αυτονομία, autonomia

Φωτιά στο γενικό επιτελείο, Δ

Η Αυτονομία, η δύναμή της, η ιδιοφυΐα της, ρίζωνε μέσα στην κατανόηση ότι το «γενικό επιτελείο» στο οποίο θα ανοίξει πυρ δεν ήταν εκείνο που
κάποιοι άρχισαν να αποκαλούν «καρδιά του Κράτους» ή του κεφαλαίου, αλλά
ότι αυτό, ως επιθυμούσα μηχανή της κυβέρνησης, ήταν διασκορπισμένο σε όλη την
μητρόπολη, διάχυτο στην καθημερινότητα, πανταχού παρόν σε κάθε
εύρος ύπαρξης, δηλαδή σε οτιδήποτε ασκεί μια κυριαρχία,
από την κυβερνητική διαχείριση των αισθημάτων σε αυτήν της πολιτικής, στη διαχείριση της κοινωνικής ολότητας και των ατόμων μέσω μιας
οικονομίας, που ετυμολογικά σημαίνει, όχι τυχαία, «διαχείριση του σπιτιού».
Να πυροβολούμε στο γενικό επιτελείο σημαίνει, αφενός, χτύπημα
σε όλους τους χειριστές της πειθαρχίας που συναντούμε μπροστά μας. από την άλλη, σημαίνει να αναδεικνύεται το ακυβέρνητο εκεί όπου οι διαχειριστές του ελέγχου μειώνουν τη ζωή στην παραγωγική ασημαντότητα
της οικονομίας και της κυριαρχίας της σεξουαλικής Νόρμας: από τις ιεραρχίες
του εργοστασίου μέχρι τις οικιακές ή σεξουαλικές ιεραρχίες έτρεχε μια μοναδική
κόκκινη κλωστή που μπορούσε να σπάσει αλλά όχι σε ένα μόνο σημείο, όσο αδύναμο κι αν ήταν, αλλά με μια σειρά από ομόκεντρες και ταυτόχρονες επιθέσεις
έθεταν τη μηχανή εκτός λειτουργίας. Αυτό για το οποίο μιλάμε ήταν, λοιπόν, να αδειάσουμε
και επομένως απενεργοποιήσουμε καθέναν από τους μηχανισμούς της εξουσίας που διέπουν την παραγωγή υποκειμενικοτήτων ξεκινώντας από τη πιο βασική,
αυτή στην οποία γεννιέται κανείς και μεγαλώνει, αυτή στην οποία δημιουργούνται όλες οι

Separ/acción, desubjetivización y «dictadura de las necesidades» 139

απογοητεύσεις παθολογικής μορφής, οι ταπεινώσεις, ώστε αργότερα να αναπαράγονται
στο άπειρο μέσα στην κοινωνία. Η επίθεση στη μοριακή δομή της
κοινωνικής αναπαραγωγής ήταν ίσως η πιο επικίνδυνη πράξη μαζικής δολιοφθοράς που έπρεπε να αντιμετωπίσουν Κράτος, αφεντικά, κυβέρνηση και οι
οικογενειάρχες
. Η αιμορραγία που είχε ανοίξει στη βιοπολιτική κυβέρνηση την άφησε χωρίς το οξυγόνο που χρειαζόταν για να επιβιώσει —ακόμα και σήμερα— στην
θεαματική μυθοπλασία του πολιτισμού του γενικού ισοδύναμου.

Μέσα σε δύο χρόνια γεννήθηκαν φεμινιστικές κολεκτίβες σε όλη τη χώρα κατά της
οικιακής εργασίας, υπέρ της ελεύθερης άμβλωσης, για την από κοινού φύλαξη των
παιδιών, για την επινόηση νέων μορφών απεργίας —πρόσφατα
επαναπροσδιορίστηκε από τον Tiqqun, μέσα από μια ρητή αναφορά στον ιταλικό φεμινισμό, ως «ανθρώπινη απεργία» — αλλά χωρίς να πέσουν στην παγίδα της ψευδούς διαλεκτικής μεταξύ μετασχηματισμού του εαυτού και κοινωνικού μετασχηματισμού, επειδή
μια για πάντα «το προσωπικό είναι πολιτικό«: «Τα θέματα του σώματος,
της σεξουαλικότητας, της εις βάθος ανάλυσης εισβάλλουν στις εργοστασιακές συλλογικότητες, σε αυτές της
γειτονιάς, στα ιατρεία, όπως και η μαρξιστική θεωρία των αναγκών, που εφαρμόζεται στην ουσία της σεξουαλικής καταπίεσης των γυναικών και
η «κριτική της συναισθηματικής επιβίωσης» σηματοδοτεί τις δύο ομάδες
της μιλανέζικης κολεκτίβας της Via Cherubini
που γεννήθηκαν».26

