αυτονομία, autonomia

Ασυνέχεια και ανασύνθεση, A

Δεν ξέραμε τότε τι θαυματουργές προσπάθειες, τι συνάφεια ανάλυσης, τι λεπτή αντίληψη
σχετικά με το είδος της οργάνωσης που θα μας οδηγήσει στον κομμουνισμό και μας είχε κάνει όλους να είμαστε, και εννοώ όλους, γενετικά από την Αυτονομία,

Teresa Zoni Zanetti, Rosso di Mària.
L’educazione sentimentale di una bambina guerrigliera. Η συναισθηματική διαπαιδαγώγηση μιας μικρής αντάρτισσας

Μετά τη διετία 1968-1969, η Ιταλία γνώρισε μια άνθηση
μικρών κομμάτων και οργανώσεων της άκρας αριστεράς που προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν και να διοχετεύσουν την επαναστατική ενέργεια που είχε εκφραστεί
σε πανεπιστήμια και εργοστάσια. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, μετά
από ένα αρχικό τακτικό ενδιαφέρον για το κίνημα του ’68, αφού επιλέχθηκε ο δρόμος της συνδιαχείρισης του Κράτους, σταδιακά κλείνει σε οποιαδήποτε


7 L. Caminiti, «Qui comandiamo noi —È l’autonomia operaia—», suplemento de Liberazione, «Εδώ κάνουμε κουμάντο εμείς —Είναι η εργατική αυτονομία—», συμπλήρωμα της Liberazione
núm. 4, 2007.

Cesura: el partido de Mirafiori 57

πιθανότητα σχέσης με τους «ακραίους, εξτρεμιστές» και, παρά το γεγονός ότι πολλοί
των αγωνιστών της βάσης του θα συνέχιζαν να έχουν σχέσεις με τις ομάδες
και τους στρατευμένους που βρίσκονταν στα αριστερά του, η παρουσία του PCI-ΚΚΙ στο Κίνημα ήταν πάντα σπάνια, οριακή, σε σημείο που έφτανε
να το θέτουν ως τον κύριο εχθρό του. Ορισμένοι τομείς του εργατικού συνδικάτου
προσπάθησαν να αναχαιτίσουν και να κυβερνήσουν την ανατροπή στα εργοστάσια,
αλλά καταστράφηκαν και κατέληξαν να γίνουν το πιο αποτελεσματικό όπλο καταγγελίας-ρουφιανιάς στα χέρια των αφεντικών.
Εκείνη των ομάδων μετά το ’68 ήταν μια εμπειρία όντως μαζική. Πολλοί νέοι είδαν στις ομάδες μια πιθανότητα
όχι τόσο να «οργανώσουν το μέλλον» ή ώστε να μάθουν να «κάνουν πολιτική»,
αλλά πάνω απ’ όλα για τη δημιουργία αποτελεσματικών, πραγματικών κοινοτήτων, τη δημιουργία των συνθηκών για ρήξη με την οικογένεια, με τον μικροαστικό κόσμο
που αποτελείται από την καταραμένη αλληλουχία σπίτι-εκκλησία-σχολείο-εργασία και,
ξεκινώντας από εκεί, να πραγματοποιήσουν ένα επαναστατικό ταξίδι. Δίπλα στους
πολλούς που αρκέστηκαν να γίνουν μικροαξιωματούχοι των μικρών κομμάτων, αναπαράγοντας όλες τις χειρότερες θέσεις του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, υπήρξαν πολλοί περισσότεροι που αναζητούσαν
ένα τρόπο να φέρουν την επανάσταση στη ζωή «εδώ και τώρα». Ωστόσο,
οι πιο γνήσιες παρορμήσεις και οι πιο αληθινές επιθυμίες καταπνίγηκαν
σε τόνους ιδεολογίας, εξαναγκασμένες μέσα σε κάθετες δομές
χωρίς κανένα νόημα, να καταστέλλουν κάθε «απόκλιση» από τη γραμμή που,
υποθετικά, θα είχε οδηγήσει τις μάζες στη νίκη. Ή, πιο πεζά, τη γραμμή που οι ηγέτες πίστευαν πιο συμφέρουσα για να εκφράσουν
τους δυσανάλογους εγωισμούς τους.

