ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πάντα το ήξερα, L’ ho sempre saputo

L’ho sempre saputo

Η συνάντηση δυο γυναικών στο κελί μιας φυλακής. Οι δυο ακτές τις Μεσογείου διαχωρίζουν τη μοίρα τους, και όχι μόνο λόγω του διαφορετικού χρώματος του δέρματος. Η μια εκτίει μια ένοπλη απόπειρα κομουνισμού, η άλλη την αδύνατη απόδραση από την δυστυχία. Τις δένει η αφήγηση του ταξιδιού μιας κόρης που ακόμη δεν γεννήθηκε εκεί που αφήνει το ίχνος του η διαδρομή το ανθρώπινο μονοπάτι που έφερε τις δυο γυναίκες να μοιράζονται τους τέσσερις τοίχους εκείνου του κελιού. Με αναλαμπές μνήμης οραματικής οι δυο γυναίκες διατρέχουν τις παραπλανήσεις του «πολιτισμού των λευκών», που επιβλήθηκε σαν ανώτερος με το σπαθί, το σταυρό και την αγορά. «Μοναδικό μοντέλο» που έχει επαινεθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος και σε όλες τις παραδόσεις του πλανήτη. Μια συντριπτική κριτική για την ύπαρξη εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων υποταγμένων από τους κανόνες ενός οικονομικού συστήματος όλο και πιο ανόητου και παράλογου και παραγωγού μόνιμου παγκόσμιου πολέμου.

 

AUTORE, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Barbara Balzerani

Barbara Balzerani

Η Barbara Balzerani στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα στρατεύεται στην οργάνωση Potere operaio, στην συνέχεια στις Brigate rosse, όντας στέλεχος της στρατηγικής διοίκησης της οργάνωσης. Στο τέλος μιας μακράς φυγοδικίας συνελήφθη και εξέτισε είκοσι πέντε χρόνια φυλάκισης. Εκτός από τους τόμους παρόντες στον κατάλογο DeriveApprodi, είναι επίσης συγγραφέας και του βιβλίου La sirena delle cinque ,  η σειρήνα των πέντε (Jaca Book, 2003).

http://www.deriveapprodi.org/2017/09/lho-sempre-saputo/

αυτονομία, autonomia

14 μαίου 1977: Μιλάνο, μια »ήρεμη» ανταλλαγή πυροβολισμών – 14 maggio 1977: Milano, una sparatoria «tranquilla»

Milano, 12 μαίου 1977; την ώρα που οι ειδικές δυνάμεις του Υπουργού Εσωτερικών Κοσσίγκα που έχουν παρεισφρήσει πυροβολούν τους διαδηλωτές στην Piazza Navona και σκοτώνουν 14 maggio

την Giorgiana Masi, ο εισαγγελέας Luigi De Liguori διατάζει την σύλληψη κάποιων προσώπων, μεταξύ των οποίων δυο γνωστούς δικηγόρους της Κόκκινης Βοήθειας,  di Soccorso Rosso, τους Giovanni (Nanni) Cappelli και Sergio Spazzali. Η ποιο σοβαρή κατηγορία εις βάρος τους είναι εκείνη της προώθησης ανατρεπτικής ένωσης. Οι ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και οι συλλογικότητες του χώρου της αυτονομίας συγκαλούν για το απόγευμα της 14 μαίου μια διαδήλωση ενάντια στην καταστολή.

 

To πρωινό της 14ης μαίου, οι τέσσερις  υπεύθυνοι των ομάδων περιφρούρησης των διαφόρων ψυχών της μιλανέζικης Αυτονομίας συναντιούνται στο Πανεπιστήμιο Statale για να αξιολογήσουν την κατάσταση και να αποφασίσουν τις δράσεις στην πλατεία και τον δρόμο. Είναι οι Pietro Mancini (Piero), Raffaele Ventura (Coz) και Maurizio Gibertini (Gibo) για την ομάδα που συναθροίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso», ο Oreste Scalzone για τις ομάδες που ήταν κοντά στην Εργατική Εξουσία, per i gruppi vicini a Potere Operaio, ο Andrea Bellini για την κολλεκτίβα «Casoretto» και τέλος μια αντιπροσωπεία του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος. Αποφασίζουν για μια σκληρή πορεία, που σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή θα αποσπαστεί από τις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (με την Προλεταριακή Δημοκρατία,Democrazia Proletaria στην κεφαλή) για να συνεχίσει τον δρόμο της γύρω από τις φυλακές του San Vittore για να μεταφέρει την αλληλεγγύη στους συλληφθέντες πριν δυο ημέρες δικηγόρους . Μια πορεία »σκληρή», αυτό ναι, μα που δεν είχε προκαθοριστεί να καταλήξει σε ένοπλη μάχη με την αστυνομία, ούτε κάποια άλλη προβοκάτσια. Καθόλου molotov, ούτε σιδερόβεργες, καθόλου σφεντόνες ούτε πέτρες, τίποτα. Με τις πρώτες φασαρίες θα εγκαταλείπονταν η πορεία, αυτή ήταν η συμφωνία.

 

To προηγούμενο βράδυ, όμως, και η ένοπλη συνιστώσα της συλλογικότητας Romana-Vittoria, που εκπροσωπούνταν από τους  Marco Barbone, Enrico Pasini Gatti, Giuseppe Memeo, Marco Ferrandi, Luca Colombo και Giancarlo De Silvestri συναντιέται για να καθορίσει το σχέδιο για την διαδήλωση της επομένης ημέρας. Πρέπει να προκαλέσει την αστυνομία κοντά στην San Vittore, για να διαλύσει την πορεία και να την ενώσει ξανά στην ζώνη της Porta Genova, όπου και να την προφυλάξει στρατιωτικά όσο το δυνατόν για περισσότερο χρόνο. Η κολλεκτίβα Romana-Vittoria θα ανοίξει την πορεία.

 

 

Η πορεία ξεκινά στις 16,45 από την piazza Santo Stefano, οι διαδηλωτές ξεπερνούν τις 10.000. Στην διασταύρωση via San Vittore-Via Olona ο κορμός της αυτονομίας, γύρω στους 1000 διαδηλωτές, εγκαταλείπει τον κύριο κορμό όπως είχε προαποφασιστεί. Ξεκινούν ευθύς τα συνθήματα: «Da San Vittore all’Ucciardone, un solo grido: evasione», «Carabiniere, sbirro maledetto, te l’accendiamo noi la fiamma sul berretto» – »Από την San Vittore μέχρι την Ucciardone, μια και μόνη κραυγή: απόδραση», »Καραμπινιέρο, μπάτσε καταραμένο, εμείς θα ανάψουμε την φλόγα που έχεις στον μπερέ σου».

Σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή η φάλαγγα της αστυνομίας (μέχρι τότε στέκονταν πολύ μακριά από την πορεία) του τρίτου τμήματος ταχείας ανάπτυξης παρατάσσεται με πλήρη εξοπλισμό [μια σειρά από ασπίδες, και μια δεύτερη με εκτοξευτές δακρυγόνων) στη γωνία μεταξύ της Via Olona και της οδού De Amicis. Μετά από μια σύντομη διαβούλευση, η ένοπλη ομάδα της Romana- Vittoria αποφασίζει να επιτεθεί, και εύκολα παρακάμπτει τα κορδόνια συγκράτησης που είχαν επικεφαλής τον Bellini και Scalzone, που συνειδητοποιούσαν τι επρόκειτο να συμβεί.

 

Υψώνεται μια απότομη κραυγή: «Ρομάνα έξω!» ακολουθούμενη από μια επόμενη: «Πυρ!». Μέσα σε ένα μόνο λεπτό οι Ferrandi, Memeo, Poodle, Pasini Gatti, De Silvestri και Colombo, στους οποίους στέκονταν κοντά μερικοί μαθητές του Cattaneo οπλισμένοι με βόμβες μολότοφ, από την συλλογικότητα της Viale Puglie και από τη συλλογικότητα Barona ξεκινούν μια βίαιη ένοπλη μάχη με τις δυνάμεις της τάξης, κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίζεται θανατηφόρα ο υποταξίαρχος Custra. Δύο ακόμη καραμπινιέροι τραυματίστηκαν ελαφρά, ενώ ένας περαστικός, ο Marzio Golinelli, χάνει ένα μάτι και ένας άλλος περαστικός, η Patrizia Roveri, τραυματίζεται όχι σοβαρά στο κεφάλι.

 

Η οδός De Amicis επισκιάζεται από τον καπνό των δακρυγόνων, των μολότοφ και του τρόλεϊ 96 που έχει παραδοθεί στη φωτιά. Όλοι όσοι βρίσκονταν στον δρόμο καταφτάνουν τρέχοντας στην οδό Carducci διάδρομο όπου κάποιοι διαδηλωτές αυτοσχεδιάζουν ένα οδόφραγμα με οικοδομικό υλικό ενός εργοτάξιου .

Το βράδυ της 14ης στο σπίτι του Κολόμπο συγκεντρώνονται μερικά από τα ηγετικά στελέχη του Rosso για να συνεννοηθούν με τους Ferrandi, Poodle, Memeo, Pasini, Κολόμπο και De Silvestri. Η είδηση ότι ο αξιωματικός Custra είναι κλινικά νεκρός διαδόθηκε από τις ραδιοφωνικές ειδήσεις και μέσω των τηλεοπτικών ειδήσεων. Τα ηγετικά στελέχη του Κόκκινου είναι πρόθυμα να παρέχουν τα χρήματα και τα πλαστά έγγραφα για την προληπτική απομάκρυνση των Pasini Gatti, Ferrandi και τρειών μαθητών του Cattaneo. Γεννιέται τότε μια βίαιη αντιπαράθεση ανάμεσα στον Mancini, που ήταν πολύ κριτικός σε σχέση με τη δράση της Ρομάνα-Victoria, και του Alunni, που αντιθέτως αναλαμβάνει την άμυνα αυτών. Ως αποτέλεσμα αυτού και άλλων προσωπικών διαφωνιών, τον Ιούλιο οι Alunni, Μαρόκκο, Ricciardi, Μπαρμπόνε, Κολόμπο, De Silvestri θα δώσουν ζωή, μαζί με άλλους και άλλες αγωνίστριες, στους Κομμουνιστικούς Μαχόμενους Σχηματισμούς. Αργότερα, ο Ferrandi θα εισέλθει στην Πρώτη Γραμμή, ο Memeo στους ένοπλες Προλετάριοους για τον Κομμουνισμό, τέλος ο Pasini Gatti στην Ταξιαρχία Antonio Lo Muscio.

Κατά τη διάρκεια της δίκης για τα γεγονότα της 14ης Μαΐου, οι κατηγορούμενοι Ferrandi, Barbone και Pasini Gatti θα παρουσιαστούν με το προφίλ, που έχουν ήδη αναλάβει κατά τη στιγμή της σύλληψης, των λεγόμενων «μετανιωμένων».

 

Δημοσιεύουμε παρακάτω μερικές φωτογραφίες της 14ης Μαίου 1977 που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και δημοσιεύτηκαν στον τόμο «Ιστορία μιας φωτογραφίας» από τον Sergio Bianchi, που δημοσιεύτηκε από τον οίκο Derive Approdi.

 

GALLERIA IMMAGINI

  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!

το βιβλίο:

 
Το κίνημα του ’77 είναι αυτό που έχει διαγραφεί περισσότερο και το πιο «καταραμένο» μεταξύ των στιγμών της ταξικής σύγκρουσης αυτής της χώρας, ίσως ακριβώς γιατί ήταν το πιο βίαιο και το πιο επικίνδυνο. Το να ανακατασκευάσουμε την ιστορία του σημαίνει πως πρέπει να καθαρίσουμε το έδαφος από την παραχάραξη, από τις εύκολες ανακατασκευές, έργο των μεγάλων κομμάτων ή των μικρών ομάδων, από την ιδεολογία της μετάνοιας, από τον αθωωτισμό, από τον σοσιαλδημοκρατικό εξορκισμό πρώτα και τον φιλελεύθερο δημοκρατικό στην συνέχεια.

Οι τεχνικές της προφορικής ιστορίας μας επιτρέπουν να πραγματοποιήσουμε την πρώτη εργασία της ιστοριογραφίας: να καθορίσουμε τις μαρτυρίες, να αποκαταστήσουμε την πολυφωνία της πραγματικότητας. Η αλήθεια ηχεί σε μεγάλο βαθμό αξίωση, ανάληψη ευθύνης. Αυτό δεν σημαίνει να πούμε «στοπ» στη σκέψη σε σχέση με την φωτογραφία της στιγμής που χάθηκε, αλλά να αποκαταστήσουμε το νόημα στις πράξεις των μερών που μάχονταν. Όλων των πλευρών, εάν είναι δυνατόν.

Από την πλευρά του κινήματος, ως εκ τούτου έχουμε ακούσει: τον Vincenzo Miliucci, ιστορική φυσιογνωμία της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας, τον Mario Moretti, από τα κύρια ηγετικά στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τον Oreste Scalzone, γνωστότατο εκφραστή του κινήματος, τον Raoul Mordant, εξ ονόματος της «Ομάδας των 11», τον Enzo Modugno, θεωρητικό της αυτονομίας, τον Tano D’Amico, φωτογράφο όλων των διαδηλώσεων και της «ζωής του Κινήματος», κ.λπ.
Ως εχθρός, ο γερουσιαστής. Φραντσέσκο Κοσσίγκα, γιατί τότε ήταν υπουργός Εσωτερικών και σήμερα μάρτυρας όχι μυστικοπαθής. Και στην συνέχεια ένα μεγάλο αριθμό των «συντρόφων της βάσης» – μητροπολιτικών ινδιάνων και φεμινιστριών, σκληρών της αυτονομίας, ημι-παράνομων των BR – οι οποίοι διέτρεξαν οποίος στη συνέχεια τροχιές ζωής ποικιλόμορφες, αλλά των οποίων τα λόγια συχνά φωτίζουν όλους τους τόπους που αφέθηκαν στη σκιά από τις ανακατασκευές των ηγετών.
A quiet shoot-outA quotation to explain the title:«What’s going on?»
«Well, the police didn’t want to let us pass, so we went round – there
wasn’t a real clash.»
«But they’re shooting…»
«Yeah, but they’re just firing at the wall, the same as us. Really it’s
all quiet… it’s a quiet shoot-out.»

http://existingactually.blogspot.com/2005/06/meme-i_07.html

ιστορία, storia

Η Πρώτη Ταξιαρχία, δεύτερο μέρος

Ρενάτο Κούρτσιο: με ξεσκέπαστο πρόσωπο, του Μάρκο Σαλόγια

me-xeskepasto-prosopo

Έτσι λοιπόν η γέννηση του εμβλήματος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, συμπίπτει με την στιγμή που αποφασίζετε να περάσετε στη δράση πραγματοποιώντας τις πρώτες ενέργειες κατά των αυτοκινήτων των επιστατών της Pirelli. Υπήρξαν στιγμές γενικευμένης διαφωνίας με την επιλογή αυτή ;

Μιλήσαμε για όλα αυτά με πολύ κόσμο. Θυμάμαι μια συνάντηση σε κάποιο από τα γραφεία της Προλεταριακής Αριστεράς στο Μιλάνο που πρέπει να είχε τουλάχιστον εκατό πενήντα άτομα. Μαζί με την Μαργκερίτα και τον Αλμπέρτο Φραντσεσκίνι, πρότεινα ότι έπρεπε να ολοκληρωθεί το μέχρι τότε εγχείρημα, προκειμένου να συνεχιστεί η δραστηριοποίηση μας μέσω άλλων μορφών πια, περνώντας σε ενέργειες »ένοπλης προπαγάνδας» όπως χαρακτηριστικά τις λέγαμε.

Από την φασιστική σφαγή στην Πλατεία Φοντάνα και έπειτα, είχε δημιουργηθεί ένα κλίμα έντασης με βίαιες συγκρούσεις. Λέγαμε τότε ότι ήταν αδύνατο να συνεχίσουμε με την υπάρχουσα οργάνωση, δρώντας φανερά. Προφανώς, αποφεύγαμε να κάνουμε δημόσια τέτοιου είδους συζητήσεις, ωστόσο ήταν αναγκαίο να γνωρίζουμε πόσοι σύντροφοι ήταν διατεθειμένοι να ξεκινήσουν μαζί μας σ’ αυτήν την καινούργια πορεία.

Και τι κάνατε λοιπόν;

Είπαμε: »Όποιος είναι διατεθειμένος να μπει σε μια τέτοια συζήτηση ας σηκώσει το χέρι». Και σήκωσαν τα χέρια τους καμιά εκατοστή. Κάτι που μας φάνηκε, κομμάτι υπερβολικό για να ξεκινήσουμε μια παράνομη οργάνωση. Παρόλα αυτά, το πρόβλημα λύθηκε γρήγορα μιας και σε λίγες βδομάδες οι ενθουσιασμοί μειώθηκαν κατά πολύ. Τόσο που τελικά μείναμε καμιά δεκαπενταριά.

Γιατί, τόσο μαζική φυγή;

Για να διαπιστώσουμε τις πραγματικές διαθέσεις των συντρόφων τους προτείναμε να συμμετέχουν σε μια »προλεταριακή απαλλοτρίωση», σε μια ληστεία με άλλα λόγια. Όπως ήταν αναμενόμενο, πολλοί άρχισαν τις δικαιολογίες.

Τι τύπου δικαιολογίες;

Η αλήθεια είναι ότι δεν επρόκειτο μόνο για δικαιολογίες προκειμένου να καλύψουν τους φόβους τους. Υπήρχαν και βάσιμες ενστάσεις. »Η κατάσταση εδώ διαφέρει από εκείνη της Λατινικής Αμερικής» τόνισαν μερικοί, ή »είμαστε πολιτικά στρατευμένοι και αν μας πιάσουν θα καταλήξουμε στη φυλακή ως κοινοί εγκληματίες».

Δεν είχαν βάση αυτές οι αντιδράσεις;

Σαφώς και είχαν βάση. Ούτε εμένα με γοήτευε η προοπτική να καταλήξω στη φυλακή σαν ένας οποιοσδήποτε ληστής. Ωστόσο, από την άλλη, ήταν απαραίτητο να συγκεντρωθούν χρήματα, ώστε να δημιουργηθούν, οι πρώτες οργανωτικές δομές. Εμείς γνωρίζαμε καλά, πως δεν είμαστε κακοποιοί και σκεφτόμασταν να κινηθούμε τόσο στην κλασική μαρξιστική-λενινιστική παράδοση, όσο και στη νέα προοπτική του αντάρτικου πόλης, που την είχαν εφαρμόσει οι λατινοαμερικάνικες ομάδες ή και οι Μαύροι Πάνθηρες στις μεγάλες αμερικανικές πόλεις. Στην πραγματικότητα, δεν είχαμε άλλη επιλογή, ήταν ένα ρίσκο που έπρεπε να πάρουμε.

Όταν φτάσατε στο σημείο αυτό, ζητήσατε από τους υπόλοιπους την έγκριση του ονόματος σας;

Ναι, αρχικά, το συζητήσαμε με τους εργάτες της Πιρέλλι και το ενέκριναν αμέσως. Μεταξύ άλλων, γιατί κάποιος θυμήθηκε ότι και στο κίνημα μας είχαμε μια συμπαθητική ομάδα που καυχιόταν για την επαναστατικότητα της, τις »κόκκινες θείες».

Και ποιες ήταν οι »κόκκινες θείες»;

Μια ομάδα από συντρόφισσες πραγματικά εξεγερμένες, που συμμετείχαν στην πρώτη γραμμή των επιτροπών περιφρούρησης της Προλεταριακής Αριστεράς.

Αμέσως μετά τη σφαγή στην Πλατεία Φοντάνα στο Μιλάνο, πολλαπλασιάστηκαν οι διαδηλώσεις που καταλήγανε σχεδόν πάντα σε σφοδρές συγκρούσεις. Όλες οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες που κατέβαιναν στο δρόμο, από το Συνεχή Αγώνα [Lotta Continua] μέχρι την Εργατική Εξουσία [Potere Operaio], είχαν τις δικές τους επιτροπές περιφρούρησης, που ήταν λίγο ως πολύ εξασκημένες. Εμείς κατεβάζαμε μια μαζική παρουσία από αντάρτισσες που οι δικοί μας τις είχαν δώσει το παρατσούκλι »κόκκινες θείες».

Οπότε, μέσα από την ΠΑ δημιουργείται μια μικρή ομαδούλα που θα έδινε ζωή στην Ερυθρή Ταξιαρχία που με τη σειρά της λίγο αργότερα θα μετατρέπονταν σε Ερυθρές Ταξιαρχίες…

Συνοψίζοντας, ναι είναι έτσι. Υπήρξε ωστόσο μια μεταβατική περίοδος κατά την οποία οι προηγούμενες δραστηριότητες υπερτερούσαν των νέων πρωτοβουλιών. Όσο πραγματοποιούσαμε τις πρώτες μας ενέργειες κατά των χαφιεδάκων της Πιρέλλι, εγώ συνέχιζα να κινούμαι στο περιβάλλον των συλλογικοτήτων της Προλεταριακής Αριστεράς. Συνεχίζαμε τις παρεμβάσεις στα νυχτερινά σχολεία για τους εργάτες και κρατούσαμε ακόμα τις καταλήψεις σπιτιών στις λαϊκές γειτονιές του Λορεντέτζιο, Κουάρτο Οτζάρο και Μακ Μάχον.

Τον Οκτώβρη του 1970 έβγαλα το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Sinistra Proletaria, ωστόσο τα [Φύλλα Αγώνα] Fogli di Lotta συνέχισαν να βγαίνουν μέχρι και τον Φεβρουάριο του ’71, όταν ήδη είχε ολοκληρωθεί ο πρώτος κύκλος ενεργειών της Ερυθρής Ταξιαρχίας. Έπειτα, την άνοιξη του ίδιου έτους εκδώσαμε δυο τεύχη μιας νέας εφημερίδας που σημάδεψε το πέρασμα στην καινούργια εποχή: Νέα Αντίσταση. Με αυτό τον τρόπο θέλαμε να σταχυολογήσουμε τις πρώτες ένοπλες ενέργειες στην Ευρώπη δίνοντας βήμα στη συζήτηση που άρχιζε γύρω από τις δικές μας πρωτοβουλίες.

Μεταξύ άλλων εκδώσαμε μια συνέντευξη που είχαμε πάρει από τους συντρόφους της RAF, ένα ανέκδοτο κείμενο των Τουπαμάρος και τα κείμενα από τις πειρατικές  εκπομπές των GAP [Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης] του Φελτρινέλλι, όπως και τις πρώτες μας προκηρύξεις ως Ερυθρή Ταξιαρχία και βέβαια των Ερυθρών Ταξιαρχιών που την διαδέχτηκαν

Πως θεωρούσατε εκείνη την εποχή, ότι θα έπρεπε να είναι μια Ερυθρή Ταξιαρχία;

Η Ταξιαρχία αρχικά, ήταν ο βασικός πυρήνας ενός οργανωτικού προγράμματος σε αναζήτηση καθορισμού: κανείς μας δεν είχε ξεκάθαρο μέσα του, το πως θα έπρεπε να ήταν και επιπλέον δεν μας ενδιέφερε να αποδείξουμε ότι το είχαμε εντελώς ξεκάθαρο. Έτσι, η πρώτη ομάδα που έδωσε ζωή στις Ερυθρές Ταξιαρχίες συμπεριλάμβανε μια δωδεκάδα ανθρώπων: η Μαργκερίτα, ο Φραντσεσκίνι, ο Πιερλίνο Μορλάκι που ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της γειτονιάς του Λορεντέτσιο καθώς και μερικοί εργάτες της Πιρέλλι μεταξύ των οποίων ο Μαουρίτσιο Φερράρι κι εγώ.

