφιλές τραγούδι ανάμεσα στους συντρόφους και τις συντρόφισσες εκείνη την εποχή:

-Όλος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη, / η Λατινική Αμερική μάχεται, / ο ένοπλος αγώνας κερδίζει στην Ινδοκίνα, / όλοι οι λαοί στον κόσμο αποκτούν συνείδηση / και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη σωστή βία. Συνεπώς: τι θέλεις περισσότερο σύντροφε, για να καταλάβεις / ότι σήμανε η ώρα του τουφεκιού; [Pino Masi, L’ora del fucile, η ώρα του τουφεκιού 1971]

 

= το 1968-   «Δεν είναι δυνατόν, σε μια ιστορική κρίση μας, να διαχωρίζουμε αυστηρά το τι συνέβη το 1969 από όλα όσα συνέβησαν το 1968, δηλαδή από το κλίμα συλλογικής κινητοποίησης και μιας ισχυρής αναβίωσης της κοινωνικής σύγκρουσης (και εργατικής) που είχε εκραγεί εκείνο το έτος. Όχι μόνο επειδή το ’68 ήταν πράγματι διάσπαρτο από σημαντικούς αγώνες στο εργοστάσιο (από την Pirelli του Μιλάνο μέχρι το χημικό κόμβο του Porto Marghera, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς), αλλά διότι υπήρξε μια συνεχής, σταθερή κυκλικότητα εμπειριών μεταξύ σπουδαστών και εργατών, με το σχηματισμό μεταξύ άλλων συλλογικοτήτων και επιτροπών βάσης με μικτή συμμετοχή (λίγο στο παράδειγμα των γαλλικών «comités d’action»).

[Marco Scavino, L’anno degli operai, το έτος των εργατών 2001]

= Το κίνημα του 68, του 69 και των επόμενων ετών είναι ποικίλo και πολύμορφο. Μέσα σε αυτό το κίνημα γεννιούνται οι οργανώσεις: Potere Operaio, Lotta Continua, Il Manifesto, Avanguardia Operaia και άλλες. Στο Μιλάνο η Μητροπολιτική Πολιτική Κολεκτίβα (CPM) γεννιέται στις 8 σεπτεμβρίου 1969, προωθούμενη από την CUB Pirelli, από την GdS (ομάδα μελέτης) Sit-Siemens, από την GdS IBM, από κάποιες κολεκτίβες εργατών- φοιτητών, από ομάδες συντρόφων της Alfa Romeo, της Marelli, των Κρατικών τηλεφώνων, της οργάνωσης φοιτητικό Κίνημα-del Movimento studentesco, καθώς και από αγωνιστές χωρίς οργάνωση. Το CPM θα είναι ακριβώς ο αρχικός πυρήνας από τον οποίο, μέσω διαφόρων μετασχηματισμών, οι BR-ΕΤ θα γεννηθούν και θα αναπτυχθούν.

* Και στη Ρώμη με άλλους συντρόφους/ισσες, μετά την επίθεση καταστολής κατά τα έτη ’73 και ’74, όχι μόνο προς τις οργανωμένες ομάδες των συντρόφων/ισσών αλλά και προς τους αγώνες εργοστασίων και γειτονιών, σκεφτήκαμε ότι έφτασε η στιγμή να σχετιστούμε με την άνοδο του ύψους της σύγκρουσης που αποφασίστηκε από το κράτος, έτσι δημιουργούμε επαφές με τις Br. Η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br σχηματίζεται το 1976, αναπτύσσοντας τον ένοπλο αγώνα στις βιομηχανικές δραστηριότητες των «υπηρεσιών» (σιδηρόδρομοι, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, νοσοκομεία) και στις γειτονιές της μητρόπολης.

 

= Στα χρόνια του Εβδομήντα και Ογδόντα περισσότερες από 250 ένοπλες ονομασίες-ομάδες ήταν ενεργές, 36.000 πολίτες διερευνήθηκαν για ένοπλη μπάντα και 6.000 από αυτούς καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και 7.866 επιθέσεις καταγράφηκαν σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους.

 

 

=Καταγωγή του ένοπλου Αγώνα, μερικές θέσεις που παρήχθησαν από τις εν τη γενέσει Κόκκινες Ταξιαρχίες:

Τον αγώνα στο εργοστάσιο πρέπει να τον δούμε «μέσα στο ευρύτερο κίνημα της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο, και στις ευρωπαϊκές της διαρθρώσεις».
Όσον αφορά το έδαφος του αγώνα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως «πάνω απ ‘όλα στον μητροπολιτικό χώρο ο ταξικός αγώνας τίθεται με επαναστατικούς όρους των οποίων η διέξοδος αντιπροσωπεύεται από την ΕΝΟΠΛΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΛΗ».

«Εμείς βλέπουμε στην προλεταριακή αυτονομία το ενοποιητικό περιεχόμενο των αγώνων των φοιτητών, των εργατών και των τεχνικών που επέτρεψαν το ποιοτικό άλμα 1968-69. Η αυτονομία δεν είναι ένα φάντασμα ή μια κενή φόρμουλα στην οποία σήμερα, μπροστά στην αντεπίθεση του συστήματος, οι νοσταλγοί των περασμένων αγώνων προσκολλώνται. Η αυτονομία είναι το κίνημα απελευθέρωσης του προλεταριάτου από τη συνολική ηγεμονία της μπουρζουαζίας, και συμπίπτει με την επαναστατική διαδικασία. Από αυτή την άποψη η αυτονομία δεν είναι σίγουρα κάτι νέο, μια εφεύρεση της τελευταίας ώρας, αλλά μια πολιτική κατηγορία του επαναστατικού μαρξισμού, υπό το φως της οποίας θα αξιολογηθεί η συνοχή και η κατεύθυνση ενός μαζικού κινήματος.

Αυτονομία από: αστικούς πολιτικούς θεσμούς (κράτος, κόμματα, συνδικάτα, νομικά θεσμικά όργανα κ.λπ.), οικονομικά ιδρύματα (στο σύνολο του τον καπιταλιστικό μηχανισμό παραγωγής- διανομής), πολιτιστικά ιδρύματα (την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες τις διαρθρώσεις της) κανονιστικούς οργανισμούς, την αστική «ηθική».
Αυτονομία για: την κατεδάφιση του παγκόσμιου συστήματος εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης ».

«Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες δεν ήταν ένα απομονωμένο φαινόμενο που ξεπήδησε σαν ένα μανιτάρι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η πολιτική διαφωνία που βρίσκεται στη βάση της γέννησης και της ανάπτυξης των ενόπλων σχηματισμών αυτού του τύπου προέρχεται από την πεποίθηση, εκ μέρους των εργατών, των φοιτητών, των εργαζομένων, ότι είχαν προδοθεί από την πολιτική διεύθυνση. (σημείο καμπής, η μεταστροφή του Σαλέρνο του 1944, η αντιπολίτευση σε αυτή που θεωρείται μια στάση παραίτησης είναι παρούσα και εκφράζεται στις πιο ποικίλες μορφές. Επιβεβλημένη από την ΕΣΣΔ στο PCI, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαίρεσης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, που βλέπουμε στα συνέδρια της Γιάλτα και της Τεχεράνης. Στην διοίκηση του Κομμουνιστικού Κόμματος υπέστησαν την επιλογή αυτή, ανεπιθύμητη, και δεν θα υπάρξουν αντίθετες θέσεις, ενώ στη βάση υπήρξαν πολυάριθμες εξεγέρσεις και «επιστροφή στα βουνά» εναντίον διαχειριστών εταιρειών και δημόσιων αξιωματούχων πρώην φασιστών που ανακυκλώθηκαν μέσα στη δημοκρατία (Ragusa, Catania, Bologna, Modena, Reggio Emilia και Milano στη Breda).

Τον φεβρουάριο του 1949 ανεβαίνει στο προσκήνιο η Κόκκινη Φτερωτή- la Volante Rossa, ένας σχηματισμός που δραστηριοποιούνταν εδώ και δύο χρόνια στην περιοχή του Μιλάνο, και συγκεκριμένα στην γειτονιά Sesto San Giovanni.). Η ανάγκη για κομμουνισμό και ισότητα παρέμεινε ζωντανή στη βάση που ένιωθε απογοητευμένη. Το φαινόμενο, που ονομάστηκε «εξτρεμισμός» ή «μαξιμαλισμός» ή «τυχοδιωκτισμός», αξίζει μια σημαντική θέση στην ιστορική παράδοση του ιταλικού εργατικού κινήματος, μιας και είναι μια σταθερά, μερικές φορές ακόμη και πλειοψηφική, με διάφορες μορφές. Επομένως, είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τις BR ή για άλλους ανάλογους σχηματισμούς, προηγούμενους ή ταυτόχρονους, χωρίς να επιστρέψουμε σε εκείνους που είναι οι ιστορικές τους ρίζες)».

[από την ‘κόκκινη βοήθεια‘- “soccorso rosso”  Brigate Rosse]

 

= Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΛΙΜΑΚΩΝΕΤΑΙ –

Αλλά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν στέκονταν να παρακολουθούν, κατά τη δεκαετία του Πενήντα είχαν συντρίψει εν τη γενέσει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής αλλαγής που διεξάγονταν στις χώρες που κυριαρχούσαν οι συμμαχικές δικτατορίες της Ουάσινγκτον. Το 1953 στο Ιράν η Cia και οι πολυεθνικές του πετρελαίου είχαν βοηθήσει τον δικτάτορα Reza Palhevi, τον αιμοδιψή Σάχη, να ανακτήσει την εξουσία με το πνίξιμο στο αίμα της δημοκρατικής αλλαγής του Mossadeq, υποστηριζόμενης από τα αριστερά κόμματα, που ήθελε να αποτρέψει τη ληστεία του ιρανικού πετρελαίου από τις πολυεθνικές.

Μετά το πραξικόπημα, ο χασάπης Reza Palhevi τριγυρνά για να ευχαριστήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνένοχους για το αιματηρό πραξικόπημα. Στο Βερολίνο, στις 2 ιουνίου του ’67, στην ευαίσθητη γερμανική νεολαία δεν άρεσε εκείνη την άθλια παρέλαση και μπλόκαρε την πόλη με μεγάλες διαδηλώσεις. Η γερμανική αστυνομία, προς υπεράσπιση του Σάχη, δολοφόνησε τον εικοσιεπτάχρονο φοιτητή Benno Ohnesorg. Από εκείνη την εγκληματική δολοφονία του Κράτους στο δυτικογερμανικό νεανικό κίνημα ωρίμασε μια άνοδος της ριζοσπαστικότητας, περισσότερο από ποτέ αναγκαία για να καταγγείλει την «επιστροφή των φιλοναζιστών» στην κορυφή της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η ημερομηνία εκείνη, 2 ιουνίου, έγινε το σύμβολο ενός κινήματος ένοπλων αγώνων στη δυτική Γερμανία στο πλευρό της RAF και άλλων σχηματισμών.

Και στην Κεντρική Αμερική η συμμαχία μεταξύ ιμπεριαλισμού Usa και πλούσιων τάξεων δεν ανέχεται ούτε καν φιλελεύθερες εναλλακτικές λύσεις όπως στη Γουατεμάλα και σε άλλες χώρες. Στην Ευρώπη τα υπέργηρα φασιστικά καθεστώτα όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς και τα νέα όπως η Ελλάδα, απολάμβαναν την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ. Και στην Αφρική αιματηρές σφαγές, πραγματικές γενοκτονίες, συνέβησαν στο Κονγκό στη δεκαετία του 1960 και στην Ινδονησία το ’65, με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους που σκοτώθηκαν επειδή ήταν ύποπτοι να είναι κομμουνιστές – σηματοδότησαν την παρουσία του δολοφονικού πέλματος του Λευκού Οίκου και των ευρωπαϊκών καγκελαριών.