Ίσως, μόνο το γερμανικό ’68 δεν μολύνθηκε από αυτό τον μανδύα
νεοαυταρχισμού των μικρών ομάδων.
Μπορεί να φαίνεται σαν μη γενναιόδωρη κρίση, αλλά στην πραγματικότητα οι ομάδες, στο σύντομο χρονικό διάστημα που κατέλαβαν την ιταλική πολιτική σκηνή,
αποτέλεσαν περισσότερο ένα όριο παρά μια δυνατότητα, και η θεωρητική τους πρόταση, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αποδείχτηκε ειλικρινά ήπια. Είναι αρκετό
να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε σήμερα τα ντοκουμέντα της εποχής των περισσότερων ακροαριστερών σχηματισμών: είναι αξιολύπητα δυσανάγνωστα, μας μιλάνε
με αυτή που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μια «ξύλινη γλώσσα». Στην πραγματικότητα,
όπως αναγνώρισαν ορισμένοι αυτόνομοι, οι ομάδες εξυπηρετούσαν τους περισσότερο
ευφυείς και γενναιόδωρους μεταξύ των συντρόφων και των συντροφισσών να
μάθουν κάποιες τεχνικές μάχης, κάποια έννοια επέμβασης
πολιτικής και κυρίως να βρουν αυτούς που θα γίνονταν
φίλοι τους, σύντροφοι τους και συνεργοί τους για τα χρόνια που έρχονταν. Σίγουρα οι ομάδες συνέχισαν να υπάρχουν για μερικά χρόνια

58 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

—όμως μέσα στο ’77 επιβίωσαν από τον κλινικό τους θάνατο, αλλά αυτό που
άρχιζε να αποκαλείται τότε το Κίνημα ήταν απείρως περισσότερο
μεγάλο, πιο όμορφο, πιο δυνατό από όλες τις ομάδες μαζί.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μπροστά από τις πύλες των εργοστασίων και των σχολείων, σχολών, λάμβανε χώρα μια σκληρή μάχη για την ηγεμονία μεταξύ των
διαφορετικών ομάδων: οι κρυπτοτροτσκιστές-λενινιστές της Avanguardia Operaia-Εργατικής Πρωτοπορίας, οι εξεγερτικοί εργάτες του Potere Operaio-Εργατικής Εξουσίας, οι εργάτες του αυθορμητισμού της Lotta Continua-Συνεχούς Αγώνα, οι μαρξιστές-λενινιστές διαφορετικής
υπακοής, οι σταλινικοί του Φοιτητικού Κινήματος-Movimiento Estudiantil, οι παρα-μπορντιγκιστές της Lotta Comunista-Κομουνιστικού Αγώνα, οι εκδιωχθέντες από το PCI του Μανιφέστο-Manifiesto και
μια παλίρροια από άλλα ακρωνύμια που, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, κάλυπταν ένα κενό
υποκειμενικότητας. Υπήρχαν επίσης διαφορές γενεών μεταξύ των συστατικών των διαφορετικών ομάδων. Στη μία πλευρά στέκονταν οι αγωνιστές της
μεγαλύτερης ηλικίας που προέρχονταν από άλλες μικρότερες πολιτικές εμπειρίες που έζησαν
τη δεκαετία του 1960 οι οποίες, με τη σειρά τους μόλις είχαν δικαίως διαλυθεί
για το κίνημα του ’68 και το Θερμό Φθινόπωρο του 1969. Μεταξύ αυτών
υπήρχαν και εκείνοι που είχαν συμμετάσχει στο περιοδικό Quaderni Rossi-Κόκκινα Τετράδια, αργότερα
στο περιοδικό αγώνα Classe Operaia-Εργατική Τάξη και τέλος στο περιοδικό La Classe-Η Τάξη και κάποιες εργατικές πρωτοπορίες, όπως η Αυτόνομη Συνέλευση του Porto
Marghera, εν ολίγοις, εκείνοι οι εργατιστές που, σε αντίθεση με τον Mario
Tronti, ο οποίος είχε γράψει το θεμελιώδες βιβλίο αυτού του ρεύματος, Operai e capitale-Εργάτες και κεφάλαιο, δεν ήθελαν να μπουν ή να επιστρέψουν στο PCI.

