αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – ε] μέρος

Δίκη Processo Metropoli

Rivista «Metropoli», da Pre-print a Re-print - Micciacorta

Aπολογούμενος στον ανακριτή μετά την σύλληψη του και την έκδοση που πραγματοποιήθηκε από την Γαλλία, ο Piperno δήλωνε πως οι συναντήσεις με τον on. Signorile έγιναν ύστερα από προτροπή του Dr. Zanetti, Διευθυντού του περιοδικού Espresso και διαμέσου του Dr. Mieli.
Παρά την αμηχανία του να συναντηθεί με εκπροσώπους πολιτικών Κομμάτων, είχε αποδεχτεί το αίτημα.
Η συνάντηση με τους  Signorile και Scialoia έγινε στο σπίτι του Zanetti σε μιαν περίοδο επόμενη της 24/4/78 (ημερομηνία κατά την οποίαν είχαν ήδη διαδοθεί οι ανακοινώσεις n° 7 και n° 8 με τις οποίες οι αντάρτες είχαν προωθήσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την απελευθέρωση του on. Moro προτείνοντας μια ανταλλαγή με δεκατρείς πολιτικούς κρατούμενους ήδη καταδικασμένους ή κατηγορούμενους για εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί για λύτρα.
Ο σοσιαλιστής κοινοβουλευτικός παράγων, λέγοντας πως αυτή η πρόταση ήταν γι αυτόν απαράδεκτη, είχε ανεμίσει την υπόθεση της απελευθέρωσης μοναχά ενός κρατουμένου σε σοβαρή κατάσταση υγείας.  Είχε,  επιπλέον, αναφερθεί ο on. Signorile “στην πρωτοβουλία της Amnesty International και στο πρόβλημα των ειδικών φυλακών υψίστης ασφαλείας”, ρωτώντας την γνώμη του. Αυτός είχε απαντήσει πως ήταν πρωτοβουλίες αξιόλογες και πιθανές, πάντως, να ληφθούν υπ όψιν.
Στην συνέχεια είχε δυο ακόμη συναντήσεις με τον αξ. Signorile, από δική του παρακίνηση. Στην τελευταία αυτών των συναντήσεων είχε πάρει μέρος “με δική του πρωτοβουλία” ο Pace.
Σύμφωνα με αυτόν (απολογία στον ανακριτή 19/2/80) ήταν, αντιθέτως, ο Piperno που τον “παρακάλεσε” να παρέμβει στην συνάντηση που παρακινήθηκε από τον on. Signorile.

Αυτή έλαβε χώρα το πρωινό της ίδιας ημέρας της τυχαίας συνάντησης στην Piazza Navona με τον sen. Landolfi και της συνάντησης που ακολούθησε με τον Γραμματέα του P.S.I. αξ. Bettino Craxi
Σύμφωνα με αυτά που είπε ο Morucci (ανάκρ. 13/X/1986) ο Lanfranco Pace, μπήκε στις B.R. τον σεπτέμβρη/οκτώβρη 1977, και βγήκε από αυτές γύρω στον επόμενο μήνα του δεκεμβρίου.
Εισήχθη στην αρχή σε μιαν “δομή διαλόγου”, μετά την αποτυχία του σχεδίου για ένα εθνικού χαρακτήρα περιοδικού, που θα απαντούσε στην ανάγκη να προσφερθεί μια θεωρητική επεξεργασία στα προβλήματα που ωρίμασαν τα τρία προηγούμενα χρόνια (από το ’74 στο ’77) εξ αιτίας της αλλαγής του πολιτικού ορίζοντα, δεδομένου ότι επρόκειτο να περάσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο ανάληψης υποχρεώσεων μέσα στην οργάνωση, είχε εμφανιστεί να μην δεσμεύεται στα καθήκοντα που του είχαν εμπιστευτεί, αγνοώντας τις συναντήσεις και τα ραντεβού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχαν κανονιστεί για λόγους, ας πούμε,  “ανάκαμψης” που θα παρατείνονταν μέχρι τον ιανουάριο του 1978.
Ο Pace, για το σύντομο διάστημα που στρατεύτηκε στις B.R., είχε δείξει πως θεωρούσε αυτές “μια μεταβλητή απολύτως ανεξάρτητη μέσα στο πλαίσιο του εθνικού κινήματος”. Μεταβλητή που “προωθούσε μια γραμμή ατελή”, δηλαδή αποκλειστικά “στρατιωτική”, εξωγενή “στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες” και στις νέες προβληματικές που είχαν ωριμάσει μέσα στο ’77.