Στο Κονγκό, οι Βέλγοι βασιλεύοντες ευλογημένοι από την Εκκλησία που υποστηρίχθηκαν από τη Γαλλία, ενορχήστρωσαν την απόσχιση της Katanga, της πλουσιότερης περιοχής της χώρας. Το Κογκό είχε επιτέλους κατακτήσει την ανεξαρτησία, με επικεφαλής τον Patrice Lumumba. Δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά δεν άρεσε στην βελγική αυλή, ούτε στις πολυεθνικές. Ο Lumumba ήθελε να φέρει ισότητα σε εκείνες τις περιοχές που καταστράφηκαν από τη φτώχεια και την πείνα που προκάλεσε η αποικιοκρατική εκμετάλλευση, ήταν επομένως ύποπτος ότι μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, με τεράστιες σφαγές κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του ΟΗΕ.

Η προσβολή της σιωπής έπεσε επάνω σε εκείνες τις σφαγές. Έκτοτε συνειδητοποιήσαμε ότι το χειρότερο έγκλημα μπροστά στις σφαγές είναι να απέχουμε από μια απάντηση, ακόμη και αν πρέπει να είναι βίαιη. Η σιωπή και η συγκατάθεση είναι το πραγματικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Το ’67 το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα προκάλεσε πολλή συζήτηση. Αλλά πώς; έλεγαν κάποιοι, μια χώρα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, η χώρα του Περικλή; Το δολοφονικό χέρι των ΗΠΑ έφτανε στη Μεσόγειο.

Πέσαμε με τα μούτρα στις ακόμα ενοποιημένες πλατείες, με τους αγωνιστές του PCI οι εντάσεις ήταν ακόμη μόνο λεκτικές, οι συγκρούσεις ήρθαν αργότερα. Υπήρχαν ακόμα ορισμένα κοινά συνθήματα κατά των συνταγματαρχών.

Αυτά για το Βιετνάμ αποκλίνουν: «Βιετνάμ ελεύθερο αυτοί», «κόκκινο Βιετνάμ» εμείς, ακολουθούμενο από «το Βιετνάμ κερδίζει γιατί πυροβολεί», και πάλι «Πόλεμος όχι! Guerrilla ναι-ναι στον ανταρτοπόλεμο ».

 

* 1973 – ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ:

αντιμέτωποι με την εντατικοποίηση της Καταστολής, οι ομάδες διαλύονται, το κίνημα υποφέρει ταρακούνημα. Δύο προτάσεις παραμένουν ζωντανές αποδεχόμενες τη σύγκρουση χωρίς να κάνουν βήματα προς τα πίσω: ο ένοπλος αγώνας και η οργανωμένη αυτονομία.

Εν τω μεταξύ, στις μεγάλες πόλεις: Milano, Roma, Torino, Napoli, Palermo κ.λ.π. διαχέονται συνθήματα και πρακτικές: »PRENDIAMO I TRASPORTI-ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ», «IL TRASPORTO SI PRENDE L’ABBONAMENTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ,»   LA CASA SI PRENDE L’AFFITTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΙΚΙ

 

= ΘΕΣΕΙΣ BR  “Το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι επομένως τόσο η ποσοτική οριζόντια επέκταση της σύγκρουσης (από τον αγώνα του εργοστασίου για μεγαλύτερο μισθό στον κοινωνικό αγώνα για την υπεράσπιση των μισθών), αλλά ένα πολιτικό άλμα του αγώνα, – που ταυτόχρονα να υπερασπίζεται και να επεκτείνει το επίπεδο της αυτονομίας που με κόπο κατέκτησε σε αυτά τα τελευταία χρόνια του αγώνα. Να επεκτείνουμε τον συνεχή αγώνα από τα παραγωγικά κέντρα στην κοινωνία, από τις διαδηλώσεις της άμεσης εκμετάλλευσης στις συνολικές διαδηλώσεις της εκμετάλλευσης, να πραγματοποιήσουμε αυτή την επέκταση κατανοώντας όλους τους όρους, τους περιορισμούς και τα προβλήματα που θέτει η νέα κοινωνική σφαίρα του αγώνα στην αυτονομία είναι η προϋπόθεση ώστε η ανάγκη που εκφράζεται από τους αγώνες, ανάγκη για επαναστατική οργάνωση, να μεταφραστεί σε πραγματικότητα ενεργή”.

… η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικοπολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα όπου εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα έπρεπε να συνιστά την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος: όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο οξείς, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο ξεκάθαρο…
Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί
”. [«Il Collettivo, Η Κολεκτίβα» ν. μοναδικό, ιανουάριος 1970, ντοκουμέντα του «Collettivo,» Κοινωνικός αγώνας και οργάνωση στην μητρόπολη]. Αναφέρεται στο CPM, collettivo politico metropolitano.

Οι πρώτες ενέργειες των BR αναπτύχθηκαν, βέβαια, μέσα στα εργοστάσια όπου η μητρική οργάνωση, το CPM, αργότερα Προλεταριακή Αριστερά) ήταν ισχυρότερη: Sit-Siemens και Pirelli. Η πυρπόληση ενός αυτοκινήτου διοικητικού στελέχους της Sit-Siemens, υπογεγραμμένη με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και της γραφής Brigate Rosse (17 σεπτεμβρίου 1970). Καθώς η αναδιάρθρωση του πολιτικού μηχανισμού προχωρούσε για να διαχειριστεί την καπιταλιστική κρίση και να οδηγήσει την καταστολή του επαναστατικού κινήματος, προσδιορίζεται η στρατηγική επίθεσης στην καρδιά του κράτους στον «ιστορικό συμβιβασμό» δηλαδή στο αγκάλιασμα της Dc με το Pci, παρότι το Κκι στις εκλογές του ’75 και του ’76 σχεδόν έφτανε και ξεπερνούσε την DC, αλλά ακριβώς από αυτό το αποτέλεσμα το Pci αποκαλύπτει τα χαρτιά του, υποκείμενου της καπιταλιστικής τάξης

 

Θέμα: ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης των Br, Απρίλιος 1975

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα συμφέροντά τους. Με το πέρασμα των χρόνων το σύστημα αυτό έχει διαρθρωθεί και διαστρωματιστεί από λειτουργικές περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης που είναι συγχρόνως πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές.
Οι χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου» αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό χώρο του ιμπεριαλισμού. Η περιοχή αυτή, από μια ουσιαστικά ομοιογενή καπιταλιστική άποψη, ορίζεται στρατηγικά ως το «δυτικό δημοκρατικό σύστημα ”.

Σήμερα εμφανίζει μια ΚΡΙΣΗ λόγω της αστάθειας ορισμένων υποκείμενων καθεστώτων, λόγω του εργατικού και προλεταριακού αγώνα, λόγω των εξεγέρσεων των καταπιεσμένων τάξεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. μια κρίση που έχει στρατιωτικές πτυχές λόγω της αποσύνδεσης ορισμένων σημαντικών χωρών από το ΝΑΤΟ · λόγω των αγώνων των καταπιεσμένων λαών που αντιστέκονται στις πλανητικές ηγεμονικές απαιτήσεις.

Το να λέμε ότι η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος του «δυτικού δημοκρατικού συστήματος» συνεπάγεται ότι είναι η χώρα όπου η αντεπανάσταση θα ξεσπάσει πιο δυνατά και ολόκληρο το ιμπεριαλιστικό σύστημα θα αναλάβει την ευθύνη αυτής της διαδικασίας. Το ιταλικό προλεταριάτο με την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου στη χώρα, δεν θα βρεθεί να «λογαριάζεται» μόνο με τον εσωτερικό εχθρό του, αλλά με ολόκληρη την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση του ιμπεριαλισμού.
Ο επαναστατικός ταξικός πόλεμος στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι άμεσα ένας αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος απελευθέρωσης, επειδή η χειραφέτηση ενός λαού μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικό περιβάλλον πρέπει να λογαριαστεί με την ιμπεριαλιστική καταπίεση-καταστολή.

Η «στρατηγική» του Ιστορικού Συμβιβασμού έχει τις προϋποθέσεις της σε δύο αποφασιστικές παρεξηγήσεις: τον πολεμοκάπηλο χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού, και τον αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χριστιανοδημοκρατίας-DC.

= Το κύριο καθήκον της επαναστατικής δράσης σε αυτή τη φάση είναι επομένως η μέγιστη δυνατή πολιτική αποδιάρθρωση τόσο του καθεστώτος όσο και του Κράτους. Και αυτή είναι η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη αντιφάσεων μεταξύ των θεσμών και, μέσα σε κάθε έναν από αυτούς, μεταξύ των διαφόρων τακτικών σχεδίων για την επίλυση της κρίσης και μέσα σε κάθε ένα από αυτά.

 

 Μερικές θεματικές των BR σχετικά με τον ιμπεριαλισμό (Ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης Φεβρουάριος 1978)

= Με τον ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ εννοούμε τη φάση του ιμπεριαλισμού στην οποία δεσπόζει το πολυεθνικό μονοπώλιο κεφάλαιο.
Το πολυπαραγωγικό πολυεθνικό μονοπώλιο, δηλαδή μεγάλα trust, με εταιρείες σε διάφορες χώρες και επενδύσεις σε διάφορους τομείς, αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο δομικό στοιχείο και τη θεμελιώδη βάση των κινήσεων του κεφαλαίου, επομένως δεν είναι πλέον η εθνική περιοχή, αλλά η καπιταλιστική περιοχή ως σύνολο.
Εάν το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού υπήρξε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ευθύς από την γέννηση του, όμως είναι μόνο με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που εδραιώνεται οριστικά σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό χώρο το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι μεγάλες μονοπωλιακές ομάδες μπορούν τώρα να ξεπεράσουν οριστικά τα εθνικά τους σύνορα ώστε να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρο τον χώρο και η πολυεθνική δομή καθίσταται απαραίτητος και αναπόσπαστος παράγοντας για κάθε περαιτέρω ανάπτυξη. Είναι στην πραγματικότητα χάρη σε αυτήν που μπορεί κανείς να εκμεταλλευτεί πλήρως τα διάφορα ποσοστά κέρδους που υπάρχουν στο χώρο και έτσι να πραγματοποιήσει εκείνα τα τεράστια πλεονάσματα τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συσσώρευσης στην ιμπεριαλιστική φάση. Η «Πολυεθνικότητα» δεν είναι απλώς διεθνοποίηση της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά διεθνοποίηση του κεφαλαίου στο σύνολό του! δομές παραγωγής, αγορές, σχέσεις ιδιοκτησίας κ.λ.π.
Αυτή η διεργασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου καθορίζει την κυριαρχία της ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ μέσα στο αστικό μέτωπο, ταξική έκφραση πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και παράλληλα με την επικράτηση του εδραιώνονται και τα θεσμικά μέσα διαμεσολάβησης και κυριαρχίας (Τριμερής, Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών), ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΕΟΚ, …).

= Με αυτό δεν αρνούμαστε την ύπαρξη και αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών «εθνών» ή μεταξύ μονοπωλιακού κεφαλαίου και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά πιστεύουμε ότι αυτές οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικά η αντανάκλαση πολύ βαθύτερων αντιθέσεων μεταξύ πολυεθνικών ομάδων.