Ανάμεσα σε
αυτούς πιο διάσημος ήταν ο Αντόνιο Νέγκρι, ο οποίος είχε πρωταγωνιστικό ρόλο
στον θεωρητικό ορισμό της αυτόνομης πρακτικής. Ωστόσο, μεταξύ αυτών
υπήρχαν και άλλοι, πολύ νεότεροι, όπως ο Φράνκο Μπεράρντι
«Bifo», που συμμετείχε στο τελευταίο από αυτά τα περιοδικά και ήταν ένας από τους
διανοούμενους που είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα στην ανάπτυξη της κινήματος των
αυτονομιών, ενώ στο Classe Operaia μπορούσες να βρεις
συνεργάτες όπως οι Riccardo D’Este και Gianfranco Faina, ψευτοαναρχικοί δημοτικοί σύμβουλοι και με μια κάποια νεολουδιτική κλίση. Φτάνει αυτό
για να πούμε ότι ακόμη και ο ίδιος ο εργατισμός στη δεκαετία του 1960 ποτέ δεν
ήταν ένα μπλοκ από γρανίτη. Αντίθετα, οι διαφορές στο εσωτερικό του ήταν πολλές και σημαντικές, τόσο που καθόρισαν ακόμη και το τέλος του
ως ενιαία οργανωτική υπόθεση. Υπήρχαν και μικρές ομάδες που σχετίζονταν με την Τέταρτη Διεθνή, η οποία στην Ιταλία είχε μια
ορισμένη παρουσία. Μετά ήταν οι μαρξιστές-λενινιστές που κοίταζαν
προς την Ανατολή και η οποίοι, ήδη παρόντες πριν από το 1968, φαινόταν να έχουν μεγάλη αποδοχή για μερικά χρόνια, ειδικά η Ένωση των-Unión de


Cesura: el partido de Mirafiori 59

Κομμουνιστών, στην Υπηρεσία του λαού-los Comunistas-Servir al pueblo, που, παρά το γελοίο του πράγματος, προσπαθούσε να φέρει στην Ιταλία έναν μαοϊσμό τόσο φολκλορικό όσο και μηδενικό στη θεωρητική και πρακτική επεξεργασία. Υπήρχαν οι αναρχικοί της FAI (Αναρχική Ιταλική Ομοσπονδία-Federación
Anarquista Italiana), και στη συνέχεια, με τα χρόνια, άλλες όπως η
ORA (Αναρχική Επαναστατική Οργάνωση, μακνοβιστές-Organización Revolucionaria Anarquista, macknovistas) και αρκετές μικρές ομάδες, οι οποίες, αν και ήταν πάντα πολύ μειοψηφικές,
διατηρούσαν μια σταθερή παρουσία στο Κίνημα. Η Ομοσπονδία
των Ελευθεριακών Κομμουνιστών εισήλθε απευθείας στις δομές της
Αυτονομίας. Τέλος υπήρχαν οι μικρές ομάδες του ελευθεριακού μαρξισμού
προηγούμενες των καταστασιακών και του αριστερού συμβουλιασμού, μεταξύ των οποίων οι Ludd-Consejos
proletarios είχαν μια κάποια σημασία
και στη συνέχεια ο Comontismo, που ουσιαστικά διαλύθηκαν μέσα
στο μάγμα του Κινήματος και στον χώρο της Αυτονομίας και των οποίων οι επιρροές επανεμφανίστηκαν με μεγαλύτερη ισχύ γύρω στο έτος 1977. Φυσικά, εντός και εκτός των εργοστασίων λειτουργούσε ήδη στα πρώτα
χρόνια της δεκαετίας, η μικρή ομάδα που ίδρυσε τις Ερυθρές Ταξιαρχίες- Brigate Rosse, αποτελούμενη από ένα μείγμα πρώην αγωνιστών του ΚΚΙ, από ορισμένους σχηματισμούς
μαρξιστών-λενινιστών και δομές βάσης του αριστερού συνδικαλισμού. Στην αρχή έγιναν αρκετές προσπάθειες «διαλόγου» μεταξύ Αυτονομίας και
BR, ειδικά μέσα από το περιοδικό Controinformazione-Αντιπληροφόρηση, αλλά πολύ
σύντομα και στην πράξη όλα κατέληξαν στο τίποτα.