Μέσα σε αυτή την κοινωνικο-πολιτική συγκυρία αναγνωρίζονταν από την μια  “ο ακραίος αυθορμητισμός των νεανικών διαδηλώσεων”, από την άλλη “η ακραία οργανωτική σύνθεση… της παράνομης ένοπλης ομάδας”. Για να γίνει η ανασύνθεση μέσα σε ένα ενωτικό πλαίσιο αυτού του ανοίγματος και για να συνδεθούν  “τα δυο κομμάτια του επαναστατικού κινήματος” δεν απέμενε παρά να ενσωματωθεί η ένοπλη πάλη στον ιστό των νέων κοινωνικών αναταραχών και συγκρούσεων. Για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου ο Pace είχε σκοπό να κινηθεί “μέσα από το κίνημα”, αυτός, ο Morucci, μέσα από τις B.R., θεωρώντας αυτό “μια υποχρεωτική επιλογή”.
Τόσο αυτός όσο και η Faranda βρέθηκαν, στην συνέχεια, σε πορεία αντιπαράθεσης με την οργάνωση λόγω του ότι είχαν επανειλημμένα προτείνει την αναγκαιότητα  ενός ένοπλου αγώνα βασισμένου όχι “επάνω στην σύγκρουση” ανάμεσα στις B.R. και το Κράτος, αλλά περισσότερο δεμένου “στα περιεχόμενα της γενικότερης σύγκρουσης που εκφράζονταν εκείνα τα χρόνια”.

Μετά την επιχείρηση Moro η ρήξη εξαπλώθηκε, εξ αιτίας επίσης της συζήτησης επάνω στην αναγκαιότητα να χτιστεί “ένα πλατύ μέτωπο, εκτενές, πυρήνων εν μέρει παρανόμων και εν μέρει μέσα στην κοινωνική συγκρουσιμότητα διαθέσιμων να “οδηγήσουν την πρακτική του ένοπλου αγώνα”.
Ήταν πρόθεση των δυο “διαφωνούντων” “να χρησιμοποιήσουν το όχημα του M.P.R.O. για να προκαλέσουν μια προσέγγιση των B.R. στον χώρο της συγκρουσιμότητας για την οποίαν μιλήσαμε και, συνεπώς, στην ανάλυση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων που εκφράζονταν εκείνα τα χρόνια”.
Από την στιγμή της κατάληξης της επιχείρησης Moro μέχρι την έξοδο των Morucci και Faranda από τις B.R. είχε, λοιπόν, αναπτυχθεί η δική τους  “πολιτική δυσφορία” που πριν είχε εκδηλωθεί “με όρους πολιτικής διαφωνίας”, στην συνέχεια σαν  “προσδιορισμός πολιτικού ανταγωνισμού”, “μιας εναλλακτικής γραμμής”, “της αναγκαιότητας μιας εναλλακτικής επεξεργασίας από εκείνην που προτείνονταν από την οργάνωση” (βλέπε κοινοβουλευτικά πρακτικά επιτροπής διερεύνησης για την σφαγή της via Fani, Doc. XXIII, n° 5, τόμ. X, σελ. 624 sgg.).