Τα φεμινιστικά συνέδρια —
όπως αυτό της Pinarella το 1975– ήταν πολύ διαφορετικά από αυτά που
συνηθίζονταν μέχρι τότε στην εμπειρία της αριστεράς, σε αυτά
βιώνονταν, πειραματίζονταν μια άλλη μορφή πολιτικής/ζωής, »εκατοντάδες πρόσωπα
τα οποία μαζεύονταν ώστε να μοιραστούν για λίγες μέρες ένα δωμάτιο, ένα μπάνιο,
γεύματα, βόλτες και κυρίως ώρες και ώρες συζήτησης χωρίς καμία
ατζέντα, δίχως εισαγωγική ομιλία, καμία αρχηγό
ως τέτοια για να κατευθύνει το έργο» (ό.π.), και τα συνέδρια συχνά
μπερδεύονται με αυθεντικά πάρτι, διακοπές, χορούς: χρόνους και τόπους
μιας μη λειτουργικής πολιτικής
».

Η ανάπτυξη του φεμινιστικού κινήματος ήταν ασταμάτητη και η αντίφαση, παρόλο που δεν βρισκόταν στην πιο άκαμπτη αυτονομιστική περίοδο, δεν θα μπορούσε να μην εκραγεί μέσα στο Κίνημα. Στις 6 δεκεμβρίου έγινε μια μεγάλη διαδήλωση υπέρ των αμβλώσεων στη Ρώμη, στην οποία συμμετείχαν
20.000 γυναίκες. Τα συνθήματα του φεμινιστικού κινήματος προς
τους συντρόφους που ήθελαν να συμμετάσχουν ήταν ξεκάθαροι: έπρεπε να βάλουν τον εαυτό τους στην
ουρά και να μοιράζονται τους στόχους της διαδήλωσης, αλλά οι ματσιστές
προκάλεσαν, προσέβαλαν, απέρριψαν την αυτονομία των γυναικών. Έτσι,
μια μεγάλη ομάδα φεμινιστριών προσπάθησε να τους κρατήσει μακριά από τη διαδήλωση,
26 Lea Melandri, «1975, il sessantotto delle donne, το εξήντα οκτώ των γυναικών», en Liberazione, suplemento, στη Απελευθέρωση, συμπλήρωμα núm. 6 de 2007.

140 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

αλλά η ομάδα περιφρούρησης της Lotta Continua μαζί με κάποιους αγωνιστές των αυτόνομων ρωμαϊκών εργατικών Επιτροπών τους επιτέθηκαν με χτυπήματα.
ροπάλων και αγγλικών κλειδιών, στέλνοντας δύο κορίτσια στο νοσοκομείο. Η αισχρότητα της
επίθεσης δεν χρειάστηκε πολλά σχόλια, ακόμα κι έτσι όμως μέσα στην οργανωμένη Αυτονομία δεν θέλησαν να υιοθετήσουν
μια «επίσημη» θέση ώστε να μην διαταραχθούν πολύ οι εθνικές πολιτικές ισορροπίες.

Η ομάδα της Μπολόνια του A/traverso, προικισμένη με ζωή από τον Bifo και μέχρι τότε οργανωτικά συνδεδεμένη με το Rosso – η εφημερίδα της εμφανιζόταν ως
συμπλήρωμα σε αυτό—, μπροστά στην άρνηση του συντακτικού προσωπικού να λάβει μια
ξεκάθαρη θέση καταδίκης και ρήξης, κατάφερε να δημοσιεύσει ένα
έγγραφο υπογεγραμμένο ως «μερικοί σύντροφοι από τη Μπολόνια», και με αυτή
την πράξη έληξε τη συνεργασία τους. Έγραψαν οι μπολονιέζοι: Όλα αυτά σηματοδοτούν μια οριστική γραμμή ρήξης μεταξύ αυτών που μιλούν
περί αυτονομίας αλλά σκέφτονται να αναπαράγουν την συγκεντρωτική κατεύθυνση
της φαλλικής θέλησης που γίνεται κόμμα ή, το λέω με άλλο τρόπο, προσπαθούν
να εργαλοποιήσουν τις γυναικείες επιτροπές στη μάχη κατά της κυβέρνησης, και εκείνων που βλέπουν την αυτονομία ως την ικανότητα να ζουν και να θέτουν
σε πράξη τις δικές τους ανάγκες, τις δικές τους επιθυμίες ανεξάρτητα από
μια λογική διαπραγμάτευσης με την κυβέρνηση, που έκαναν πράξη
την ανασύνθεση των κινημάτων στην ίδια τη διαδικασία εμβάθυνσης της ιδιαιτερότητας
. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο γραμμές, αυτούς τους δύο τρόπους
να αντιλαμβάνεσαι και να ασκείς την αυτονομία, δεν υπάρχει χώρος για καμία αναμέτρηση.
Οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι, αυτοί με τις απουσίες, οι νέοι,
οι κομμουνιστές εργάτες δεν έχουν καμία ανάγκη να αναμετρηθούν με αυτούς που
δεν αποτελούν μέρος του κινήματος τους, αλλά προφασίζονται ότι είναι το κεφάλι του, η
πρωτοπορία ή τη σύνθεση για την οποία μιλούν τόσες πειθαρχημένες επιτροπές[…] Ως άντρες αμφισβητούμε τη σχέση μας
με οργανωτικές δομές που επαναφέρουν σε πορεία τον ρόλο μας
ως καταπιεστών, αστυνομικών, επιτιθέμενων και παρεισφρητικών
.27