Παρά αυτή την ιδεολογικό-οργανωτική ασάφεια ωστόσο προχωρήσατε στην πρώτη σας ενέργεια. Ποια ήταν;

Το σχέδιο της »προλεταριακής απαλλοτρίωσης» με το οποίο θα δοκιμάζαμε τους συντρόφους, εγκαταλείφθηκε. Ξαναγυρίσαμε λοιπόν στην αρχική ιδέα: Να την πέσουμε στον Πελεγκρίνι. Δηλαδή, να του κάψουμε το αμάξι. Τον είχαμε ακολουθήσει, από την πύλη του εργοστασίου μέχρι το σπίτι του. Το πάρκαρε πάντα, κάτω από το σπίτι του. Ετοιμαστήκαμε. Ένας πρώην παρτιζάνος, φίλος του Φελτρινέλλι, μας είχε μάθει να φτιάχνουμε ένα είδος ωρολογιακών μολότοφ:  ένα μικρό βαρελάκι γεμάτο βενζίνη, ένα προφυλακτικό με θειικό οξύ μέσα που το έσταζε λίγο λίγο και κατόπιν ερχόταν σε επαφή με ένα μείγμα ζάχαρης και ποτάσιου αναφλέγοντας έτσι τη βενζίνη. Αν ήθελες να κρατήσει παραπάνω η έκρηξη το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να χρησιμοποιήσεις ένα προφυλακτικό πιο χονδρό ή ακόμα και δυο μαζί.

Μια νύχτα, μια μικρή μας ομάδα πλησίασε το παλιό αυτοκίνητο του Πελεγκρίνι και η Μαργκερίτα τοποθέτησε το βαρελάκι. Εγώ φύλαγα τσίλιες. Κόντευε να σπάσει η καρδιά μου για κάποια λεπτά μιας και το προφυλακτικό άντεξε παραπάνω από το προβλεπόμενο. Τελικά όμως βλέπω την πολυπόθητη αναλαμπή. Σήμερα που το σκέφτομαι, ήταν μια διασκεδαστική και γκροτέσκα ενέργεια. Είμαστε μερικοί άπειροι, αρχάριοι εντελώς ατζαμήδες. Μπορεί κανείς να πει, ωστόσο ότι με αυτή την ενέργεια πήραν ζωή οι Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Αναλάβατε την ευθύνη;

Ναι, και ήταν η πρώτη μας προκήρυξη με την οποία αναλαμβάναμε μια ενέργεια. Μοιράστηκε στην Πιρέλλι και στο εργοστάσιο αμέσως έγινε αντικείμενο συζήτησης. Τελικά, φάνηκε να έχει μεγάλη απήχηση, κάτι που μας έδωσε ώθηση για τη συνέχεια. Μεταξύ του χειμώνα του ’70 και της άνοιξης του ’71 πραγματοποιήσαμε δεκάδες τέτοιες επιθέσεις, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει εκείνη, στην πίστα δοκιμών του Λαϊνάτε όπου κάηκαν όλα τα λάστιχα.

συνεχίζεται….

 

 

ιστορία, storia

PRIMA LINEA Πρώτη Γραμμή

Ιστορικά στοιχεία PRIMA LINEA

Οι απαρχές, η καταγωγή

Στην διάρκεια των χρόνων Εβδομήντα στην Ιταλία βαθαίνει η κοινωνική και πολιτική σύγκρουση. Στην διάχυτη θέληση ριζικού μετασχηματισμού, σε κομουνιστική κατεύθυνση, της κοινωνίας, κάποιοι τομείς του Κράτους απαντούν με την τρομοκρατία της στρατηγικής της έντασης. Βόμβες και απειλές πραξικοπήματος εμφανώς αποσταθεροποιητικές, που στοχεύουν στην πραγματικότητα να σταθεροποιήσουν μιαν εξουσία που έχανε την αξιοπιστία της στα μάτια μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, το Κκι, που προχωρά δυνατά στις δημοτικές εκλογές του 1975 αυξάνοντας εντυπωσιακά τα ποσοστά του και ακόμη περισσότερο στις πολιτικές του 1976, απογοητεύει  τις προσδοκίες μιας πλευράς των εκλογέων του, η οποία θεωρεί μια προδοσία τον ιστορικό συμβιβασμό, την πολιτική εθνικής αλληλεγγύης και την υπεράσπιση των αστικών θεσμών, τις εκκλήσεις για θυσίες και την λιτότητα.

Μέσα στα ίδια χρόνια πολλαπλασιάζονται στον κόσμο οι νικηφόρες εκβάσεις των ανταρτοπολέμων, των κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης ενάντια στην αποικιοκρατία, ενώ το δραματικό πραξικόπημα στην Χιλή του 1973 σε μεγάλο μέρος της επαναστατικής αριστεράς μοιάζει σαν μια επιβεβαίωση της αδυναμίας μιας ειρηνικής οδού για την κατάκτηση της εξουσίας από πλευράς των λαϊκών μαζών.

Μέσα στα δεύτερα μισά της δεκαετίας λαμβάνει χώρα η οριστική διάλυση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων. Η  Lotta continua διαλύεται με ανεπίσημο τρόπο το φθινόπωρο του 1976. Ένας αριθμός όλο και μεγαλύτερος νέων πείθεται πως η χρήση του ένοπλου αγώνα είναι απαραίτητη για να συγκεκριμενοποιηθεί και πραγματοποιηθεί εκείνη η επιθετική προέλαση η οποία, τα προηγούμενα χρόνια, υπήρξε κληρονομιά όλης της πιο ριζοσπαστικής αριστεράς, και εκφράζονταν μέσα από την σκληρότητα των συνθημάτων που φωνάζοντας στις πορείες.   Εάν οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate rosse εκφράζουν το παράδειγμα της συγκεντρωτικής οργάνωσης, που έχει σκοπό να οικοδομήσει ένα κόμμα σε συνέχεια με την μαρξιστική λενινιστική θεωρία και την πράξη, σε συνέχεια με την ιστορία του διεθνούς κομουνιστικού κινήματος, άλλα τμήματα υποστηρίζουν την υπόθεση ενός διάχυτου ανταρτοπόλεμου σε στενή επαφή με τους μαζικούς αγώνες. Όχι το ένοπλο κόμμα, συνεπώς, μα το ένοπλο κίνημα. Επισφαλείς, δίχως σπίτι, εργαζόμενοι τους οποίους η αναδιάρθρωση απέβαλε από τους παραγωγικούς κύκλους, νέοι γκετοποιημένοι στις hinterland των πόλεων που διεκδικούν τις ανάγκες τους. Ο «κοινωνικός εργάτης» σύμφωνα με την θεωρία του Toni Negri, o οποίος αμφισβητεί έντονα και τίθεται αντιμέτωπος στην συμμαχία Dc-Pci, των χριστιανοδημοκρατών με τους κομουνιστές δηλαδή, σε σημείο να συγκρούεται, ακόμη και σωματικά στις πλατείες, με τις ιστορικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος.

Γεννιέται κατ’ αυτό τον τρόπο ένας χώρος που σχηματίζεται από αγωνιστές που φεύγουν από την Lotta continua σε διάφορες δόσεις μέσα στο 1974, μετά την «στροφή προς  την νομιμοφροσύνη» του προηγούμενου χρόνου, με την οποίαν η ομάδα αποκηρύσσει τις εκκλήσεις στην επαναστατική βία ενάντια στο  Κράτος. Σε αυτούς συνενώνονται ορφανά της διαλυμένης εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οι οποίοι συγκλίνουν στην εργατική Αυτονομία, Autonomia operaia, η οποία γίνεται ένα είδος καταφυγίου των πιο ριζοσπαστικών θέσεων. Εργοστασιακές επιτροπές, Επιτροπές του τριτογενούς τομέα, των συνοικιών, οι οποίες θεωριτικοποιούν τον μαζικό εξοπλισμό και λαμβάνουν μέρος σε ευρέως διαδεδομένες πρακτικές μάχης. Μέσα σε αυτή την συγκυρία δημιουργούνται οι κομουνιστικές Επιτροπές για την εργατική Εξουσία, i Comitati comunisti per il Potere operaio και, το 1975, ο χώρος και το περιοδικό »Χωρίς ανακωχή»,  «Senza tregua», που συνενώνει αυτούς που πήραν μέρος στο Εξήντα οκτώ και στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, μα και νεότατους που πλησιάζουν στην πολιτική, που έλκονται μερικές φορές από τον μύθο της προδομένης Αντίστασης. Αυτός ο χώρος εκφράζεται με ένα διπλό επίπεδο, νόμιμο και παράνομο. Ενώ στην εφημερίδα διεξάγεται η συζήτηση για τον μαζικό εξοπλισμό,εργατικών πολιτοφυλακών, μιας διαδρομής προλεταριακής οργάνωσης μέσα σε ένα πλαίσιο εμφυλίου πολέμου μακράς διάρκειας, υπάρχουν καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, δράσεις αυτοχρηματοδότησης, εισβολές στις ενώσεις των βιομηχάνων, τραυματισμοί διοικητικών στελεχών εργοστασίων.

Τον οκτώβρη του 1976 στο Salò, στην επαρχία της Brescia, στο εσωτερικό της «Senza Tregua» λαμβάνει χώρα εκείνο που ονομάστηκε »πραξικόπημα από τους λοχίες», «golpe dei sergenti». Τα μεσαία στελέχη, που προέρχονταν από την Lotta continua, αναλαμβάνουν την ομάδα εκδιώκοντας τους «διανοούμενους», πρώην του Potere operaio, που διευθύνουν το περιοδικό. Μετά από μια περίοδο αναστολής, οι δημοσιεύσεις αρχίζουν ξανά σαν «Δεύτερη σειρά».

Στο περιβάλλον των στρατευμένων που εκδιώχτηκαν σχηματίζονται οι μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, le Unità comuniste combattenti (Ucc) και οι επαναστατικές κομουνιστικές Επιτροπές, Comitati comunisti rivoluzionari (Cocori).

Η γέννηση

Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ένα ακριβές σημείο για το ξεκίνημα της οργάνωσης. Η επονομασία Prima linea εμφανίζεται στις 30 νοεμβρίου 1976 στην ανάληψη ευθύνης της εισβολής στο Torino στην έδρα της Ένωσης διευθυντικών στελεχών απ’ όπου παίρνουν μαζί τους οι εισβολείς τα αρχεία του συνδέσμου. Στο φυλλάδιο μεταξύ άλλων διαβάζουμε: η Prima linea δεν είναι ένας καινούργιος μαχόμενος κομουνιστικός πυρήνας, μα η συνένωση διάφορων αντάρτικων πυρήνων οι οποίοι μέχρι σήμερα έχουν δράσει κάτω από διάφορες ονομασίες.  η Prima linea δεν είναι η απόρροια άλλων ένοπλων οργανώσεων όπως οι Br και οι Nap. Η μοναδική διεύθυνση που αναγνωρίζουμε είναι οι εσωτερικές [στα εργοστάσια] πορείες, οι άγριες απεργίες, τα σαμποτάζ, οι αχρηστεύσεις των εχθρικών πρακτόρων, η αυθόρμητη ευφορία, η extraπαράνομη συγκρουσιακή κατάσταση.

Το ενεργό στρατευμένο σώμα στα προηγούμενα χρόνια με διάφορες επονομασίες είναι εκείνο που έχει σημείο αναφοράς την «Senza Tregua». Ανάμεσα στο 1976 και το 1977 διάφορα μέλη της μελλοντικής πολιτικής-στρατιωτικής κορυφής της οργάνωσης καταλήγουν προσωρινά στην φυλακή. Σε αυτή την φάση, που στην συνέχεια ονομάστηκε pre-Prima linea, της αποδόθηκε, μεταξύ άλλων, η θανάσιμη ενέδρα στον επαρχιακό σύμβουλο του φασιστικού Msi Enrico Pedenovi, in risposta all’omicidio da parte dei neofascisti di Gaetano Amoroso, il 27 aprile 1976 στο Milano. Μια επιχείρηση που απολαμβάνει την συναίνεση μεγάλου τομέα της επαναστατικής αριστεράς.

η Prima linea συστήνεται επίσημα σε ένα συνέδριο στο San Michele a Torri, κοντά στο Scandicci, τον απρίλη του 1977. Παίρνουν μέρος μια τριανταριά αντιπρόσωποι από το Milano, Bergamo, Torino, Firenze, Napoli. Ο προαγωγός πυρήνας προέρχεται σε μεγάλο μέρος από το Sesto San Giovanni. Oνομάζονταν το Στάλινγκραντ της Ιταλίας.Πρώτα για όσα είχε συνεισφέρει στην Αντίσταση, μετά στους εργατικούς αγώνες. Δυνατές είναι οι πραγματικότητες από το Μπέργκαμο και το Τορίνο. Ένα Καταστατικό 31 άρθρων ανακοινώνει τις αρχές εκείνης που ορίζεται μια «εθελοντική οργάνωση μαχητών για τον κομουνισμό». Χαρακτηρίζονταν από δυο ξεχωριστά επίπεδα. Το πρώτο είναι ένα δίκτυο υποστήριξης και ώθησης στις παράνομες συμπεριφορές και στην προλεταριακή μάχη, αποτελούμενο από Ronde και Squadre, Περιπολίες και Ομάδες, οι οποίες λαμβάνουν διάφορες επωνυμίες (Squadre armate proletarie, territoriali, operaie – ένοπλες προλεταριακές Ομάδες, εδαφικές, εργατικές) και πραγματοποιούν σαμποτάζ, πυρπολήσεις, απαλλοτριώσεις, επιθέσεις σε επικεφαλής τμημάτων στα εργοστάσια. Το δεύτερο είναι μια δομή συγκεντρωτική στης οποίας την κεφαλή υπάρχει μια εθνική Διοίκηση, un Comando nazionale, η οποία πρέπει να δίνει αναφορά για τις δραστηριότητες της στην Διάσκεψη της οργάνωσης.

Το ξεκίνημα, στο κίνημα

η Prima linea κινεί τα πρώτα βήματα της μέσα σε μια διαδρομή συνδεδεμένη με το ανομοιογενές κίνημα του Εβδομήντα επτά, στοχεύοντας να ανυψώσει τα επίπεδα σύγκρουσης. Ήδη στο όνομα προσδιορίζονται αυτά τα χαρακτηριστικά.Η οργάνωση θέλει να βρίσκεται στην κορυφή της ριζοσπαστικής κριτικής του συστήματος. Η πρώτη γραμμή είναι όντως εκείνη των ομάδων περιφρούρησης στις πορείες. Σε ένα ντοκουμέντο με ημερομηνία 1977 διαβάζουμε: Οι ημέρες του μάρτη υπήρξαν ένα μεγάλο μάθημα: από αντικειμενικές συνθήκες που τυποποιούσαν ανάγκες και χαρακτήρες πολιτικούς του προλεταριάτου περάσαμε στον μαζικό αγώνα ενάντια στο Κράτος. Σε αυτόν κατέστησαν σαφείς οι διαφορετικές πολιτικές υποθέσεις και παραδοχές που ζουν μέσα στον επαναστατικό χώρο μεταξύ των μαχομένων οργανώσεων. […] To πολιτικό ζήτημα και η ανάγκη που αναπτύχθηκε αυτούς τους μήνες, η αναζήτηση ξεκάθαρων απαντήσεων, ενός διαυγούς σχεδιασμού προοπτικής και οργάνωσης, επιβάλει να να διαρρήξουμε όλες τις επί μέρους αντιλήψεις: από την αυτόνομη μέχρι την ένοπλη, να εξαπολύσουμε την πολιτική μάχη, να ελέγξουμε ξανά και να συγκρίνουμε πολιτικές προτάσεις με την επαναστατική ένταση που ζει μέσα στο προλεταριάτο και στην εργατική τάξη.

Την άνοιξη του 1977 το κλίμα στην Ιταλία είναι αυτό. Το επίπεδο της βίας στις πλατείες πολύ υψηλό. Οι διαδηλωτές χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα κι έχουμε πεσόντες και από τις δυο πλευρές. Στις 11 μαρτίου στην Bologna δολοφονείται από έναν καραμπινιέρο ο Francesco Lorusso, στρατευμένος στην Lotta continua. Την επόμενη ημέρα στην Roma και στην Bologna ξεσπούν σκληρές συγκρούσεις. Τις ίδιες ώρες στο Torino σκοτώνεται σε αντίποινα ο ταξίαρχος του πολιτικού Γραφείου της Ασφάλειας Giuseppe Ciotta. Σύντροφοι, δεν είναι πλέον καιρός για παραδειγματικές ενέργειες και προπαγάνδας. Η κήρυξη πολέμου του Κράτους πρέπει να γίνει αποδεκτή. Στο επίπεδο του πολέμου που εξελίσσεται πρέπει να επαληθευθούν σήμερα, αμέσως, οι μαχόμενοι σχηματισμοί: αυτός που απομακρύνει από αυτή την πρακτική την δική του οργάνωση δεν έχει δικαίωμα λόγου μέσα στον μαχόμενο χώρο. Η αξίωση είναι των μαχόμενων κομουνιστικών Ταξιαρχιών, του χώρου της Πρώτης Γραμμής –  Brigate comuniste combattenti, area Prima linea. Στις 21 απριλίου στην Roma και στις 14 μαίου στο Milano στην διάρκεια πορειών σκοτώνονται δυο αστυνομικοί. Στις 12 μαίου στη Roma σκοτώνεται μια διαδηλώτρια, η Giorgiana Masi, χτυπημένη από αστυνομικούς με πολιτικά. Το φθινόπωρο αρχίζει η ύφεση του κινήματος. Πολλοί νέοι αρχίζουν να δίνουν τροφή στις γραμμές των ένοπλων οργανώσεων. Στην αρχή η Pl δρα κυρίως μέσα σε μια οπτική υποστήριξης του αγώνα στα εργοστάσια και στην προλεταριακή μάχη, με πυρπολήσεις, τραυματισμούς τμηματαρχών και διευθυντών, μα πραγματοποιεί δράσεις και μέσα στον κοινωνικό χώρο, ενάντια στην μαύρη εργασία και την ακρίβεια, και με επιθέσεις στην Χριστιανοδημοκρατία και στις δυνάμεις της αστυνομίας. Οι αγωνιστές και μαχητές, μεταξύ των οποίων και πολλοί νεότατοι, συχνά κινούνται μέσα σε διπλή ζωή. Είναι παράνομοι κατά τα μισά, με ένα πεδίο πολιτικής απασχόλησης δημόσιο και ένα παράνομο. Δεν έχουν βάσεις, φυλάγουν τα όπλα στο σπίτι και τα επιδεικνύουν στις πορείες.

Η ένοπλη πάλη θεωρείται παροδική, αναστρέψιμη, μια αναγκαιότητα κάποιες ιστορικές στιγμές για να προκληθούν οι μάζες σε μιαν επίθεση για να προσβάλουν τις διάφορες διαρθρώσεις της καπιταλιστικής διοίκησης. Θεωρείται θεμελιώδης μια άμεση σχέση μεταξύ μαζών και οργάνωσης, ώστε μέσα στην τάξη να αναπτυχθεί παράλληλα ο διάλογος επάνω στην μαχόμενη προλεταριακή οργάνωση και επάνω στο κόμμα […]. Η διαδικασία χτισίματος του προλεταριακού στρατού σε μια χώρα προωθημένου καπιταλισμού  περνά μέσα από την πλέξη μεταξύ μαχόμενης οργάνωσης και οργάνων εξουσίας της τάξης.

Ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση

Σύμφωνα με την Prima linea το Κράτος δεν έχει μια μόνο «καρδιά». Ο στόχος συνεπώς δεν είναι εκείνος της κατάκτησης της εξουσίας, μα μια προοδευτική του αποδιάρθρωση και διάλυση και η δημιουργία μιας ριζωμένης και διάχυτης  αντιεξουσίας. Το 1977 η οργάνωση γράφει: Εάν το Κράτος αντιπροσωπεύει την κεντρική ανάληψη της ρύθμισης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, κάθε πράγμα είναι μέρος του Κράτους, όλη η κοινωνική ζωή γίνεται Κράτος, βίαιη διαχείριση των αναγκών του κεφαλαίου. Η κοινωνικοποίηση της διοίκησης είναι η πηγή της νομιμοποίησης για την ίδια την διοίκηση. […] Η εργατική τάξη αρχίζει ακριβώς σε αυτούς τους μήνες να εκφράζει αγώνες προσανατολισμένους ρητώς ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση κι ενάντια στην παραγωγή σαν εργαλείο διοίκησης. […] Αυτό το πολιτικό άλμα είναι θεμελιώδες διότι επιτρέπει μια γενίκευση των πολιτικών ενδείξεων και κατευθύνσεων μάχης, πρωτοβουλίας αγώνα, από την μαχόμενη οργάνωση στο προλετάριο στέλεχος που μάχεται και στα όργανα του αγώνα των μαζών.

Τα μέλη της Pl παραβαίνουν συχνά τους κανόνες ενός παράνομου σχηματισμού. Κάποιες είναι ομάδες φίλων που συναντιούνται στις ταβέρνες με τις οικογένειες, βλέπουν τους εαυτούς τους και αυτοχαρακτηρίζονται σαν τους επαναστάτες εκτός νόμου των ταινιών western, έτσι ώστε να αυτοαποκαλούνται Mucchio selvaggio, wild Bunch, άγριο Κοπάδι. Τον ιούλιο του 1977 βρίσκονται στην θέση να λογαριαστούν με το πρώτο πένθος. o Romano Tognini δέχεται χτύπημα θανατηφόρο στην διάρκεια απαλλοτρίωσης ενός οπλοπωλείου στην Tradate, που στην συνέχεια θα υποστεί μεγάλες ζημιές με εκρηκτικά για αντίποινα.

Στις 2 δεκεμβρίου 1977 μια Squadra, που υποστηρίζονταν από την Pl, τραυματίζει μέσα στο studio του τον «ηλεκτρολόγο του Collegno», τον γιατρό του φρενοκομείου, ο οποίος είχε μείνει ατιμώρητος, παρά το ότι είχε καταδικαστεί για τα βασανιστήρια στα οποία είχε υποβάλει τους τροφίμους, τους έγκλειστους. Πολλοί χειροκροτούν την πράξη.

Παραμονή Χριστουγέννων η  Prima linea επιτίθεται στο σωφρονιστικό ίδρυμα Le Vallette που βρίσκονταν ακόμη υπό κατασκευή. Η φυλακή, η καταστολή, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων έχουν ρόλο κεντρικό σε όλη την ιστορία της ομάδας. Αποδράσεις για τις οποίες έγιναν απόπειρες, και άλλες με επιτυχή κατάληξη, τραυματισμοί και εκτελέσεις δικαστικών, τεχνικών, ανθρωποφυλάκων, εκρηκτικά ενάντια σε  φυλακές. Στις αρχές του  1978 δημιουργείται μια ενοποιημένη διοίκηση των δυο κυριότερων ένοπλων «movimentiste, κινηματικών » οργανώσεων, Prima linea και Formazioni comuniste combattenti (Fcc), μαχόμενοι κομουνιστικοί Σχηματισμοί, που γεννήθηκαν το καλοκαίρι του 1977 από μια διάσπαση των κομουνιστικών Ταξιαρχιών, Brigate comuniste, που δρούσαν στον παράνομο χώρο που σχηματίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso». Η εμπειρία διαρκεί λίγους μήνες, στη διάρκεια των οποίων διαπράττονται κάποιοι τραυματισμοί και μια στρατιωτική άσκηση στην Γαλλία που είχε οργανωθεί από τους βάσκους της Eta. Τον μάρτιο του ίδιου χρόνου, οι Brigate rosse απαγάγουν τον Aldo Moro. η Prima linea δεν επικροτεί την ενέργεια, δεν την εγκρίνει, την οποίαν θεωρεί ασύνδετη σχετικά με το  κίνημα και διαλυτική, διασπαστική, πως αποδιαρθρώνει το κίνημα καθώς και το Κράτος. Εκείνη την περίοδο ανυψώνει ωστόσο το δικό της επίπεδο στρατιωτικής σύγκρουσης, χάρη και σε μια προμήθεια βαρέων όπλων που προέρχονταν από τον Λίβανο.