Μετά ήταν η «πολιτική τάξη» που βγήκε από τους φοιτητικούς αγώνες
του ’68-’69. Οι ομάδες ήταν ως επί το πλείστον το πολιτικό γυμνάσιο όπου οι ηγέτες των πανεπιστημιακών συνελεύσεων του ’68 και οι ακόλουθοι τους μπορούσαν να συνεχίζουν να διαδραματίζουν για άλλη μια φορά ένα «κοινωνικό ρόλο». Μέρη στα
οποία ο ναρκισσισμός, ο ανταγωνισμός, ο ιδεολογισμός, ο ανδρικός σοβινισμός
δεν ήταν κάτι «περισσότερο», αλλά καθόρισαν βαθιά την ουσία τους.
Από την άλλη, ο Felix Guattari δεν είχε κανένα πρόβλημα να ορίσει ως μικροφασισμό αυτή την κακή ενέργεια που κυκλοφορούσε στις ομάδες που ακολούθησαν το
’68. Το Φοιτητικό Κίνημα του Κρατικού Πανεπιστημίου του Μιλάνου ήταν,
στην Ιταλία, η πιο εμβληματική και θλιβερή φιγούρα αυτού του φαινομένου.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους ηγέτες και τα μικρά αφεντικά
κατέχουν σήμερα σημαντικές θέσεις στη κυβερνητική διοίκηση
της κοινής γνώμης ή σε κάποιες «δημιουργικές» επιχειρήσεις του ιταλικού νεοκαπιταλισμού. Ωστόσο, υπήρχαν κάποιες εξαιρέσεις μεταξύ των αρχηγών
του 1968, όπως ο Φράνκο Πιπέρνο και ο Ορέστε Σκαλτσόνε που, αντ’ αυτού, και όχι
κατά σύμπτωση, ρίχτηκαν μαζί με χιλιάδες άλλους ανθρώπους μέσα στη θάλασσα της
Αυτονομίας και του Κινήματος.

60 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

Πρέπει να ειπωθεί, ωστόσο, ότι ο Piperno και ο Scalzone δεν ήταν απλώς φοιτητικοί ηγέτες, αλλά ήταν μεταξύ των οπαδών,
νέων και άπιστων του Τρόντι, που είχαν δώσει ζωή μαζί με την ομάδα του Νέγκρι, αμέσως μετά το ’68, στο εβδομαδιαίο εργατικής
αγκιτάτσιας La Classe, γύρω από το οποίο συσπειρώθηκαν πολλές από τις δυνάμεις από όπου
γεννήθηκε αργότερα το Potere Operaio.
Σε κάθε περίπτωση, όλα τα μικρά κόμματα της ακραίας
αριστεράς ήταν βασικά ένα σύνολο, μια πρόσμιξη μικροαστικής τάξης
διανοουμένων που μιμούνταν την επανάσταση, και όταν προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν
μια πραγματική επαναστατική διαδικασία, οι περισσότεροι από αυτούς, όπως συμβαίνει πάντα, αποσύρθηκαν τρομοκρατημένοι.
Εν ολίγοις, τα όρια των ομάδων δεν ήταν εξωτερικά ή τυχαία, αλλά εσωτερικά της ύπαρξης τους και της δομικής τους αδυναμίας να
ερμηνεύσουν όλα αυτά που εκφράστηκαν ζωτικά μέσα στο Κίνημα,
χαμένες όπως ήταν στον εορτασμό των δέκατων έκτων λειτουργιών
της Τρίτης Διεθνούς.