= Οι διάφορες εθνικές περιοχές επιβιώνουν τώρα ως μια ενδοχώρα για τις πολυεθνικές: για κάθε πολυεθνική, η εθνική περιοχή στην οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε γίνεται το «ισχυρό σημείο» της, η ζώνη στην οποία απολαμβάνει ένα σχεδόν αδιαφιλονίκητο μονοπώλιο. Όταν μιλάμε για πολυεθνικές υπονοούμε πράγματι «πολυεθνικές με εθνικό πόλο» και γι ‘αυτό χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, «αμερικανικές, γερμανικές πολυεθνικές, κλπ.».
Το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, που εξαρτάται οργανικά από το μονοπωλιακό, σίγουρα ζει μαζί του σε μια αντιφατική ενότητα, αλλά προφανώς δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα και την υλική δύναμη να οδηγήσει σε μια πολιτική έκφραση αυτών των αντιφάσεων με τη μορφή διάρρηξης του ιμπεριαλιστικού μετώπου. Ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών παρουσιάζεται επομένως ως ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο οποίο οι διάφοροι «εθνικοί καπιταλισμοί» είναι απλά οργανικές του διαρθρώσεις, και οι διαφορετικές «εθνικές περιοχές» υφίστανται ως γεωγραφική έκφραση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας που καθορίζεται από αυτόν.
Επομένως μπορούμε να συνάγουμε μια πρώτη εκτίμηση. Σε κάθε εθνική περιοχή το προλεταριάτο δεν βρίσκεται στη θέση να λογαριάζεται με την «εθνική μπουρζουαζία» του αλλά με την τοπική διάρθρωση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Αυτό προσδίδει, και, στις μητροπόλεις, στον ταξικό αγώνα του προλεταριάτου τον χαρακτήρα αντιιμπεριαλιστικού αγώνα και επομένως, γενικότερα, ΤΑΞΙΚΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Στις μητροπόλεις είναι αμέσως και ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ.
Ωστόσο η ιμπεριαλιστική αλυσίδα παραμένει, όπως είδαμε, χαρακτηριζόμενη από την ανομοιογενή εξέλιξή της, η οποία εκδηλώνεται σε κάθε δαχτυλίδι της μέσω της ιδιαιτερότητας του οικονομικού και κοινωνικού του σχηματισμού (σχέσης μεταξύ του κυρίαρχου πολυεθνικού κεφαλαίου και πολυεθνικού κεφαλαίου του «πόλου», μεταξύ μονοπωλιακού και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανάμεσα στην «εσωτερική» ιμπεριαλιστική αστική τάξη και το προλεταριάτο) οπότε ο ταξικός αγώνας, ακόμα και σε αυτή τη στρατηγική ομοιογένεια περιεχομένου και προοπτικής, εξακολουθεί να παρουσιάζεται με ευεργετικές μορφές και δικούς του χρόνους ανάλογα με τις διάφορες εθνικές περιοχές.
= Οι διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο εάν δεν έχουν το δικό τους υπόβαθρο «ειρηνευμένο και υποστηρικτικό» για να μπορούν έτσι να υπομένουν τη σκληρότητα της σύγκρουσης. Θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλά παραδείγματα ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων που έληξαν μόλις παρουσιάστηκε και μόνο ο κίνδυνος της κομμουνιστικής επανάστασης και των διαφόρων ιμπεριαλισμών, οι οποίοι πρώτα παρουσιάζονταν εντόνως εχθρικοί, ενώθηκαν ενάντια στο προλεταριάτο που ξεσηκώθηκε στα όπλα. Δύο είναι αρκετά: η Κομμούνα του Παρισιού και η Οκτωβριανή Επανάσταση.
Να το μάθημα που ο Μαρξ αντλεί από την Κομμούνα:

» … Ότι μετά τον πιο συγκλονιστικό πόλεμο της σύγχρονης εποχής, ο ηττημένος και ο νικητής αδελφοποιούνται για να σφαγιάσουν από κοινού το προλεταριάτο, αυτό το πρωτοφανές γεγονός αποδεικνύει, όχι όπως νομίζει ο Bismarck την οριστική συντριβή μιας νέας κοινωνίας στην ανάδυση της, αλλά την πλήρη αποσύνθεση της παλιάς αστικής κοινωνίας. Το μεγαλύτερo άλμα ηρωισμού του οποίου εξακολουθεί να είναι ικανή η παλιά κοινωνία είναι ο εθνικός πόλεμος: και τώρα αποδεικνύεται ότι πρόκειται για μια απλή μυθοποίηση, μια απάτη των διαφόρων κυβερνήσεων, η οποία τείνει να καθυστερήσει και να θάψει τον ταξικό αγώνα και παραμερίζεται αμέσως μόλις αυτή η ταξική πάλη φουντώσει σε εμφύλιο πόλεμο».

a – «Είναι απαραίτητο πρώτα απ ‘όλα να καθορίσουμε ορισμένα μεθοδολογικά κριτήρια τα οποία βρίσκονται στη βάση του προσδιορισμού της έννοιας του Ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Επομένως, αρχίζουμε λέγοντας ότι δεν πιστεύουμε ότι η ουσία του καπιταλισμού, δηλαδή οι συγκεκριμένες αντιφάσεις του, έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Αντιθέτως έχει αλλάξει η μορφή και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, αυτές οι αντιφάσεις τείνουν να εκδηλώνονται ιστορικά.
b – Το Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών είναι η «εθνική» θεσμική υπερκατασκευή που αντιστοιχεί στη φάση του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είναι: ο σχηματισμός ενός ιμπεριαλιστικού πολιτικού προσωπικού. αυστηρή συγκέντρωση των κρατικών δομών υπό τον έλεγχο της Εκτελεστικής Εξουσίας · ρεφορμισμός και εξόντωση ως ολοκληρωμένες-ενσωματωμένες μορφές της ίδιας λειτουργίας: της προληπτικής αντεπανάστασης.
= Ονομάζουμε «εσωτερική» ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης ενσωματωμένης στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, έκφραση του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της ιμπεριαλιστικής αναδιάρθρωσης του οικονομικού μας χώρου και των σχετικών πολιτικών και θεσμικών υπερδομών.

Την ίδια περίοδο τα υπερεθνικά θεσμικά όργανα (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ), μέσω των οποίων η ιμπεριαλιστική αστική τάξη θέλει να επιβάλει την παγκόσμια στρατηγική της, αποκτούν δύναμη και αναλαμβάνουν ένα βαθμό εξουσίας τέτοιο ώστε να υποτάσσουν και να καθιστούν λειτουργικά σε αυτά τα «εθνικά κράτη» που μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναγκάζονται να επαναπροσδιοριστούν στις εσωτερικές τους δομές.
Με την αναδιάρθρωση τους, τα Κράτη αυτά προετοιμάζονται να διαδραματίσουν δύο βασικούς ρόλους:
– Ζώνη μεταβίβασης εντολών των παγκόσμιων οικονομικών-στρατηγικών συμφερόντων του κυρίαρχου ιμπεριαλισμού,
– «Κανονικοποίηση της περιοχής», δηλαδή οργάνωση της προληπτικής αντεπανάστασης προκειμένου να εξαλείψουν κάθε επαναστατική «φιλοδοξία».
«Το Κράτος-έθνος γίνεται ζώνη μεταβίβασης εντολών για το διεθνές κεφάλαιο που οργανώνεται εναντίον του λαού. Το αστικό συνταγματικό-Κράτος, κατά τη διαδικασία της αντιφατικής εξέλιξης του ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διεθνούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου πρέπει να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από το ισχυρό Κράτος ή την ένοπλη δημοκρατία». (Croissant)

= Η επιβεβαίωση των συνολικών συμφερόντων του ιμπεριαλισμού περνά επομένως από μια μεταβατική φάση στην οποία οι διάφορες αστικές δυνάμεις συγκρούονται και συνυπάρχουν, αντιπροσωπεύοντας ένα εσωτερικό στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Και όμως, αυτή η κρίση, που βασανίζει το κράτος, δεν σπρώχνει προς την αποσύνθεση του, αλλά στην αναδιάρθρωσή του: Αυτή η τάση κρίση-αναδιάρθρωση, δείχνει ότι η κύρια αντίφαση του επαναστατικού κινήματος είναι εκείνη που το θέτει άμεσα ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Το να αντιμετωπίσουμε αυτή την αντίφαση συνεπάγεται επομένως να κινηθούμε στο έδαφος ενός μακρόχρονου ταξικού πολέμου.

=
Ως εκ τούτου το αλφάδι όλης της πολύπλοκης επιχείρησης είναι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και των θεμελιωδών κινητήριων μηχανών του ιμπεριαλισμού (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ …) με την έννοια ότι η «εσωτερική» πολιτική της οποίας η Χριστιανοδημοκρατία- DC πρέπει να καταστεί υποκινητής δεν μπορεί παρά να είναι μια άμεση λειτουργία της «εξωτερικής» πολιτικής εκείνων των χωρών και εκείνων των κέντρων.
Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και το Κεφάλαιο γνωρίζει τον όχι πλέον κυκλικό χαρακτήρα των αντιφάσεών του. πως σκοπός του είναι να επιβιώσει μέσα σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης του. Οι θεωρίες σχετικά με την «μηδενική ανάπτυξη» έχουν ανακαλυφθεί από την αστική επιστήμη εδώ και καιρό. Το ανεπίλυτο των αντιφάσεων στην οικονομική σφαίρα οδηγεί στην αναζήτηση μιας «ανεξαρτησίας» της πολιτικής-κοινωνικής δομής μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού κυριαρχίας που διαμορφώνεται ως αντεπαναστατικός «προληπτικός πόλεμος». Δηλαδή: το κράτος καθίσταται «υποκείμενο της πολιτικής», όπως δηλώνουν οι σύντροφοι της RAF. Αλλά, σε αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε την προσπάθεια εξομάλυνσης των κοινωνικών αντιφάσεων σύμφωνα με τον μηχανισμό καταστολή – μετάβαση σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αλλά τη συγκράτηση τους μέσα από την εξόντωση κάθε σχεδίου ανασύνθεσης της ταξικής σύγκρουσης επάνω σε ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα.

= Kαι ο ένοπλος αγώνας, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα έπρεπε να γκετοποιηθεί, περιορισμένος, σαν ενδημικό φαινόμενο, αυθόρμητη έκφραση της περιθωριοποίησης, για παράδειγμα, ένας αγώνας που να μην βλέπει, πέρα από τους εθνικούς πολιτικούς μηχανισμούς (παραγωγικούς, διοικητικούς, θεσμικά κόμματα), εκείνους του προληπτικού ιμπεριαλιστικού πολέμου.