Ανεβάζει τον πήχη

Στις 11 οκτωβρίου 1978 για πρώτη φορά η Pl αναλαμβάνει επίσημα την ευθύνη μιας εκτέλεσης. Το θύμα είναι ο Alfredo Paolella, καθηγητής εγκληματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Napoli, σύμβουλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με αποστολή την εγκληματολογική παρατήρηση στην φυλακή του Poggioreale.

Mα η δράση που δημιούργησε τον μεγαλύτερο θόρυβο θόρυβο έγινε στις 29 ιανουαρίου 1979, όταν στο Milano χτυπήθηκε θανατηφόρα ο Emilio Alessandrini. Είναι ένας δικαστικός που θεωρείται δημοκρατικός, έχει κατευθύνει προς τους νεοφασίστες τις έρευνες για την σφαγή της piazza Fontana, φέρνοντας στο φως τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών και τις θεσμικές συγκαλύψεις. Γαι την Prima linea ο Alessandrini αντιπροσωπεύει την αιχμή του δόρατος της αντεπανάστασης. Ανήκει στον τομέα δικαστικών που βρίσκονται μέσα σ εκείνη την αριστερά που  «έγινε Κράτος», διαχειρίζεται τους νόμους της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, της κατάστασης εξαίρεσης, εξορθολογίζει τους μηχανισμούς της δικαιοσύνης για να ξαναδώσει αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα στον μηχανισμό της εξουσίας. ο Alessandrini διερευνούσε τα κινήματα και τις ένοπλες οργανώσεις , έπρεπε να αναλάβει την διεύθυνση ενός τμήματος της Αντιτρομοκρατικής στο δικαστήριο του Μιλάνο, να πραγματοποιήσει μια τράπεζα δεδομένων και να συντονίσει μια έρευνα επάνω στην πολιτική βία. Είναι μια περίοδος μεγάλων ρήξεων μέσα στην αριστερά. Λίγες ημέρες νωρίτερα οι Brigate rosse έχουν χτυπήσει τον συνδικαλιστή του κομουνιστικού Κόμματος Guido Rossa. Πολλοί αγωνιστές νιώθουν αποπροσανατολισμένοι.

Το Pci, από την πλευρά του, συνεργάζεται δραστικά με το Κράτος, ακόμη και με την δική του ερευνητική εργασίας. Τον φεβρουάριο του 1979 στο Torino μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατικό που προκαλεί αμηχανία σε διάφορα περιβάλλοντα. η Prima linea αποφασίζει να δώσει μιαν απάντηση. Στις 28 φεβρουαρίου, μετά από μια σήμανση, οι σύντροφοι του κομάντο αιφνιδιάζονται μέσα σε ένα bar από κάποιους αστυνομικούς. Υπάρχει μια συμπλοκή, πυροβολισμοί, ριπές αυτομάτων. Σκοτώνονται δυο μαχητές, η Barbara Azzaroni και ο Matteo Caggegi. Στην κηδεία παίρνουν μέρος μεγάλα τμήματα του κινήματος. Η συγκίνηση είναι μεγάλη, όπως και η επιθυμία για εκδίκηση.

η Prima linea πραγματοποιεί δυο ενέργειες αντιποίνων. Στις 9 marzo μαρτίου στήνει μια ενέδρα σε ένα περιπολικό. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ατυχώς ένας νεαρός περαστικός. Στις 18 ιουλίου χτυπιέται ο ιδιοκτήτης του μπαρ Carmine Civitate, με βάση την λανθασμένη πεποίθηση πως ήταν ο υπεύθυνος της παρέμβασης της αστυνομίας.

Αυτή η τραγική αλυσίδα γεγονότων προκαλεί μια μακρά εσωτερική συζήτηση. Στην Διάσκεψη της οργάνωσης τον σεπτέμβρη του 1979, στην Bordighera, στην επαρχία της Imperia, αναπτύσσεται μια πολιτική μάχη ανάμεσα σε δυο θέσεις. Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν απαραίτητο να επιστρέψουν στις ρίζες τους, στο ρίζωμα μέσα στις ζωτικές περιοχές τους και να ασκήσουν τον διάχυτο πόλεμο και αυτούς αντιθέτως που θεωρούν πως πρέπει να αυξήσουν την ένταση της σύγκρουσης με τους θεσμικούς μηχανισμούς. O κόμπος δεν λύνεται. Αποφασίζεται μια οργανωτική αναδιάρθρωση, με την δημιουργία ενός εθνικού Εκτελεστικού, μα εμφανίζεται και μια πρώτη διάσπαση. Κάποιοι μαχητές,πεπεισμένοι πως η κατάσταση απαιτεί μια οπισθοχώρηση, στήνουν την ομάδα Για τον κομουνισμό, Per il comunismo. Σύντομα καταφεύγουν στο Παρίσι, όπου συλλαμβάνονται και εκδίδονται.

H οργάνωση εξαπολύει μια εκστρατεία επικεντρωμένη στο εργοστάσιο, αντικείμενο πολύ σκληρών αναδιαρθρώσεων. Το σύνθημα είναι Να χτυπήσουμε την διοίκηση της επιχείρησης,  Colpire il comando d’impresa. Τον σεπτέμβρη του 1979 η Prima linea σκοτώνει στο Torino τον Carlo Ghiglieno, μηχανικό υπεύθυνο του Τμήματος σχεδιασμού και πρόεδρο της Επιτροπής που οδηγεί τον κλάδο εφοδιασμού της Fiat. Σε απάντηση στις επανειλημμένες επιθέσεις που ασκούν οι διάφορες μαχόμενες ομάδες ενάντια σε διοικούντες και στην αλληλεγγύη της οποίας απολαμβάνουν μεταξύ των εργατών οι ένοπλες οργανώσεις, η εταιρεία υιοθετεί μα σκληρή γραμμή. Τον οκτώβρη, μετά από διαβουλεύσεις με τα συνδικάτα, απολύονται 61 operai, στους οποίους η εταιρεία προσάπτει μια συμπεριφορά «ανατρεπτική, eversivo». Η μαζική κινητοποίηση που επακολουθεί είναι δυναμική και αποφασιστική. Την επόμενη χρονιά η Fiat ανακοινώνει σχεδόν δεκαπέντε χιλιάδες απολύσεις, που στην συνέχεια μετατρέπονται σε cassa integrazione [απόλυση με ταμείο αρωγής, ή και μείωση του χρόνου εργασίας με παράλληλη μείωση αποδοχών, μάλλον αυτό που εμείς ονομάζουμε ‘διαθεσιμότητα’]για περίπου είκοσι τρεις χιλιάδες εργαζομένους.  Ύστερα από 35 ημέρες αγώνα, στις 14 οκτωβρίου γίνεται εκείνη που αποκαλέστηκε «πορεία των σαράντα χιλιάδων, marcia dei quarantamila». Υπάλληλοι Fiat, άσπροι γιακάδες, τμηματάρχες και στελέχη που ζητούν το τέλος των μπλόκων των εργοστασίων και τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην δουλειά. Το συνδικάτο αποδέχεται μια άνευ όρων παράδοση.

Στις 11 δεκεμβρίου 1979 μια ομάδα της Pl καταλαμβάνει στρατιωτικά στο Torino την Σχολή εταιρικής εκπαίδευσης της Fiat, όπου εκπαιδεύονται οι νέοι  manager. Σχεδόν διακόσιοι φοιτητές μαζεύονται στο auditorium, όπου ένας μαχητής εξηγεί πως το ινστιτούτο δέχτηκε επίθεση μιας και είναι κέντρο νευραλγικής σημασίας στον μηχανισμό διοίκησης της εταιρείας. Η εισβολή ολοκληρώνεται με τον τραυματισμό στις γάμπες πέντε καθηγητών, εκ των διοικητικών στελεχών του εργοστασίου Olivetti, και πέντε φοιτητών. Τρεις ημέρες μετά, στις 14 δεκεμβρίου 1979, ένας πυρήνας της οργάνωσης αιφνιδιάζεται την ώρα που ετοίμαζε μιαν επίθεση ενάντια σε ένα εργοστάσιο στο Rivoli. Στην μάχη που ακολουθεί οι καραμπινιέροι σκοτώνουν τον νεαρό μαχητή Roberto Pautasso.

Στις 5 φεβρουαρίου 1980, σε μιαν εκστρατεία για την ποιότητα ζωής και την υγεία, στην Monza εκτελείται ο μηχανικός Paolo Paoletti, που θεωρείται μεταξύ των υπευθύνων για την καταστροφή που συνέβη στο Seveso το 1976, όταν από την εταιρεία χημικών Icmesa ξέφυγε ένα νέφος διοξίνης υψηλής τοξικότητας.

Στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνεται ο δικαστής Guido Galli, καθηγητής, μέλος της επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την μεταρρύθμιση του ποινικού Κώδικα και συνεργάτη του Ινστιτούτου Πρόληψης και άμυνας. Ανήκει στην ρεφορμιστική συνιστώσα των μιλανέζων δικαστικών, που προσδιορίζεται σαν εργαλείο καταστολής του ανταγωνισμού. Συνεχίζεται η εκστρατεία των κομουνιστικών οργανώσεων για την αποδιοργάνωση της δικαστικής εξουσίας και μαζί με αυτήν του σχεδίου αναδιοργάνωσης των στοιχείων διοίκησης στην χώρα μας. […] Σκοπός είναι να παραχθεί μια παρέμβαση κατά την οποίαν το καπιταλιστικό στρατόπεδο να βγει από αυτή την φάση βαρέως αποδυναμωμένο, αποδιοργανωμένο και αποσταθεροποιημένο, κι επάνω σε αυτή την παρέμβαση να αναπτυχθεί με σταθερό τρόπο το επαναστατικό προλεταριακό στρατόπεδο.

Οι μετανιωμένοι και η κατάρρευση

Στις αρχές του 1980 η Prima linea βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να λογαριαστεί με τους καταδότες, ένα πρόβλημα που λίγο αργότερα θα συνεισφέρει με αποφασιστικό τρόπο στο γρήγορο τέλος της ομάδας. ο William Waccher, ένας νεαρός του δικτύου της οργάνωσης, τον οποίον ακολουθούσε ένα ένταλμα σύλληψης, παραδίδεται στους ερευνητές και συνεργάζεται με τους δικαστές. Ο ρόλος του και οι καταθέσεις του είναι οριακές, μα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει και το γεγονός μοιάζει απαράδεκτο. Χτυπιέται θανάσιμα από έναν πυρήνα του εθνικού Εκτελεστικού στις 7 φεβρουαρίου έξω από το Milano. Οι υποδείξεις του Waccher στις αρχές θα είχαν επιτρέψει την ταυτοποίηση του «comandante Alberto», δηλαδή του Marco Donat Cattin, μα θα παραμείνουν δίχως συνέπειες. Είναι ο Patrizio Peci, μετανιωμένος των Br, που αποκαλύπτει λίγο αργότερα την ταυτότητα του γιου του χριστιανοδημοκράτη σενατόρε, που καταφέρνει να το σκάσει στην Γαλλία. Οι πολεμικές που προκλήθηκαν από την υπόθεση αναγκάζουν τον ισχυρό πολιτικό άνδρα να παραιτηθεί από την θέση του αντιπροέδρου του κόμματος. Πάντα ο Peci δίδει και το όνομα του Roberto Sandalo ο οποίος, αμέσως με την σύλληψη του, ξεκινά μια ομολογία ποταμό. Κατηγορούμενος για διάφορες εκτελέσεις, ύστερα από δυο χρόνια στην φυλακή βγαίνει χάρη στο νόμο για τους μετανιωμένους, που εγκρίθηκε τον μάη του 1982. Συλλαμβάνεται εκ νέου το 2002 για ληστεία και το 2008 για επιθέσεις ενάντια σε τζαμιά και ισλαμικά πολιτιστικά κέντρα.

η Prima linea συνεχίζει τις δράσεις. Στις 2 μαίου 1980 τραυματίζεται βαριά ο Sergio Lenci, πανεπιστημιακός καθηγητής και αρχιτέκτων, δημιουργός του σχεδίου αναδιάρθρωσης της φυλακής της Rebibbia, που χαρακτηρίζεται «τεχνικός της μάχης ενάντια στον αστικό ανταρτοπόλεμο». Στις 26 ιουνίου πραγματοποιείται μια θεαματική πρωτοβουλία προπαγάνδας στο τρένο Susa-Torino, με την διανομή φυλλαδίων που υποκινούν στον ένοπλο αγώνα και τον εμφύλιο πόλεμο.

Τον αύγουστο του 1980 η ηγεσία της Πρώτης γραμμής συζητά για την νέα κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από τις αλυσιδωτές συλλήψεις και την ρήξη της εσωτερικής αλληλεγγύης, με την εξάπλωση της μάστιγας της μεταμέλειας. Δεν κατακτάται κάποια συμφωνία και λίγο αργότερα κάποιοι μαχητές βγαίνουν από την οργάνωση. Τον οκτώβρη συλλαμβάνεται ο Michele Viscardi. Αμέσως ξεκινά να μιλά συνοδεύοντας τους καραμπινιέρους γυρίζοντας όλη την Ιταλία. Μπαίνει σε κίνηση μια αλυσίδα που ταχύτατα οδηγεί στην διάλυση της οργάνωσης.

Τον απρίλιο του 1981 επικυρώνεται το ξεπέρασμα της Prima linea και ο σχηματισμός ενός οργανωμένου Πόλου, σημείου αναφοράς για τους μαχητές που αναζητούνται. Από τις στάχτες της οργάνωσης το 1981 γεννιούνται οι οργανωμένοι Κομουνιστές για την προλεταριακή απελευθέρωση, i Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) και ο Πυρήνας των κομουνιστών, Nucleo di comunisti που στήθηκε στα πόδια του από τον φυγόδικο Sergio Segio, τον «comandante Sirio».

Οι δυο ομάδες περιορίζονται σε ληστείες χρηματοδότησης, σε δράσεις ενάντια στην καταστολή και για την απελευθέρωση των φυλακισμένων. Στις 3 ιανουαρίου 1982, συνεργαζόμενες, πραγματοποιούν μιαν επιχείρηση εντυπωσιακή. Ένα κομάντο οδηγούμενο από τονi Sergio Segio ελευθερώνει από την φυλακή του Rovigo τέσσερις κρατούμενες, μεταξύ των οποίων την σύντροφο του Susanna Ronconi. Από συγκοπή, πεθαίνει ατυχώς ένας περαστικός, ένας συνταξιούχος εγγεγραμμένος στο Pci. Λίγες μέρες μετά ο Lucio Di Giacomo, ένας από τους συμμετέχοντες στην απόδραση, σκοτώνεται σε μάχη με τους καραμπινιέρους. Ο Πυρήνας και οι Colp σύντομα διαμελίζονται από τις συλλήψεις.

Η διάλυση και ο διαχωρισμός, η διάσταση

Το 1982 ξεκινά η εποχή των maxiδικών. η Prima linea είναι η ένοπλη ιταλική οργάνωση με τον μεγαλύτερο αριθμό παραπεμφθέντων: 923, μεταξύ των οποίων 201 γυναίκες. στην Pl και στοις δομές με αυτήν συνδεδεμένες ανάγονται εκατοντάδες επιχειρήσεων. 23 με κατάληξη τον θάνατο, συνέπειες θανατηφόρες δηλαδή, εκτός από έναν αστυνομικό που σκοτώθηκε από μια ομάδα αποχωρησάντων. 11 είναι ακουσίως νεκροί, όχι εκ προμελέτης.

Το οριστικό κλείσιμο της εμπειρίας, μετά από μια διαδρομή συζητήσεων μεταξύ των φυλακισμένων μαχητών, ανακοινώνεται στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο Torino τον ιούνιο του 1983. Στο ντοκουμέντο Sarà che nella testa avete un maledetto muro, Θα είναι που στο κεφάλι σας έχετε έναν καταραμένο τοίχο, που γράφτηκε στην φυλακή Le Vallette και θεωρείται το τελευταίο της Prima linea, δηλώνεται δίχως πλέον καμία νομιμοποίηση η πρακτική του ένοπλου αγώνα για τον κομουνισμό στην Italia. Οπότε ασκείται κριτική στην διάσταση των κατηγορουμένων της 7 απρίλη, del 7 aprile που βρίσκονται έγκλειστοι στην φυλακής της Rebibbia, η οποία βασίζεται επάνω σε μιαν «κατάλυση της μνήμης, ablazione di memoria» και επάνω σε μιαν  «άρνηση της υπευθυνότητας» και «irriducibilismo continuista, [μη μεταμέλεια που οδηγεί στην συνέχιση…]» αυτού που δεν θεωρεί τελειωμένη την μαχόμενη εμπειρία.

Επισημοποιημένης της διάλυσης, σχεδόν όλοι οι πρώην μαχητές της Prima linea ξεκινούν την διαδρομή της διάστασης [διαχωρίζουν την θέση τους από  τον ένοπλο αγώνα], της κοινωνικής επανένταξης, της διαπραγμάτευσης με το  Κράτος, δημιουργώντας τις λεγόμενες Aree omogenee, τους ομοιογενείς Χώρους σε κάποια ανδρικά και γυναικεία τμήματα των μεγάλων μητροπολιτικών συγκροτημάτων εγκλεισμού. Θέσεις που συμβάλλουν στην διάρρηξη της αλληλεγγύης, ξεσκίζουν την κοινότητα των πολιτικών κρατουμένων, που εκείνα τα χρόνια υποβάλλονται σε σκληρές συνθήκες κράτησης με την εφαρμογή του άρθρου 90 της μεταρρύθμισης του 1975, η οποία είχε αναστείλει το φυσιολογικό καθεστώς φυλάκισης αφήνοντας χώρο σε απαγορεύσεις, περιορισμούς, συνομιλίες με τζάμια και ενδοεπικοινωνία. Οι διασπαστικές συνέπειες της διάστασης υπεισέρχονται μέσα σε ένα κλίμα που στις ειδικές φυλακές υψίστης ασφαλείας είχε ήδη καταστεί πολύ βαρύ εξ αιτίας του φαινομένου της μεταμέλειας και είχε οδηγήσει τον δεκέμβρη του 1981 και τον ιούλιο του 1982 στην εκτέλεση από πλευράς των φυλακισμένων του χώρου των ταξιαρχιτών του Giorgio Soldati, πρώην μαχητή της Pl, και του Br Ennio Di Rocco, που είχαν θεωρηθεί καταδότες. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών που διαχώρισαν την θέση τους και κρατουμένων που αρνούνται τον διάλογο με το Κράτος είναι σκληρή.

Και ένα μέρος της εξωτερικής στην φυλακή ανταγωνιστικής αριστεράς οδηγεί έναν δριμύ αγώνα ενάντια στην διάσταση, θεωρώντας πως πολεμά και εκκαθαρίζει όλον τον ταξικό αγώνα, πέρα από την μαχόμενη πρακτική. Για αντίθετους λόγους, λόγω δηλαδή της επιμονής και της εμμονής στον «τρομοκρατικό κίνδυνο, pericolo terrorista», μεγάλα τμήματα του Κράτους και του δικαστικού σώματος αντιτίθεται στην διάλυση του ποινικού και δικαστικού μηχανισμού της εξαίρεσης, της κατάστασης έκτακτης ανάγκης δηλαδή, του σκληρού καθεστώτος μεταχείρισης μέσα στις ειδικές φυλακές, και της εξάπλωσης για τους εν διαστάσει της νομοθεσίας επιβράβευσης που προβλέπονταν για τους μετανιωμένους.

Οι κρατούμενοι στους ομοιογενείς Χώρους συνεχίζουν τον διάλογο με τους θεσμούς, μέσα σε μια διαδρομή που αποκαλούν  «συγκρουσιακής-εμπόλεμης διαμεσολάβησης, mediazione conflittuale». Τον ιούνιο του 1984 η Prima linea παραδίδει τα όπλα που της είχαν απομείνει στον καρδινάλιο του Milano, Carlo Maria Martini, που είχε εμφανιστεί ανοιχτός στο θέμα της κοινωνικής συμφιλίωσης.

Το 1986 ψηφίζεται ο νόμος 663, που αποκαλείται Legge Gozzini, ο οποίος προβλέπει εναλλακτικά μέτρα στον εγκλεισμό εισάγοντας μια λογική βασισμένη στο διωνυμικό βραβείο-τιμωρία,  premio-punizione σε σχέση με την συμπεριφορά του έγκλειστου. Τον φεβρουάριο του 1987 έρχεται να αποδώσει καρπούς η μακρά διαδικασία του νόμου n. 34, που παραχωρεί εκπτώσεις στις ποινές σε αυτούς που διαχωρίζουν την θέση τους από την ένοπλη πάλη. Αυτοί οι δυο νόμοι, σε συνδυασμό, επιτρέπουν στους εν διαστάσει να αφήσουν προοδευτικά την φυλακή, ενώ οι φυλακισμένοι που αρνούνται κάθε μορφή διάστασης και πολιτικής λύσης, που αποκαλούνται αμετανόητοι «irriducibili, αμείωτοι», παραμένουν ακόμη επί μακρόν στις ειδικές φυλακές.

η Κάρτα είναι από το βιβλίο: Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Roma, DeriveApprodi 2015.

http://www.sebbenchesiamodonne.it/scheda-storica-prima-linea/

αυτονομία, autonomia

Γενεαλογία και επικαιρότητα του να είμαστε επαναστάτες – Genealogia e attualità del noi rivoluzionario

on 07 Aπριλίου 2016.

 

Δημοσιεύουμε την παρέμβαση που έγινε από τον Giorgio Martinico στην εσωτερική συνέλευση των αυτόνομων κολλεκτίβων του Palermo τον φεβρουάριο του 2016. Εκ τούτου κατευθύνεται ταυτόχρονα σε μια διαδικασία διαμόρφωσης της στράτευσης, της κοινωνικοποίησης των γνώσεων της δικής μας πλευράς και της συλλογικής επεξεργασίας. Με μεγάλη σαφήνεια και ικανότητα προσδιορισμού των βασικών θεμάτων, η παρέμβαση αντιμετωπίζει το ζήτημα του να είμαστε επαναστάτες από την σκοπιά της γενεαλογίας και της επικαιρότητας της επαναστατικής προοπτικής. 

Μια οργανωμένη πραγματικότητα όπως η δική μας, που δεν αρνείται την πολυπλοκότητα της πολιτικής της πρακτικής ενώ προσπαθεί να αναζητήσει την απλότητα του λεξιλογίου σχετικά με αυτήν, έχει το καθήκον να καταγράψει πολύ καλά στην μνήμη των στρατευμένων τις διαδρομές, τα γεγονότα, τις αναφορές, ιδέες, συλλογισμούς και τακτικές αυτών που σήμερα βρίσκονται στο βλέμμα μας, να καταγράψει αυτό που σήμερα είναι η όψη της ιστορίας αυτών που ζήσαμε μέσα σε αυτά τα 14 χρόνια.