Σημαντικό, σχετικά με αυτά, το κείμενο ενός εγγράφου που βρέθηκε στην κατοικία του viale G. Cesare, όταν συνελήφθησαν οι Morucci και Faranda, με τίτλο “Η φάση, παρελθόν, παρόν και μέλλον, μια κριτική συνεισφορά, ” (rep. 2129), στο οποίο, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε:
“αυτή η αναγκαιότητα ανάγνωσης και αντίληψης… των προλεταριακών και εργατικών αγώνων” που θελήσαμε  “να αναπτύξουμε σε εσωτερικό επίπεδο και με την σωστή μέθοδο της συλλογικής συζήτησης και επεξεργασίας” στην διοίκηση της φάλαγγας,  “αντιθέτως, ερμηνεύτηκε με αυθαίρετο τρόπο σαν πολιτική γραμμή αντιτιθέμενη στην οργάνωση”. Από εδώ προέρχεται, και εξ αιτίας όλων αυτών “η καταδίκη” τους σαν “κλίκας  αποστατών”, η απομόνωση, ο περιορισμός, η ποινικοποίηση και η καταγγελία των δικών τους “μικροαστικών συμπεριφορών παρέκκλισης”, του  “ελιγμού” που “εδώ και πολύ καιρό διεξήγαγαν” και του “παιχνιδιού που διηύθηνε ο Scalzone ή ποιος ξέρει ποιος άλλος” που, θα είχε γράψει “το ντοκουμέντο” το οποίο είχε δώσει το έναυσμα στην διάσπαση.
“Η υλοποίηση αυτής της μακάβριας ενορχήστρωσης είναι συνέπεια μιας κατασκευής ενός Κράτους “μέσα” στο Κράτος, χτισμένου με τρόπο πολύ προσεκτικά  “μελετημένο” ώστε να το κάνει να αναπτύσσεται εξίσου ηλίθιο.
Η κακιά πίστη της οργάνωσης όταν δηλώνει πως θα είχαμε “χτυπήσει” με τρόπο τελείως αναπάντεχο, αποδεικνύεται από το γεγονός πως την επομένη ημέρα από αυτήν που είχαμε εκθέσει πλήρως την θέση μας (κατόπιν εκφρασμένου αιτήματος της Διοίκησης της Ο.) θέση που ο σύντροφος του εκτελεστικού, που είχε την εντολή του “διερευνητικού πορίσματος” είχε αμέσως χαρακτηρίσει εκτός γραμμής ή της ιστορίας της οργάνωσης, δυο σύντροφοι της Διοίκησης της φάλαγγας βιάστηκαν να τρέξουν στο σπίτι μας λέγοντας πως  “για λόγους εγγύησης” και έλλειψης εμπιστοσύνης έπρεπε αμέσως να προχωρήσουν σε άμεση καταγραφή του υλικού που βρίσκονταν στην κατοχή μας και να μας μεταφέρουν αμέσως στον τόπο  “περιορισμού”.
Όμως ο “πολιτικός χώρος” μιας  “φυλακής του λαού” που επιφυλάσσονταν αυτή την φορά σε συντρόφους εκτός γραμμής” δεν μας φάνηκε ειλικρινά αρκετός για να ηγηθούμε του αγώνα μας. Προτιμούμε να αφήσουμε το μέτρο του “πολιτικού εκτοπισμού” στην Εισαγγελία, στον Νόμο Reale, στην Αστυνομία που εkφράζει τις οδηγίες.
Όσον αφορά εμάς, αναλάβαμε απέναντι στην “πολύ καινούργια”
αστυνομία του προλεταριάτου την ίδια συμπεριφορά που όλοι οι σύντροφοι που μάχονται στο  όνομα και για την κατάκτηση της ελευθερίας και του κομουνισμού,  από πάντα έχουν διατηρήσει απέναντι σε όλες τις αστυνομίες.
Και το δικαίωμα μας να συνεχίσουμε να μαχόμαστε δεν θα μας το αρνηθεί μια γραφειοκρατία νεοσταλινική που μπορεί αυθαίρετα να υπερηφανεύεται τον τίτλο του “κόμματος του προλεταριάτου” και προεικονίζει ένα καθεστώς μπροστά στο οποίο ο Καπιταλισμός και η  “ψεύτικη” δημοκρατία του αντιπροσωπεύουν έναν επίγειο παράδεισο.

Άλλο γεγονός που αποκαλύπτει αυτή την κακιά πίστη είναι πως  νωρίτερα ακόμη από εκείνη την έκθεση, σύντροφοι  της Διοίκησης της φάλαγγας είχαν ήδη δηλώσει μέσα στις δομές εργασίας πως θα είχαμε αποχωρήσει τρεις ή τέσσερις από  εμάς.
Ωστόσο, όντες επιφυλακτικοί απέναντι σε αυτούς που είχαν εκτοξεύσει παρόμοιες “συκοφαντίες ” ώστε να περάσουν σε απαράδεκτες συμπεριφορές  “όπως η σχιζοφρενική αποστεγανοποίηση όλων των αποχωρούντων συντρόφων”, “οι γενόμενες επισκέψεις κατ’ οίκον …από καταζητούμενους ή από άλλους που θα μπορούσαν σύντομα να γίνουν τέτοιοι”,το αίτημα “για στήριξη από το κίνημα (που εν τούτοις σταθερά την  αρνήθηκε)”, το να μιλούν “με συντρόφους που δεν ήταν της οργάνωσης” για την “φυγή, μετά κλοπής των δυο κακοποιών” – οι συγγραφείς της ανάλυσης διευκρίνιζαν πως, αν και  “σε εναλλακτική πολιτική θέση από εκείνη της Οργάνωσης”, δεν είχαν όμως περάσει σε πρόταση “καταστροφής της”, διότι “κάτι τέτοιο θα έφερνε μαζί του την απώλεια ενός βασικού σημείου αναφοράς για το χτίσιμο μιας ενωτικής Κομματικής διαδικασίας, γεγονός που θα άνοιγε διάπλατα τις πύλες σε αναρχικές συμπεριφορές  διασκορπισμού των δυνάμεων στην ενδημική και διασπασμένη διάχυση του ανταρτοπόλεμου”