= Καθώς με τον σχηματισμό του ιμπεριαλιστικού Κράτους αποκαλύπτεται εις βάθος ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ταξικής αντιφάσεως, ενισχυμένος περαιτέρω από την αντίθεση μεταξύ του παγκόσμιου συμφέροντος του ιμπεριαλισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων της περιοχής (ενδοϊμπεριαλιστική αντίφαση), οι μορφές και τα εργαλεία της κυριαρχίας πρέπει απαραίτητα να ενισχυθούν και να τελειοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό. Εκπαιδευόμενο από τους σύγχρονους και παλαιούς αγώνες των λαών σε πλανητική κλίμακα, έχοντας επίγνωση της στρατηγικής του αδυναμίας και της τακτικής δυνάμεως που του παρέχει ο τεράστιος μηχανισμός, ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών στοχεύει στο μοναδικό στόχο που μπορεί να παρατείνει την επιβίωσή του: να προλάβει να αποτρέψει και να εξολοθρεύσει την επανάσταση πριν αυτή μπορέσει να ξεδιπλωθεί με όλη της την δύναμη και να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του στο ζωτικό στρατηγικό έργο: την προληπτική αντεπανάσταση.
Με τον ρεφορμισμό, τις μικρές παραχωρήσεις προς τις μητροπολιτικές «αριστοκρατίες», προσπαθεί να εμποδίσει τον προλεταριακό αγώνα πριν φτάσει σε επίπεδα συναγερμού, για να τον περιορίσει, και στη συνέχεια να τον κλείσει στο εσωτερικό της «ανάπτυξης» του. την ίδια στιγμή, με ειρηνοποιημένα τα μετόπισθεν, περνά στην εξόντωση εκείνου του τμήματος του προλεταριάτου που δεν μπορεί να «εξαγοράσει» ή να κλειδώσει ξανά μέσα στην ανάπτυξή του.
Ο ρεφορμισμός δεν είναι ποτέ αποκομμένος από την εξόντωση. Δεν είναι κάτι άλλο. Ο ρεφορμισμός δεν είναι μια πολιτική της εργατικής τάξης, αλλά μια πολιτική του ιμπεριαλιστικού κράτους ενάντια στο μητροπολιτικό προλεταριάτο.
Επομένως το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη και συγκεντρωτική ρεφορμιστική-κατασταλτική δομή. Από τη μία πλευρά έχουμε τα ειρηνικά μέσα σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της συναίνεσης των μαζών: θεσμικά κόμματα, συνδικάτα, μέσα μαζικής ενημέρωσης-mass-media. Από την άλλη μεριά τα στρατιωτικά εργαλεία με σκοπό την εξόντωση: ειδικοί πυρήνες, ειδικά δικαστήρια, ειδικές φυλακές, δηλαδή δυνάμεις για την γενικευμένη καταστολή-καταπίεση. Όλες συνυπάρχουν και είναι λειτουργικά μέρη της ίδιας πολιτικής. Όλες είναι μορφές της ίδιας κατάστασης, του ίδιου Κράτους.
Αυτή η συνύπαρξη των ρεφορμιστικών-κατασταλτικών λειτουργιών υφίσταται, ανάλογα με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου, ποιοτικές τροποποιήσεις μιας κάποιας σημασίας, αλλά όχι τέτοιες ώστε να επηρεάζουν την ουσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Έτσι, στη φάση της οικονομικής επέκτασης, το ιμπεριαλιστικό Κράτος εμφανίζει πάνω απ’ όλα το ανθρώπινο και ειρηνικό πρόσωπο του ρεφορμισμού το οποίο όμως κρύβει χαλύβδινα δόντια. Η ειρήνη βασιλεύει σε αυτή τη φάση, αλλά πρόκειται για μια «ένοπλη ειρήνη». Αντίθετα, στη φάση της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται πρωτίστως τα όπλα και η σχέση μεταξύ κοινωνίας και Κράτους ολοένα να στρατιωτικοποιούνται περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ιμπεριαλιστικό Κράτος παραιτείται από τη χρήση του ρεφορμισμού. Μόνο που τώρα αυτό, έχοντας χάσει την υλική του βάση μετατρέπεται σε «καθαρή ιδεολογία» και τείνει να αναλάβει τη λειτουργία να «ελέγχει τις μάζες»,  «αντιπρολεταριακή αστυνομία».
Σε αυτή τη φάση, η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται ολοένα και πιο γενικευμένη και μπαίνουμε έτσι σε μια νέα φάση: τον πόλεμο!
Η διαδικασία της προληπτικής αντεπανάστασης που χαρακτηρίζει το κίνημα της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας σε αυτή τη φάση επιβάλλει στις επαναστατικές δυνάμεις μια νέα επεξεργασία της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας και ως εκ τούτου και των οργανωτικών αρχών και μορφών.
Αφού δεν υπάρχει πλέον μια πολιτική φάση ξεχωριστή από τη στρατιωτική διότι μεταρρύθμιση και εξόντωση συνυπάρχουν και είναι λειτουργικές στο ιμπεριαλιστικό Κράτος, η μόνη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού εδάφους της σύγκρουσης δίδεται με το όπλο στο χέρι.
Η εξεγερσιακή στρατηγική που προέρχεται από την ιστορία της τρίτης διεθνούς βγαίνει από την ιστορία και εισέρχεται ο ανταρτοπόλεμος, ο μακροχρόνιος ταξικός πόλεμος.
Στη φάση που ορίσαμε ως «ένοπλη ειρήνη» (δηλαδή στη φάση της επέκτασης του κύκλου στον οποίο επικρατεί η χρήση των ρεφορμιστικών μέσων έναντι εκείνων καταφανώς πιο κατασταλτικών) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η τακτική ένοπλης προπαγάνδας ενώ στη φάση του «πολέμου» (δηλαδή στη φάση της κρίσης του κύκλου στον οποίο τα όργανα καταστολής και εξάλειψης των ανταγωνιστικών συμπεριφορών της τάξης δεσπόζουν) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η πρακτική του επαναστατικού εμφυλίου πολέμου.

 

= Κατά τη μετάβαση από την ένοπλη ειρήνη στον πόλεμο η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται όλο και πιο άμεση και γενικευμένη, αλλά δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μια μεταμόρφωση του δημοκρατικού Κράτους σε φασιστικό Κράτος. Αντιθέτως βρισκόμαστε πάντοτε με την παρουσία ενός Κράτους το οποίο, με την αναδιάρθρωση, υπέστη αλλαγές στο ειδικό βάρος των θεμελιωδών στοιχείων του · πρώτα τα ειρηνικά-μεταρρυθμιστικά εργαλεία κυριαρχούσαν πάνω στα στρατιωτικά-κατασταλτικά, αλλά τώρα η εξόντωση υπερισχύει και υποτάσσει στον εαυτό της την μεταρρυθμιστική λειτουργία.
Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία υπήρξαν πολιτικές μορφές που κινούνται περιοδικά τις οποίες ανέλαβε η εξουσία της αστικής τάξης στη φάση του εθνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μπορούμε να προσθέσουμε περαιτέρω, απλουστεύοντας στο μέγιστο, ότι φασισμός και σοσιαλδημοκρατία έχουν αμοιβαία αποκλειστεί ο ένας από την άλλη στην ιστορία. Στο ιμπεριαλιστικό κράτος αντιθέτως συνυπάρχει η ουσία αυτών των πολιτικών μορφών, δίδοντας τόπο σε ένα πρωτότυπο «καθεστώς» που όμως δεν είναι ούτε φασιστικό ούτε σοσιαλδημοκρατικό, αλλά αντιπροσωπεύει μια διαλεκτική υπερνίκηση αμφοτέρων.

= Άλλοι σε αυτή τη μεταβατική φάση πιστεύουν ότι ξεχωρίζουν μια τάση προς την μεταμόρφωση του Κράτους με μια σοσιαλδημοκρατική έννοια και αναρωτιούνται εάν η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπεύει ή όχι τη διέξοδο από την ιμπεριαλιστική κρίση και, πιο συγκεκριμένα, εάν το ΚΚΙ ετοιμάζεται να κάνει ή όχι την είσοδό του στον χώρο της εξουσίας. Αυτό το ερώτημα περιέχει μέσα του ένα άλλο, δηλαδή το αν το PCI είναι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ή όχι.
Οι διαφορές μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του σύγχρονου ρεφορμισμού είναι πολυάριθμες και ορισμένες είναι θεμελιώδεις Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα τυπικό φαινόμενο εκείνων των φάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τις οποίες οι κρίσεις εξακολουθούν να ακολουθούν μια κυκλική τάση: βγαίνοντας από περιόδους ύφεσης, ο καπιταλισμός μπορεί, καταφεύγοντας σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, να «διαφθείρει τα στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας» που αποτελούν τη βάση μάζα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, η δυνατότητα μιας παραγωγικής ανάκαμψης επιτρέπει στην αστική τάξη ένα περιθώριο πραγματικής διαπραγμάτευσης με την «εργατική δεξιά»: αυτό προκαλεί, μεταξύ άλλων επιπτώσεων, την ενσωμάτωση των ηγετικών ομάδων των ρεφορμιστικών κομμάτων μέσα στο κοινωνικό μπλοκ που κατέχει την ισχύ-την εξουσία. Η συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τον ρεφορμισμό είναι συνεπώς κοινωνικής και πολιτικής φύσης: οι σοσιαλδημοκράτες και οι «επαγγελματίες εργάτες» στέκονται δίπλα στο αφεντικό επειδή μαζί του έχουν πραγματικά κοινά συμφέροντα (την ανάκαμψη της συσσώρευσης και την παραγωγική αναδιάρθρωση) και επειδή φιλοδοξούν να γίνουν αυτοί οι ίδιοι αφεντικά με βάσιμες πιθανότητες να το καταφέρουν. Επιπλέον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κράτους σε αυτό το στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού διευκολύνουν την είσοδο της σοσιαλδημοκρατίας σε εκείνη την κυβέρνηση που είναι από πάντα ο προθάλαμος της εξουσίας: το Κράτος ακόμη σχετικά αυτόνομο από την οικονομία, αιτιολογεί σε κάποιο βαθμό την ψευδαίσθηση ότι η κατάκτηση και η χρήση του από την εργατική τάξη είναι δυνατή.
Αυτά τα δεδομένα δεν ισχύουν πλέον σήμερα. Η κρίση του ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν είναι προβλέψιμο να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της συσσώρευσης, τόσο επειδή η οικονομία έχει εισέλθει σε μια φάση στασιμότητας η οποία θα επιλυθεί μόνο με τον πόλεμο για μια διαφορετική διαίρεση-μοίρασμα των αγορών, όσο και διότι οι υιοθετηθείσες από τα κράτη οικονομικές πολιτικές τείνουν να περιορίζουν, παρά να επεκτείνουν, την παραγωγική βάση. Συνεπώς λείπουν, τόσο οι δομικές βάσεις (φύση και πορεία της κρίσης) όσο και οι υποκειμενικές (πολιτικές κυβερνήσεων και κρατών) ώστε να επιτρέψουν την ενσωμάτωση των ρεβιζιονιστών σε ένα κοινωνικό μπλοκ που να επιδιώκει και να ακολουθεί μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Ή καλύτερα, είναι ακόμα πιθανό οι ρεβιζιονιστές (η ηγετική ομάδα τους) να φιλοξενηθούν προσωρινά εντός της Κυβέρνησης, αλλά αποκλείεται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση στρωμάτων της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης ή των μεσαίων τάξεων μέσα σε ένα μπλοκ εξουσίας που του έχει ανατεθεί να διαχειριστεί ένα είδος ανάπτυξης που δεν μπορεί πλέον να δοθεί, δεδομένου του ιμπεριαλιστικού και πολυεθνικού χαρακτήρα του καπιταλισμού της εποχής μας. Τι πράγμα, όντως, οι καπιταλιστές μπορούν να χορηγήσουν στον επαγγελματία εργάτη σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του αν όχι το ταμείο ανεργίας, τις απολύσεις, την αύξηση της εκμετάλλευσης και την προοδευτική αλλά σταθερή μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών; Και ούτως ή άλλως, πέραν των υλικών ανταλλαγμάτων, μέσα σε ποια υπόθεση ανάπτυξης μπορούν να εμπλακούν, ακόμη και μοναχά ιδεολογικά, εκείνα τα στρώματα εργατικών αριστοκρατιών που έχουν πλέον εξαντλήσει το προοδευτικό δυναμικό τους από την οπτική του κεφαλαίου;
Η απουσία διαρθρωτικών συνθηκών για το σχηματισμό ενός νέου κοινωνικoύ μπλοκ εξουσίας δεν αποκλείει όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης που, από την άλλη πλευρά, εξαρτώνται από την ταξική κατάσταση, καθώς και από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.
Εάν να πληρώσουν το αντίτιμο της ανόδου στην εξουσία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας υπήρξαν πριν απ’ όλα οι αγρότες, από την στιγμή που η επανάληψη της συσσώρευσης πραγματοποιούνταν εις βάρος της υπαίθρου, σήμερα η προτιμησιακή σχέση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας με τους ρεβιζιονιστές βασίζεται στον εντοπισμό του «περιθωριοποιημένου προλεταριάτου» ως μεταβλητή η κατοχή του ελέγχου της οποίας είναι απαραίτητη.
Με άλλα λόγια, ο επαγγελματίας εργάτης «θα έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα, ένας πραγματικός στρατιώτης της παραγωγής και να λειτουργεί ως αστυνομικός τόσο προς τους συναδέλφους του, όσο και κυρίως απέναντι στη μάζα των περιθωριοποιημένων προλετάριων της μεγάλης μητρόπολης».
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναπόφευκτο ότι η ρεβιζιονιστική πολιτική θα χάσει σταδιακά όλα τα ρεφορμιστικά της χαρακτηριστικά για να αναλάβει απόλυτα κατασταλτικά: από προοδευτική, η λειτουργία του PCI γίνεται έτσι, εκ των πραγμάτων και ανεξάρτητα από τη βούληση των αγωνιστών του, συντηρητική, με σκοπό να ασκεί άκαμπτο έλεγχο επί της αγοράς εργασίας και να οργανώνει τη συναίνεση γύρω από ένα σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που λόγω της φύσης του ιμπεριαλισμού, όντος ανίκανου να κινητοποιήσει και να εμπλέξει τις μάζες (όπως είχε καταφέρει να το κάνει ο φασισμός για παράδειγμα ), θα αναγκάσει όλο και περισσότερο τους ρεβιζιονιστές να καταφεύγουν σε καταναγκαστικά εργαλεία και να επιβάλουν συναίνεση με το ζόρι, αντί να την ζητούν και να την ερμηνεύουν.
Αυτό θα συμβεί διότι, εάν ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει δεν υπάρχει περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χωρίς να διαταραχθούν οι αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη να παραμείνουν αμετάβλητες θα πρέπει να συγκρουστεί με τη βούληση να τις τροποποιήσει και πως τα μεταρρυθμιστικά κόμματα εργατικής παράδοσης, από εργαλεία κοινωνικής ειρήνης θα μετατραπούν σε άλλα τόσα εργαλεία για τον εμφύλιο πόλεμο.
Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε ότι οι ρεβιζιονιστές βρίσκονται στην υπηρεσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους των πολυεθνικών και ότι η αντίθεση με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, πέραν του να είναι ανταγωνιστική, πρέπει να αντιμετωπιστεί και στο στρατιωτικό επίπεδο. Ήδη σήμερα χάρη στη διαμεσολάβηση των ρεβιζιονιστών, η στρατιωτικοποίηση επεκτείνεται από το εργοστάσιο στην γειτονιά, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις οικογένειες, σε μια αλυσίδα ιεραρχικών και βίαιων κοινωνικών σχέσεων, που κυριαρχούνται από τους νόμους μιας καταπιεστικής κοινωνίας που ο ιμπεριαλισμός θα επιθυμούσε όλο και περισσότερο όμοια με ένα lager εκατομμυρίων παραγωγών.
Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η συμμαχία με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό είναι επιθυμητή για την αστική τάξη, συνίσταται στη δυνατότητα να διεισδύσει με μεγαλύτερη ευκολία στις αγορές της Ανατολικής ευρώπης.