Διότι, από την κατάληψη του πρώτου κοινωνικού κέντρου μέχρι όλους τους επόμενους σχεδιασμούς (άλλα κοινωνικά κέντρα γειτονιάς, σπουδαστικά, θέατρα κατειλημμένα, φοιτητικές κολλεκτίβες και φοιτητικά κινήματα, κολλεκτίβες στα σχολεία και συντονιστικά στα σχολεία, κέντρα σπουδών, λαϊκά γυμναστήρια, καταλήψεις σπιτιών) διασχίσαμε πολιτικές φάσεις, κοινωνικές και κινημάτων πολύ διαφορετικές μεταξύ τους διατηρώντας πάντοτε ξεκάθαρη μια “γραμμή” και ένα σχέδιο “στράτευσης” που καθίσταται “ολοκληρωτικό, συνολικό” όπως, με τον ίδιο τρόπο και σε τέλεια αντίθεση, είναι“ολοκληρωτικό” το κοινωνικό σχέδιο του μοντέρνου καπιταλισμού. Και κάθε εποχή, κάθε φάση, έχει τις ιδιαιτερότητες της: κάθε χρόνος μεταφέρει μαζί του τις επαναστατικές δυναμικές και δυνατότητες του.

Και, τότε, η θέληση μου να επιστρέψω σε κάποιους “κλασικούς” της πολιτικής κομουνιστικής και επαναστατικής σκέψης αναλαμβάνει την παιδαγωγική, ελπίζω, λειτουργία φωτίζοντας στους πιο “πρόσφατους” αγωνιστές όχι τόσο τις αιτίες λιγότερο ή περισσότερο προσφάτων επιλογών τακτικο/στρατηγικών από πλευράς της δικής μας αυτόνομης οργάνωσης, όσο  (γι αυτή την φορά) τις εννοιολογικές θέσεις μέσα στις οποίες βυθίζονται οι πολιτικές ρίζες αυτών των ίδιων επιλογών. Αυτό, φαντάζομαι, θα μας βοηθήσει να βρούμε την απάντηση την σχετική με το ζήτημα της πολιτικής μας ταυτότητας: ποιοι είμαστε?

Για να το κάνω θα ξεκινήσω από έναν έλεγχο που μου ήρθε στο μυαλό ενώ ετοιμαζόμουν να προετοιμάσω αυτή την παρέμβαση. Αυτός ο έλεγχος ανοίγει το πρώτο δοκίμιο του πρώτου τόμου μιας γνωστής τριλογίας που πολλοί από εμάς γνωρίζουν πολύ καλά: Οι Αυτόνομοι, Gli Autonomi (DeriveApprodi).

Για να ορίσει ποιοι ήταν οι αυτόνομοι ο Sergio Bianchi αποφάσισε να πραγματοποιήσει αυτό τον έλεγχο χαρακτηρισμών που δόθηκαν, από τους εχθρούς, για αυτούς: “εξτρεμιστές, βίαιοι, προβοκάτορες, δολοπλόκοι παραβατικοί, τραμπούκοι, τρομοκράτες, δεκαεννιάχρονοι, fiancheggiatori”

Κι εμείς? Όλοι αυτοί- οι χαρακτηρισμοί- (ή σχεδόν) μαζί με κάποιος άλλους: φασίστες, κομουνιστές, ιδεολόγοι, post-ιδεολόγοι, αντί-ιδεολόγοι, λενινιστές, αυτόνομοι, εξωκοινοβουλευτικοί, θεσμικοί, novecenteschi, μαφιόζοι, πρωτοποριακοί, εγκληματίες, άγγελοι, εθελοντές, ακτιβιστές, identitari, λαϊκιστές, κινηματικοί, ammanicati, κοματόσκυλα, ρεφορμιστές, δημοκρατικοί, αντί-δημοκρατικοί, orizzontalisti, verticisti, λαϊκοί, αστοί, κακομαθημένοι, ultras, φαλαγγίτες, εθνικιστές, παρτιζάνοι, ληστές, συντηρητικοί, τοπικιστές, campanilisti, διεθνιστές, no global, κλέφτες, negriani, μαοϊκοί, cognitari, νοσταλγικοί, αυτονομιστές, αναχρονικοί, μιλιταριστές, σοσιαλιστές, επαναστάτες, ανταγωνιστές, ριζοσπάστες, μαρξιστές, σταλινικοί, συγκρουσιακοί, σεχταριστές, meridionalisti… Και τέλος, οι δυο απολύτως ωραιότεροι χαρακτηρισμοί όλων: “quei rompicazzo! εκείνοι οι σπασαρχίδες” που είχε παραθέσει ο Lagalla (πρύτανης του Πανεπιστημίου του Palermo) και “δομικά ανέντιμοι” χαρακτηρισμός του Ruffino (κοσμήτορα Ανθρωπιστικών Σπουδών).

Τι είμαστε ως εκ τούτου? Και, συνεπώς, ποιοι είμαστε?

Εάν θα έπρεπε να το κάνουμε κοινότοπα θα το κάναμε με ένα τραγουδάκι : “Είμαστε οι αυτόνομοι των κοινωνικών κέντρων, Siamo gli autonomi dei centri sociali”κλπ. Εάν θα έπρεπε να απαντήσουμε ρομαντικά? Είμαστε ο ήλιος αυτού που πρόκειται να συμβεί…..ή οι παρτιζάνοι του XXI αιώνα…. Λοιπόν, και εάν θα έπρεπε να απαντήσουμε στα σοβαρά? Η απάντηση μπορεί να μοιάζει δεδομένη, ίσως λίγο μπανάλ, μα σίγουρα είναι η αληθινά μόνη βαθύτατη στις πολλαπλές σημασίες της: είμαστε μια επαναστατική οργάνωση! Aς επαναλάβουμε λοιπόν δυο νέες/παλιές ερωτήσεις: τι είναι μια επαναστατική οργάνωση? Ποιος  μπορεί να είναι μέρος αυτής?

Ξεκινάμε λοιπόν από αυτές τις πολύ γενικές ερωτήσεις για να δοκιμάσουμε, στο τέλος της σύντομης παρέμβασης μου, να απαντήσουμε σε ένα πρώτο μισό εκείνου του παλαιού θέματος: ποιοι είμαστε εμείς? Εάν πράγματι, επάνω στο ζήτημα του πως θα μπορούσε ή θα έπρεπε να λειτουργεί μια τέτοια οργάνωση (έτσι όπως και επάνω σε αυτό του τι υπάρχει ή δεν υπάρχει σε εμάς για να είμαστε τέτοιοι- δηλαδή πως είναι σήμερα φτιαγμένος ένας επαναστάτης) θα επιστρέψουμε στην επόμενη από την δική μου παρέμβαση, εγώ πάντως θα προσπαθήσω τώρα να σχεδιάσω μια εικόνα μέσα στην οποίαν βρίσκονται κάποιες από τις θεωρητικές παραπομπές από εμάς υιοθετημένες μέσα στον χρόνο σχετικά με κάποια περάσματα της ιστορίας μας σαν (που πρέπει να επαληθευτούν στο τέλος της συλλογιστικής) επαναστατική οργάνωση.  Και στην συνέχεια δεν μπορούμε παρά να ξεκινήσουμε, είναι υποχρέωση, ακριβώς από αυτή την τελευταία έννοια: επαναστατική!

Πλέον μια για πάντα μπορούμε ήσυχα να υποστηρίξουμε την ακριβή ταυτοποίηση ανάμεσα στην έννοια της “επανάστασης” και εκείνη της “επανάστασης για τον κομουνισμό”, ή αυτό τουλάχιστον συμβαίνει όταν γίνεται λόγος γι αυτά τα πράγματα στα περιβάλλοντα που αποκαλούνται κομουνιστικά, της αριστεράς. Στην πραγματικότητα, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, ή λέξη επί του παρόντος χρησιμοποιείται από πολλούς εχθρούς (βλέπε Renzi, κι εγώ θα προσέθετα Τσίπρα, και πάει λέγοντας), και πέρα από το ότι αυτός που το έκανε δεν τα κατάφερε σύμφωνα με τις προθέσεις του, γεγονός παραμένει πως αυτοί οι κύριοι δεν έχουν και όλα τα άδικα: η επανάσταση είναι ένα γεγονός τραυματικό η οποία από μια κατάσταση αφετηρίας μεταμορφώνει αυτή την ίδια την κατάσταση σε κάτι ριζικά διαφορετικό.  Αλλά στην πραγματικότητα, αντί αυτού, όταν εμπνεόμαστε από την επανάσταση το κάνουμε εννοώντας με αυτό την κομουνιστική και αντικαπιταλιστική επανάσταση. Οπότε να ξεκινήσουμε με εκείνον τον παλιό λόγιο του Treviri, τον Marx, ο οποίος πρώτος αυτός καθόρισε ακριβώς την συγκεκριμένη αποστολή αυτού που εργάζεται για έναν παρόμοιο στόχο: ο κομουνισμός είναι η κριτική του παρόντος, μα επίσης και κυρίως είναι εκείνο το πραγματικό κίνημα της ζωντανής εργασίας που γκρεμίζει-διασπά-ανατρέπει το παρόν κράτος των πραγμάτων, την καθεστηκυία τάξη. Ο επαναστάτης είναι συνεπώς αυτός/αυτή που εργάζεται για τον ριζικό μετασχηματισμό του υπάρχοντος διευκρινίζοντας ταυτόχρονα εκείνο που  – περίπου έναν αιώνα μετά τον Marx – o γάλλος φιλόσοφος Deleuze όρισε “ το πέρασμα από την κριτική του υπάρχοντος στην πραγματική σύσταση του κοινού ονόματος” που εμείς ονομάζουμε “κομουνισμό”.

Λέγαμε πραγματικό κίνημα της ζωντανής εργασίας: σημαντικό πέρασμα δεδομένου πως είναι ακριβώς στον Marx που οφείλουμε την βασική προϋπόθεση γύρω από την οποία, για πάνω από ένα αιώνα, παρακολουθούμε επαναστάσεις, εξεγέρσεις, θεωρίες, διακηρύξεις που έγιναν στο όνομα του κομουνισμού: πως η κοινωνία είναι χωρισμένη σε τάξεις σε διαρκή αγώνα μεταξύ τους.

Kαι επίσης – επαναλαμβάνοντας πάντα τον Marx του Manifesto – “οι κομουνιστές μάχονται για να κατακτήσουν τους άμεσους σκοπούς και τα συμφέροντα (!!!) της εργατικής τάξης, μα μέσα στο παρόν κίνημα εκπροσωπούν την ίδια στιγμή το μέλλον του ίδιου κινήματος”. Όμως ας σταθούμε ένα λεπτό, τόσο χρειάζεται για την σχετική μνεία, επάνω σε δυο θεμελιώδεις λέξεις συνεχίζοντας τον συλλογισμό μας: “άμεσοι” και “κίνημα”. Αυτούς τους όρους θα τους ξανασυναντήσουμε συντομότατα.

Προχωρούμε κάνοντας ξανά ένα βήμα πίσω στον Marx. Λέγω πως για εμάς το να είμαστε κομουνιστές θα πει να είμαστε μαρξιστές, και το να είμαστε μαρξιστές είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζουμε για να είμαστε κομουνιστές. Το να είμαστε μαρξιστές δεν μπορεί να σημαίνει να ονειρευόμαστε τον κομουνισμό, να εξιδανικεύουμε τον κομουνισμό, να φανταζόμαστε τον κομουνισμό. Διότι η αξία του Marx δεν υπήρξε μονάχα το ότι ερμήνευσε την συστημική λειτουργία του σύγχρονου καπιταλισμού που γεννιόταν. Δεν ήταν μόνο εκείνη πως ανακάλυψε τον νόμο της υπερεργασίας και της υπεραξίας, πως έγραψε Το Κεφάλαιο, πως προέβλεψε τις τάσεις ενός συστήματος που ήδη σχεδιάζονταν και προγραμματίζονταν με κατεύθυνση προς την χρηματιστικοποίηση, τον φετιχισμό των εμπορευμάτων και της κατανάλωσης, τις κρίσεις υπερπαραγωγής, εν ολίγοις: τον καπιταλισμό σαν “συνολική κοινωνική σχέση”. Δεν υπήρξε ούτε μονάχα εκείνος που διαμόρφωσε την θεωρία των δομών και των υπερκατασκευών γύρω από τις οποίες γεννιούνται και πεθαίνουν οι κοινωνίες και οι ενδογενείς σε αυτές συγκρούσεις. Από αυτή την άποψη αξίζει να θυμηθούμε μια τελευταία φράση του Marx που μας εισάγει απευθείας σε αυτό που του πιστώνουμε περισσότερο απ’ όλα: “Πως το κεφάλαιο περικλείει αντιθέσεις είμαστε οι τελευταίοι που θα το αρνηθούμε. Ο σκοπός μας είναι εκείνος του να τις αναπτύξουμε ολοκληρωτικά” (Grundisse).

Να λοιπόν, αυτό το [σκοπός] “μας” αντιπροσωπεύει το πιο σημαντικό κλειδί μέσα από το οποίο θα ανοιχθούμε σε εκείνη την θεμελιώδη σκέψη που είναι η μαρξιάνα: ο Marx – όπως θα υπογραμμίσει ο Tronti πολλές δεκαετίες αργότερα – είναι ο συγγραφέας της πρώτης εσωτερικής  ιστορίας όχι πλέον του κεφαλαίου, μα της εργατικής τάξης. Αυτή η ιστορία δεν είναι μια απλή ιδεολογική  (ο Marx δεν φτιάχνει ιδεολογία): είναι επιστήμη, επιστήμη της επανάστασης, επιστήμη της κομουνιστικής πρακτικής, επιστήμη της αντικαπιταλιστικής σύγκρουσης. Η εργασία του δεν είναι του ακαδημαϊκού που απευθύνεται σε άλλους ακαδημαϊκούς : αυτός προτείνει αναγνώσεις από και για τους κομουνιστές πολιτικούς αγωνιστές και στρατευμένους! Να η αληθινή του δύναμη, να ο λόγος για τον οποίον είμαστε μαρξιστές.

Έχει λοιπόν η ταυτότητα μας επιτέλους αποκαλυφθεί? Aπολύτως όχι; διότι ανάμεσα στον Marx και εμάς έχει αλλάξει ένας κόσμος, πέρασαν επαναστάσεις, νίκες και ήττες, στοχαστές και μαρξιστές και πάνω απ’ όλα : ταξικά κινήματα. Διότι εάν ο Marx έχει προετοιμάσει το τραπέζι των κομουνιστών, το έστρωσε που λέμε, στο πεδίο εφαρμογής ανάμεσα στους κυριότερους παίκτες υπήρξε εκείνος ο Lenin ο οποίος μια κομουνιστική επανάσταση την έκανε αληθινά… κερδίζοντας την!

Ανοίγω παρένθεση. Μιλώντας για τον Lenin δεν μιλάμε απλά για έναν μεγάλο κομουνιστή ηγέτη.Μιλάμε για έναν στοχαστή ικανό να πραγματοποιήσει στις αρχές του XX αιώνα τις θεωρίες του Marx, επάνω σε δυο ζητήματα ειδικότερα: την κεντρικότητα της τακτικής μέσα στις διαδικασίες αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό; την σχέση ανάμεσα σε πρωτοπορίες και μάζες ή, καλύτερα, ανάμεσα σε κόμμα και τάξη. Μας είναι αγαπητός για αυτούς τους λόγους: διότι υπήρξε ο πρώτος δημιουργός μιας  θεωρίας της οργάνωσης ικανός να θέσει πραγματικά σε πρακτική τις μαρξιστικές αναλύσεις δίχως να δίδει κανέναν χώρο στην διανοητική άσκηση σαν αυτοσκοπό. Αυτός, όχι τυχαία, μιλούσε για  “επαγγελματίες επαναστάτες” μέσα στην οργάνωση των οποίων “δεν πρέπει να υπάρχει καμία διαφοροποίηση ανάμεσα σε εργάτες και διανοούμενους”. ο Lenin υπήρξε από τους πιο αποτελεσματικούς πολεμιστές και διοικητές που επιτίθενται σε ορισμένους πολιτικούς φετιχισμούς – εκείνους που κάποια δεκαετία αργότερα θα καθίσταντο πολεμικό άλογο και/ή Δούρειος ίππος για τα κινήματα της μπουρζουαζίας  – συνδεδεμένους με κάποιες εννοιολογικές συλλήψεις της δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, της οριζοντιότητας, της αναζήτησης της αριθμητικής συγκατάθεσης ανεξαρτήτως κόστους.  Αξίζει όλων μια δήλωση του που περιέχεται στο Τι να κάνουμε?: “Για την καταστολή θα είναι πολύ πιο δύσκολο να συλλάβει δέκα επαναστάτες έξυπνους, παρά εκατό ηλίθιους”.

Οπότε: μπορούμε πλέον να πούμε πως είμαστε εκτός από κομουνιστές, μαρξιστές, και λενινιστές?

Προχωράμε. Μιας και ο Lenin κερδίζει την επανάσταση του, γεννιέται η Σοβιετική Ένωση που αποτυγχάνει πιθανότατα ακριβώς εκεί όπου ο Lenin είχε επιστήσει την προσοχή όλων: την πάντα δύσκολη σχέση μεταξύ κόμματος και τάξης. Πάντως, εν τω μεταξύ η Σοβιετική Ένωση είναι εκεί και στον κόσμο γύρω διαβάζονται οι διάφοροι Luxemburg, Benjamin, Lukàcs; στην Ιταλία η κόκκινη διετία, οι πρώτες καταλήψεις εργοστασίων, το κομουνιστικό κόμμα, ο Gramsci. Λοιπόν, επάνω στον Gramsci θα πρέπει να επιστρέψουμε και εξ αιτίας του “ζητήματος του σχετικού με τον νότο, questione meridionale” (θα το κάνουμε στα επόμενα σεμινάρια μας), μα εν τω μεταξύ πρέπει να αναγνωρίσουμε ένα πράγμα: αυτός δεν ήταν μοναχά ο ηγέτης του κόμματος που η ιστοριογραφία του ΚΚΙ μας πρότεινε τις επόμενες δεκαετίες του θανάτου του. Ανάμεσα στα πλεονεκτήματα του υπήρξε ιδιαιτέρως ένα: στην διάρκεια που διηύθυνε την “Νέα Τάξη, Ordine Nuovo”, ο Gramsci έδωσε μεγάλο χώρο σε μια φόρμουλα που ευτυχώς θα  επαναληφθεί έπειτα από μια δεκαετία: ταξική αυτονομία στον αγώνα για την ίδια την απελευθέρωση! Χρειάζεται εμβάθυνση, δίχως αμφιβολία. Μα λέγαμε: ο Mao και η κινεζική επανάσταση (μια άλλη απόλυτη αναφορά), δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ιμπεριαλισμός Usa, ο κόσμος των δυο μπλοκ, το οικονομικό boom, οι μεταναστεύσεις νότου-βορρά, η χριστιανοδημοκρατία Dc πρώτα, το ιστορικό σύμφωνο μετά. Εν συντομία: ο κόσμος αλλάζει,αλλάζουν οι σχέσεις μεταξύ των τάξεων, οι ταξικές ισορροπίες, τα συστήματα εκμετάλλευσης… και ο μαρξισμός.

Ο μαρξισμός αλλάζει  (ή εκπληρώνει ένα άλμα) κυρίως χάρη στη συνεισφορά εκείνων που θα ονομαστούν  “εργατιστές”. Μήπως είμαστε κατά τύχη και εργατιστές? Προλαβαίνουμε την απάντηση: ναι, αν και αυτό μπορεί να σημαίνει πως είμαστε λιγάκι λιγότερο κομουνιστές απ’ ότι πριν.Βλέπουμε γιατί, και βλέπουμε αυτό το γιατί ξεκινώντας από μια φράση που πρόφερε πολλά χρόνια αργότερα ένας από αυτούς τους εργατιστές, ο Sergio Bologna: “Eπρόκειτο για την πρώτη μαρξιάνα εμπειρία μη κομουνιστική, που κλείνει δηλαδή με μια ιστορία έριδος με τα υπάρχοντα κόμματα γύρω από την αυθεντικότητα του αληθινού κομουνισμού!”. Σύγχυση? Όχι. Απλός συλλογισμός. Οι εργατιστές ξεκίνησαν όντως από κάποιες διαπιστώσεις: πως μεταξύ των κομουνιστικών κομμάτων και των κινημάτων της τάξης υπήρχε πλέον μια αγεφύρωτη χωριστικότητα, ένα χάσμα (Tronti); πως η φιγούρα του εξειδικευμένου εργάτη όδευε προς την εξαφάνιση μέσα στα εργοστάσια και πως με αυτήν εξαφανίζονταν και εκείνη η φιγούρα του ιδεολογικοποιημένου εργάτη, που συνδικαλίζονταν, που ίσως είχε κάμει την αντίσταση; και πως στην θέση του μια νέα φιγούρα αναδύονταν, προέκυπτε : ο εργάτης μάζα, μη ειδικευμένος, έμμεσα εκπαιδευμένος, με ανάγκες και καταγγελίες της κατανάλωσης κοινές.  Μη πολιτικοποιημένος, μα εισηγμένος σε μια παραγωγική διαδικασία, εκείνη του μεγάλου εργοστασίου, που του επέτρεπε να εργάζεται άμεσα στην καρδιά του εχθρού, το κεφάλαιο και την παραγωγή του. Mα οι εργατιστές έκαναν περισσότερα : κατάλαβαν, για παράδειγμα, πως για να αναγνωστούν οι καινούργιες καπιταλιστικές τάσεις, και σε σχέση με την εκμετάλλευση του εργοστασίου και της εργασίας, δεν απαιτείτο να είναι κάποιος οπωσδήποτε εργάτης,  αλλά χρειάζονταν να εξοπλίσει τον εαυτό του με τα σωστά ερμηνευτικά εργαλεία : να η εργατική έρευνα, που δεν είναι ένα ερωτηματολόγιο όπως κάποιος επιμένει να προτείνει στα σαλονάκια κάποιων ιταλικών πανεπιστημιακών κολλεκτίβων. Ο Romano Alquati θα την περιγράψει με μεγάλη απλότητα:”Την εργατική πραγματικότητα μερικές φορές αρκεί να την περιγράψεις στο επίπεδο της κοινής λογικής και της γλώσσας της καθημερινής ζωής, για να κάνεις μια δουλειά πραγματικής πολιτικής και πολιτιστικής σημασίας και ενδιαφέροντος”. Κι αυτό διότι οι καινούριοι εργάτες συνήθως δεν κάθονταν όπως οι παλιοί να μιλούν αφηρημένα για επανάσταση, δεν είχαν με το ζόρι πολιτικές επαναστατικές αναφορές, δεν ήλπιζαν άλλο από την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών τους. Και ακόμη, να το πούμε όπως ο Mao, ένας αγρότης μπορεί ασυναίσθητα να είναι πολύ πιο επαναστάτης από έναν διανοούμενο που διακηρύσσεται επαναστάτης. Και οι εργατιστές είχαν πολύ καλά δει εντοπίζοντας, σε αυτά τα υποκείμενα, εκείνη την δυνατότητα, και την δυναμικότητα.