Το 1973, με τη «στρατιωτική» κατάληψη του Μιραφιόρι από τους αυτόνομους εργάτες
και την επιστροφή της σύγκρουσης που εκτυλίσσεται σε ολόκληρο τον μητροπολιτικό ορίζοντα, σήμανε το τέλος της αναψυχής για τις ομάδες, ακόμη και
για τις πιο έξυπνες, όπως το Potere Operaio και τη Lotta Continua, που
είχαν ένα σημαντικό ρόλο στη γενεαλογία της Αυτονομίας.
Το Potere Operaio, η πιο ενδιαφέρουσα ομάδα για την ιστορία μας, διαλύθηκε ουσιαστικά τον ιούνιο του ίδιου έτους, σε συνέπεια
αυτής που ήταν η σύντομη αλλά έντονη ιστορία της.Ιστορία που σε κάποια
πράγματα θυμίζει, θετικά, αυτή μιας αιρετικής αίρεσης περισσότερο από εκείνη μιας
κλασικής ακροαριστερής ομάδας. Το Potere Operaio ήταν στην πραγματικότητα ήδη
πέρα από τον εργατισμό και μέσα στην αυτονομία, παρά τα φαινόμενα. Γι’ αυτό ο αγώνας του Μιραφιόρι το ’73 και οι χίλιες εστίες ανατροπής
που εξαπλώνονταν στη χώρα δεν μπορούσαν παρά να σηματοδοτήσουν το τέλος του
κομματικού του σχεδίου, το οποίο, όσο και αν καινοτόμησε βαθιά
τον λενινισμό, δεν κατάφερε να βρει μια κατάλληλη, επαρκή οργανωτική μορφή.
Ειδικά από τη στιγμή που μεταλλάσσονταν το υποκείμενο αναφοράς του τοοποίο μέχρι
εκείνη τη στιγμή ήταν ο εργάτης μάζα των μεγάλων εργοστασίων. Στην
πραγματικότητα, η ιδέα του «κόμματος» που είχαν στο κεφάλι τους αυτοί του PO ήταν πολύ
διαφορετική από την παραδοσιακά λενινιστική: περισσότερο από το να «πάρουμε την εξουσία» ο συγκεντρωτισμός που ζητούσε η λέξη κόμμα ήταν ένα μέσο
ώστε να εγγυάται την επέκταση των κινημάτων και την ικανότητά τους μπροστά


Cesura: el partido de Mirafiori 61

στην αντεπίθεση των αφεντικών και την κρατική αντεπίθεση, και αυτό, βήμα προς βήμα, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ώστε
να συντονίζουν τους «ρυθμούς» εξεγερσιακού χαρακτήρα. Το κόμμα ήταν εν το
μεταξύ ένα τακτικό γεγονός σε σχέση με το Κίνημα, που ήταν και παρέμενε
το στρατηγικό γεγονός. Το κόμμα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, θα είχε
να ασχοληθεί με την «άρση των εμποδίων» που αντιτάσσονταν στην ανάπτυξη των
χώρων του κινήματος. Όπως έγραψε ο Lucio Castellano χρόνια αργότερα, το κόμμα της εξέγερσης «Δεν είναι η κατάληψη της εξουσίας, είναι το σπάσιμο
των περιθωρίων».8
Για το λόγο αυτό η έντονα εξεγερτική φλέβα
της Ε.Ε. βρήκε, σίγουρα όχι παραδόξως, πολύ περισσότερη δύναμη
στο ιλιγγιώδες μάγμα της Αυτονομίας,δίχως την οποία δεν θα είχε ποτέ
μπορέσει να μεγαλώσει ως μια μικρή ομάδα επαγγελματιών αγωνιστών. Δική της
σημαντική συμβολή στον επόμενο κύκλο αγώνων, παραμερίζοντας τις
περίφημες αναλύσεις του Κράτους-κρίσεως, της ταξικής σύνθεσης
και για τον νεοκαπιταλισμό, ήταν πιθανότατα η κλίση του στο να φορτσάρει
αποφασιστικά το παρόν, ποντάροντας τα πάντα στην ανατρεπτική δύναμη της
εργασιακής σύγκρουσης αντιμετωπίζοντας μια οργάνωση της εργασίας που,
ωστόσο, όπως ειπώθηκε, άλλαζε ήδη πρόσωπο και δομή, και το πρόβλημα που δεν κατάφερε να λύσει η Ε.Ε. ήταν στην πραγματικότητα αυτό του
πώς να σταθείς μέσα σε αυτή τη μεταμόρφωση.
Κάποιοι, διαισθανόμενοι αυτή τη μετατόπιση, προσπάθησαν να επεκτείνουν το
μέτωπο των αγώνων του Potere Operaio προς την επικράτεια, με στόχο
να φτιάξουν «κόκκινες βάσεις» στις λαϊκές γειτονιές. κατευθύνοντας την παρέμβαση στους απλούς ανθρώπους και σε όλες εκείνες τις κοινωνικές φιγούρες, όπως οι τεχνικοί,
που βρίσκονταν στη φάση της προλεταριοποίησης, και όχι μόνο στο προλεταριάτο των εργοστασίων που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν το υποκείμενο
αποκλειστικής αναφοράς. Οι αντιστάσεις ήταν, ωστόσο, ισχυρές, και
οι αυτόνομες εργατικές συνελεύσεις του Βορρά δεν ήθελαν να υποχωρήσουν στο θέμα της
«εργατικής κεντρικότητας» στους αγώνες. Υπήρχε επίσης, ως πραγματικά καθοριστικό στοιχείο, το ζήτημα του πολέμου. Όλες οι ομάδες
είχαν τις ομάδες περιφρούρησης μέσω των οποίων έκαναν παράνομες ενέργειες, αλλά το Potere Operaio είχε δημιουργήσει μια περισσότερο
φιλόδοξη δομή, «Lavoro Illegale, παράνομη δουλειά», η οποία έπρεπε επίσης να φροντίσει
να αρχίσουν να οργανώνονται τα πρώτα επίπεδα ένοπλου αγώνα σχετιζόμενα
με το βαθμό ισχύος της οργάνωσης και με τη συνολική ανάπτυξη
του Κινήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το πρώτο «χτύπημα στα πόδια»
σε έναν υπεύθυνο τμήματος εκτελέστηκε από τους ρωμαίους του Potere Operaio, όταν οι BR περιοριζόταν ακόμη σε φλεγόμενα αυτοκίνητα. Θα μείνει στη μνήμη