Η αρρωστημένη και βίαιη αντίδραση του ματσισμού του κινήματος
δεν οφείλονταν, προφανώς, σε μια πολιτική διαφωνία επάνω σε συστημικά ζητήματα, ήταν το αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο η φεμινιστική εξέγερση
διείσδυσε στις κολεκτίβες, τις οργανώσεις, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τα ζευγάρια, αποσυντίθοντας τα και διαλύοντας την πειθαρχική τους δύναμη, δίνοντας τέλος στον ανθυγιεινό πρωταγωνισμό των ηγετών των
αγώνων και των αισθημάτων (τη «γοητεία» του προσβάλλοντα, του θεωρητικού,
27 «Autonomía y movimiento feminista-Αυτονομία και φεμινιστικό κίνημα», Rosso, 20 δεκεμβρίου, de diciembre de 1975.

Separ/acción, desubjetivización y «dictadura de las necesidades» 141

του μεγάλου ρήτορα, του εργάτη που πρέπει να διευθύνει τα πάντα…). Η κρίση του ματσισμού
του κινήματος ήταν καταστροφική αλλά υγιής: λίγη περισσότερη ελευθερία
για όλους, λίγο λιγότερη κατάθλιψη για πολλούς, πολλοί ηλίθιοι
αναγκάστηκαν για ένα διάστημα να αποσυρθούν σε άλλα μέρη
ώστε να ασκήσουν την γελοία δύναμή τους.

Το φεμινιστικό κίνημα έφτασε στη μέγιστη επέκτασή του κατά τη διάρκεια του
1976, τη χρονιά των «μαγισσών» -το πιο επαναλαμβανόμενο φεμινιστικό σύνθημα
που έγινε διάσημο έλεγε, μάλιστα, «tremate, tremate, le streghe son
tornate» [να τρέμετε, τρέμετε, οι μάγισσες επέστρεψαν] — και οι «corros de endemoniadas» οι »χοροί των δαιμονισμένων» στο Μιλάνο, οι «aquelarres, νυχτερινές συναντήσεις μαγισσών» στην Πάντοβα, οι «retomemos la
noche, θα επιστρέψουμε τη νύχτα» της Ρώμης (μια νυχτερινή διαδήλωση όπου για πρώτη φορά
οργανωμένες αυτόνομες —που χαρακτηρίστηκαν από άλλους σαν ταραχοποιοί— έκαναν την εμφάνισή τους – σπάζοντας κάποιες βιτρίνες), η πυροδότηση παντού της φεμινιστικής εξέγερσης έφερε στο φως το
ζήτημα της επανοικειοποίησης της βίας και ως πρακτικής
αυτόνομης των γυναικών.

Η αστυνομία και οι καραμπινιέροι δεν επέδειξαν,
στην πραγματικότητα, πάρα πολλούς ενδοιασμούς και επιτέθηκαν εναντίον φεμινιστικών διαδηλώσεων όποτε βρήκαν την ευκαιρία, όπως συνέβη στις 17 ιανουαρίου
στο Μιλάνο, αφού μια ομάδα κοριτσιών διέρρηξε τον αστυνομικό κλοιό που προστατεύει το Duomo. Έγιναν πολλές συζητήσεις και δεν ήταν λίγες οι γυναίκες που διεκδίκησαν τη χρήση βίας ως
ουσιαστικό μέρος της επανοικειοποίησης του σώματός τους και της
ελευθερίας τους, αλλά υπήρξαν και σημαντικές λήψεις θέσεων αντίθετου σημαδιού, όπως αυτή της κολεκτίβας της Via Cherubini, που διαισθάνθηκε τον κίνδυνο
της παραγωγής με αυτές τις συμπεριφορές ενός ιδεολογικού φεμινισμού
που άρχιζε να συναγωνίζεται την ανδρική πολιτική. Από την άλλη πλευρά, δεν
ήταν λίγες οι γυναίκες που επέλεξαν τον δρόμο του ένοπλου αγώνα και που
ανέλαβαν έναν ηγετικό ρόλο στις δομές του.

συνεχίζεται

 #free_Michailidis 

Click to access TS-HIS16_Autonomia.pdf

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s