Πιστεύω, εν τούτοις, πως μπορούμε να πούμε πως είμαστε εργατιστές λόγω τριών μεγάλων ιδεών που είχαν διαισθανθεί οι εργατιστές. Η πρώτη είναι εκείνη που βλέπει αυτούς ικανούς να καταστρέψουν την κυρίαρχη πνευματική τάση που μείωνε τον ιστορικό υλισμό του Marx σε μιαν αιώνια μεσσιανική αναμονή: περιμένουμε πως ο κομουνισμός θα έρθει, μα ελπίζουμε όχι πολύ σύντομα μιας και δεν είμαστε τόσο έτοιμοι. Θυμόσαστε εκείνο τον όρο χρησιμοποιούμενο από τον Marx, “άμεσοι”? Να που οι εργατιστές τα έσπασαν με την κουλτούρα της θυματοποίησης των κομουνιστών ξεκινώντας να ομιλούν για ικανοποίηση των αναγκών της προλεταριακής και εργατικής πλευράς, εδώ και τώρα!

Η δεύτερη είναι πάντα συνδεδεμένη με την κουλτούρα της ήττας των κομουνιστών της εποχής, που δεν κατάφερναν να δουν άλλες πιθανότητες και δυνατότητες από εκείνες της αντίστασης: αντίσταση ενάντια εκείνου, αντίσταση ενάντια του άλλου, να αντισταθούμε αντισταθούμε αντισταθούμε… Mα αυτή η αμυντικογενής  συμπεριφορά μεταφράζονταν πάντα σε ταπείνωση και στις θανατώσεις των εργατικών αναγκών, διότι εν τω μεταξύ “υπήρχε πάντα κάτι πιο επικίνδυνο από το οποίο έπρεπε να αμυνθούμε όλοι μαζί”, δεν είναι ποτέ καιρός για την επίθεση. Παράλληλα όμως ο καπιταλισμός αναπτύσσει και τελειοποιεί τα όπλα του. Να, από αυτή την άποψη γράφει ο Mario Tronti το ’64: “είδαμε και εμείς πρώτα την καπιταλιστική ανάπτυξη, μετά τους εργατικούς αγώνες. Είναι ένα λάθος. Χρειάζεται να αντιστρέψουμε το πρόβλημα, να ξαναρχίσουμε από την αρχή: και η αρχή είναι ο αγώνας της εργατικής τάξης”. Συνεπώς, η ανάπτυξη και η ανανέωση του καπιταλισμού, η καταπίεση και η καταστολή του καπιταλισμού άλλο δεν είναι παρά  ένα προϊόν φρικτό και φυσικό των αγώνων!

Και να αυτό που τρίτο τους χρωστάμε: i rapporti di forza, η ισορροπία δυνάμεων, οι σχέσεις δύναμης. Δεν μπόρεσα, με την ευκαιρία, να βρω καλύτερα λόγια από τα ακόλουθα: “ Μόνο μέσα από μια υποκειμενική παρέμβαση, συνειδητή, από ψηλά (? αυτονομία του πολιτικού, autonomia del politico… mmmm…), διαμέσου μιας υλικής δύναμης που σου δίνει την δυνατότητα να κατέχεις και σε κάνει κύριο του μηχανισμού με τον οποίον εργάζεται το σύστημα που θες να καταστρέψεις  – μόνο μέσα από την κοινωνική χρήση αυτής της δύναμης είναι δυνατόν όχι μόνο να προβλέψεις και να προλάβεις τις στιγμές της αλλαγής μέσα στον κύκλο της ανάπτυξης του κεφαλαίου, μα και να αναμετρηθείς, να ελέγξεις, να διαχειριστείς και συνεπώς να οργανώσεις την πολιτική ανάπτυξη της εργατικής τάξης, αναγκάζοντας την να περάσει μέσα από εκείνη την αλυσίδα συγκρούσεων σε διάφορα επίπεδα και σε διάφορες περιστάσεις και ευκαιρίες (με τέτοιο τρόπο τελικά ώστε) να ανατρέψει την σχέση ανάμεσα στις τάξεις, να διασπάσει την μηχανή του Κράτους!”. Σας αρέσει? Σε εμένα πολύ. Οπότε είμαστε λιγάκι και εργατιστές…

Οι εργατιστές πρόκειται να διαχωριστούν μα (και στην πραγματικότητα έχουν ήδη ξεκινήσει όταν) το ’69 κάτι συμβαίνει. Συγκρούσεις στο corso Traiano στο Torino: εργάτες και φοιτητές, προλετάριοι και παιδιά αστών, επιτίθενται στην αστυνομία. Πρωτοφανές. Λίγους μήνες αργότερα εμφανίζεται ένα περιοδικό που εκθέτει ένα όνομα: “Potere Operaio, Εργατική Εξουσία”. Το πρώτο άρθρο αιτιολογεί: “η  Piazza Statuto υπήρξε το ιδρυτικό μας συνέδριο”. Λίγο χρόνο αργότερα φθάνει στο σημείο ένας από αυτούς του Potere Operaio – ονομάζεται Franco Piperno – να υποστηρίξει: » Potere Operaio , η Εργατική Εξουσία είναι η εργατιστική θεωρία που γίνεται πολιτική των μαζών – è la teoria operaista che si fa politica di massa”.

Θέλετε να ξέρετε εάν είμαστε και λιγάκι Potere Operaio? Ναι. Είμαστε. Μα γι έναν λόγο επάνω σε όλους. Στους μήνες κατά τους οποίους η Εργατική Εξουσία  επικαιροποιούσε ξανά και έξοχα την σχέση οργανωμένη ομάδα-μάζες σε αγώνα  (και με μεγάλα αποτελέσματα) – προσέξτε, βρισκόμαστε ήδη στον καιρό των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ένας ορισμός πέρασε μέσα σε μια εφημερίδα της εποχής: αυτοί οι εργατιστές είναι “καταστροφείς της μνήμης”. Κρατήστε το καλά στην σκέψη σας, διότι δεν είναι έννοια μικρής σημασίας.

Παραμένουμε στο θέμα της σχέσης ομάδα-κίνημα, που σας θυμίζει την ακόλουθη επιβεβαίωση: μπορούμε να είμαστε και μια μειοψηφική ομάδα αλλά με κλίση και προσανατολισμό πλειοψηφικό? Διότι το Potere Operaio θα είναι μια ομάδα στρατευμένων σε θέση να κινητοποιήσει μια μάζα όλο και μεγαλύτερη νέων και λιγότερο νέων ανθρώπων αντιμετωπίζοντας όμως, πάντοτε, και συγκρινόμενη με το θέμα της θεωρίας της οργάνωσης. Mα ίσως καλύτερα και από το Potere Operaio θα το καταφέρουν οι οργανωμένες συνιστώσες αυτού που θα ακολουθήσει αμέσως μετά: η Autonomia Operaia!η Εργατική Αυτονομία!

Εάν νιώθουμε Αυτόνομοι ούτε καν χρειάζεται να μας το ρωτήσετε: είμαστε!

Οι αυτόνομοι: το σκάνδαλο της Αυτονομίας της τάξης! λέει ο Caminiti: “Ίσως εδώ να βρίσκεται το κλειδί: η ιταλική ανωμαλία (φτιαγμένη από μιαν κινητοποίηση μοναδική στον κόσμο) υπήρξε δυνατότερη από την εργατική αυτονομία. Και οι αυτόνομοι είναι πιο συναφείς στην ιταλική ανωμαλία απ’ ότι στην εργατική αυτονομία. Όταν ο μεγάλος κύκλος αγώνων στα εργοστάσια τέλειωσε, όταν η ώθηση των μαζών εξαντλείται, όταν η επανάσταση έχει χαθεί, να, εμφανίζεται ξανά η ιταλική ανωμαλία: οι αυτόνομοι”. Οπότε τι είναι η εργατική αυτονομία? Πάντα με τον Caminiti: “Η ιταλική ανωμαλία είναι ένα κίνημα της αριστεράς ενάντια στην αριστερά. Το πιο δυνατό κίνημα της αριστεράς ενάντια στο πιο δυνατό κομουνιστικό κόμμα. Ή, για να το πούμε αλλιώς, ένα κομουνιστικό κίνημα ενάντια στην αριστερά. Ένα κίνημα κομουνιστικό ενάντια στους κομουνιστές. Ένα κίνημα της αριστεράς αντικομουνιστικό”. Ένας συλλογισμός τον οποίον, δίχως περιστροφές, κι εμείς θα μπορούσαμε αυτό-αντανακλαστικά να κολλήσουμε επάνω μας.

Προσοχή στις ταξικές συμπεριφορές, στην δεοντολογία της τάξης, κάτι πολύ μεγάλο, το πρώτο μεγάλο που οφείλουμε στους αυτόνομους: από την άρνηση της εργασίας στην μαζική παρανομία, από τις προλεταριακές απαλλοτριώσεις στις καταλήψεις και τις επανοικειοποιήσεις ; ο κομουνισμός δεν γίνεται , τον κομουνισμό δεν τον κάνουμε αντικαθιστώντας τους αστούς στην ηγεσία του κράτους: τον κάνουμε εδώ και τώρα, τον ζούμε, με την δύναμη. Όχι τυχαία το αληθινό σκάνδαλο των αυτόνομων βρίσκεται εδώ ακριβώς: δεν περιμένουμε να είναι οι εχθροί που θα μας κάνουνε κακό. Θα είμαστε εμείς που θα ασκήσουμε την βία πρώτοι! Οι αυτόνομοι είναι βίαιοι!

Εκμηδενισμός κάθε διαχωρισμού μεταξύ πολιτικού και προ πολιτικού; εντοπισμός της τάσης της γνωστικής θεωρίας του καπιταλισμού; σωστή ανάγνωση της έννοιας της “κρίσης” μέσα στον καπιταλιστικό χώρο; να και άλλα που οφείλουμε στους αυτόνομους.

Είμαστε αυτόνομοι? Aπολύτως ναι!

Οδεύω προς το κλείσιμο. Μέχρις εδώ μιλήσαμε για πολιτικά θέματα που θα άξιζαν σίγουρα, και θα ήταν σκόπιμο να συζητηθούν σε οποιαδήποτε συνέλευση οποιασδήποτε δομής σε οποιοδήποτε εδαφικό πλαίσιο. Στην συνέχεια άλλα τρία ζητήματα επάνω στα οποία να κοιτάξουμε με προσοχή, και μια τέταρτη άμεση συνέπεια των άλλων τριών.

Πως στην διάρκεια των χρόνων για τους οποίους μιλούσαμε προηγουμένως αναπτύσσονταν στον κόσμο γύρω μας εδαφικοί αγώνες και για την εθνική ανεξαρτησία απ’ όπου τεράστιες οδηγίες και κατευθύνσεις υπάρχουν για να αντλήσουμε.

Μια ιδιαίτερα: ο αλγερινός αγώνας, και ένας του αγωνιστής ειδικότερα:  ο Fanon.  Στον Fanon οφείλουμε μια διπλή συνεισφορά στον μαρξισμό και μια στα δικά μας επαναστατικά πνεύματα. Η πρώτη συνεισφορά τον ευθυγραμμίζει σε άλλες μαρξιστικές ετεροδοξίες μεταξύ των οποίων και εκείνη της ιταλικής αυτονομίας και αναφέρεται στην άσκηση κριτικής της σχέσης δομή-εποικοδόμημα που στον Fanon διασκορπίζεται πίσω από την κοινωνική ιεράρχηση της ράτσας και όχι μόνο της τάξης.  ή τουλάχιστον, όχι από την άποψη των ακολουθιών ιεραρχίες/προτεραιότητα όπως μέχρι εκεί διηγήθηκαν άλλοι μαρξιστές. Απλά, μια παρόμοια συνεισφορά έρχεται επίσης και από άλλες σύγχρονες τάσεις  όταν, για παράδειγμα, και το φεμινιστικό κίνημα έθετε υπό αμφισβήτηση την ορθόδοξη σχέση στο επίπεδο των νέων υποκειμενικοτήτων και, παραδείγματος χάριν, την σχέση παραγωγή-αναπαραγωγή.  Το δεύτερο ζήτημα αφορά την πολιτική στρατηγική για την απελευθέρωση από την αποικιακή κατάσταση. ο Fanon προλαμβάνει-προβλέπει όντως εκείνη που στην συνέχεια θα ήταν μια κυρίαρχη τάση στα χρόνια της αποαποικιοποίησης πρώτα, των εξαρτημένων οικονομιών στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο στην συνέχεια. Γράφει αυτός: “Η εθνική αστική τάξη που αναλαμβάνει την εξουσία στα τέλη του αποικιακού καθεστώτος είναι μια μπουρζουαζία υποανάπτυκτη … δεν προσανατολίζεται προς την παραγωγή, την καινοτομία,  την κατασκευή, την εργασία. Αυτή διοχετεύεται ολοκληρωτικά προς δραστηριότητες διαμεσολαβητικού τύπου. Της αρέσει να τριγυρνά, να βρίσκεται μέσα στις απάτες, να εξαπατά, αυτή μοιάζει να είναι η βαθιά  της αποστολή, ο προσανατολισμός της. Η εθνική μπουρζουαζία έχει μιαν ψυχολογία ανθρώπων που κάνουν ντήλια, όχι καπετάνιων της βιομηχανίας”. Χρήσιμο τώρα στα χρόνια μιας νέας λειτουργικής ιεράρχησης των περιοχών της επικράτειας.

Και, τέλος, η συνεισφορά του στα βαθιά αισθήματα μας δίδεται από την κοινωνική χρήση για τους σκοπούς του αγώνα της πολιτικής βίας. “Η αποικιοκρατία δεν είναι μια βαριά μηχανή, δεν είναι ένα σώμα προικισμένο με λογική. Είναι η βία στην κατάσταση της φύσης και δεν μπορεί να καμφθεί παρά μόνο μπροστά σε μια βία ακόμη μεγαλύτερη”. Mου φαίνεται πως τα είπε όλα…

Επιστρέφοντας σε εμάς, λέγαμε καταλήγοντας. Πως ο κόσμος έχει αλλάξει πλέον και από την εκμετάλλευση της καθαρής εργασίας , τελικά, φθάσαμε στην εκμετάλλευση του χρόνου της μη-εργασίας και κυρίως σε νέες διαδικασίες ιδιωτικοποίησης και εκμετάλλευσης ιεραρχικής των περιοχών και των εδαφών, της επικράτειας. Πως η περιοχή μας, το έδαφος μας, χώρος δράσης και τόπος όπου εμείς οδηγούμε την επαναστατική μας πολιτική, έχει μια πολιτική ιστορία, κοινωνική και οικονομική πολύ ιδιαίτερη και συγκεκριμένη.  Και πως σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε, συνεπώς, ο αγώνας μας θα πρέπει να αναλάβει όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός εδαφικού αγώνα: για το έδαφος, με το έδαφος, στον χώρο-την συνοικία-στις περιοχές μας, για τις περιοχές μας – per il territorio, con il territorio.

Μα επάνω σε αυτό, θα επιστρέψουμε την επόμενη φορά…

http://www.commonware.org/index.php/laboratori/678-genealogia-e-attualita-del-noi-rivoluzionario

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – γ] μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • Στην συνέχιση του διαλόγου γύρω από τις B.R., γίνεται όλο και πιο επίμονη η κοινή τοποθέτηση των Morucci και Faranda επάνω στην αναγκαιότητα να συνδυαστεί η  “πρακτική του ένοπλου αγώνα” με την  “κοινωνική συγκρουσιακή διάθεση, conflittualità sociale” που εκφράζονταν εκείνα τα χρόνια και, συνεπώς, να δημιουργηθεί ένα “πλατύ μέτωπο, εκτεταμένο (MPRO) πυρήνων εν μέρει παρανόμων και εν μέρει νομίμων μέσα στην διάθεση σύγκρουσης που αναφέρθηκε, θέση σε έντονη αντίθεση με τον “ακραίο ολιγαρχισμό στην επιλογή των στόχων και στην στρατιωτική πρακτική της οργάνωσης”, είχαμε φθάσει στο σημείο της αγιάτρευτης ρήξης που είχε τονιστεί από την χειρονομία του Gallinari ο οποίος, κτυπώντας επάνω σε ένα τραπέζι της “γιάφκας” του Mogliano ένα τεύχος του “Pre-print”, στο οποίο εμφανίζονταν ένα άρθρο του Piperno με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο”, είχε σκληρά επιτεθεί στους δυο αντιφρονούντες, εγκαλώντας τους λέγοντας πως ήταν πάντοτε φορείς μέσα στην οργάνωση της πολιτικής γραμμής των “παλιών τους φίλων”, ξένης στα αξιώματα της ίδιας της οργάνωσης;

Όσον αφορά τον αποκαλούμενο, “χώρο Metropoli”, αποφαίνονταν ο Morucci επρόκειτο για την συμβατική επέκταση της ονομασίας μιας ομάδας ανθρώπων που δρούσαν στο Milano, της οποίας αυτός, κατά τα άλλα, δεν γνώριζε ούτε την δομή ούτε τις οργανωτικές σχέσεις και τους δεσμούς, αν και δεν μπορούσε να αποκλείσει πως αυτή ήταν διαρθρωμένη σε δυο επίπεδα, το ένα να ενδιαφέρεται για “πολιτικές δραστηριότητες”, το άλλο για » paralegal δραστηριότητες” και πως αυτό το τελευταίο θα είχε συνεισφέρει στην χρηματοδότηση του ταξιδιού του Folini στην Μέση Ανατολή, για την απόκτηση των όπλων.
Ωστόσο, από τις ΕΤ δεν εκτιμούσαν και πολύ άτομα σαν τους Scalzone, Negri, Piperno και Pace, που θεωρούνταν “πολυλογάδες, άνθρωποι που μιλούσαν για τον ένοπλο αγώνα έτσι για να μιλούν”, που αγνοούσαν την λενινιστική πειθαρχία, την αυστηρότητα μιας παράνομης οργάνωσης. Σίγουρα θα ήταν παρατραβηγμένο να υποστηρίξουμε την ενότητα και την μοναδικότητα της πολιτικής γραμμής μέσα στο  περιοδικό που είχε στηθεί, την στιγμή που ενώ ο  Scalzone είχε συνεχίσει να διατηρεί μια δική του πολιτική “υποκειμενικότητα”, πρόσωπα σαν τον Piperno και τον Pace είχαν πάψει για κάποια περίοδο να κάνουν ενεργή πολιτική δραστηριότητα, έτσι ώστε η απόσταση κάποιων χρόνων έκανε αναμενόμενο να έχει ωριμάσει σε αυτούς και να έχουν διαμορφώσει έναν τύπο θεωρητικής επεξεργασίας, απομακρυσμένο από την καθημερινότητα, από τα τρέχοντα φαινόμενα.
Με δεδομένη την συνέχεια της πολιτικής γραμμής του Scalzone αυτός, ο Morucci, ήταν σε θέση να προβλέπει μια μεγαλύτερη προσέγγιση των “δικών του πολιτικών θέσεων” με εκείνες του ίδιου του Scalzone (περισσότερο απ’ ότι με εκείνες του Piperno), μια πολιτική άποψη, ακριβώς,  “κινηματικού”τύπου.
O στόχος που έπρεπε να επιδιωχθεί, ουσιαστικά, ήταν ο ίδιος, ενώ η αναζήτηση γίνονταν κάτω από διαφορετικές οπτικές γωνίες, αυτός, ο Scalzone απ’ το Κίνημα και εκείνος από τις B.R.: εκείνος, δηλαδή, που θα οδηγούσε σε μιαν ικανότητα οργάνωσης στο στρατιωτικό επίπεδο αρκετά υψηλή δίχως να χάνεται “η ικανότητα παραμονής μέσα στην κοινωνική συγκρουσιακή διάθεση”.
Θα ήταν, συνεπώς, τουλάχιστον επικίνδυνο να θεωρούμε πως αυτός, ο Morucci, υπήρξε φορέας της άποψης του Piperno και Pace εντός των B.R., όταν σκεφτούμε πως οι δυο, ακριβώς λόγω του ότι “απομακρυσμένης θέσης” από την οποίαν αξιολογούσαν το φαινόμενο του ’77”, επειδή δεν είχαν εμπλακεί άμεσα, είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τις B.R. μια  “τρελαμένη μεταβλητή, variabile impazzita”, “ανεξέλεγκτη, incontrollabile”, ολοκληρωτικά αποκολλημένη από τις εσωτερικές δυναμικές του κινήματος, από μια λογική εσωτερική της κοινωνικής συγκρουσιακής διάθεσης”.
Παρόλα αυτά, μολονότι αποσυνδεδεμένες από την επαναστατική διαδικασία, οι B.R. επηρέαζαν εκείνη την διαδικασία, διαχέοντας  την δραστηριότητα της επίθεσης τους στην καρδιά του Κράτους μέσα στο φαινόμενο της κοινωνικής διαμάχης; μέχρι του σημείου να φαίνεται σκόπιμο, μάλλον απαραίτητο “να προσληφθεί” εκείνη η “ανεξάρτητη μεταβλητή” και να γίνει προσπάθεια να καταστεί αντιληπτό το πως η ίδια θα μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα στην ιταλική πραγματικότητα, έχοντας υπόψη, τουλάχιστον στην  “θετική” “αποδιαρθρωτική επίδραση, σαρωτική” που αυτή θα μπορούσε να έχει σε θεσμικό επίπεδο.
Να, λοιπόν, που o “αντικειμενικός στόχος” της “σύζευξης”, που εκθειάζει ο Piperno στις στήλες του “Pre-print” τελικά τεκμηριώνεται στην αποδιάρθρωση του Κράτους και στο άνοιγμα μιας επαναστατικής διαδικασίας.

Με αναφορά στο άρθρο του F. Piperno στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο”, που δημοσιεύτηκε στο “Pre-print” τον Δεκέμβρη του ’78,  ο Paolo Virno, συντάκτης του “Metropoli”, συνδέοντας αυτό το γραπτό detto με εκείνο που έγραψε ο ίδιος και εμφανίστηκε στο n° 1 του “Metropoli” με τον τίτλο “Piazza Nicosia, να αρχίσουμε να συζητάμε γι αυτήν”, εξηγούσε πως ο σκοπός που γράφονταν αυτά ήταν να διατυπωθεί μια εις βάθος κριτική στις  ερυθρές Ταξιαρχίες,  Brigate rosse: επικεντρωμένη στις διαφορές της ένοπλης πάλης που αυτή υποστηρίζει “από τις λογικές του κινήματος”, που εννοούσαν με “ανώμαλο”τρόπο  πως έπρεπε να καλλιεργηθεί μια “προοπτική πολέμου μακράς διάρκειας, εμφυλίου πολέμου και αντιεξουσίας” δίχως ουσιαστικά να δίδεται απάντηση στα “βασικά προβλήματα του κινήματος”, και που έρχονταν σε αντίθεση, τελικά, με την εικόνα που οι ίδιες ήθελαν να παρουσιάζουν για τον εαυτό τους σαν “μια αντάρτικη δύναμη ριζωμένη μέσα στις λαϊκές μάζες”.
Τόσο στο άρθρο του Piperno όσο και στο δικό του, είχαν διατυπωθεί απλές κριτικές εκτιμήσεις του έργου των BR σε σχέση με τις ανάγκες  “της κοινωνικής ιταλικής πραγματικότητας”, δίχως την πρόθεση ούτε από την πλευρά του Piperno να υπογραμμιστεί τίποτα περισσότερο από “μιαν υπόθεση κομουνιστικής επανάστασης” με στόχο να κερδηθεί ένα άνοιγμα, μια θέση ανάμεσα στην “στην στρατιωτική ισχύ που έχει ξεδιπλωθεί από τον μηχανισμό των BR στην via Fani και το μαζικό κίνημα”, ούτε από την δική του πλευρά να κάνει το εγκώμιο της επίθεσης στον “σπιτονοικοκύρη” Schettini.