8 L. Castellano, Autonomia Operaia, Roma, Savelli,1980.

62 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

το διάσημο εξώφυλλο ενός τεύχους του περιοδικού του: «Δημοκρατία είναι το τουφέκι
στην πλάτη των εργατών». Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το σημείο,
για το «πώς» του ένοπλου αγώνα, δεν κατέστη δυνατή η εξεύρεση συμφωνίας
ανάμεσα στις διαφορετικές ψυχές του.
Αν και στο συνέδριο του Potere Operaio του 1972 ειπώθηκε
«από την αυτονομία στην οργάνωση», δηλαδή στο «κόμμα της εξέγερσης» που θα είχε ενώσει όλες τις εμπειρίες του αγώνα που βρίσκονταν σε εξέλιξη,
ένα χρόνο αργότερα, φάνηκε σε πολλούς ότι η διαδρομή που είχε
να διασχίσει ήταν ακριβώς η αντίστροφη. Εν τω μεταξύ, ο Νέγκρι βελτίωνε
τα όπλα της κριτικής και εισήγαγε μια επιθετική κατηγορία στον εργατισμό του
που σύντομα επανεμφανίστηκε ως ηγεμονικός στο περιβάλλον της οργανωμένης
Αυτονομίας. Το ερώτημα στο οποίο έπρεπε να απαντήσουν οι αγωνιστές του
Potere Operaio δεν ήταν καθόλου εύκολο: από τη μια πλευρά, στην «αριστερά» βρίσκονταν
όσοι υποστήριζαν ότι ο αγώνας του εργοστασίου είχε ήδη φτάσει στο μέγιστο ταβάνι του
και ότι, επομένως, ήταν απαραίτητο να οργανωθεί για μια ευρύτερη πολιτική αντιπαράθεση, στην οποία ήταν απαραίτητη μια διαδικασία
συγκεντροποίησης και αρπαγής των όπλων που θα συνόδευαν την εμπειρία
μιας «αντιεξουσίας». από την άλλη, οι άλλοι, προς τα «δεξιά», κλίνοντας με
δύναμη προς τις αυτόνομες εμπειρίες της εργατικής τάξης, προωθούσαν την «συνδικαλιστική» εμβάθυνσή τους, και επέμεναν στην κεντρική θέση του εργατικού υποκειμένου. Στο
«κέντρο» βρίσκονταν αυτοί που, ευθυγραμμιζόμενοι με κάποιες αυτόνομες συνελεύσεις
εργοστασίων και μερικούς πνευματικούς και φοιτητικούς κύκλους, ποντάρουν σε
μια πιο αργή και ταυτόχρονα βαθιά διεύρυνση της αυτονομίας
στην κοινωνία. Μετά υπήρχε το ζήτημα των «άλλων αυτονομιών»,
που δεν συναντούσαν μια θέση που να τους ταιριάζει σε καμία από τις υποθέσεις.
Και οι τρεις θέσεις πιθανόν να ήταν πίσω από το χρονοδιάγραμμα, τόσο θεωρητικά όσο και
πρακτικά, με σεβασμό στις δυναμικές που συνέβαιναν στο μεταξύ
στην επικράτεια και μάλιστα στα εργοστάσια, όπως έδειξε ο αγώνας
του Mirafiori, και από τις οποίες προέκυψε η Αυτονομία. Η ίδια η σύλληψη
της αυτονομίας που είχε ένα μεγάλο μέρος του Potere Operaio ήταν ωστόσο
περιορισμένη, πολύ «οικονομικιστική», πολύ «εργατική» με μια ορισμένη έννοια. Τέλος, το ζήτημα της οργάνωσης της «προλεταριακής βίας» ήταν ήδη στο τραπέζι, τόσο λόγω των επιπέδων της
καταστολής που εφαρμόζει το Κράτος, όπως και λόγω του ότι άρχισαν να δρουν
οι πρώτοι μαχόμενοι παράνομοι σχηματισμοί. Το ζήτημα που
στο συνέδριο της Rosolina ουσιαστικά θέσπισε τη διάλυση της ομάδας,
σύμφωνα με τον Πάολο Βίρνο, εκτέθηκε με αυτούς τους όρους: στη μία πλευρά υπήρχε
μια ομάδα —που είδε στον Toni Negri τον πιο διάσημο εκφραστή της—
η οποία πίστευε ότι ήταν δυνατό να «αναθέσει» στους αναδυόμενους παράνομους σχηματισμούς, δηλαδή στις Brigate Rosse, τις λειτουργίες της στρατιωτικής εμπροσθοφυλακής,