= Στο εσωτερικό του ρεβιζιονιστικού κόμματος ζει επομένως μια αμφισημία μεταξύ δύο τάσεων, μία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε εσφαλμένα ως «την αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας» η οποία έκανε δικό της και το δυτικό σύστημα αξιών με την αποδοχή του ΝΑΤΟ, η άλλη που εμπνέεται από τον «Κρατικό καπιταλισμό» και που βλέπει τον «συμβιβασμό» ως το πρώτο τακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό συνεπάγεται πως η σχέση μεταξύ του ρεβιζιονιστικού κόμματος και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού εξαρτάται από τη θέση μεγαλύτερης ισχύος της δεύτερης τάσης, σε σχέση με την πρώτη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο ultraρεβιζιονισμός επιδιώκει να λειτουργήσει ως αυτόνομη δύναμη, ηγεμονική δύναμη σε σχέση με έναν πολιτικό χώρο που βλέπει ενωμένους σκυλιά και γουρούνια της αριστεράς της σοσιαλδημοκρατίας, περνώντας μέσα από τους «διάφορους ευρωκομμουνισμούς», για να φτάσουμε στις ψεύτικες λενινιστικές παροτρύνσεις τύπου Πορτογαλίας. Αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλισμό ως μια εσωτερική-εξωτερική δύναμη, και γι ‘αυτό εμπνέει υποψία στον Κάρτερ και στους ευρωπαίους υποτελείς του, οι οποίοι και θα έμπαιναν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν, φιλόδοξα, ως καταλύτη της «διαφωνίας» στις ανατολικές χώρες, αλλά προς το παρόν παραμένει ένα όπλο δίκοπο.

= ΑΠΑΓΩΓΗ DOZIER – 17 δεκεμβρίου 1981 ήταν δεύτερος επικεφαλής του προσωπικού της Διοίκησης Δυνάμεων Εδάφους του ΝΑΤΟ στη Νότια Ευρώπη (FTASE). Η απαγωγή πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του, περίπου στις 6:00 μ.μ. Μετά από 42 ημέρες, στην Πάντοβα σε μια βάση Br, η ειδική αστυνομική μονάδα Nocs (λειτουργικός Πυρήνας κεντρικής ασφάλειας της Αστυνομίας του Κράτους) – εξαιρετικά εκπαιδευμένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στη χρήση των όπλων, όπως οι Gis (ομάδα ειδικών παρεμβάσεων των Καραμπινιέρων), εισβάλλουν συλλαμβάνοντας 4 συντρόφ * και απελευθερώνοντας τον στρατηγό. Με την απαγωγή Dozier οι Br δηλώνουν τη γέννηση του σχηματισμού Br-Partito Comunista Combattente/εΤ-Κομουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα (Br-Pcc) μετά τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα (Κόμμα Guerrilla και φάλαγγα Walter Alasia). Στη συνέχεια διαχέεται ένα νέο «στρατηγικό ψήφισμα» με τίτλο «Δύο χρόνια πάλης» στο οποίο πέρα από την εξήγηση των περιπετειών της διάσπασης, αποφασίζονταν να δοθεί έμφαση της δραστηριότητας τους ενάντια στο ΝΑΤΟ που αντιπροσώπευε τον στρατιωτικό βιομηχανικό μηχανισμό των πολυεθνικών.

«Μέσα από σένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το ΝΑΤΟ, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα. Έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον ιταλικό στρατό κατοχής, στη συνέχεια με τον ενσωματωμένο στρατό του ΝΑΤΟ, να χτιστεί μια πολιτικο-στρατιωτική τάξη πλήρως υποταγμένη στα συμφέροντα των πολυεθνικών ΗΠΑ. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη CIA. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει τον σχεδιασμό της ιστορίας της υποταγής των ιταλικών κεφαλαίων και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών μονάδων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των πολυεθνικών USA».

= Στις 15 φεβρουαρίου 1984, στις 6.45 μ.μ., οι Br-Pcc μαζί με τη Ένοπλη Λιβανέζικη Επαναστατική Φράξια (FARL) πλήττουν τον Leamon Hunt, πρεσβευτή και πρώην διευθυντή της Πολυεθνικής Δύναμης και Παρατηρητών (MFO) και υπεύθυνο διαχείρισης της Πολυεθνικής Δύναμης του Σινά.

(ντοκουμέντα): Οι εκστρατείες εναντίον του ΝΑΤΟ αποτελούν ένα σημείο του θεμελιώδους προγράμματος για την ιταλική επαναστατική διαδικασία, δεδομένου ότι τοποθετούν τις Br δίπλα σε όλες τις άλλες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις προς το γενικό συμφέρον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου.

Δυστυχώς η απαγωγή του Dozier κατέληξε σε μια ήττα, και επειδή η προετοιμασία δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια (οι βάσεις ήταν γνωστές σε ακτιβιστές του κινήματος, και από εκεί έφτασαν οι δυνάμεις της καταστολής). Το κράτος χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει απαραίτητες πληροφορίες από συντρόφους του κινήματος για να φτάσει στη βάση όπου φυλάσσονταν ο Dozier. Πάντα με τα βασανιστήρια αποσπάστηκαν πληροφορίες από ορισμένους συντρόφους εσωτερικούς στη δράση που επέτρεψαν στην καταστολή να δώσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στις Br.

Ακόμα στις 10 φεβρουαρίου 1986 οι Br-CCS έπληξαν σκοτώνοντας τον Lando Conti, πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας, με την κατηγορία πως συνεργάστηκε για μια μεγαλύτερη ενσωμάτωση της Ιταλίας στο ΝΑΤΟ και στο λεγόμενο σχέδιο των πολέμων των άστρων που προώθησε η αμερικανική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ronald Regan, μέσω της ιταλικής Κοινοπραξίας για τις στρατηγικές τεχνολογίες (Cites).

 

* Με συνέλαβαν τον μάιο του 1980, ειδικές φυλακές και πολύ σκληρή μεταχείριση. Μαζί με άλλους διοργάνωσα την εξέγερση στην ειδική φυλακή του Trani (δεκέμβριος 1980), μια εξέγερση που κατεστάλει με τη χρήση ελικοπτέρων και πυροβόλων όπλων και σφαγή των εξεγερμένων. Μεταφορά στη Σαρδηνία στην τιμωρητική φυλακή του Nuoro και στη συνέχεια Cuneo, ξανά Trani, Novara και μετά από 15 χρόνια περιπλάνησης τελικά στη Ρώμη-Rebibbia. Το 1999 κατακτώ τη δυνατότητα να δουλεύω εξωτερικά (semilibertà-ημιελευθερία) και τελειώνω τη φυλάκιση τον δεκέμβριο του 2010. Επιστρέφω στο κίνημα και συμμετέχω στους αγώνες των εργαζομένων στον τομέα της εφοδιαστικής (φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά εμπορευμάτων), οι περισσότεροι από αυτούς τους εργαζόμενους είναι μετανάστες [εδώ στη Ρώμη ως επί το πλείστον ερυθραίοι, ρουμάνοι, από την Γκάνα, κλπ.), με ένα τρομερό επίπεδο εκμετάλλευσης. Έχουν σημειωθεί πολλά βήματα προς τα εμπρός, ιδίως στην πολιτική ανάπτυξη πολλών εργαζομένων και σε ορισμένες από τις αξιώσεις που έχουν κερδηθεί. Το ταξίδι είναι πολύ μακρύ, και διότι δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι αγώνες με τους οποίους να συνδεθούμε.

 

 

 

 

 

μα τι χαρακτήρας!

Ποιοι ήμασταν

……μπορεί να ειπωθεί και να λεχθεί ότι οι Ερυθρές Ταξιαρχίες γεννήθηκαν στα γραφεία του ΚΚΙ του Reggio Emilia και του Giambellino στο Μιλάνο (όπως προσπάθησε να κάνει η ταινία ο ήλιος του μέλλοντος, των Giovanni Fasanella και Gianfranco Pannone, δεχόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο κακόβουλες επιθέσεις) και ότι η Πρώτη γραμμή είχε τις ρίζες της στα εργοστάσια και τα σχολεία της Sesto San Giovanni, το Στάλινγκραντ της Ιταλίας. Ούτε μπορούμε να μην πούμε ότι, σε ορισμένες φάσεις, ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μια πολιτική πρόταση που είδε μια ευρύτατη συναίνεση και τον ακολούθησαν με δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές και συμπαθούντες, δεν ήταν ένας εγκληματικός μικρόκοσμος…..

….ο πατέρας μας είναι ευρέως ανιχνεύσιμος στις προσωπικές βιογραφίες και στις εποχικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες και πλαίσια, μέσα στα οποία γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε: καλείται κίνημα του ’77, και αυτό, ωστόσο, ευτελισμένο, ποινικοποιημένο και παρεξηγημένο, και ακόμη και πριν, για τους περισσότερους από αυτούς που γέννησαν την Πρώτη γραμμή, στην στράτευση στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, ιδίως στη Lotta continua και την Potere operaio.
Η μητέρα μας, από την άλλη πλευρά, έρχονταν από μια παλαιότερη οικογένεια, η οποία είχε τρέξει και ήταν πολύ καρποφόρος καθ ‘όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα: ονομαζόταν επαναστατική ρήξη.Μια πραγματική ουτοπία που είχε ξεκινήσει από το σοβιετικό ’19, αλλά που είχε βαθιές και ισχυρές τις ρίζες της από την πρόσφατη γαλλική αναταραχή του 18ου αιώνα και στις κινήσεις και την αναρχική κουλτούρα, προλεταριακή και σοσιαλιστική του δέκατου ένατου αιώνα, στις προσδοκίες για ελευθερία, για ισότητα, αδελφοσύνη και κοινωνική δικαιοσύνη.                                                                                            Αυτής της ουτοπίας, πεισματικά οργανωμένης σε όλο τον κόσμο σε αντιαποικιοκρατική και αντικαπιταλιστική βάση, εμείς είμαστε οι καθυστερημένοι και συνεπείς επίγονοι, σίγουρα όχι οι πρωτεργάτες. Την πεποίθηση ότι η επαναστατική βία ήταν η μαμή της ιστορίας, επώδυνη αλλά απαραίτητη συμβολή στη γέννηση του νέου και του σωστού, την έχουμε απλά κληρονομήσει από τους παππούδες μας, τους γονείς μας, τα κομμουνιστικά κόμματα, τα εξωκοινοβουλευτικά κινήματα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, από τις ομάδες και από τους εργατικούς αγώνες, κοινωνικούς και φοιτητικούς των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα.                                                                                                                    Τίποτα το πρωτότυπο, επομένως. Μόνο ο ριζοσπαστισμός, πολύ αποφασισμένος και πιθανώς λιγάκι μπερδεμένος, να προσπαθήσουμε να πάμε μέχρι τέλους. Να τα σπάσουμε, στο επίπεδο της γλώσσας και των συμπεριφορών – και των προσωπικών, επειδή το προσωπικό είναι πολιτικό, μας είχε διδάξει η φεμινιστική σκέψη…..