Αξιοσημείωτου ενδιαφέροντος, κυρίως εκείνο που αφορά την ρωμαϊκή κατάσταση, εμφανίζονται οι δηλώσεις του Canfanelli Massimo, έμπειρου στελέχους της ένοπλης πάλης και μαχητή των B.R.. Αυτός είχε μάθει από τον Andrea Morelli και από τον De Feo πληροφορίες για το λεγόμενο “σχέδιο Metropoli” και για εκείνο που οι “υποκινητές του” (Piperno, Pace, Scalzone, Virno, Castellano, Accascina και ο ίδιος De Feo) πρότειναν, δημιουργώντας μια οργάνωση ικανή ηγεμονεύσει και να κατευθύνει όλους τους υπάρχοντες σχηματισμούς που δρούσαν στον ένοπλο αγώνα, συμπεριλαμβανομένων των ομάδων της οργανωμένης Αυτονομίας.
Αυτό το σχέδιο στην αρχή χρηματοδοτήθηκε μέσα από νόμιμα κανάλια και ειδικότερα μέσα από ένα κέντρο ερευνών με την ονομασία CERPET. Σε μια δεύτερη φάση, κυρίως μέσα από ληστείες που επιτέλεσε ο “ένοπλος βραχίονας” της οργάνωσης, διοικούμενος από τους Scalzone, De Feo και Morelli.
Όσον αφορά τις νόμιμες χρηματοδοτήσεις,αντίθετα, βεβαίωνε ο Canfanelli πως είχε ακούσει να λέγεται από τους Rosati, Davoli, De Feo και Morelli, πως αυτές οι ίδιες είχαν ληφθεί και διαμέσου εντολών που παραχωρήθηκαν στο CERPET από Δημόσιους Οργανισμούς, χάρη στις παροτρύνσεις πολιτικών που είχαν σχέσεις φιλίας με τους Pace και Piperno.
“Έμαθα από τους De Feo και Morelli” – συνέχιζε ο Canfanelli -” πως αυτοί είχαν πάρει μέρος στις συναντήσεις της Διεύθυνσης του Metropoli, στην διάρκεια των οποίων συζητήθηκε ο προϋπολογισμός του σχεδιασμού και των χρηματοδοτήσεων τόσο αυτών των νόμιμων όσο και εκείνων που προέρχονταν από ληστείες (β. κατ. 5/6/1982 και κατ. 2.12.1982 Ανακρ. Roma, τομ. V F.5.).
Προσθέτουμε πως κάποια από τα όπλα που απέκτησε ο Folini στην Μέση Ανατολή και διαχειρίστηκαν στο Milano ου Co.Co.Ri. είχαν φτάσει σε αυτόν την περίοδο που αυτός ήταν στρατευμένος στο M.C.R., κίνημα που είχε ξεκινήσει ο Morucci και η Faranda μετά την αποχώρηση τους από τις B.R.

Για τον ρόλο του “Metropoli” και των κυριότερων πρωταγωνιστών του μιλούσε επίσης ο Emilio Libera – (ακρ. 25.11.1986).
Ήταν ο Seghetti που απέδωσε στους Morucci και Faranda τον ρόλο πως “είχαν παρεισφρήσει” στις B.R., σαν φορείς της πολιτικής γραμμής των Piperno και Pace. Ίσως για να σμικρύνει το μέγεθος της συνεισφοράς τους στο εσωτερικό της οργάνωσης χαρακτηρίζοντας την πολιτική τους θέση κενή αυθεντικότητας και πρωτοτυπίας και αγκυροβολημένη σε κινηματικές παραδόσεις με καλούπι poteroperaistico, με καταγωγή δηλαδή από την Εργατική Εξουσία.
Με την σειρά του ο Lombino Maurizio, αφού δήλωσε στον ανακριτή του Bergamo πως δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει εάν το περιοδικό “Metropoli” χρηματοδοτούνταν ή όχι με χρήμα, προερχόμενο από ληστείες, μπορώντας, αντιθέτως,  “να αποκλείσει το γεγονός” στην βάση αυτών που γνωρίζει γύρω από την ύπαρξη “νόμιμων και θεσμικών καναλιών” χρηματοδότησης “τουλάχιστον με το ξεκίνημα της μετατροπής του περιοδικού σε  Κέντρο Σπουδών οικονομικών-κοινωνικών”, στην ανάκριση που διεξήχθη από τον ανακριτή της Roma στις 6/5/82, μιλώντας για το περιοδικό “Metropoli” έλεγε επί λέξη: “Σχετικά με την χρηματοδότηση του περιοδικού Metropoli, μπορώ να δηλώσω πως αυτή γίνονταν με δυο τρόπους: τόσο διαμέσου των επιχειρήσεων παράνομης χρηματοδότησης (ληστείες, κλοπές, κλπ.) – η οργάνωση είχε επιβάλει τον συγκεντρωτισμό κάθε προσόδου από ληστείες που τα συντονιστικά και τα κύτταρα τους ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν – τόσο μέσα από χρηματοδοτήσεις νόμιμες και θεσμικές”.
Αυτό ήταν συνέπεια του γεγονότος πως στους κόλπους της οργάνωσης είχε έρθει να αναπαραχθεί “μέσω του σχεδιασμού” εκείνη η διπλοπροσωπία στις παρεμβάσεις που ήδη είχε χαρακτηρίσει την δραστηριότητα άλλων οργανώσεων; από την μια το στρατιωτικό επίπεδο, στεγανοποιημένο και “ομοσπονδιοποιημένο” μέρος των δομών των συντονιστικών και από την άλλη το δημόσιο και νόμιμο επίπεδο που αποτελείτο από το περιοδικό “Metropoli”.
Αντιστρόφως ο Giorgio Accascina ήδη Πρόεδρος του Συμβουλίου Διαχείρισης του Συνεταιρισμού “Linea di condotta, Γραμμή συμπεριφοράς”, που χτίστηκε τον νοέμβρη του 1978 με σκοπό να δημοσιεύσει το περιοδικό “Metropoli” και “Pre-print” δήλωνε πως της έναρξης του περιοδικού είχε προηγηθεί μια κουβέντα επάνω στον πολιτικό σχεδιασμό του ίδιου σε σχέση με τις “νέες θεματικές” που είχαν εκφραστεί  “από το κίνημα του ’77”.
Μακράν από το να αυτοπροταθεί σαν σβόλιασμα όλου του ένοπλου αγώνα στην Italia, το ζήτημα υπήρξε, αντικείμενο “θετικής κριτικής” από πλευράς της εφημερίδας, με την έννοια πως εμφάνιζε τον ένοπλο αγώνα έκφραση ιδιαίτερη και χαρακτηριστική, τυπική της ιταλικής κατάστασης, παρά φαινόμενο που προκλήθηκε από τις ανατολικές Χώρες ή υπό την διαχείριση των μυστικών υπηρεσιών.
Όσο για το ντοκουμέντο που βρέθηκε στην κατοικία του Piperno, στην via dei Coronari, n° 99, που αποδίδονταν στον Scalzone, υποστήριζε ο Accascina πως αυτό αναπαρήγαγε μόνο τις αντιλήψεις του συγγραφέα του, σίγουρα όχι εκείνες της σύνταξης και πολύ λιγότερο την δική του πρόθεση για την δρομολόγηση της εκδοτικής πρωτοβουλίας.
Δεν υπήρχε κανένας σύνδεσμος μεταξύ του “Metropoli” και του εκδοτικού οίκου “Lirici”, όπου αυτός εργάζονταν.
Ούτε πολιτικές  συναντήσεις έγιναν ποτέ στα γραφεία της via del Babuino, 96 αν και κάποιοι φίλοι, μεταξύ των οποίων και μέλη του συνεταιρισμού για να τον βρουν.
Όσον αφορά τις χρηματοδοτήσεις της εφημερίδας παράνομης προέλευσης ο Accascina δεν φαίνονταν να γνωρίζει κάτι όπως επίσης και για τις στρατεύσεις του Pace και των άλλων συντακτών σε ανατρεπτικούς σχηματισμούς.
Επέμενε να επαναλαμβάνει πως το “Metropoli” χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από τα χρήματα των πωλήσεων της ίδιας της εφημερίδας; και για αυτό τον λόγο παρήγαγε ένα pro-memoria που επεξηγούσε τον  “κυκλικό μηχανισμό” που χρησιμοποιήθηκε για να επιδοτήσει την εφημερίδα, διαρθρωμένο σε προκαταβολές που κατατίθονταν από τον διανομέα για κάθε τεύχος του περιοδικού, και σε πιστώσεις που παραχωρούνταν από διάφορους προμηθευτές, με συνημμένα ορισμένα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης μιας πιστοποίησης από τους επιμελητές πτώχευσης που βεβαίωνε την πτώχευση που είχε λάβει χώρα της Εταιρείας “Linea di condotta”.
Μα, παρά τις απαλλακτικές  δηλώσεις του Accascina, ο ανακριτής, υπό το πρίσμα των καταθέσεων και των αποδεικτικών στοιχείων που αποκτήθηκαν μεταξύ των οποίων η κατάληξη πως “το σχέδιο Metropoli δεν ήταν ένα πρόγραμμα αφηρημένο ουτοπιστικό, μα η έκφραση μιας συγκεκριμένης οργάνωσης, έχοντας το πολιτικό-οικολογικό του κέντρο στην Roma και πολλές ένοπλες διαρθρώσεις, που δρούσαν κάτω από διαφορετικές ονομασίες σε διάφορες ιταλικές περιοχές” και πως “μέσα στην στρατηγική προοπτική της ένωσης όλων των ένοπλων οργανώσεων που υπήρχαν στην, οι εμπνευστές του σχεδίου “Metropoli” απέδιδαν ένα θεμελιώδη ρόλο στο περιοδικό.

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη έκτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Sedicesima parte

τοτ Luca Barbieri

Autonomi5.jpgQui le precedenti puntate., εδώ οι προηγούμενες συνέχειες

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Τέλος το Manifesto που αφιερώνει στην απόφαση έναν τίτλο έναρξης σε εννέα στήλες στην πρώτη σελίδα: “Καταρρέει το θεώρημα 7 απρίλη”. Στο συνοπτικό: “Απόφαση στο εφετείο: η εξέγερση δεν υπάρχει. το Potere operaio δεν ήταν μια ένοπλη συμμορία. Πολλοί αθωώθηκαν, οι ποινές μειώθηκαν”. Το Manifesto ζει την απόφαση σαν μια νίκη που έφθασε μετά από μιαν μακρά μάχη. Όλη η σελίδα δυο είναι αφιερωμένη στην υπόθεση. Μια μεγάλη ταμπέλα, όνομα προς όνομα, εκθέτει όλη την απόφαση. Πολλές φορές γίνεται αναφορά στην καταδικαστική απόφαση στον Mario Dalmaviva για ένοπλη συμμορία (που την έχει στο μεγαλύτερο μέρος της εκτίσει με την προληπτική φυλάκιση) σαν την μοναδική παραφωνία της απόφασης. Το editorial, με τίτλο “Μια αποκατάσταση”, φυσικά είναι δουλειά της Rossana Rossanda που αναπαριστά στην εφημερίδα της την μακρά μάχη:

Οι μεγάλοι υποστηριχτές του ντελίριου του παντοβάνου εισαγγελέα Calogero, του πρώτου μετανιωμένου, παρότι κοινού δολοφόνου, του Fioroni και των ειδικών νόμων υπήρξαν ένα απόσπασμα δικαστικών δικηγόρων, δημοσιογράφων και κομουνιστών διοικητικών στελεχών, με την δουλοπρεπή ακολουθία της Unità και της Repubblica. […] Ένας άνθρωπος σαν τον Luciano Ferrari Bravo, αθώος εχθές, καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε  14 χρόνια και 5 ήδη τα είχε εκτίσει στην φυλακή. Ποιος θα του τα επιστρέψει? […] Ίσως το περιοδικό Espresso, που χάρισε στους αναγνώστες του την φωνή του τηλεφωνητή των BR στην Eleonora Moro, διότι είχε αναγνωριστεί σαν εκείνη του Negri? η Repubblica που τιτλοφόρησε πανηγυρικά την σύλληψη του σαν αρχηγό των BR σε ολόκληρη σελίδα? Δεν υπήρξε αυτή μονάχα μια σκανδαλώδης σελίδα της ιταλικής δικαιοσύνης, όπως αποκάλυπτε εδώ και καιρό η Amnesty International. Ήταν μια ιστορία από σιωπές, ανανδρίες και συγκαλύψεις.[…] Θεσμοί και  τύπος συνεισέφεραν αδιάντροπα σε μιαν πολιτική επιχείρηση χαμηλού τύπου, την πιο χαμηλή της δικαιοσύνης στην ιστορία της δημοκρατίας. […] Μετρήσαμε στα δάχτυλα της παλάμης νομικούς και διανοούμενους διατεθειμένους να ξοδέψουν δέσμευση και προβληματισμό, να βρουν αποτρόπαιο το ότι μια πολιτική ιδέα που μπορούσαν να μην  μετέχουν καθόλου σε αυτήν παραδίδονταν όχι στον πολιτικό αγώνα μα σε ένα δικαστικό τέχνασμα.

Βρισκόμαστε στην αποκλιμάκωση. Η δικαστική ιστορία της 7 aprile τελειώνει. Υπάρχει μονάχα μια μικρή ουρά. Στις  5 oκτωβρίου του 1988 το Πρώτο ποινικό τμήμα του Ανωτάτου δικαστηρίου, προεδρεύοντος του Corrado Carnevali, επιβεβαιώνει την απόφαση του εφετείου. Ίσως και λόγω της έλλειψης κάτι νεότερου η είδηση δίδεται δίχως έμφαση από τις εφημερίδες. η Repubblica με τον Franco Scottoni τιτλοφορεί “Η τελευταία λέξη επάνω στην υπόθεση 7 aprile, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιβεβαιώνει τις καταδικαστικές αποφάσεις”. Το άρθρο, με τον πυρήνα της είδησης σε λίγες μόνο γραμμές, κάνει μια μεγάλη ανακατασκευή της περίπτωσης δίδοντας έμφαση, σταθμό προς σταθμό, στο «ναυάγιο» του θεωρήματος Calogero. “7 aprile, οριστικές καταδικαστικές αποφάσεις”, είναι αντιθέτως ο τίτλος της Unità.

Η δικαστική ιστορία της 7 aprile τελειώνει εδώ. Πέρασαν εννέα χρόνια από την αρχή όλης της υπόθεσης. Διαβάζοντας ξανά την ιστορία με ψυχρό αίμα, η δυσαναλογία μεταξύ τις αρχικές κατηγορίες και εκείνες που εξακριβώθηκαν εμφανίζεται σε όλη την μεγαλοσύνη της.  Το  “σύστημα” των εφημερίδων αντιθέτως μοιάζει αδιάβροχο. Από μιαν εφημερίδα θα περίμενε κανείς μιαν ουσιαστική προσήλωση στα γεγονότα. Ακόμη περισσότερο σε εκείνα που εξακριβώθηκαν από το δικαστικό σώμα. Και εάν τα γεγονότα τα εξακριβωμένα αποκλίνουν από εκείνα που προηγουμένως διηγήθηκαν ίσως είναι σκόπιμη και ενδείκνυται μια προσεκτική εκτίμηση για να εξηγηθεί στους αναγνώστες η λογική ενός αφηγηματικού δρομολογίου που διαφορετικά κινδυνεύει να μοιάσει σχιζοφρενικό.  Μια κάποια εξισορρόπηση ήδη την παρατηρήσαμε για την Repubblica. η Unità, στο ακραίο αντίθετο, ερμηνεύει κάθε γεγονός σαν επιβεβαίωση του δικού της σχεδιασμού.

10. Schegge ψηφίδες

Στις 7 απριλίου 1989 η υπόθεση “7 aprile” κλείνει δέκα χρόνια. Η επέτειος δεν περνά απαρατήρητη. η Repubblica αφιερώνει στο συμβάν ένα άρθρο του Antonello Caporale, “ο Negri γιορτάζει στο Παρίσι την «επιστροφή στην νομιμότητα»”. Ένα κομμάτι που, ξεκινώντας από μιαν συνέντευξη τηλεφωνική στον Negri, αναπαράγει τους κυριότερους σταθμούς της δικαστικής υπόθεσης. Στην μέση, χωμένη κανείς δεν ξέρει πως και γιατί, ανάμεσα στην κουβέντα με τον Negri και την αναπαράσταση, και μια είδηση που δημιουργεί μονάχα σύγχυση: «Μέσα στην δεκαετία δώσανε σημεία ζωής και οι BR. Παρέδωσαν στα ρωμαϊκά γραφεία του πρακτορείου Ansa ένα αντίγραφο του τελευταίου φυλλάδιου του Μαχόμενου Κομουνιστικού Κόμματος,  “Partito Comunista Combattente”. Στο φυλλάδιο επιτίθενται στον Πρωθυπουργό, στον υπουργό Εσωτερικών, στον αρχηγό της αστυνομίας, στον Υψηλό κομισάριο για τον αγώνα ενάντια στην μαφία και τον νέο αστυνομικό διευθυντή της Roma». Να σημειώσουμε πως ο Caporale, διηγούμενος την γέννηση της έρευνας, εκφράζει απερίφραστα την στράτευση του ΚΚΙ σε υποστήριξη της έρευνας. Ένα γεγονός που στο τόξο των δέκα χρόνων δεν είχε ποτέ ειπωθεί ρητώς, παρά μόνο στο Espresso με υπογραφή Nicotri. «Είναι ακριβώς η κομουνιστική ομοσπονδία στην Πάντοβα που αποφάσισε να συνεργαστεί ενεργά με την εισαγγελία, ιδιαίτερα με τον αναπληρωτή εισαγγελέα της Δημοκρατίας Pietro Calogero. Είναι στην βάση μαρτυριών κάποιων πρώην αγωνιστών στου Potere operaio που πέρασαν στο PCI και παίρνει μπρος η πρώτη καταδίωξη».

η Corriere della Sera έστειλε τον ανταποκριτή της στο Παρίσι, τον Ulderico Munzi, στην “γιορτή” για την δεκαετία που οργανώθηκε από τους ιταλούς εξόριστους. Το άρθρο, με τόνο πολύ δηκτικό, έχει τίτλο “7 aprile: ο Negri χαιρετά κοροϊδεύοντας”. Και στον υπότιτλο: “Champagne και χοροί στον ρυθμό του Belafonte για τον καθηγητή των χρόνων του μολυβιού”. Στους υπότιτλους: “Ο ex leader της εργατικής Αυτονομίας : «Δεν είμαστε αόρατοι όπως στο film του Squitieri. Είμαστε συγκεκριμένοι» – Για τον Morelli μια περούκα με τις κοτσίδες του Gullit — Η Ιταλία περιγράφεται σαν μια λατινο-αμερικάνικη δικτατορία  — Μονόλογοι σαν σε φυλλάδιο της ένοπλης πάλης”. Δίπλα στο κομμάτι ένα box, “λέγει ο Imposimato: είναι η ώρα της συγνώμης”, που μεταφέρει τις δηλώσεις του πρώην δικαστού τώρα σενατόρε του PCI. Στην σελίδα 12 η Corriere δημοσιεύει και μια παρέμβαση του Angelo Ventura.

Το Manifesto του σαββάτου 8 απριλίου θυμίζει την 7 aprile ’79 με μιαν ολόκληρη σελίδα των πολιτιστικών που εκθέτει τους τίτλους των περισσοτέρων εφημερίδων της εποχής. Η σελίδα, επιμελημένη από τους Andrea Colombo και Ida Dominjanni, βλέπει στην κεφαλή ένα βασικό άρθρο του Valentino Parlato, “Γιατί να θυμόμαστε” και μετά μιαν ανάλυση των τίτλων που δημοσιεύτηκαν τις επόμενες ημέρες από το Blitz στο Manifesto, Avanti, Unità, Corriere della Sera, Giornale, Repubblica και Stampa, με τίτλο “Δέκα χρόνια μολυβιού” και έχει συλλεχθεί κάτω από τον υπότιτλο “8 απριλίου 1979. Μετά τις συλλήψεις ξεκινά η δίκη μέσα από τον τύπο”. Η επιχείρηση της εφημερίδας επεξηγείται στο βασικό άρθρο του Parlato:

Όταν εκθέτουμε εκ νέου τους τίτλους των άλλων εφημερίδων των δέκα χρόνων νωρίτερα δεν είναι για να τις διαπομπεύσουμε,  για να πούμε πως εμείς ήμασταν καλοί κι εκείνοι όχι, πως εμείς ήμασταν δημοκρατικοί κι εκείνοι δικτατορικοί. Θυμόμαστε εκείνους τους καιρούς — το 1978 είχε σκοτωθεί ο Aldo Moro μαζί με άλλα πέντε πρόσωπα  — και γνωρίζουμε πως τα σφάλματα, τραγικά, του τύπου εκείνων των ημερών ήταν η κοινοτοπία της κοινής λογικής του τότε. […] Θυμόμαστε εκείνη την 7 απρίλη του 1979 κυρίως για να θυμόμαστε, για να μην χάσουν οι άνθρωποι την μνήμη, για να αντιμετωπίσουν και εξουδετερώσουν μια διαδικασία αποϊστορικοποίησης, να μην ξεχάσουν να διαβάζουν την ιστορία δηλαδή, μια διαδικασία μέσα στην οποίαν οι υποκειμενικότητες γίνονται κομμάτια, μέσα στην οποίαν σήμερα μπορεί να ειπωθεί εκείνο που απαγορεύονταν εχθές, και δίχως την μνήμη του χθες. […] Πρέπει να θυμόμαστε εκείνη την 7 aprile δέκα χρόνων πριν διότι σήμερα δεν μπορούμε πλέον να γράψουμε — έστω και με την υποτιθέμενη αναλυτική ψυχρότητα, όπως κάνει η Corsera της τετάρτης  5 απριλίου — πως “καταλήγοντας, εάν οι συλλήψεις της 7 aprile κατέληξαν σε ένα δικαστικό λάθος και σε χρόνια βασάνων για ανθρώπους που στην συνέχεια θα αθωώνονταν, από πολιτικής άποψης η επιχείρηση υπήρξε μια επιτυχία διότι απέσπασε από τον ένοπλο αγώνα το νερό, χτύπησε δηλαδή έμμεσα εκείνο τον χώρο (πολιτικά και στρατιωτικά ακαθόριστο ) συμπάθειας ή συγκατάθεσης απ’ όπου αυτός ο χώρος [ του ένοπλου αγώνα] στελεχώνονταν”. Μια δήλωση αυτού του τύπου μπορεί να την κάνει μόνο αυτός που ξέχασε τι ήταν η 7 aprile και φαντάζεται πως όλοι οι άλλοι το ξέχασαν. Είναι μια δήλωση που μπορεί να γίνει μόνο μετά την επιβεβαίωση του πραγματικού. Αλλιώς είναι η πιο ρυπαρή απολογία του πιο ηλίθιου κρατικού συμφέροντος.