Όμως, επιστρέφοντας στον Pace, ο Morucci δήλωνε
(ακρ. 15/X/86, σ.88) πως στην διάρκεια των 55 ημερών φυλάκισης του on. Moro, τον είχε συναντήσει σε ένα εστιατόριο στο Trastevere, όπου αυτός και η Adriana Faranda είχαν πάει για φαγητό.
Δεν επρόκειτο για μιαν “τυχαία συνάντηση”, διότι ο Pace τους είχε στήσει “καρτέρι” στην περιοχή ήδη από κάποιες ημέρες.Και δια τούτο αυτοί τον είχαν αποπάρει, δεδομένου πως οι προσπάθειες του να έρθει σε επαφή μαζί τους θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει την αστυνομία να τεθεί στα ίχνη τους, ιδίως δεδομένου ότι κάποιες ημέρες νωρίτερα είχε πέσει  “θύμα” μιας επιχείρησης της αστυνομίας μαζί με άλλα πρόσωπα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
ο Pace ήταν “περίεργος” να μάθει τις αληθινές προθέσεις των B.R. για την τύχη που θα είχε επιφυλαχθεί στον on. Moro, εξωτερικεύοντας με την ευκαιρία  “και τις ανησυχίες του Piperno” σχετικά με την κλίση που θα μπορούσε να πάρει η υπόθεση. Τους είχε, επίσης, πληροφορήσει πως είχε συναντήσει “κάποιους πολιτικούς παράγοντες” που ενδιαφέρονταν να έχουν διευκρινήσεις γύρω από το “ταξιαρχίτικο σύμπαν” και να αποκρυπτογραφήσουν το λεξιλόγιο και τα ανακοινωθέντα των B.R..
Αυτοί, απ’ την πλευρά  τους, είχαν περιοριστεί να εκδηλώσουν την γνώμη τους και δηλαδή πως υπήρχε ανάγκη “μιας πολιτικής εξαγγελίας” από πλευράς D.C., Κόμμα που οι B.R. προσδιόριζαν, ταύτιζαν εκείνη την εποχή, με το Κράτος.

Η ανησυχία του Piperno – σύμφωνα με τον Morucci – ήταν ουσιαστικά εκείνη, κοινή σε πολλούς, του να γίνει δυνατή η συνέχιση, ωστόσο, της επαναστατικής διαδικασίας, μέχρι του σημείου να είναι  ο ρόλος των B.R., αν και πολύ μακριά από τις ανάγκες του Κινήματος,  εκείνος που παράγει  “αποσταθεροποιητικά αποτελέσματα του πολιτικού σκηνικού”.
Ο Morucci είχε, λοιπόν, αναφέρει στον Moretti, εκπρόσωπο της αδιάλλακτης πτέρυγας της οργάνωσης, την συνάντηση που είχε με τον Pace. Αυτός, αν και δεν εμφανίστηκε να ταράζεται πολύ, δηλώνοντας την αντίθεση του σε  κάθε διαπραγμάτευση που δεν θα ήταν ξεκάθαρου χαρακτήρα, στον δημόσιο χώρο και σε κοινή θέα, είχε επαναλάβει πως ο μοναδικός επίσημος συνομιλητής των B.R. θα έπρεπε να είναι η D.C..
Επιβεβαίωνε ο Morucci όσα είχε καταθέσει στην Επιτροπή διερεύνησης για την σφαγή της οδού Fani (δείτε πρακτικά κοινοβουλευτικής Επιτροπής Doc. XXIII, n° 5, τόμος. X, σ.621) σχετικά με τις προθεσμίες της φάσης υλοποίησης της διαχείρισης της απαγωγής του Προέδρου της D.C..
Ουσιαστικά είχε αποφασιστεί να σφίξουν οι χρόνοι (εκτελώντας την ποινή του θανάτου στις εννέα μαίου αντί στις δέκα) γιατί υπήρξαν κάποια σημάδια ενός αρχόμενου “ανοίγματος της  D.C. απέναντι στους συνομιλητές της”, ενός ανοίγματος, εν τούτοις, άκρως γενικού χαρακτήρα και ανακριβούς και, ωστόσο, μη ικανοποιητικού.