….si può dire e raccontare che le Brigate rosse sono nate nelle sezioni
del PCI di Reggio Emilia e del Giambellino a Milano (come ha provato a fare il film
Il sol dell’avvenire, di Giovanni Fasanella e Gianfranco Pannone, ricavandone perciò
risentiti attacchi) e che Prima linea ha avuto le sue radici nelle fabbriche e nelle
scuole di Sesto San Giovanni, la Stalingrado d’Italia. Neppure si può dire e
raccontare che, in certe fasi, la lotta armata è stata una proposta politica che ha visto
un consenso allargato e un seguito consistente con decine di migliaia di militanti e di
simpatizzanti, non un microcosmo criminale…..

…..nostro padre è ampiamente rintracciabile nelle biografie individuali e nei
contesti, temporali, sociali e politici, nei quali siamo nati e cresciuti: si chiama
movimento del 77, anch’egli, peraltro, banalizzato, criminalizzato e misconosciuto; e
prima ancora, per la gran parte di quanti diedero vita a Prima linea, nella militanza
nei gruppi extraparlamentari, in particolare Lotta continua e Potere operaio.
Nostra madre veniva invece da un casato più antico, che aveva avuto corso ed era
stata assai feconda lungo tutto il Novecento: si chiamava rottura rivoluzionaria.
Un’utopia concreta che aveva preso le mosse dal ’19 sovietico, ma che affondava le
robuste radici sin nel rivolgimento francese di fine Settecento e nei moti e nella
cultura anarchica, proletaria e socialista dell’Ottocento, nelle aspirazioni alla libertà,
all’eguaglianza, alla fraternità e alla giustizia sociale.
Di quell’utopia, pervicacemente organizzata in tutto il mondo in chiave
anticolonialista e anticapitalista, noi siamo stati i tardivi e coerenti epigoni, non certo
i promotori. La convinzione che la violenza rivoluzionaria fosse levatrice della storia,
doloroso ma necessario contributo alla nascita del nuovo e del giusto, noi l’abbiamo
semplicemente ereditata dai nostri nonni, dai nostri genitori, dai partiti comunisti, dai
movimenti extraparlamentari della fine degli anni Sessanta, dai gruppi e dalle lotte
operaie, sociali e studentesche dei primi anni Settanta.
Nulla di originale, dunque. Solo la radicalità, assai determinata e probabilmente un
po’ ottusa, di provare ad andare sino in fondo. Di rompere, sul piano del linguaggio e
dei comportamenti – anche personali, perché il personale è politico, ci aveva
insegnato il pensiero femminista…..

 

https://www.micciacorta.it/wp-content/uploads/2015/03/Segio-introduzione-miccia-corta-2a.pdf

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Όταν ο εργατισμός έγινε πολιτικό σχέδιο: η ιστορία του Potere Operaio – του Alberto Pantaloni

ο Alberto Pantaloni σε ανασκόπηση για την Effimera του βιβλίου εργατική Εξουσία. Η ιστορία. Η θεωρία [τόμος 1]Potere operaio. La storia. La teoria (volume I), του Marco Scavino, DeriveApprodi, Roma 2018, σελ. 185.

****

Μεταξύ των διαφόρων χώρων της εξωκοινοβουλευτικής ή επαναστατικής Αριστεράς που έδρασαν μέσα στην πολιτική και κοινωνική σύγκρουση της Ιταλίας κατά τη Δεκαετία του ’70, η εργατιστική είναι ίσως η πιο μελετημένη μέχρι στιγμής και πρέπει να ευχαριστήσουμε ουσιαστικά τους τύπους του DeriveApprodi. Είναι αδύνατο εδώ να αναφερθώ σε όλη την τεράστια παραγωγή ανατυπώσεων, νέων ερευνών, απομνημονευμάτων του εκδοτικού οίκου της Ρώμης για το θέμα αυτό. Εδώ θα περιοριστώ να θυμίσω τον γιγάντιο τόμο που επιμελήθηκαν οι Fabio Milana και Marco Trotta (L’operaismo degli anni sessanta. Da «Quaderni Rossi» a classe operaia, 2008-Ο εργατισμός των χρόνων εξήντα. Από τα »κόκκινα Τετράδια» στην εργατική τάξη), εκείνο που επιμελήθηκαν οι Francesca Pozzi και Guido Borio (Gli operaisti, 2005-Οι εργατιστές) και τους τέσσερις τόμους για την Αυτονομία-Autonomia (Gli autonomi, Le storie, le lotte, le teorie, voll. I-II-III, 2007-2008, Οι αυτόνομοι,οι ιστορίες οι αγώνες, οι θεωρίες, που επιμελήθηκαν οι Sergio Bianchi και Lanfranco Caminiti, και Οι αυτόνομοι. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία Gli autonomi. L’autonomia operaia romana, vol, IV, 2017, που επιμελήθηκαν οι Giorgio Ferrari και G. Marco D’Ubaldo). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη μιας εμπεριστατωμένης και συστηματοποιημένης έρευνας σχετικά με την οργάνωση που περισσότερο από όλες διεκδίκησε τη θεωρητική κληρονομιά του ιταλικού εργατισμού, δηλαδή την Potere Operaio. Μέχρι τώρα η δευτερεύουσα βιβλιογραφία στη διάθεση μας ήταν επικεντρωμένη στα δύο βιβλία που έγραψε ο δημοσιογράφος Aldo Grandi (Η γενιά των χαμένων χρόνων. Ιστορίες Εργατικής ΕξουσίαςLa generazione degli anni perduti. Storie di Potere Operaio, Einaudi, 2003, Insurrezione armata, ένοπλη Εξέγερση Rizzoli, 2005) με βάση αστυνομικές-δικαστικές πηγές και συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, και πιο πρόσφατα σχετικά με απομνημονεύματα (όπως οι δύο αυτοβιογραφικοί τόμοι του Toni Negri, που επιμελήθηκε ο Girolamo De Michele, Ιστορία ενός κομουνιστή Storia di un comunista και  Φυλακή και εξορία Galera ed esilio, Ponte alle Grazie, 2015 και 2018).

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι λοιπόν το έργο έρευνας και ανασυγκρότησης που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επί του θέματος, του οποίου ο πρώτος τόμος βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία εδώ και μερικές εβδομάδες, ενώ ο δεύτερος είναι προγραμματισμένος να κυκλοφορήσει τον ιανουάριο του 2019. Ένα δύσκολο έργο λόγω του διπλού ρόλου του συγγραφέα, εκείνου του μελετητή και εκείνου του πρωταγωνιστή και του άμεσου μάρτυρα, από τον οποίο όμως ο Scavino εξέρχεται με τον καλύτερο τρόπο. Απόδειξη είναι η όχι κοινότοπη επιλογή, στον πρώτο τόμο, των πηγών που διερευνήθηκαν στην έρευνα: σχεδόν καθόλου οι αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελλοι (αν όχι μερικοί από εκείνους που ήδη χρησιμοποίησε άφθονα ο Grandi στους δύο τόμους του), πολύ λίγες συνεντεύξεις, σχεδόν όλα τα έγγραφα που αναλύονται αντιπροσωπεύονται από αυτό που επεξεργάστηκε και έγραψε η εργατική Εξουσία. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σημαντικός αριθμός σημειώσεων και η έκθεσή τους προδίδουν τον ενθουσιασμό του ιστορικού για τη μελέτη αυτών των ντοκουμέντων, έναν ενθουσιασμό που αντισταθμίζει την απαραίτητη απόσπαση που χρησιμοποιείται στην αφήγηση των γεγονότων. Και η περιοδολόγηση που χρησιμοποιείται στην ανασυγκρότηση της ιστορίας του Potere Operaio υπογραμμίζει την πρόθεση να διεξαχθεί ένα σχολαστικό έργο, το οποίο χαράζει με ακρίβεια τη γενεαλογία, την ανάπτυξη, και στη συνέχεια την κατάρρευση αυτής της οργάνωσης: αυτός ο πρώτος τόμος, όντως κινήθηκε από την ανακατασκευή του πνευματικού κλίματος του εργατισμού στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα (δηλαδή αρκετά χρόνια πριν από τη γέννηση της ΕΕ) και τελειώνει με την αποτυχία της διαδικασίας ενοποίησης με την ομάδα Μανιφέστο στις αρχές του 1971, ενώ ο δεύτερος τόμος θα τελειώσει με το μοναδικό νούμερο του περιοδικού «Linea di condotta-Γραμμή μεθόδου, συμπεριφοράς», συνεπώς (1975) πολύ πέρα του περίφημου συνεδρίου της Rosolina του 1973, που θεωρήθηκε, λαθεμένα σύμφωνα με τον συντάκτη, η στιγμή που η οργάνωση διαλύθηκε.

Η κύρια θέση που υποστηρίζεται από τον Scavino είναι ότι η θεωρητική επεξεργασία του εργατισμού, που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και συνεχίστηκε καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, έχει προκαλέσει αρκετές προσπάθειες να δώσει επαναστατική οργάνωση και προοπτική στους εργατικούς αγώνες της εποχής και ότι το Potere Operaio ήταν η πιο γνήσια, και πιο συνεπής σε πολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, ακριβώς η εξάντληση του πολιτικού σχεδίου της ΕΕ αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τον συγγραφέα, την απόδειξη της αποτυχίας αυτών των προσπαθειών (επίλογος που εξισώνει την Εργατική Εξουσία σε άλλες «δίδυμες» ομάδες, ακόμα και αν είναι ιδεολογικά όχι τόσο αυθεντικές, όπως για παράδειγμα η Lotta Continua ).

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη. Στον πρώτο αναλύεται αρχικά το θεωρητικό υπόβαθρο της ΕΕ, μέσω της επεξεργασίας και της εμπειρίας των περιοδικών του εργατισμού που ακολούθησαν το ένα μετά το άλλο: από τα »Κόκκινα Τετράδια- «Quaderni Rossi» (από το 1961 μέχρι την εσωτερική διάσπαση τους το 1963), περνώντας μετά στην »Εργατική Τάξη»- «Classe Operaia» (1964-1967) και την εφήμερη εμπειρία του »Contropiano»- »Αντισχέδιου» (που γεννήθηκε το 1968 από τις στάχτες της «Classe Operaia»), αλλά ήδη τον ίδιο χρόνο και μετά από δύο μόνο νούμερα ένας από τους ιδρυτές του αποχώρησε, ο Toni Negri, για εσωτερικές διαφωνίες ). Ο συγγραφέας συνεχίζει να ανασυνθέτει το σχηματισμό αυτού που αντικειμενικά θα γίνει ο κεντρικός πυρήνας, il central core του Potere Operaio, δηλαδή η ομάδα του Marghera, που αποτελείται από ορισμένους πολιτικούς αγωνιστές που συνδέονται αρχικά με το PSI (Negri, Bianchini, Tolin κλπ.) και από πολλούς αγωνιστές των συνδικάτων και εργοστασιακές πρωτοπορίες (μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η προσωπικότητα του Italo Sbrogiò). Επρόκειτο για μια ομάδα που, πρώτα μέσα από την σοσιαλιστική εφημερίδα «Progresso Veneto» και στη συνέχεια, ξεκινώντας από την 1η Μαΐου 1967, με το «Potere Operaio» της Marghera, είχε δημιουργήσει μια πραγματική πολιτική παρέμβαση μέσα στις κινητοποιήσεις των εργατών της περιοχής, αποκτώντας σταδιακά μια ορισμένη οργανωτική συνοχή και βγαίνοντας από μια αποκλειστική διάσταση ομάδας διανοουμένων, μολονότι στρατευμένων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει με την έκρηξη του Εξήντα οκτώ και τη συνάντηση της ομάδας του Marghera με το φοιτητικό κίνημα, τόσο το ενετικό, όσο και ιδιαίτερα το ρωμαϊκό (μέσα από τις φιγούρες των Piperno και Scalzone). Το δεύτερο μέρος αφορά την περίοδο κατά την οποία η ομάδα προσπαθεί να επιταχύνει την πολιτική οργάνωση, πρώτα με τη γέννηση της εφημερίδας «La Classe»- »Η Τάξη», στη συνέχεια με την συμμετοχή στους αυτόνομους αγώνες που εξερράγησαν στη Fiat την άνοιξη του ’69, μετά με την εμπειρία της συνέλευσης εργατών-φοιτητών στο Τορίνο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’69, τέλος με τις αντιφάσεις που προέκυψαν μέσα της με τον άλλο πολιτικό χώρο που διαμορφωνόταν εκείνη τη στιγμή, που συνδέεται με το τορινέζικο φοιτητικό κίνημα όπως και αυτό στο Τρεντίνο και με την τοσκάνικη Εργατική Εξουσία, και που αργότερα έδωσε ζωή στη Lotta Continua. Ήταν ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα που αποφασίστηκε να στηθεί ένα νέο εβδομαδιαίο, αυτή τη φορά εθνικό και όχι μόνο βενετικό, το οποίο θα αντικαθιστούσε το «La Classe»: ήταν το»Potere Operaio». Ο τόμος ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη εμπειρία της συγχώνευσης με το Μανιφέστο (εργατικό συνέδριο στο Μιλάνο, 1971), η οποία πέρα από τα αρνητικά αποτελέσματα (για πολλούς λόγους επίσης προβλέψιμη, δεδομένων των βαθέων διαφορών στη θεωρητική και οραματική στρατηγική προσέγγιση) δίνει μια περιγραφή του πώς τα ζητήματα του χτισίματος ενός αληθινά μαζικού πολιτικού και αγωνιστικού κινήματος για την «εξουσία» είχαν καταστεί κεντρικά για την ΕΕ.