Δέκα επέτειοι για την 7 απρίλη ίσως να είναι και πολλές. Από εδώ και μπρος είναι ο Negri το όχημα για τα μνημόσυνα. Μόνο οι τοπικές εφημερίδες, η  Mattino και η Gazzettino θυμούνται και επανασυνδέουν, και με ακραία εξειδίκευση και προβληματισμό σε απόσταση 20 χρόνων απ’ την 7 aprile, τα νήματα της υπόθεσης, βοηθούμενοι σε αυτό από την patavinitas μεγάλου μέρους των κατηγορουμένων, ζώντων μαρτύρων [όσο βρίσκονται φυσικά στην ζωή) αυτής της παράξενης ιστορίας.

Τα υπόλοιπα είναι κάποιες αναλαμπές απολύτως ασύνδετες.
Το 1993 ένα άρθρο του Negri δημοσιεύτηκε από την Giorno. Μια ομάδα δημοσιογράφων διαμαρτύρεται, πολεμικές καταγράφονται σε όλες τις εφημερίδες διότι υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει λόγος να δημοσιεύονται άρθρα του.
Το 1995 από τον Negri παίρνει συνέντευξη ο Piero Chiambretti για την εκπομπή του Διπλωματούχου, del Laureato (τηλεοπτική εκπομπή στον αέρα από την RaiTre) που καταγράφτηκε στην Padova. «Τώρα ανοίγει εκ νέου η πολεμική: είναι σωστό να μιλά ο Negri? O πρύτανης Gilberto Muraro δηλώνει πως η σχολή θα θέσει στην διάθεση του Chiambretti μόνο την αίθουσα και πως  il Bo έχει καθηγητές πιο αντιπροσωπευτικούς του Toni Negri στους οποίους να δώσει τον λόγο. Ποιοι θα είναι οι καλεσμένοι?», γράφει η Corriere.

Στις εννιά απριλίου του 1997 η Corriere με την υπογραφή του Albino Salmaso μιλά για την πιθανή επιστροφή του Calogero στην Padova για να αναλάβει την έδρα του Γενικού Εισαγγελέα.

o Pietro Calogero, ο δημόσιος κατήγορος της έρευνας  «7 aprile» μπορεί να γίνει ο εισαγγελέας της δημοκρατίας στην Padova, πολυθρόνα που άφησε με τον θάνατο του ο Giovanni Cassano. Η επιτροπή διοικητικών αναθέσεων του Csm, όντως, στις 11 του περασμένου φεβρουαρίου ενέκρινε με τέσσερις ψήφους στις πέντε ακριβώς την ανάθεση στον δκ γνωστό από την έρευνα του για την Autonomia Operaia Organizzata, που έφερε στην φυλακή μιαν εικοσαριά προσώπων μεταξύ των οποίων Oreste Scalzone, Franco Piperno και Toni Negri, τότε πανεπιστημιακό καθηγητή στην Padova, που σήμερα ζει στο Παρίσι μετά την καταδίκη του σε πρώτο βαθμό που του επεβλήθη από τους ρωμαίους δικαστές. Η υποψηφιότητα του Calogero, που προώθησε ο Antonio Patrono, πρόεδρος της επιτροπής αναθέσεων, τώρα αναμένει την ψήφιση από το Plenum του Csm e di «concerto» υπογεγραμμένη από τον υπουργό Flick. Στην κούρσα για την θέση του εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπάρχουν επίσης οι δικαστές Stefano Dragone και Francesco Aliprandi. Η υποψηφιότητα του Calogero, που αυτή την στιγμή είναι αναπληρωτής εισαγγελέας στο Εφετείο της Venezia, δικαιολογήθηκε λόγω των «συγκεκριμένων συμπεριφορών ιδιαίτερης σημασίας» που ωρίμασαν στην διάρκεια της καριέρας. Γεννημένος στην επαρχία της Messina εξήντα δυο χρόνια πριν, ο Calogero ξεκίνησε την δραστηριότητα του στην Treviso και με τον Δικαστή Stiz διερεύνησε την μαύρη εκτροπή και συνωμοσία των Freda και Ventura. στην Padova προετοίμασε το blitz της 7 aprile 1979 που έφερε 134 κατηγορούμενους σε δίκη. Μεταξύ των εναγομένων και ο Toni Negri, που προχθές ακριβώς έδωσε συνέντευξη στους αυτόνομους του radio Sherwood, στην διάρκεια ενός sit-in που οργανώθηκε στην σχολή Πολιτικών Επιστημών. ο Negri είπε πως συμφωνεί με την πρόταση αμνηστίας για τα χρόνια του μολυβιού που δρομολόγησε ο Cossiga και επιτέθηκε στον Calogero και  «τους σταλινικούς του Pci που υποστήριξαν το θεώρημα του».

Την πρώτη ιουλίου 1997 ο Toni Negri επιστρέφει στην Italia. Του απομένουν ακόμη κάποια χρόνια φυλακής να εκτίσει. Η πρόθεση του καθηγητή είναι πολιτική: να καταφέρει να ξανανοίξει ένα παράθυρο για την υπόθεση της αμνηστίας. Η επιστροφή του Negri είναι κυρίως ένα μεγάλο επικοινωνιακό γεγονός, που ακολουθείται από τηλεοράσεις και εφημερίδες.
η Unità αφιερώνει στο γεγονός όλη την σελίδα 4 της εφημερίδας. Ένα άρθρο χρονικών του Roberto Rossani, “ο Toni Negri επιστρέφει και πηγαίνει κατευθείαν στην Rebibbia. «Εγώ, τελευταίος ιάπωνας που παραδίδεται»”. Μετά μια συνέντευξη στον Palombarini  του Aldo Varano “Palombarini: «Εκτιμώ την κίνηση να γυρίσουμε σελίδα με την απονομή χάριτος» (στην σύνοψη: “Η τρομοκρατία ηττήθηκε. Και ο Negri επιστρέφει και λέει: είμαι ένας ηττημένος. Να πάμε πέρα από τους νόμους της εξαίρεσης. Ένας κακός δάσκαλος? Τότε υπήρχαν πολλοί …”). Στα πλάγια μια προσωπογραφία του Negri: απροσδόκητα ηUnità ξαναδημοσιεύει, κάτω από τον τίτλο “Οι δικές του δεν είναι αφηρηματολογίες”, το άρθρο του Walter Tobagi που η Corriere della Sera δημοσίευσε στις 8 απριλίου του 1979 (τότε ο τίτλος της Corsera, που δημοσίευσε το κομμάτι στην πρώτη σελίδα, ήταν “Toni Negri, ο προφήτης της άρνησης της εργασίας”). Στο βάθος ένα άρθρο της Ritanna Armeni “Εκείνα τα τρομερά χρόνια Εβδομήντα μες την τρομοκρατία” και στο συνοπτικό “Η αποτυχημένη προσπάθεια να δοθεί μια βάση μαζική στην επίθεση ενάντια στο Κράτος. Το θεώρημα Calogero και οι συλλήψεις της 7 aprile 1979”. Mα παρά αυτό προοίμιο, στις 7 απρίλη αφιερώνονται μονάχα οι τελευταίες γραμμές του άρθρου που αντιθέτως διατρέχει μιαν ανασκόπηση που ξεκινά από το ’68 για να φθάσει στο ’77. «Είναι της 7 aprile 1979 η καταγγελία των αρχηγών της αυτονομίας για ένοπλη εξέγερση ενάντια στις εξουσίες του κράτους και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία. Αυτοί είναι, σύμφωνα με τον δικαστή Guido Calogero (sic!) οι αρχηγοί των BR. Η εργατική αυτονομία βρίσκεται υπό κατηγορία. Υπεραμύνεται ενώ η κοινή γνώμη και τα ίδια τα κόμματα χωρίζονται. Και οι επιθέσεις συνεχίζονται. Αυτό θα συνεχιστεί μέχρι τα μέσα των χρόνων ’80». Αυτή, μέσα σε μιαν ολόκληρη σελίδα είναι η πιο σαφής αναφορά στην 7 aprile. Συνεπώς, αυτός που θα ήθελε να μάθει γιατί πράγμα καταδικάστηκε ο Toni Negri δεν έχει ελπίδες.

Και η Corriere della Sera δεν τα καταφέρνει καλύτερα. Προσπαθεί, είναι αλήθεια, με ένα γραφικό που θα έπρεπε να εκθέτει τους κυριότερους σταθμούς της δικαστικής υπόθεσης: μα εκτός από το να υποδεικνύει το 1970 σαν έτος γέννησης του Potere operaio, αληθινά δεν καταλαβαίνουμε για ποιον λόγο, συγκεκριμένο, καταδικάστηκε ο Negri. Το άρθρο από τα χρονικά είναι της  Ester Palma, “ο Toni Negri επιστρέφει στο κελί: βρίσκομαι στον παράδεισο”. Αυτές οι λίγες γραμμές αφιερωμένες στην ιστορία της 7 aprile: «Οι δικαστικές υποθέσεις του Negri ξεκίνησαν στις 7 aprile 1979 όταν συνελήφθη για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία μαζί με 21 συντρόφους της Autonomia operaia. Στις 26 ιουνίου του’83 εκλέχθηκε βουλευτής με τις γραμμές των ριζοσπαστών και για αυτό βγήκε από την Rebibbia. Παραμονές της παραχώρησης άδειας να προχωρήσουν εναντίον του από την Camera, ο καθηγητής έφτιαξε τις βαλίτσες του για το Παρίσι. Μέσα σε κατηγορίες και δίκες ο τελικός λογαριασμός είναι 4 χρόνων και 11 μηνών που πρέπει ακόμη να εκτίσει». Στην πτήση Παρίσι-Ρώμη η Corriere επιβίβασε και έναν ρεπόρτερ. Βγαίνει από αυτόν ένα πορτραίτο του Negri: “Αν μετάνιωσα? Θα μου άρεσε να μιμηθώ τον Alberto Sordi: εργαζόμενοι, πάρτα…”. Στο κάτω μισό της σελίδας δυο συνεντεύξεις: μια στον Marco Pannella (“Δεν μετανιώνω για την εκλογή του. ήταν μια ξεκάθαρη μάχη δικαίου”) και μια στον καθηγητή Petter (“Αυτός έχει ηθικές ευθύνες και δεν είναι πολιτικός κατατρεγμένος”).
η Repubblica ούτε που προσπαθεί.  “ο Toni Negri προσγειώνεται στην Rebibbia”, τιτλοφορεί στην σελίδα 21. Στο συνοπτικό: “ο professore στην φυλακή: θα επιστρέψω να κάνω πολιτική από τον χρόνο μηδέν”. Επί πλέον, όπως η Corriere, μια συνέντευξη στον Petter. Στην 7 aprile, στην έρευνα Calogero, στον λόγο τέλος πάντων για τον οποίον ο Negri πρέπει ακόμη να εκτίσει χρόνια φυλακής, ούτε μια γραμμή.
Μόνο ο Gianni Riotta, που είχαμε βρει το 1983 στο άνοιγμα της ρωμαϊκής δίκης, αναπαράγει (στην Corriere στα τέλη ιουνίου, πριν από τον επαναπατρισμό) με υπομονή την πολιτική δικαστική διαδρομή του προσώπου κάνοντας να αναδυθούν ξανά ονόματα που έμοιαζαν βυθισμένα στην λήθη:

Πόσοι αναγνώστες μπορούν, από μνήμης, να αναφέρουν τις ακρότητες της «υπόθεσης Negri»? Οι δικαστές τον κατηγόρησαν πρώτα πως ήταν ο «Μεγάλος Γέρος» των Brigate Rosse. Αναμένοντας την δίκη, ο Negri πέρασε χρόνια στις ειδικές φυλακές, μαζί με τους κατηγορούμενους της  «7 aprile». Σήμερα οι υπέρμαχοι της εγγύησης των δικαιωμάτων είναι πολλοί, χαϊδεμένοι και συχνά πολύ φασαριατζήδες, θορυβώδεις. Mα ποιος θυμάται την μοναξιά του σκιτσογράφου Dalmaviva, του professor Ferrari Bravo, του αρχιτέκτονα Magnaghi? Συλληφθέντες για τρομοκρατία, πέρασαν χρόνια σε σκληρή φυλάκιση, για να καταλήξουν αθωωθέντες. Διαφορετική η τύχη του Negri, πιο διφορούμενες οι ευθύνες, πιο μπερδεμένο το προφίλ. η Rossana Rossanda, που έτσι κι αλλιώς αγωνίστηκε για την αποφυλάκιση του, αναγνωρίζει σε αυτόν «μια εωσφορική κλίση». Η καταδίκη του οφείλεται στην ηθική συνέργεια για τον θάνατο του αστυνόμου Lombardi στο Argelato, για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία. Αυτοί που διαβάζουν αυτή την εφημερίδα, και γεννήθηκαν σε εκείνα τα τρομερά χρόνια, θα δυσκολευτεί να προσανατολιστεί στο μίσος, στους διαχωρισμούς, στις μνησικακίες του τότε. ο Negri, «ο κακός δάσκαλος», κατηγορήθηκε για ανευθυνότητα, γιατί εγκωμίασε την εξέγερση ενώ πολλοί από τους μαθητές του δεν ξεδιψούσαν με τον Sorel, αλλά έδερναν με λοστούς και σκότωναν. Αυτός υπερασπίζονταν τον εαυτό του, αναφέρονταν το δικαίωμα στον λόγο. Οι δικαστές επέμεναν για αποδείξεις, ενδείξεις, αδικήματα. Οι γαλλικές αρχές πάντοτε πίστευαν περισσότερο στον Negri παρά στους ιταλούς συναδέλφους του. 

Για τις επόμενες ημέρες η συζήτηση γύρω από το θέμα της χάριτος, της αμνηστίας  (και της ημί-χάριτος”) είναι καυτή. Όπως πάντα δεν θα γίνει τίποτα μα το χάος στις εφημερίδες είναι μεγάλο, μεταξύ της Francesca Mambro που λέει στον Toni Negri “Σκοτώσαμε, μόνο πρέπει να μείνουμε σιωπηλοί” (Corriere della Sera, 4 ιουλίου 1997) και συντακτών που ερμηνεύουν της επιστροφή του Toni Negri λίγο όπως θέλουν (“Οι ασάφειες εκείνης της επιστροφής από την Γαλλία” του Vittorio Grevi). στην Corriere δεν μπορεί να λείψει το σχόλιο του Leo Valiani, “Δεν μπορούμε να τους συγχωρέσουμε όλους μαζί. Η πολιτική δεν είναι ένα ελαφρυντικό”, επικεντρωμένο στην υπόθεση της αμνηστίας. «Θα ήταν σκόπιμο να διαψευστεί η φωνή που μιλά για μια σύνδεση μεταξύ της παράδοσης στην ιταλική αστυνομίας του φυγόδικου professor Antonio Negri, που θα έπρεπε να εκτίσει ακόμη κάποια χρόνια φυλάκισης για μιαν ληστεία που έγινε για λόγους αυτοχρηματοδότησης πολιτικής- ανατρεπτικής, στην διάρκεια της οποίας διαπράχθηκε μια δολοφονία, και την θεσμοθέτηση μιας γενικευμένης χάριτος στους πρώην τρομοκράτες. Μεταξύ αυτών των δυο τύπων περιπτώσεων δεν θα έπρεπε να υπάρχει καμία σύνδεση, ο Negri θα μπορούσε να είναι τελείως αθώος εκείνης της δολοφονίας. Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να του δοθεί χάρη άνευ όρων». Μα δεν υπάρχει μόνο η συζήτηση για τα μέτρα χάριτος. Γίνεται επίσης λόγος για την επαναδημοσίευση των κειμένων του Negri, που έγινε από τον Castelvecchi (“Τα βιβλία της πυράς, I libri del rogo”), στην οποίαν ο καθηγητής αφιερώνει έναν νέο πρόλογο (“ο Toni Negri επιστρέφει να προτείνει την επίθεση στον ουρανό”, στην Corriere της 6 ιουλίου 1997).

Τον αύγουστο του 1999 ο Toni Negri, που εδώ πλέον και ένα χρόνο του επετράπη η εξωτερική εργασία από την φυλακή με την Caritas, αποκτά την ημιελευθερία. Το μέτρο είναι πρόσχημα για πολιτικούς διαξιφισμούς που μεταφέρονται δεόντως από την Repubblica. «”Είναι μια απόφαση ανησυχητική”, βροντά ο Maurizio Gasparri, αντιπρόεδρος της An στην Camera. “Αυτοί που ανεύθυνα χορήγησαν την ημιελευθερία στον πρώην leader της Autonomia operaia προφανώς δεν αντιλήφθηκαν την επιστροφή των Brigate Rosse”. […] Στην ίδια γραμμή με τον Gasparri ένα άλλο στέλεχος της An, Mirko Tremaglia: “Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ήταν ο ηγέτης των συμμοριών της αυτονομίας και πως συνιστά κίνδυνο διαρκή για την ασφάλεια και την νομιμότητα». “ο Toni Negri ημιελεύθερος μέσα σε πολεμικές” τιτλοφορεί αντιθέτως η Corriere. «Ακουσίως, συνεπώς, ο φιλόσοφος από την Πάντοβα που υποδείχτηκε από τους ερευνητές ως ο ιδεολόγος της «Autonomia operaia» (το όνομα του εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε μιαν έρευνα το ’79, όταν ο δημόσιος κατήγορος Pietro Calogero κίνησε επίσης την σύλληψη μιας ακόμη εικοσάδας στελεχών της «Autonomia operaia» μεταξύ των οποίων οι Franco Piperno και Oreste Scalzone) βρίσκεται έτσι ξανά στο επίκεντρο της γενικής προσοχής».

Είναι λίγες αναλαμπές των χρόνων Ενενήντα. Η 7 aprile δεν υπάρχει πλέον. Είναι μόνο μια ημερομηνία στην βιογραφία του Toni Negri. Που με την σειρά του κατέστη ένας κοινός τόπος. Έτσι και οι εκφράσεις που τον συνοδεύουν: κακός δάσκαλος, ανατρεπτικός. Δεν σημαίνουν πλέον τίποτα το συγκεκριμένο διότι  δεν συνδέονται με κανένα ιστορικό πεπραγμένο. Είναι εκεί πεταμένες, αποπλαισιωμένες και στερημένες κάθε ιστορικής έννοιας.

11. Cortocircuiti βραχυκυκλώματα

Στις 12 φεβρουαρίου 2001 η Padova ξυπνά με έναν νέο εφιάλτη. Τι προηγούμενο βράδυ ένας μεσίτης, ο Walter Boscolo, εκτελείται σε ένα διαμέρισμα της οδού San Francesco. Η δολοφονία του θυμίζει από κοντά μιαν άλλη που συνέβη στις 21 ιανουαρίου. Δρομολογείται η υπόθεση ενός serial killer. Στις 12 φεβρουαρίου ένα ακόμη έγκλημα: στην αυλή ενός πανεπιστημιακού ινστιτούτου στο Portello ανακαλύπτεται ένα καμένο πτώμα. Είναι εκείνο του καθηγητού Luigi Pasimeni, καθηγητού χημικών του Πανεπιστημίου της Padova. Η αμφιβολία πως και αυτό το έγκλημα μπορεί να αποδοθεί στον serial killer διαρκεί για μιαν ημέρα. Την επομένη, στις 13, ο γυιός του θα παραδεχτεί την ευθύνη της πατροκτονίας. Μα στις εφημερίδες της 13ης πρέπει να καταγράψουμε παράξενες συμπτώσεις. Σχεδόν ένα γνωστικό blackout: για να περιγράψουν την Padova, πόλη σε κατάσταση πολιορκίας από τις δυνάμεις της τάξης, επανεμφανίζονται, με διάφορους τρόπους, αναφορές στην ιστορία που εξετάζουμε.
η Corriere della Sera δημοσιεύει μια σύντομη συνέντευξη του  professor Sabino Acquaviva: «Όλα ξεκίνησαν 30 anni πριν, όταν στον άξονα Padova-Mestre αναπτύχθηκε ο μητροπολιτικός χώρος του Triveneto. Ήταν σε εκείνο το σημείο που διερράγη η κοινωνική δομή βασισμένη σε μια κοινωνία αγροτική με δυνατό καθολικό προσανατολισμό. Οι νέοι βρέθηκαν σε αναστάτωση. Σε μια πρώτη φάση αναπτύχθηκαν φαινόμενα όπως η τρομοκρατίας και το Potere Operaio». η Repubblica μιλά για μιαν πόλη που θυμάται τα τεταμένα χρόνια Εβδομήντα. Ένας ρεπόρτερ της Stampa συναντά σε ένα bar της Roma τονToni Negri. Ανταλλάσσουν δυο κουβέντες. Γεννιέται μια συνέντευξη. Γίνεται λόγος και για τον serial killer, για το κλίμα που επικρατεί στην Padova. « serial killer — λέει ο Negri — στην Padova υπάρχει μοναχά ένας, ονομάζεταιce  Pietro Calogero».

Στις 23 αυγούστου του 2001 ένας εκρηκτικός μηχανισμός καταστρέφει την έδρα της Lega Nord στην Busa της Vigonza στις πόρτες της Padova. Πρόκειται για μιαν επίθεση παράξενη στην οποίαν κανείς δεν ξέρει που αρχίζουν οι πολιτικές αιτιάσεις (βρισκόμαστε σε απόσταση ενός και μισού μήνα από τα γεγονότα της Genova) και που τελειώνουν εκείνες της οικοδομικής κερδοσκοπίας. η Corriere della Sera δημοσιεύει στην πρώτη σελίδα ένα αριστοτεχνικό δοκίμιο μαεστρίας του Gian Antonio Stella, “Η πόλη των κακών δασκάλων”.