Η απελευθέρωση, πράγματι, μοναχά ενός πολιτικού κρατουμένου θα είχε φέρει σε δύσκολη θέση την οργάνωση που θα μπορούσε να βρεθεί εκτεθειμένη στον κίνδυνο να αρνηθεί, σαν ανεπαρκές, το πιθανό αντάλλαγμα εις βάρος “ενός κομουνιστή αιχμαλώτου”. Περισσότερο από μια τυπική πράξη περιλαμβάνουσα την πολιτική αναγνώριση των B.R. σαν επίσημου συνομιλητή  του Κράτους, θα επρόκειτο για μια μονόπλευρη πρωτοβουλία του ίδιου του Κράτους με σκοπό την αναζήτηση μιας αναίμακτης επίλυσης της υπόθεσης  (β. ακ. 9/3/87, φ. 169).
Πάντως ο λόγος του on. Bartolomei στο Arezzo, το πλησίασμα εκείνων των ημερών στην οικογένεια Moro του sen. Fanfani, ο οποίος είχε εμφανιστεί “άκρως ευαισθητοποιημένος να προσπαθήσει έναν δρόμο, που δεν θα ήταν εκείνος σε κυβερνητικό επίπεδο”, όλα αυτά δίχως άλλο μπορούσαν να ερμηνευτούν σαν “σημάδια μιας πολιτικής συνομιλίας”, μα τόσο γενικού χαρακτήρα ώστε να μην θεωρείται άξια προσοχής για πρακτικούς λόγους. Αυτά τα σημάδια, όμως, θα ήταν αρκετά ώστε να “βάλουν σε μπελάδες” το εκτελεστικό για τους λόγους που αναφέραμε προηγουμένως (φ. 166).
Δίχως να λάβουμε υπ όψιν πως, τότε, θα μπορούσαν να  “βρεθούν σε κατάσταση χειραγώγησης από την διαμεσολαβητική ικανότητα της D.C.”.
Πάντως, κατέληγε σε εκείνο το σημείο ο Morucci, η απόφαση του Εκτελεστικού να σκοτώσουν τον on. Moro τους είχε διαβιβαστεί από τις 3 ή 4 μαίου και από εκείνη την στιγμή η εκτέλεση είχε αναβληθεί από ημέρα σε ημέρα.

Εξηγούσε, επίσης, ο Morucci (ακ. 13/X/86) πως τόσο αυτός όσο και η Faranda είχαν ευθύς εξ αρχής εκδηλώσει την αντίθεση τους στην επιχείρηση Moro, θεωρώντας πως αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα πολύ σαφές χάσμα “μεταξύ της οργανωτικής παρέμβασης και της δυναμικής της κοινωνικής σύγκρουσης”. Με άλλα λόγια η οργάνωση δεν θα έπρεπε να  “οχυρωθεί” επάνω “σε μια θέση οργανωτικού κλεισίματος”, μα θα έπρεπε να προσπαθήσει “να διαχύσει τις οργανωτικές τις παρεμβάσεις μέσα στην δυναμική της κοινωνικής σύγκρουσης”.
Παρόλα αυτά, παρέμειναν μέσα στην οργάνωση, θεωρώντας πως μόνο από μέσα θα ήταν δυνατόν να καθορίσουν ή, τουλάχιστον, να κάνουν μια προσπάθεια να “μετριάσουν αυτή την πλήρη tangenzialità’οριακότητα της γραμμής που θεσπίζονταν”, συνειδητοποιώντας τις εκρηκτικές συνέπειες τις οποίες τα γεγονότα που θα μπορούσαν να ξεπηδήσουν θα είχαν “στην εσωτερική δυναμική των κοινωνικών σχέσεων” της Χώρας (βλέπε πρακτικά κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την σφαγή της via Fani, Doc. XXIII, n°5, τομ. X, φ. 625).
Εφόσον η  “γραμμή” που υποστηρίζονταν από αυτούς επικρατούσε, το αποτέλεσμα θα ήταν μια ενδυνάμωση των αντιστοίχων θέσεων στους κόλπους των B.R. και εμμέσως –  σύμφωνα με τα λεγόμενα του Savasta (παρ. Ανακρ. Roma 9/2/1982) – εκείνων του Piperno και Pace, “που από τους άλλους θεωρούνταν οι αληθινοί δημιουργοί εκείνης της πολιτικής γραμμής”.

Συνεχίζεται…

Μια σκέψη σχετικά μέ το “η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – ε] μέρος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s