Η πολιτιστική επιχείρηση που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επάνω σε αυτή την πρώτη φάση της ζωής της Εργατικής Εξουσίας δεν είναι μόνο χρονολογική, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μια εποχική ανακατασκευή των γεγονότων, αν και προφανώς μας θυμίζει ότι αυτή αντιπροσωπεύει τη γραμμή στην οποία το βιβλίο κινείται. Κατά τη γνώμη μου, μέσα στην χρονοϊστορία των γεγονότων υπάρχει η προσπάθεια να τονιστούν κάποιες ιστορικές-πολιτικές λογικές. Έχουμε ήδη δει κάποιες από αυτές (τη σχέση με τη θεωρητική κληρονομιά του εργατισμού και τη μετάφρασή της στην πολιτική, σε στρατηγική πρόταση και σε τακτική διάρθρωση. Αλλά προφανώς δεν μπορεί να λείπει η σχέση με τη βία. Για δεκαετίες η ιστορία του Potere Operaio έχει μειωθεί σε «εγκληματική ιστορία» και επιπλέον ελαφρώς μυθιστορηματική. Τα ομήλικα γεγονότα και τα επόμενα της λεγόμενης «δίκης 7 απρίλη», όταν ουσιαστικά σχεδόν όλη εκείνη που ήταν η ηγετική ομάδα της Εργατικής Εξουσίας συνελήφθη με την κατηγορία (που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια στερημένη βάσης), πως είχε προωθήσει και κατευθύνει το ποικιλόμορφο κίνημα του ένοπλου αγώνα στα αριστερά, καθόρισαν, το θυμάται και το θυμίζει ο συγγραφέας, μια στερεοτυπική οπτική αυτής της οργάνωσης. Αυτός ο πρώτος τόμος συμβάλλει σημαντικά στην αποκατάσταση μιας συνολικής εικόνας και από κάποια άποψη πολύ διαφορετικής από αυτή που δημιούργησε ο δικαστής Calogero και οι συνάδελφοί του από άλλες ιταλικές εισαγγελίες. Αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός πως μέσα στην ΕΕ συζητήθηκε ο ένοπλος αγώνας και ότι και επάνω σε αυτό καταναλώθηκε η κρίση της το 1973. Αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου.

 

Print Friendly, PDF & Email
ιστορία, storia

Κινήματα, βία και ένοπλη πάλη στην Ιταλία των χρόνων Εβδομήντα: όταν οι μελέτες ρίχνουν γέφυρες και δεν σηκώνουν τείχη – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση από τον Alberto Pantaloni του βιβλίου Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981), Πρώτη Γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας, 1 τόμος, volume I του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, 2018, σελ. 512.

****

Λίγα και με κακό τρόπο έχουν γραφτεί για την εμπειρία της ένοπλης οργάνωσης Prima Linea μέχρι στιγμής. Αν αποκλείσουμε τους πρωτεργάτες τόμους του Emilio Mentasti, ο οποίος ανέλυσε τα σημαντικά γεγονότα που αντιπροσωπεύει η εμπειρία της Senza Tregua Δίχως Ανακωχή. Ιστορία των κομουνιστικών επιτροπών για την εργατική εξουσία (Senza Tregua. Storia dei comitati comunisti per il potere operaio (1975-1976), Colibrì, 2011, Η κόκκινη φρουρά διηγείται. Ιστορία της εργατικής Επιτροπής της Magneti Marelli, La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli, Edizioni Εκδόσεις Colibrì, 2006) και εκείνη, από πολλές απόψεις βιαστική και επιφανειακή από τον Giuliano Boraso ο οποίος όμως είχε την αξία να είναι ο πρώτος γύρω από το θέμα (Άγρια Συμμορία. Άνοδος αποθέωση πτώση της οργάνωσης Πρώτη ΓραμμήMucchio Selvaggio. Ascesa apoteosi caduta dell’organizzazione Prima Linea, Castelvecchi, 2006), η λογοτεχνία και η ιστοριογραφία περιορίστηκαν ουσιαστικά να περιλάβουν την Prima Linea μέσα στο τεράστιο καζάνι του λεγόμενου «ένοπλου κόμματος». Όρος, αυτός ο τελευταίος, εξαιρετικά ατυχής και απολύτως ακατάλληλος, όπως έχει ήδη βρει τρόπο να διευκρινίσει ο Andrea Colombo από τις στήλες του “il manifesto” [1]. Γενικότερα, αυτά τα τελευταία χρόνια αναδύεται η ανάγκη να διαλυθούν οι καπνοί που αποφράσσουν τη σωστή οπτική μιας κεντρικής και θεμελιώδους περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως εκείνη της δεκαετίας 1968-1980, απομακρύνοντας την από τους οπορτουνισμούς και τις φρενήρεις κραυγές της επίσημης πολιτικής, χωρίς ταυτόχρονα να επιπίπτει σε αγιογραφίες και δικαιολογίες. Μια περίοδος κατά την οποία η σχέση μεταξύ κοινωνικών κινημάτων, βίας και ένοπλου αγώνα ήταν τεράστιας πολυπλοκότητας.

Εξ ου και η σπουδαιότητα του καλού έργου του Andrea Tanturli που έγκειται ακριβώς σε αυτό που ο συγγραφέας δηλώνει στην εισαγωγή: «να ρίξουμε γέφυρες, αντί να σηκώσουμε τοίχους, μεταξύ διακριτών αλλά αλληλένδετων φαινομένων». Για να γίνει αυτό χρειαζόμασταν βάθος και σοβαρότητα και επάνω σε αυτό ο Tanturli δεν μας απογοητεύει: η ποσότητα και η ποιότητα των πηγών που συμβουλεύτηκε (από τα αυτοπαράγωγα έγγραφα που υπάρχουν στα αρχεία των αστυνομικών φακέλων, από άρθρα σε εφημερίδες, είτε καθημερινών είτε κινηματικών περιοδικών, στις δικαστικές πράξεις και στις δηλώσεις των εναγομένων) επιτρέπει τη συνεχή επιβεβαίωση της εγκυρότητας ή της αληθοφάνειας των ερμηνευτικών υποθέσεων. Ως εκ τούτου μέσα από ένα μακρύ και περίπλοκο μονοπάτι (τόσο περίπλοκο όσο μπορεί να είναι μια διδακτορική διατριβή), ο συγγραφέας ανακατασκευάζει τους προδρόμους, τις αιτίες, τους παράγοντες μιας εμπειρίας όπως αυτή της Prima Linea που ελάχιστα, ή καθόλου έχει να κάνει με το άλλο μεγάλο σκέλος της αριστερής ένοπλης εμπειρίας στην Ιταλία, αυτής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ένας «άλλος» ένοπλος αγώνας, όπως ορίζεται στον τίτλο, λόγω σύλληψης, στόχων, ποιότητας και τυπολογίας της σχέσης με τα κοινωνικά κινήματα και τις διαρθρώσεις τους. Αλλά υπάρχουν και άλλα: μέσω της ανασυγκρότησης της μακράς και πολεμικής συστατικής διαδικασίας της Prima Linea (η οποία διήρκεσε περίπου τρία χρόνια), ο Tanturli συμβάλλει επίσης στη καλύτερη διευκρίνιση δύο άλλων πτυχών που σχετίζονται μεταξύ τους, χρονολογικά και πολιτικά: αφενός τις συνέπειες της διάλυσης των ομάδων της επαναστατικής Αριστεράς (ιδιαίτερα της Εργατικής Εξουσίας και της Lotta Continua, αλλά όχι μόνο), αφετέρου την άνοδο του ακανόνιστου και σύνθετου γαλαξία της εργατικής αυτονομίας (αυστηρά με το μικρό «α»), την ακραία ετερογένεια της ακόμη και εντός των θεωρητικών οριζόντων και των κοινών πολιτικών στόχων αν όχι ομοιογενών, όσο κι αν αυτό δυσαρεστεί τους υποστηρικτές και τους προπαγανδιστές του «θεωρήματος 7 απρίλη», του οποίου σε ένα δυο μήνες θα γιορτάσουμε την σαρακοστή επέτειο. Εάν αφενός, λοιπόν, ο συγγραφέας τοποθετεί νόμιμα την εμπειρία της PL μέσα στο χωνευτήρι των αυτόνομων θεωριών και των αυτόνομων πολιτικών συμπεριφορών, επισημαίνει ταυτόχρονα τις βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις κατά την περίοδο κυοφορίας της οργάνωσης και εκείνων με τις άλλες ψυχές της αυτονομίας, in primis με τον χώρο του “Rosso”.