Στην πόλη των «Κακών Δασκάλων, Cattivi Maestri», όπου ο Toni Negri και μια χούφτα καθηγητών κατηγορήθηκαν πως έσπρωξαν με τα λόγια τους πολλούς νέους στην ένοπλη εξέγερση, η ιστορία θα μπορούσε να είναι καλή δασκάλα. […] η Padova του σήμερα, όντως, είναι χίλια μίλια μακριά από εκείνη που στο δεύτερο μισό των χρόνων Εβδομήντα είδε την βίαιη έκρηξη μιας μεγάλης φέτας του νεανικού της πληθυσμού στην οποίαν σύμφωνα με τον συγγραφέα συγκεντρώνονταν, χάρη στην μαζική μετανάστευση ξένων φοιτητών, «η δυσφορία της Marghera, των Τριών Βενετιών και της Μέσης Ανατολής». Φυσούσε ένας τέτοιος αέρας, τότε, ώστε μια ομάδα αυτόνομων είχε αποκτήσει την συνήθεια να επισκέπτεται κάθε τόσο τον συγγραφέα της «Δύσης, Occidente» για να δικάσει τα βιβλία και τα άρθρα του: «Έλεγαν πως ονομάζονταν ο “Σύντροφος X” ή ο “Σύντροφος Y” και μου γίνονταν ιδεολογικοί ψύλλοι επάνω σε όλα. Ένας εφιάλτης». Το πρωί, θυμάται ο Antonio Garzotto, που τότε δούλευε στην εφημερίδα «Gazzettino» και που πυροβολήθηκε στα πόδια με μπιστολιές διότι ένοχος πως έγραψε ότι το σπίτι του φοιτητή «Fusinato» ήταν μια λακκούβα με νερό μέσα στην οποίαν το ψάρι της εξέγερσης κολυμπούσε πολύ καλά και έδινε μέχρι και φιλοξενία σε κάποιους παρανόμους, «ήταν φυσικό να κάνεις “έναν γύρο” συλλέγοντας ειδήσεις από τα μαύρα χρονικά ρωτώντας: “Πόσες εκρήξεις σήμερα το  βράδυ?”». Ήταν ειδήσεις σταθερές, οι «notti di fuochi» padovane, οι »βραδιές με τις φωτιές» δηλαδή, στην Πάντοβα. Έξι, επτά, δέκα, δεκαπέντε επιθέσεις την φορά. Σε αυτόν που έλαχε, έλαχε. Και μπορούσε να είναι αυτή την φορά η σειρά της γυναίκας του γυναικολόγου Walter Ancora. Του κινηματογράφου «Quirinetta» (που παραδόθηκε στις φλόγες από τις «μαχόμενες Γυναίκες, Donne combattenti»). Της αίθουσας των καθηγητών του τεχνικού εμπορικού Ινστιτούτου  «Einaudi». Του φοιτητικού εστιατόριου. [… ]Και χρησιμοποιώνταςτα αγγλικά κλειδιά, ένα απόγευμα ένα commando έσπασε στο ξύλο τον «κόκκινο» καθηγητή Guido Petter. Ο οποίος, όπως θα διηγηθεί στο «Sette» λίγα χρόνια μετά, είχε ήδη προειδοποιηθεί με μια δυο εισβολές την ώρα που έκανε μάθημα: «Ένα πρωινό έγραψαν στον πίνακα της τάξης μου, μπροστά στα μάτια μου, αργά, “Guido Petter όπως ο Guido Rossa”. Τον κομουνιστή εργάτη που μόλις είχε δολοφονηθεί στην Genova. Οι φοιτητές μου κοιτούσαν και σιωπούσαν. Γι αυτούς έγινε. Για παραδειγματισμό». Εκείνη ήταν η Padova, τότε. Μια πόλη όπου έφτασαν να μετρούν τετρακόσιες επιθέσεις σε δυο χρόνια και την πέμπτη της Αναλήψεως του 1977, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, κάηκαν 40 αυτοκίνητα και ένα λεωφορείο γεμάτο ταξιδιώτες και οι αυτόνομοι κατέβηκαν στην πλατεία επιδεικνύοντας τα P38 και τα πιστόλια διαμετρήματος 9 και 7,65 και έδωσαν μάχη στους δρόμους και ήταν ένα θαύμα το ότι δεν πέθανε κανείς. Όπου για ένα διάστημα ατέλειωτο ένα δίκτυο συνενοχής κατάφερε να προστατεύει την φυλακή όπου ήταν κλεισμένος ο στρατηγός James Lee Dozier. Όπου ο Roberto Anzalone, ένας γιατρός πρόεδρος μιας δημόσιας υπηρεσίας, ήταν τόσο προετοιμασμένος στην ιδέα πως μεταξύ πολλών άλλων θα μπορούσε να τύχει και σε αυτόν ώστε όταν τον πυροβόλησαν στις γάμπες είχε μαζί του αιμοστατικό επίδεσμο για να τον σφίξει στα μπούτια για να σταματήσει την αιμορραγία. Αυτή ήταν η Πάντοβα. Τίμια: μπορούμε σήμερα να πούμε, όπως κάποιος που κινείται από χαμηλά συμφέροντα ήδη λέει, πως επιστρέψαμε σε εκείνους τους καιρούς? Όχι.

Ένα άρθρο όμορφο, που ίσως, αν είχε δημοσιευτεί δέκα χρόνια πριν θα μπορούσε να έχει ένα νόημα. Μα στις 23 agosto του 2001 με μιαν επίθεση σε γραφεία της  Lega Nord, τι σημασία έχει?

Είναι δυο παραδείγματα στα οποία δεν πρέπει να δοθεί  μεγάλη σημασία. Όμως κάποιες φορές η 7 aprile, το θέμα της αυτόνομης βίας στην Padova, επανεμφανίζεται σαν ένα ποτάμι υπόγειο. Ξαφνικά. Που συχνά καλείται να εξηγήσει πράγματα που δεν μπορεί με τίποτα να εξηγήσει. Κυρίως επανεμφανίζεται στρεβλό. Των “topoi”, των κοινών τόπων. Στις εφημερίδες ο Pietro Calogero, σιωπηλός Γενικός Εισαγγελέας στην Padova, είναι “ο θαρραλέος δικαστής της 7 aprile”. Κάθε φορά που γίνεται λόγος για μια επιστροφή του Negri η πόλη βραχυκυκλώνεται, διασπάται. Συζητήσεις και πολεμικές για να αξιολογηθεί εάν η πόλη και κυρίως το Πανεπιστήμιο είναι ή όχι σε θέση να υποφέρουν μιαν παρόμοια ντροπή. Είναι να σκέφτεσαι πως η “7 aprile” κατέστη για την Padova ένα είδος tabù. Ίσως έλειψε ένας προβληματισμός, και σίγουρα λείπει ακόμη μια κοινή ιστορία εκείνων των χρόνων. Μετά την απόφαση οι Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo, Guido Bianchini επέστρεψαν να ζουν την πόλη. Μα λίγοι (πρέπει να εξαιρέσουμε τον Gabriele Coltro της Gazzettino ο οποίος μαζί με τον Ferrari Bravo συχνά προσπάθησε να στοχαστεί για εκείνα τα χρόνια) προσπάθησαν να διηγηθούν την ιστορία τους σαν μέρος της ιστορίας ολόκληρης της πόλης.

CAPITOLO IV ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
INDIVIDUAZIONE DEI RUOLI ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΡΟΛΩΝ

1. Introduzione, un’intervista paradigma  Εισαγωγή, μια συνέντευξη παράδειγμα

Το 1984, ο Nantas Salvalaggio, υπογραφή κύρους της δημοσιογραφίας και της λογοτεχνίας, παίρνει συνέντευξη από τον δημόσιο κατήγορο Pietro Calogero. Βρισκόμαστε τέσσερις μήνες απόσταση από την απόφαση πρώτου βαθμού που επιβεβαίωσε τις κατηγορίες του παντοβάνου δικαστή. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε σε δυο συνέχειες, στις 9 και στις 14 οκτωβρίου, στην Corriere della Sera με τον τίτλο: “Εκείνη η 7 aprile του ’79 όταν έπιασα τον Negri”.

Τα  “χρόνια του μολυβιού” δεν θάφτηκαν. Υπάρχει μια κυβέρνηση του τρόμου στο εξωτερικό. ο Negri και οι σύντροφοι είναι “νάρκες περιπλανώμενες” για την Ευρώπη, μα ποιος τους προστατεύει στο Παρίσι? και γιατί? Το βράδυ της 7ης απριλίου, που αποκεφάλισε την εξέγερση της  Autonomia Operaia στην Italia, ο Negri συνελήφθη in extremis στις σκάλες του σπιτιού του, το έσκαγε με την γυναίκα του, με τις βαλίτσες στο χέρι. Αυτά και άλλα πράγματα, ανησυχητικά και πρωτοφανή, αποκαλύπτει ο Pietro Calogero, ο “μικροκαμωμένος σιδερένιος σικελός” που αποκρυπτογράφησε και νίκησε την μυστική οργάνωση της Autonomia Operaia. Κάποιος στην αρχή προσπάθησε να κατεδαφίσει το κάστρο  με τις κατηγορίες του, χαρακτηρίζοντας το “ασαφές θεώρημα Calogero”. Τουλάχιστον τρεις φορές είχε σχεδιαστεί η εξολόθρευση του δικαστή. […] ο Pietro Calogero, 44 χρόνων, διπλωματούχος νομικής, ζει με τον μισθό του αξιωματούχου του κράτους σε ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, δυο δωμάτια, κουζίνα, μπάνιο και σαλόνι. Το σαλόνι είναι γεμάτο βιβλία και αναπαραγωγές διάσημων πινάκων. […] Φορά ένα παντελόνι μαύρο και ένα σπορ μπλουζάκι γκρι, με σηκωμένα μανίκια. Στις πέντε ώρες και πάνω συζήτηση που θα ακολουθήσουν, συχνά θα σηκωθεί από την πολυθρόνα: θα καπνίσει έναν ανεξακρίβωτο αριθμό τσιγάτων, ας πούμε νια τριανταριά. […] Dottor Calogero, κανείς δεν μίλησε ποτέ από μέσα την νύχτα της 7 aprile. […] “Εγώ διηύθυνα τις κινήσεις απ’ το μικρό bunker της ασφάλειας της Padova, είχα θέσει έναν όρο: έπρεπε να κάνουμε τα πάντα ώστε ο Negri να πέσει στο δίχτυ”. […] “Η γνώμη μου ήταν πως το μεγάλο υπόγειο σχέδιο της Autonomia operaia μπορούσε να καταστραφεί, μα με τον όρο πως θα εξουδετερώνονταν ο εγκέφαλος της σκέψης, ο άνθρωπος που τραβούσε τα σκοινιά: εκείνος ο άνθρωπος ήταν ο Negri”. […] “Στην δεύτερη ράμπα στις σκάλες ο Negri καταλαβαίνει πως όλα τέλειωσαν: ακουμπά καταγής την βαλίτσα και σκουπίζει το μέτωπο με ένα μαντίλι… Μέσα σε μισή ώρα, άλλοι τριακόσιοι τρομοκράτες συλλαμβάνονται. Είναι μια κάθετη πτώση της βίας. Ήδη το πρωινό που ακολουθεί, η Padova μοιάζει μια πόλη αποδηλητηριασμένη: η σύλληψη του ανώτερου αρχηγού προκάλεσε ένα βραχυκύκλωμα”. […] Πότε ακούσατε το όνομα του Negri για πρώτη φορά? ”Ήταν η γυναίκα μου, τυχαία. Θα σας πως λοιπόν πως άρχισα να μελετώ την γλώσσα των φυλλαδίων των επιθέσεων ή των διαδηλώσεων […] Τότε είπα στην γυναίκα μου: ‘Νιώθω το χέρι κάποιου που γνωρίζει πολλά για το συνταγματικό δίκαιο…’. Αυτή πηδά επάνω και λέει: ‘Άκου, Pietro, έχεις ποτέ διαβάσει για κάποιον  Toni Negri?” […] ο Calogero σηκώνεται, μου τείνει δυο μεγάλους τόμους γεμάτους σημειώσεις: “Κράτος και δίκαιο του νεαρού Hegel” και “Σπουδές της διαφωτιστικής γέννησης της νομικής και πολιτικής φιλοσοφίας του Hegel”. Τον ερωτώ εάν διασκέδασε την ανάγνωση. “Beh — κουνάει το κεφάλι ο δικαστής — ο Negri δεν είναι ο πιο συναρπαστικός φιλόσοφος που γνωρίζω. Προτιμώ τον Καρτ, τον Πλάτωνα. Μα εγώ δεν έψαχνα διασκεδάσεις: έπρεπε να εντοπίσω τον εγκέφαλο που ενέπνεε, την γλώσσα που σχεδίαζε σε κέντημα το σχέδιο της ανατροπής …Ύστερα από μεγάλη μελέτη, είχα την μαθηματική βεβαιότητα: αυτός ήταν ο άνθρωπος μου, ένας νους πλαστικός και διαβολικός, ένα είδος Αγίου Αντωνίου της βίας, που κινούνταν δίχως στάση προς όλες τις κατευθύνσεις”. […] Συνεπώς εσείς συναντάτε τον Negri μόνο μετά την σύλληψη… “Ήρθε σε εμένα για την ανάκριση. Παρουσιάζεται με την ουρά μέσα στα σκέλια. Παίζει τον ρόλο του κυρίου Κανένα, του άπειρου ονειροπόλου. Μα, όταν του βάζω τα χαρτιά στο τραπέζι, στραβώνει τα μάτια, μένει άφωνος. Σχεδόν δεν το πιστεύει. Και όπως φεύγει, λέει στον αστυνόμο που τον συνοδεύει στο κελί : ‘Τι κεφάλι, αυτός ο Calogero! Κρίμα που βρίσκεται απ’ την άλλη πλευρά του οδοφράγματος’…”. […] Ο επικεφαλής της Εργατικής  Αυτονομίας, ο ιδεολόγος της εξέγερσης, “προδόθηκε από την γραφομανία”; σαν ένας μικρός Καίσαρ, ο Toni Negri, έγραφε βήμα προς βήμα  το δικό του “De bello patavino”, [το πιο γνωστό έργο του Ιούλιου Καίσαρα γύρω από τον γαλλικό πολέμου], σίγουρος για την νίκη. Μα όταν ο δικαστής Calogero κατάφερε να του κατάσχει το αρχείο εμφανίστηκε σαν τον “γυμνό Βασιλιά του παραμυθιού”. Ο “ντροπαλός δικαστής από σίδερο” […] είχε επί τέλους στο χέρι τις αποδείξεις: ο εθελοντής Κοντορεβιθούλης Negri είχε σκορπίσει παντού αποτυπώματα. Έφτανε να διαβάζεις με υπομονή, να αποδικοποιείς τα ιερογλυφικά του, και έβγαινε προς τα έξω το φιλόδοξο σχέδιο, αιματηρό, η επίθεση στην καρδιά του Κράτους, γεμάτο σχεδιασμούς και στρατηγικές αποφάσεις. […] ο Calogero συναντά τον Alessandrini τον ιανουάριο του ’79, ανταλλάσσουν στοιχεία και εντυπώσεις, συμφωνούν σε όλα. Όμως ο Alessandrini, επτά ημέρες αργότερα, σκοτώνεται. Τι πρέπει να γίνει? ο Calogero δεν αλλάζει την στρατηγική του, προχωρά αποφασιστικά. […] Και οι τρομοκράτες, σκέφτεται, είχαν πειστεί πως είχα στις πλάτες μου της οργάνωση του Κομουνιστικού Κόμματος. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως μια χούφτα άνδρες, με φτωχά μέσα της κρατικής διαχείρισης, ήταν σε θέση να ξεσκεπάσουν μια υπόγεια συνωμοσία που είχε προετοιμαστεί με πολύ χρήμα και διαβολική εξυπνάδα. Πότε ο Calogero ανακάλυψε την εγκληματική κάλυψη της  Autonomia και τους δεσμούς της με την τρομοκρατία?  λέει ο Calogero: έφτανε να διαβάζατε τα φυλλάδια τους, τις εφημερίδες τους, τα βιβλία τους. Μια γλώσσα “έξαλλη”. ο Calogero θυμήθηκε μια φράση του Σαίξπηρ στον Άμλετ: “Υπάρχει μέθοδος μέσα σε αυτή την τρέλα”. […] Γράφτηκε πως ο Negri ήταν ένα είδος μαϊντανού της εξέγερσης: βρίσκονταν με τους κορυφαίους, στην κορυφή του ουρανοξύστη, και μετά αναμειγνύονταν με τους εργάτες κάτω από την σκάλα: “Φορούσε τον σκούφο για να νιώσει την συγκίνηση του πρώτου ερωτικού ραντεβού”. Ο δικαστής ντροπαλός κάμπτεται σε ένα πικρό χαμόγελο, αδιαπέραστο: η καρδιά έχει τους λόγους της, ίσως, που η λογική δεν γνωρίζει. 

Όπως καταλαβαίνουμε αυτό, αν και σε φόρμα συνέντευξης, μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα λογοτεχνικό κείμενο περισσότερο παρά δημοσιογραφικό. Πρόκειται για ένα άρθρο γεμάτο λογοτεχνικές προτάσεις. Η αρχή θυμίζει κάτι. «ο Negri και οι σύντροφοι είναι “περιπλανώμενες νάρκες” που γυρνάν στην Ευρώπη» λιγάκι σαν το φάντασμα που περιπλανάται στην Ευρώπη Marx. Και μετά ο Ιούλιος Καίσαρας, μέχρι και ο Κοντορεβυθούλης, ιερογλυφικά να αποκρυπτογραφηθούν, ο σκεπτόμενος εγκέφαλος και διαβολικός που τραβά τα νήματα της ιταλικής τρομοκρατίας.
Θέλησα να προτείνω αυτή την συνέντευξη ανοίγοντας αυτό το κεφάλαιο διότι αντιπροσωπεύει ένα άριστο σημείο εκκίνησης. Περιέχει σχεδόν απ’ όλα. Μιλά για τον Calogero περισσότερο από οποιανδήποτε προηγούμενη συνέντευξη. Μα μας λέει πολλά για σχεδόν όλες τις φιγούρες που συμπεριλαμβάνονται στην υπόθεση: για τον Negri, διαβολικό, μα επίσης φοβισμένο και άνανδρο, για τον Alessandrini, γι αυτούς που έκαναν αντίθετο κουπί.
Και είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα που κάνει αντιληπτό το πως αυτή η υπόθεση δραστηριοποιεί στο κεφάλι των δημοσιογράφων, και ίσως των αναγνωστών, σχήματα ήδη προκαθορισμένα που εν μέρει μπορούν να έχουν εξαχθεί από το μυθικό-λογοτεχνικό είδος.

2. L’ipotesi iniziale η αρχική υπόθεση

Ξεκινώντας την εργασία ανάλυσης των άρθρων που διηγήθηκαν, για περισσότερο από μιαν δεκαετία, την υπόθεση 7 απρίλη είχα υποθέσει πως θα μπορούσα να εντοπίσω στην διάρκεια των χρόνων την ανάπτυξη ενός »παραμυθιού» υποφερτά συνεκτικού. Mιάς κλασικής ιστορίας: φτιαγμένης από καλούς, κακούς, στιγμή της ρήξης και ανασύνθεσης. Ένα γράφημα που θα αναδύονταν από την κύρια γραμμή της διήγησης των εφημερίδων, αφήνοντας έξω δηλαδή, όπως ουσιαστικά έγινε, τα οριστικά δικαστικά αποτελέσματα που “καταστρέφουν” και αλλάζουν ριζικά το αρχικό πλαίσιο, την αρχική εικόνα.
Για «λογική κινουμένων σχεδίων» είχε μιλήσει ο Paolo Dusi, σε ένα συνέδριο που έλαβε χώρα το 1982 και του οποίου τα πεπραγμένα δημοσιεύτηκαν σε ένα “τετράδιο” του Questione Giustizia, Υπόθεση  Δικαιοσύνης,  πάντα μέσα στην ίδια χρονιά. Εξετάζοντας την σχέση ανάμεσα στην δίκη της Πάντοβα και την δημόσια πληροφόρηση ο Dusi υποστήριζε πως

Γίνεται μια διαλογή των γεγονότων και των τοποθετήσεων σαν στοιχεία φορείς μιας ιστορίας με προκαθορισμένη διαδρομή που, μέσα στην ριζοσπαστικότητα των παρατάξεων και στον μανιχαϊσμό των αντιθέσεων, έρχεται να αναλάβει αναπόφευκτα την εξέλιξη του κινούμενου σχέδιου. Το κινούμενο σχέδιο αποδέχεται μοναδικό θεμέλιο μιαν αξία που λειτουργεί ως φέρουσα αλήθεια  (συχνά μιλάμε , ακριβώς, για την σωτηρία της ανθρωπότητας από ένα σχέδιο καταστροφής) και επάνω σε αυτό εντοπίζεται, μια για πάντα, ο ρόλος του αρνητικού ήρωα και εκείνος του θετικού ήρωα, που σε αυτόν αντιπαρατίθεται; συχνά ο θετικός ήρωας πρέπει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τον διακηρυγμένο εχθρό, μα και δυσκολίες περιβαλλοντικές, απρόσμενους κινδύνους, νέους αντιπάλους; αναλαμβάνουν σημασία, με αυτό τον τρόπο, και τα προφίλ που εντοπίζουν την πλευρά των καλών και εκείνη των κακών.

Το άρθρο του Dusi, επικεντρωμένο σε λίγες σελίδες, αντιπροσωπεύει μια σημαντική έμπνευση. Η ανάλυση του όμως σταματούσε στο 1982. Με ένα corpus άρθρων πολύ πιο μεγάλο προσπάθησα να σχεδιάσω μια παρόμοια υπόθεση εργασίας.
Είχαμε να κάνουμε με μιαν δυνατή υπόθεση που όμως, στο τέλος, η ανάγνωση ενός τόσο μεγάλου αριθμού εφημερίδων, για έναν πολύ πλατύ αριθμό ετών, δεν μου επέτρεψε να υποστηρίξω με πεποίθηση διότι ίσως θα είχε αποβεί πολύ αναγωγική. Δεν είναι όμως όλα για πέταμα. Σίγουρα πάντως μια άποψη συνεπή είναι δυνατόν να αποκομίσετε, μέσα στην διήγηση, των ρόλων και των πλευρών.
Για τις φιγούρες λοιπόν (δεν είναι μόνο φυσικά πρόσωπα μα και ρητορικές φιγούρες) τις σχετικά σταθερές. Η αίσθηση που με οδήγησε να προτείνω μιαν τέτοια ανάλυση είναι πως οι ορισμοί που οι εφημερίδες δίδουν για τους παίκτες που αφορούν και περιλαμβάνονται στην υπόθεση 7 aprile είναι η άμεση συνέπεια της αρχικής κατάστασης. Ένα είδος παιχνιδιού σύμπλεξης μέσα στο οποίο οι εφημερίδες (των οποίων ο κυριότερος ρόλος είναι εκείνος του  να είναι οι κυριότεροι αφηγητές τους παραμυθιού) είναι υποχρεωμένες να διατηρήσουν μια ελάχιστη συνέπεια της αναπαράστασης.

Μα φυσικά δεν μπορούμε να σκεφτούμε μιαν εφημερίδα μαζικών πωλήσεων σαν έναν απλό αφηγητή. Οι εφημερίδες υπήρξαν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, παρατηρητές [ εκπίπτοντας με αυτό τον τρόπο, ως ελάχιστο, του “παράδοξου του παρατηρητή”) και στην χειρότερη, των ενδιαφερομένων παραγόντων. Μέσα λοιπόν από τον εντοπισμό του cast των ηθοποιών και του carnet των ρόλων στην διάθεση τους, θα πρέπει να φθάσουμε (στο θέμα αυτό να κοιτάξουμε το έκτο κεφάλαιο) στο σημείο να δώσουμε μιαν απάντηση στην ερώτηση: “Οι εφημερίδες τι ρόλο ανέλαβαν στην περίπτωση?”. Μια προσέγγιση που, ενσωματωμένη με μιαν περιγραφή της ιστορικής συγκυρίας (πιο μπροστά θα εμβαθύνουμε σχετικά τον αποφασιστικό ρόλο της υπόθεσης Moro στον επηρεασμό της περίπτωσης υπό εξέταση) και με κάποιες μελέτες για τα χαρακτηριστικά και τους περιορισμούς του ιταλικού δημοσιογραφικού χώρου στα τέλη των χρόνων Εβδομήντα, θα πρέπει να μας βοηθήσει να ξαναχτίσουμε αρκετά πιστά την κατάσταση μέσα στην οποίαν οι εφημερίδες βρέθηκαν να δρουν.

Αυτή η προσπάθεια να οριοθετήσουμε τους ουσιώδεις χαρακτήρες του κάθε ρόλου είναι σημαντική και για έναν άλλο λόγο. Στην αφήγηση της 7 aprile, στην διαδικασία χτισίματος των προσωπικοτήτων που κατοικούν αυτή την έρευνα, περισσότερο από την ανάπτυξη του διαγράμματος, που μοιάζει δύσκολα αναγώγιμo σε μιαν πλοκή, ξεχωρίζουν οι λεπτομέρειες.Και συνεπώς, με την σειρά τους, οι προσωπικότητες Πρόσωπα, πορτραίτα, βυθισμένα σε μιαν απόλυτη αταξία γεγονότων και συμβάντων. Στο τέλος, ίσως, εκείνο που παρέμεινε από την 7 aprile είναι ακριβώς οι λεπτομέρειες, όχι τα γεγονότα.

(16 – CONTINUA) Συνεχίζεται

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Sedicesima parte