Cesura: el partido de Mirafiori 63

ενώ οι ίδιοι θα μπορούσαν να αφοσιωθούν στην επέκταση της εμπειρίας
των αυτόνομων συνελεύσεων και να χτίσουν μια πολιτική ηγεσία του Κινήματος συνολικά. Από την άλλη, υπήρχε η ομάδα που αναγνώριζε τον εαυτό της
στην ηγεσία του Φράνκο Πιπέρνο, ο οποίος υποστήριζε ότι το «πώς» των
BR λειτουργούσε εσφαλμένα, διότι οι θεωρητικές του προϋποθέσεις ήταν λανθασμένες, και
ως εκ τούτου, το Potere Operaio έπρεπε να αναλάβει [την ευθύνη], θεωρητικά και πρακτικά,
συμπεριλαμβανομένου του στρατιωτικού ζητήματος. Των Κόκκινων Ταξιαρχιών επέκριναν τραχιά
την πολιτική γραμμή που σύμφωνα με αυτούς σχετιζόταν με τους μύθους
της Αντίστασης, του παλιού εργατικού κινήματος, και αυτό, στο τέλος,
μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ένοπλος ρεφορμισμός».

Τελικά, καμία από τις δύο υποθέσεις δεν αποδείχθηκε εφικτή, τόσο διότι οι BR απέρριψαν τον ρόλο του «ένοπλου βραχίονα» που θα υποβάλλονταν σε μια
εξωτερική πολιτική διεύθυνση, όσο, κυρίως, επειδή οι διαδικασίες του
αγώνας και της ανασύνθεσης του Κινήματος ανάγκασαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα,
μαζί με τους υποστηρικτές της υπόθεσης της συγκρότησης του «κόμματος
της εξέγερσης», να συνειδητοποιήσουν ότι μόνο στην οργάνωση της εργατικής και προλεταριακής αυτονομίας μπορούσε να αναπτυχθεί μια
επαναστατική μαζική επιλογή.

συνεχίζεται

#FreePanoulis #free_Michailidis How can I help #freepanoulis

Click to access TS-HIS16_Autonomia.pdf

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s