Αυτός ο πρώτος τόμος, ο οποίος ασχολείται με τη χρονολογική περίοδο που πηγαίνει από το 1974 έως το 1979, διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο ανασυνθέτει την πολιτική και οργανωτική γένεση της PL, ξεκινώντας από την κρίση και από τις επακόλουθες διασπάσεις που έπληξαν την Lotta Continua και το Potere Operaio, την πρώτη προσπάθεια να καθοριστούν οι διαρθρώσεις της επεξεργασίας σχεδιασμού μέσω του μοναδικού τεύχους του περιοδικού «Line of Conduct, Γραμμή συμπεριφοράς-μεθόδου» μέχρι τη φάση συνεργασίας (πολιτικής και πρωτο στρατιωτικής) μεταξύ των τομέων που εξήλθαν των LC και PO στο παραλληλόγραμμο Τορίνο-Μιλάνο-Φλωρεντία-Ρώμη ξεκινώντας από το 1975 γύρω από την εφημερίδα Senza Tregua. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει την κρίση του πολιτικού σχεδίου της Senza Tregua και την απόφαση ενός μέρους των συμμετεχόντων να πιέσουν προς το «ποιοτικό άλμα» μπροστά στην αργή οπισθοδρόμηση των εργατικών αγώνων (του οποίου εκείνη τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει συνειδητοποίηση) και στο κλείσιμο της δυνατότητας «ανοίγματος» του θεσμικού πολιτικού πλαισίου μετά τις εκλογές της 20ής ιουνίου 1976. Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με την αναπόφευκτη (και αδιαμφισβήτητη) σχέση με το κίνημα του 77, το οποίο όχι μόνο αντιπροσωπεύει το καλύτερο ριζοσπαστικό περιβάλλον, radical milieu, όπως έγραψε ο Luca Falciola, που η PL μπορούσε να βρει για να αναπτύξει τη δράση της, αλλά όπου συχνά οι αγωνιστές διαδραματίζουν ένα δημόσιο και όχι δευτερεύοντα ρόλο. Ακριβώς η παρακμή αυτού του κινήματος, που προκάλεσε την είσοδο αρκετών από τους αγωνιστές του μέσα στην Πρώτη γραμμή (αλλά και τις BR, ειδικά στη Ρώμη), σε συνδυασμό με τα πρώτα χτυπήματα που υπέστη από την καταστολή του κράτους, δημιούργησε εκείνη την περαιτέρω μιλιταριστική στροφή που κατέστη μη αναστρέψιμη μετά την απαγωγή και την εκτέλεση του Aldo Moro από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί την καρδιά του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, που ορίζει τόσο τη μορφολογία της οργάνωσης, όσο και τις προσπάθειές της να ενοποιηθεί με άλλα »αδελφά» τμήματα του αριστερού ένοπλου αγώνα (όπως οι FCC, κομουνιστικοί μαχόμενοι σχηματισμοί) και τις βαθιές ιδεολογικές, πολιτικές αποκλίσεις και προγραμματικές (καθώς και κάποια αμοιβαία ανυποληψία) με τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Όμως η κριτική της PL στην επιχείρηση
Moro σύντομα θα σταματήσει για να αφήσει ανοικτό το πεδίο σε μια όλο και περισσότερο παρόμοια πρακτική, όπως θα είχαν δείξει οι δολοφονίες του Alessandrini και του Ghiglieno και, σε μια όλο και πιο αυστηρή παρανομία, σε ένα έτος (1979) που στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας θεωρεί καθοριστικό όχι μόνο για την παραβολή της οργάνωσης, πριν από την κρίση και την αποσύνθεσή της κατά την διετή περίοδο 1980-81 (η οποία θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου), αλλά και πάνω απ ‘όλα της περίπλοκης σχέσης μεταξύ ένοπλου αγώνα, της κρίσης των κινημάτων και αναδιάρθρωσης της ιταλικής κοινωνίας.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς η συνεχής προσοχή να μην αγνοηθεί αυτή τη σχέση αντιπροσωπεύει, μαζί με το γιγαντιαίο έργο έρευνας και διαβούλευσης των πηγών και για το γέμισμα του ιστοριογραφικού κενού επάνω στο θέμα αυτό, ένα άλλο ιδιαίτερα ποιοτικό στοιχείο του έργου από την άποψη της ερμηνείας. Η έξοδος από την στερεότυπη κοινοτοπία που αντιμετωπίζει τον ένοπλο αγώνα και την αριστερή τρομοκρατία στην Ιταλία ως ψυχοπαθολογικά φαινόμενα ή ως καρπούς ετερο-κατευθύνσεων και στρατηγικών συνωμοσίας από ποιος ξέρει ποιες σκοτεινές δυνάμεις, αντιπροσωπεύει σήμερα τον κύριο δρόμο για να δώσουμε πίσω στην κοινότητα και στη Χώρα την κατανόηση μιας περιόδου της πρόσφατης ιστορίας μας που σίγουρα δεν μπορεί παρά να οριστεί ως εξαιρετική (με την ετυμολογική έννοια του όρου) τόσο από την άποψη της ποσότητας των ανθρώπων που αγκάλιασαν τον ένοπλο αγώνα, όσο και από εκείνη της έντασης της σύγκρουσης με το Κράτος και τους μηχανισμούς του.

 

Note

 

[1]https://ilmanifesto.it/le-radici-politiche-di-una-parabola-buia-e-controversa/.

Print Friendly, PDF & Email
ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Ένα νέο βιβλίο πηγαίνει στις ρίζες της Πρώτης γραμμής, τον άλλο ένοπλο αγώνα

 

Το «ένοπλο κόμμα» ήταν μια δημοφιλής έκφραση ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δημοσιογραφικά αποτελεσματική, ήταν όμως λανθασμένη και παραπλανητική. Ακόμη και σήμερα επηρεάζει, παραμορφώνοντας, την εικόνα της ιστορικής αυτής φάσης. Στην πραγματικότητα απέδιδε την εικόνα ενός συνεκτικού ένοπλου μπλοκ παρά τις διαιρέσεις. Η όλη εμπειρία του ένοπλου αγώνα ήταν έτσι τυποποιημένη στις έννοιες και τις συνεκδοχές της κύριας οργάνωσης, η οποία όμως ήταν η μόνη που πραγματικά φαντάζονταν τον εαυτό της ως ένοπλο κόμμα: τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Η πραγματικότητα είναι ότι, αν υπήρχε ένα «ένοπλο κόμμα», υπήρξε επίσης και ένα «ένοπλο κίνημα» που ακολουθούσε πολύ διαφορετικές, και συχνά αντίθετες, συντεταγμένες και λογικές.

Η ΚΥΡΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ στα όπλα ήταν η Prima linea, η δεύτερη σημαντική ένοπλη οργάνωση, στην οποία ωστόσο η πληθώρα διαφημιστικών δραστηριοτήτων και η σπάνια ιστοριογραφία δεν έδωσαν μέχρι στιγμής ιδιαίτερη προσοχή, επικεντρωμένες όπως ήταν – και όπως παρέμειναν – στις Br και ειδικότερα στην εντυπωσιακότερη δράση τους, την απαγωγή Moro. Αυτό το κενό, το οποίο όμως δεν ήταν πλήρες, καλύπτεται τώρα από τον Andrea Tanturli, ερευνητή στη Φλωρεντία με το βιβλίο Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας – Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), vol. 1 (DeriveApprodi, pp. 380, euro 25).

Είναι ένα βιβλίο που πραγματικά δεν πρέπει να χάσουν όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του ιταλικού επαναστατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70. Αντιμετωπίζει την παραβολή της Pl με τα εργαλεία του ιστορικού, ακολουθώντας το χρονολογικό σχήμα αλλά χωρίς να επιδίδεται ούτε στην ανεκδοτολογία ούτε στο τυπικό δικαστικό μοντέλο που στολίζει περιγραφές επιθέσεων αλλά προσπαθεί αντ’ αυτού να ανακατασκευάσει, μέσα από ένα σχολαστικό έργο και επάνω σε ντοκουμέντα, τις πολιτικές ρίζες, την συγκυρία και το κοινωνικό πλαίσιο χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την πραγματικότητα της Pl. Συγχρόνως συλλαμβάνει, μέσα στον καθόλου στρεβλωμένο καθρέπτη την ιστορία της Πγ, τη διαδρομή, το δίλημμα και τέλος την παθητική απόκλιση όλης εκείνης της πλευράς του κινήματος που, μετά από την καμπή, το ορόσημο του 1974, δεν είχε επιλέξει ούτε τη θεσμοποίηση ούτε το παράνομο κόμμα.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ απ’ ότι οι Br που πάντα προσέχουν κυρίως στη βάση του Pci-Κκι και του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, η Pl γεννιέται από το κίνημα και για το κίνημα. Οι μαχητές και τα ηγετικά στελέχη της, που προέρχονται κυρίως από τις εμπειρίες της συνεχούς Πάλης-Lotta continua και της εργατικής Εξουσίας-Potere operaio, διατηρούν επί μακρόν μια διπλή στράτευση: παρεμβαίνουν τόσο στις κοινωνικές συγκρούσεις όσο και στις ένοπλες ενέργειες. Καθ ‘όλη τη φάση της κυοφορίας και στα πρώτα χρόνια η περιοχή της Χωρίς ανάπαυλα-Senza tregua, μετασχηματισμένη αργότερα στην Πρώτη γραμμή, θεωρεί την ένοπλη εμπειρία αναστρέψιμη: ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ή να τεθεί κατά μέρος ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες της ταξικής σύγκρουσης. Επί σειρά ετών περισσότερο «ημιπαράνομη-semiclandestina» παρά παράνομη, η Πγ είναι πολύ λιγότερο διαρθρωμένη από ότι οι BR, χωρίς μια πραγματική ομάδα κορυφής σε εθνικό επίπεδο, καθόλου προσεκτική στις ανάγκες του διαμερισμού, της τμηματοποίησης: συμβαίνει περισσότερες από μια φορές ορισμένοι αγωνιστές να αναγκάζονται να μη πάρουν μέρος σε ένοπλες δράσεις επειδή τραυματίστηκαν παίζοντας ποδόσφαιρο. Είναι παρούσα και δραστηριοποιείται κυρίως στο Μιλάνο, το Τορίνο και τη Φλωρεντία, εκτεινόμενη μέχρι τη Νάπολη. Από την άλλη πλευρά δεν πετυχαίνει ούτε η συνένωση με τους κομμουνιστικούς μαχόμενους Σχηματισμούς, παρά μια σύντομη φάση «ενοποιημένης διοίκησης», ούτε η «αποβίβαση» στην πρωτεύουσα, πιθανώς επειδή η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br αποτελεί μια ανωμαλία, ούσα ένα είδος «κινηματίστικης φάλαγγας» .

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ αυτή καθεαυτή είναι ξεχωριστή από τις «ομάδες», οι οποίες έχουν το καθήκον να παρεμβαίνουν στο ζωντανό των συγκρούσεων με επιθέσεις λιγότερο στρατηγικού χαρακτήρα, έστω και αν στην πράξη οι δύο χώροι συχνά καταλήγουν να επικαλύπτονται. Η Pl γεννιέται αυστηρά συνδεδεμένη με τους αγώνες των εργατών, κυρίως σε καταστάσεις όπου το κίνημα είναι περισσότερο παρόν και οι συγκρούσεις περισσότερο αποφασιστικές, αλλά στη συνέχεια θα είναι προσεκτική στις συγκρούσεις που εξαπλώνονται στο κοινωνικό, στην οικολογία, την ηρωίνη, μέχρι τον φεμινισμό. Να την θεωρήσουμε «ένοπλο βραχίονα του κινήματος», τονίζει στον πρόλογο ο Tanturli, είναι όμως ένα λάθος. Η φιλοδοξία ήταν υψηλότερη: να κατευθύνει το κίνημα προς μια κατάληξη και μια νικηφόρα διέξοδο από την αντεπίθεση που έπαιρνε μορφή στο τέλος της ανερχόμενης φάσης της εργατικής σύγκρουσης.

Αυτό τον πρώτο τόμο, ο συγγραφέας αφιέρωσε εκτενώς στη φάση της «κύησης», ακριβώς τα έτη μεταξύ 1974 και 1977. Πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο χώρος της Χωρίς ανακωχή-Senza tregua, από τον οποίο θα γεννηθεί η Pl, αλλά ολόκληρη η αυτονομία ιδιαίτερα η μιλανέζικη. Η εν λόγω διατομή επιτρέπει να γίνει o απολογισμός της συνολικής εικόνας και της συζήτησης μέσα στην οποία ωρίμασε η ένοπλη επιλογή, σε τομείς πάντα μειοψηφικούς αλλά όχι ασήμαντους του κινήματος. Ήταν μια σε μεγάλο βαθμό αμυντική κίνηση, η προσπάθεια να αποφευχθεί ένα αποτέλεσμα που εμφανίζονταν σε μια προοπτική ήδη καθορισμένη, μετά την αναδιάρθρωση που ακολούθησε το πετρελαϊκό σοκ του ’73, υψώνοντας το διακύβευμα και μετακινώντας το έδαφος της ταξικής σύγκρουσης.

ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟΜΟ ο Tanturli θα ασχοληθεί με την τελευταία φάση της υπόθεσης Pl: τις διασπάσεις, τις «στρατηγικές οπισθοχωρήσεις», τη διάλυση, τη συλλογική διάσταση. Αλλά ήδη στο τέλος αυτού του τόμου καταγράφεται η ήττα του στοιχήματος της. Η «κινηματίστικη-movimentista» ένοπλη οργάνωση κατέληξε υιοθετώντας εκείνο το ταξιαρχίτικο μοντέλο σε αντίθεση με το οποίο γεννήθηκε. Ο Tanturli δικαιολογεί το στρίψιμο στο τιμόνι με τις συνέπειες της απαγωγής του Μόρο, η οποία ανάγκασε να επικρατήσουν σε όλους οι έννοιες της στρατιωτικής σύγκρουσης έναντι των πολιτικών, αλλά κυρίως στη διάλυση του κινήματος. Χωρίς το οποίο η Pl δεν είχε πλέον λόγο να υπάρχει.

* Πηγή: Andrea Colombo, IL MANIFESTO